36. Πλέον ξέρω πώς να φερθώ σωστά στην κόρη μου
Οι γονείς μου δεν είχαν ιδιαίτερη μόρφωση και μπορούσαν να κάνουν μόνο σκληρή χειρωνακτική εργασία, οπότε έδωσαν μεγάλη έμφαση στη μόρφωση τόσο του αδερφού μου όσο και τη δική μου, κάνοντας αυστηρή οικονομία για να μας στείλουν στο σχολείο. Η μαμά μου έλεγε συχνά πως ο πατέρας της δεν την είχε αφήσει να πάει σχολείο, οπότε δεν είχε άλλη επιλογή από το να περάσει τη ζωή της σαν νοικοκυρά. Μας έλεγε, επίσης, να μην καταλήξουμε όπως εκείνη. Ήταν πρόθυμη να θυσιάσει τα πάντα για να μας στείλει στο κολέγιο, απλώς και μόνο για να βρούμε μια καλή δουλειά στο μέλλον. Όταν ο αδερφός μου έγινε δεκτός σε ένα κορυφαίο λύκειο, αν και ζοριζόμασταν λιγάκι στο σπίτι, οι γονείς μου και πάλι ζητούσαν από άλλους να αγοράσουν για τον αδερφό μου κάθε λογής υλικό μελέτης και συμπληρώματα. Όσο για μένα, ο μέσος όρος μου δεν επαρκούσε για να μπω στο λύκειο, οπότε οι γονείς μου πλήρωσαν πάνω από 7.000 γουάν για να με στείλουν. Μετά την αποφοίτηση, έμαθα μια τέχνη κι άνοιξα ένα μαγαζάκι. Βλέποντας πολλά παρόμοια μαγαζιά στη γειτονιά, ένιωθα μεγάλη πίεση. Σκεφτόμουν πως δεν ήταν καθόλου εύκολο να εδραιωθεί κανείς στην αγορά. Κατάλαβα κάπως τον λόγο που οι γονείς μου ήταν πρόθυμοι να εργαστούν σκληρά για να μας προσφέρουν την καλύτερη μόρφωση, κι αυτός ήταν ώστε να έχουμε μια στερεότερη βάση στην κοινωνία. Σκέφτηκα πως, αν αποκτούσα παιδιά, θα γινόμουν ευσυνείδητη μητέρα, θα δούλευα σκληρά για να βγάλω χρήματα και θα καλλιεργούσα τα παιδιά μου για να είναι καλοί μαθητές.
Παντρεύτηκα, απέκτησα μια κόρη και σκέφτηκα: «Δεν γίνεται να αφήσω την κόρη μου να χάσει από την αφετηρία. Εφόσον είναι παιδί μου, πρέπει να εκπληρώσω την ευθύνη μου ως μητέρα, να την καλλιεργήσω σωστά και να κάνω ό,τι μπορώ για να της προετοιμάσω το έδαφος και να κάνω σχέδια για το μέλλον της. Έτσι, θα καταφέρει να βρει καλή δουλειά και θα ζει χωρίς να ανησυχεί για τα βασικά. Θα είναι ανεύθυνο εκ μέρους μου ως μητέρα να μην κάνω τώρα προετοιμασίες για το μέλλον της». Όταν η κόρη μου μάθαινε να μιλάει, της διηγούμουν ιστορίες, της διάβασα κλασικά ποιήματα και της μάθαινα να αναγνωρίζει χαρακτήρες, ενώ της έβαζα να παρακολουθεί και παιδικά προγράμματα εκμάθησης αγγλικών. Μίλησε νωρίς και, από νεαρή ηλικία, μπορούσε ήδη να διαβάζει μόνη της παραμύθια. Βλέποντας πόσο έξυπνη ήταν, πίστεψα ακόμα πιο πολύ στη σωστή καλλιέργειά της, με τη σκέψη πως, αν πετύχαινε στη ζωή της, θα με έκανε υπερήφανη ως μητέρα.
Όταν η κόρη μου ξεκίνησε το νηπιαγωγείο, σκέφτηκα πως η προσχολική εκπαίδευση είναι πολύ σημαντική για την ανάπτυξη της ευφυίας ενός παιδιού, οπότε επέλεξα προσεκτικά ένα νηπιαγωγείο νοητικής αριθμητικής και, προκειμένου να διασφαλίσω πως το παιδί μου θα είχε καλή στάση του σώματος και φυσική ομορφιά, όταν ήταν πέντε ετών, την έγραψα σε μαθήματα χορού. Λίγο πριν ξεκινήσει το δημοτικό, ζήτησα από κάποιον να της βρει το καλύτερο σχολείο και φρόντισα ο δάσκαλος της τάξης της να έχει καλά προσόντα και να εφαρμόζει ανώτερες μεθόδους διδασκαλίας. Δούλευα σκληρά να βγάλω χρήματα για να στείλω την κόρη μου στο σχολείο. Εργαζόμουν από το πρωί μέχρι το βράδυ, και συχνά έτρωγα σε ακανόνιστες ώρες. Μερικές φορές, έτρωγα μόνο ένα γεύμα την ημέρα. Κάθε φορά που επέστρεφε από το σχολείο, την πίεζα να τελειώσει τα μαθήματά της, κι έπειτα τα έλεγχα. Αν έβρισκα έστω κι ένα λάθος, την έβαζα να λύσει δεκαπλάσια προβλήματα ως τιμωρία. Μερικές φορές, όταν περπατούσα στον δρόμο με την κόρη μου, βλέπαμε ανθρώπους να μαζεύουν σκουπίδια και της έλεγα χαμηλόφωνα: «Αν δεν είσαι καλή μαθήτρια, έτσι θα καταλήξεις. Αυτό θέλεις;» Εκείνη κουνούσε απλώς το κεφάλι. Αργότερα, ανακάλυψα πως της άρεσε πολύ η μουσική και μπορούσε να τραγουδήσει οποιοδήποτε τραγούδι μετά από μόλις δύο ακούσματα. Σκέφτηκα μέσα μου: «Η φωνή της είναι ακόμα παιδική, οπότε μπορεί να είναι πολύ νωρίς να μάθει φωνητική. Ας τη βάλω να μάθει πρώτα κάποιο μουσικό όργανο, ώστε να μπορεί να διαβάζει μουσική. Έτσι, αν αργότερα θελήσει να συνεχίσει τις μουσικές σπουδές, θα είναι πιο εύκολο». Στη δευτέρα δημοτικού, λοιπόν, κανόνισα να κάνει μαθήματα μουσικού οργάνου. Στην αρχή, από περιέργεια, η κόρη μου συμφώνησε να μάθει. Καθώς καθόταν, όμως, καθημερινά μπροστά στο όργανο, εξασκώντας τα δάχτυλά της σε διάφορες τεχνικές και παίζοντας μονότονες νότες, έχασε τη θέλησή της. Συχνά, κατσούφιαζε, με κοιτούσε με δάκρυα στα μάτια κι έλεγε: «Μαμά, δεν θέλω να εξασκηθώ άλλο. Θέλω να παίξω λιγάκι». Εγώ, όμως, την καλόπιανα ώστε να συνεχίσει την εξάσκηση, κι εκείνη δεν είχε άλλη επιλογή από το να συνεχίσει να εξασκείται με δάκρυα στα μάτια. Θεωρούσε πως της συμπεριφερόμουν πολύ άδικα, κι αυτό με έκανε να νιώθω κι εγώ άσχημα. Ειδικά όταν έβλεπα τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά της γεμάτα παρωνυχίδες, ράγιζε η καρδιά μου και ένιωθα διχασμένη. Κι εγώ ήθελα να αφήσω την κόρη μου να παίξει ελεύθερα, αλλά η κοινωνία είναι πολύ επικεντρωμένη στην πραγματικότητα και πολύ σκληρή. Χωρίς καλή μόρφωση ή δεξιότητες, πώς θα τα κατάφερνε στην κοινωνία; Όλα τα παιδιά μελετούσαν σκληρά και δεν μπορούσα να αφήσω την κόρη μου να τεμπελιάζει. Αν δεν ήθελε να βρεθεί στον πάτο αργότερα, έπρεπε να καταβάλει τότε μεγάλη προσπάθεια, κι εγώ έπρεπε να αναλάβω την ευθύνη και να φροντίσω να μη μείνει πίσω. Το μόνο που ήλπιζα ήταν να καταλάβει η κόρη μου τους φιλόπονους προβληματισμούς που είχα ως μητέρα. Αργότερα, της έλεγα συχνά: «Υπάρχει έντονος ανταγωνισμός στην κοινωνία και, αν δεν έχεις καλή μόρφωση και ειδικές δεξιότητες, οι άλλοι απλώς θα σε περιφρονούν και θα θεωρούν πως βρίσκεσαι στον πάτο. Η μαμά θέλει να μάθεις το μουσικό όργανο, ώστε να έχεις περισσότερες επιλογές εργασίας στο μέλλον. Μπορεί τώρα να μη με καταλαβαίνεις, αλλά θα με καταλάβεις όταν μεγαλώσεις». Η κόρη μου είπε, με έναν τόνο εγκαρτέρησης: «Μαμά, θα σταματήσεις να με πιέζεις; Τίποτα δεν μπορώ να αποφασίσω μόνη μου. Πρέπει να κάνω ό,τι λες εσύ». Όταν την έβλεπα έτσι, μερικές φορές αναρωτιόμουν: «Κάνω όντως το σωστό;» Εκείνη την περίοδο, είχα ήδη βρει τον Θεό, και μια αδελφή συναναστράφηκε επίσης μαζί μου. Μου είπε πως δεν πρέπει να έχουμε υπερβολικές απαιτήσεις από τα παιδιά μας και να παίζουμε απλώς τον ρόλο μας ως γονείς. Όσο για το αν τα παιδιά μας θα πετύχουν ή αν θα έχουν καλή καριέρα, αυτό δεν είναι στο χέρι των γονιών, αλλά το ορίζει ο Θεός, και θα πρέπει να εμπιστευόμαστε τα πάντα στον Θεό. Θεωρούσα πως, εφόσον ο ανταγωνισμός είναι τόσο έντονος στην κοινωνία, αν κάποιος δεν έχει καλή μόρφωση ή ειδικά ταλέντα, του είναι πολύ δύσκολο να εδραιωθεί. Η κόρη μου ήταν αρκετά ταλαντούχα. Αν δεν την καλλιεργούσα σωστά, τότε, όταν μεγάλωνε, δεν θα με κατηγορούσε πως ήμουν ανεύθυνη μητέρα; Δεν πήρα σοβαρά τη συμβουλή της αδελφής μου και συνέχισα να καλλιεργώ την κόρη μου σύμφωνα με το δικό μου σχέδιο.
Ταυτόχρονα με τα μαθήματα του οργάνου, την έγραψα και σε άλλα μαθήματα, όπως τα αγγλικά και η γραφή. Τα σαββατοκύριακα και οι γιορτές ήταν οι πιο φορτωμένες μέρες γι’ αυτήν, και κάθε μέρα ήταν σαν να έτρεχε από το ένα μέρος στ’ άλλο: τελείωνε το ένα μάθημα και έφευγε βιαστικά για το επόμενο. Κάθε φορά που έβλεπε παιδιά να παίζουν στη γειτονιά, τα κοιτούσε με λαχτάρα και ζήλεια, και έλεγε: «Μαμά, θέλω να παίξω έξω σαν τα άλλα παιδιά. Δεν υποτίθεται πως ξεκουραζόμαστε τις Κυριακές; Εμένα, όμως, το πρόγραμμά μου είναι πιο φορτωμένο απ’ ό,τι τις καθημερινές. Πότε θα σταματήσω να ξεθεώνομαι και θα κάνω απλώς ό,τι θέλω;» Είπα με έναν τόνο εγκαρτέρησης: «Ξέρω πως είσαι κουρασμένη και πως θέλεις να χαλαρώσεις και να διασκεδάσεις, αλλά, την ώρα που εσύ θα έπαιζες, τα άλλα παιδιά θα δούλευαν σκληρά και εσύ μπορεί να έμενες πολύ πίσω. Αν θέλεις το μέλλον σου να είναι καλό, πρέπει να δουλέψεις από τώρα σκληρά. Είσαι ακόμα μικρή, οπότε δεν καταλαβαίνεις πόσο έντονος είναι ο ανταγωνισμός στην κοινωνία. Θα καταλάβεις όταν μεγαλώσεις». Χρησιμοποιούσα κάθε λογής μεθόδους για να την ενθαρρύνω να μελετά. Η κόρη μου έκανε μεγάλη προσπάθεια να ανταποκριθεί στις προσδοκίες μου, και ένα γραπτό της δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα. Έμαθε καλά το όργανο, και συχνά έπαιζε και συμμετείχε σε διαγωνισμούς, ενώ χόρευε και σε χορευτικές παραστάσεις. Οι επιτυχίες της μου έδιναν ικανοποίηση και πίστευα πως οι προσπάθειές μου ήταν δικαιολογημένες. Θεωρούσα πως, αν η κόρη μου είχε ένα καλό μέλλον, θα είχα εκπληρώσει τις ευθύνες μου ως μητέρα.
Αργότερα, πήγε γυμνάσιο, και της βρήκα έναν δάσκαλο με υψηλό ποσοστό αποτελεσμάτων. Για να διασφαλίσω πως δεν θα καθυστερούσε η μελέτη της, περνούσα από έλεγχο όλους της συμμαθητές με τους οποίες αλληλεπιδρούσε στο σχολείο, από φόβο πως, αν είχε επαφές με λιγότερο μελετηρά παιδιά, θα επηρεαζόταν η μάθησή της. Η κόρη μου συχνά μου παραπονιόταν: «Είμαι σαν πουλί σε κλουβί. Δεν έχω καμία ελευθερία. Κάθε μέρα πηγαίνω από το σχολείο στο σπίτι, κι από εκεί στο φροντιστήριο. Το μόνο που κάνω είναι να μελετώ αδιάκοπα. Μαμά, ξέρεις πώς νιώθω; Θέλω να είμαι ελεύθερη. Ακόμη και τα ψάρια στο ενυδρείο μας είναι πιο ελεύθερα από μένα. Τουλάχιστον μπορούν να κολυμπούν στη μεγάλη γυάλα τους. Εγώ δεν έχω ούτε αυτόν τον χώρο». Κάθε φορά που η κόρη μου παραπονιόταν έτσι, ένιωθα διχασμένη. Ήξερε πως ήταν δυστυχισμένη, αλλά, εφόσον ο ανταγωνισμός στην κοινωνία ήταν τόσο έντονος, τι άλλο μπορούσα να κάνω; Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να προσπαθώ να την πείσω υπομονετικά: «Δεν είναι πως δεν θέλω να σου δώσω ελευθερία. Το θέμα είναι πως, αν δεν καταβάλεις τώρα μεγάλη προσπάθεια, πώς θα προκόψεις στη ζωή σου; Δεν έχεις βγει ακόμα στην κοινωνία, οπότε δεν καταλαβαίνεις πόσο σκληρός είναι ο ανταγωνισμός. Εγώ τα έχω περάσει, και τα κάνω όλα αυτά για το καλό σου». Κάθε φορά που τ’ άκουγε αυτά, έμενε σιωπηλή. Σταδιακά, παρατήρησα πως μιλούσε όλο και λιγότερο και, όταν επέστρεφε από το σχολείο, κλεινόταν απλώς στο δωμάτιό της. Σκέφτηκα πως μπορεί να περνούσε κάποια επαναστατική φάση της εφηβείας, η οποία θα περνούσε με τον καιρό.
Δεν περίμενα πως, μια μέρα, στην τρίτη γυμνασίου, μετά από λίγες μόνο κουβέντες, η συζήτησή μας θα έληγε άδοξα. Την έβλεπα μερικές φορές να ασχολείται με το κινητό της, οπότε της είπα: «Έχεις πολλά μαθήματα τώρα και πλησιάζει η περίοδος των εξετάσεων. Μην ασχολείσαι τόσο με το κινητό σου!» Εκείνη είπε: «Βλέπω απλώς κάποια πράγματα ενώ κάνω διάλειμμα». Εγώ συνέχισα: «Σε τι ωφελεί να ασχολείσαι με το κινητό σου! Παρεμβαίνει απλώς στη μελέτη σου!» Έμεινε σιωπηλή για λιγάκι και, ξαφνικά, μου ούρλιαξε με δάκρυα στα μάτια: «Γιατί πρέπει να ακούω ό,τι λες; Το σκέφτηκες ποτέ σου; Μου έχεις δώσει ποτέ ελευθερία, από τότε που ήμουν μικρή μέχρι και τώρα; Ελέγχεις και χειραγωγείς τα πάντα στη ζωή μου. Εσύ επέλεξες το σχολείο μου, εσύ επέλεξες τους δασκάλους της τάξης μου στο δημοτικό και το γυμνάσιο, εσύ με έβαλες να μάθω χορό, μουσική, γραφή, αγγλικά και ένα σωρό άλλα εξωσχολικά μαθήματα, κι εγώ πρέπει να ακούω ό,τι λες! Σκέφτηκες ποτέ πώς νιώθω εγώ; Αλήθεια, με αγαπάς καθόλου; Δεν θέλω να σε βλέπω». Εκείνο το βράδυ, η κόρη μου το ’σκασε από το σπίτι. Εκείνη τη στιγμή, σχεδόν κατέρρευσα. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Δεν ήταν για δικό της καλό όλα όσα είχα κάνει; Γιατί δεν καταλάβαινε τις προθέσεις μου; Με έτρωγε η ανησυχία πως κάτι μπορεί να της συνέβαινε, οπότε πήρα γρήγορα τηλέφωνο τους κοντινούς συμμαθητές της για να ρωτήσω πού είναι. Όλοι είπαν πως δεν ήξεραν. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Πού μπορεί να είχε πάει; Μήπως είχε κάνει κάτι απερίσκεπτο; Αν της συνέβαινε κάτι, πώς θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου; Μες στην απελπισία μου, έβαλα τα κλάματα και προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου, το παιδί μου είναι θυμωμένο και το ’σκασε από το σπίτι. Φοβάμαι πως κάτι θα του συμβεί. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με να μείνω ήρεμη μέσα μου. Ξέρω πως Εσύ επέτρεψες αυτήν την κατάσταση, αλλά δεν καταλαβαίνω ποιο μάθημα πρέπει να πάρω απ’ αυτήν. Σε παρακαλώ, καθοδήγησέ με να κατανοήσω την πρόθεσή Σου».
Τρεις με τέσσερις μέρες αργότερα, η κόρη μου επικοινώνησε μαζί μου, και είπε πως δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι και πως ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος που ήθελε να δει. Τα λόγια της ήταν σαν μαχαιριά στην καρδιά και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ποτάμι. Πάντα θεωρούσα πως ήμουν υπεύθυνη και ευσυνείδητη μητέρα και, από τότε που γεννήθηκε η κόρη μου, σχεδίαζα τα πάντα για εκείνη, αφού ήθελα να μεγαλώσει χωρίς προβλήματα και να βρει καλή δουλειά στο μέλλον. Όμως, μετά απ’ όλα όσα είχα κάνει για εκείνη, το μόνο που πήρα ως αντάλλαγμα ήταν το να με αποφεύγει και να με μισεί. Ένιωθα πως είχα αποτύχει παντελώς ως μητέρα. Συχνά, έκλαιγα μόνη στα κρυφά και, τις στιγμές που ένιωθα πιο απελπισμένη, διοχέτευα τον πόνο και τη σύγχυση που ένιωθα μέσα μου στον Θεό. Εκείνη τη στιγμή, διάβασα τα πιο πρόσφατα λόγια του Θεού, στα οποία συναναστρέφεται πάνω στις έξι καμπές στην ανθρώπινη ζωή. Έλυσαν κατευθείαν τον κόμπο που είχα μες στην καρδιά. Διάβασα τα λόγια του Θεού: «Εκτός από το να τον γεννήσουν και να τον μεγαλώσουν, η ευθύνη που φέρουν οι γονείς στη ζωή κάποιου είναι απλώς να του παρέχουν εξωτερικά ένα περιβάλλον για να μεγαλώσει και τίποτα παραπάνω, επειδή μόνο ο προκαθορισμός του Δημιουργού σχετίζεται με τη μοίρα οποιουδήποτε ανθρώπου. Το τι είδους μέλλον θα έχει κάποιος δεν μπορεί να το ελέγξει κανένας άνθρωπος· είναι προκαθορισμένο πολύ καιρό πριν, και ούτε καν οι γονείς κάποιου δεν μπορούν ν’ αλλάξουν τη μοίρα του. Όσον αφορά τη μοίρα, όλοι είναι ανεξάρτητοι· ο καθένας έχει τη δική του μοίρα. Έτσι, κανενός οι γονείς δεν μπορούν να εμποδίσουν καθόλου τη μοίρα του στη ζωή ούτε μπορούν να κάνουν οτιδήποτε για να τον βοηθήσουν όσον αφορά τον ρόλο που παίζει στη ζωή. Μπορεί να πει κανείς ότι, σε όποια οικογένεια κι αν είναι προκαθορισμένο να γεννηθεί κανείς και σε όποιο περιβάλλον κι αν μεγαλώνει, αυτά δεν είναι παρά οι προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση της αποστολής του στη ζωή. Δεν καθορίζουν σε καμία περίπτωση τη μοίρα ενός ανθρώπου στη ζωή ή το είδος του πεπρωμένου εντός του οποίου ολοκληρώνει την αποστολή του. Επομένως, κανενός οι γονείς δεν μπορούν να τον βοηθήσουν στην ολοκλήρωση της αποστολής του στη ζωή ούτε μπορεί κανένας συγγενής να τον βοηθήσει να εκπληρώσει τον ρόλο του στη ζωή. Το πώς ολοκληρώνει κανείς την αποστολή του και το είδος του περιβάλλοντος διαβίωσης στο οποίο αναλαμβάνει τον ρόλο του εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από τη μοίρα του στη ζωή. Με άλλα λόγια, καμία αντικειμενική συνθήκη δεν μπορεί να επηρεάσει την αποστολή κανενός όπως έχει προκαθοριστεί από τον Δημιουργό. Ο καθένας ωριμάζει εντός του συγκεκριμένου περιβάλλοντος στο οποίο μεγαλώνει· έπειτα, βήμα προς βήμα, ξεκινά να βαδίζει στο δικό του μονοπάτι στη ζωή και εκπληρώνει το πεπρωμένο που έχει διευθετήσει γι’ αυτόν ο Δημιουργός. Με τρόπο φυσικό και αυτόματο, εισέρχεται στην απέραντη θάλασσα της ανθρωπότητας και αναλαμβάνει τη θέση του στη ζωή, και, για χάρη του προκαθορισμού του Δημιουργού και της κυριαρχίας Του, αρχίζει να εκπληρώνει τις ευθύνες του ως δημιουργημένο ον» («Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Ο ίδιος ο Θεός, ο μοναδικός Γ΄). «Όταν ένας άνθρωπος φεύγει από τους γονείς του και ανεξαρτητοποιείται, το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται, καθώς και το τι είδους επαγγέλματα και καριέρες βρίσκει στον δρόμο του, είναι όλα προκαθορισμένα και δεν έχουν καμία σχέση με τους γονείς του. Κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν μια καλή ειδικότητα στο πανεπιστήμιο και καταλήγουν να βρίσκουν μια αξιοζήλευτη θέση μετά την αποφοίτησή τους· μπορεί να πει κανείς ότι κάνουν μια δυναμική αρχή στο μονοπάτι της ζωής. Άλλοι μαθαίνουν και κατακτούν πολλές διαφορετικές δεξιότητες, αλλά ποτέ δεν βρίσκουν μια δουλειά που τους ταιριάζει ή τη θέση που τους αρμόζει, πόσο μάλλον χτίζουν τη δική τους καριέρα· θα έλεγε κανείς ότι το πρώτο βήμα αυτών των ανθρώπων στη ζωή χαρακτηρίζεται από εμπόδια και δυσκολίες, οι προοπτικές τους είναι ζοφερές και η ζωή τους αβέβαιη. Κάποιοι άλλοι αφοσιώνονται επιμελώς στις σπουδές τους, αλλά χάνουν για λίγο κάθε ευκαιρία να λάβουν ανώτερη εκπαίδευση· φαίνονται καταδικασμένοι να μην πετύχουν ποτέ —μπορεί να πει κανείς ότι οι πρώτες τους ελπίδες στο μονοπάτι της ζωής εξανεμίζονται. Μη γνωρίζοντας αν ο δρόμος μπροστά τους είναι ομαλός ή δύσβατος, νιώθουν για πρώτη φορά πόσο απρόβλεπτο είναι το ανθρώπινο πεπρωμένο, κι έτσι αντιμετωπίζουν τη ζωή με ένα μείγμα τρόμου και προσδοκίας. Άλλοι δεν είναι πολύ μορφωμένοι, αλλά μπορούν να γράφουν βιβλία, αποκτώντας έναν βαθμό φήμης. Κι άλλοι είναι σχεδόν τελείως αγράμματοι, αλλά μπορούν να βγάλουν χρήματα από επιχειρήσεις και έτσι είναι σε θέση να συντηρήσουν τον εαυτό τους. […] Ανεξάρτητα από τις διαφορές στις ικανότητες και τη νοημοσύνη τους, και από το αν έχουν ή όχι αποφασιστικότητα, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον της μοίρας, όπου δεν γίνονται διακρίσεις ανάμεσα σε μεγάλους και μικρούς, υψηλούς και χαμηλούς, εξυψωμένους και ταπεινούς. Το τι επάγγελμα ασκεί κανείς, το πώς βγάζει τα προς το ζην και πόσο πλούτο έχει στη ζωή του δεν εξαρτάται από τους γονείς του, τα ταλέντα του ή τις προσπάθειες και τις φιλοδοξίες του —εξαρτάται από τον προκαθορισμό του Δημιουργού» («Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Ο ίδιος ο Θεός, ο μοναδικός Γ΄). Όταν διάβασα τα λόγια του Θεού, κατάλαβα πως οι ευθύνες των γονιών περιλαμβάνουν το να γεννούν και να μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Όσο, όμως, για τη μοίρα των παιδιών τους, την καριέρα τους ή για το αν θα είναι φτωχά ή πλούσια, αυτά δεν είναι πράγματα που μπορούν να αλλάξουν οι γονείς. Η μοίρα που έχει ορίσει ο Θεός για έναν άνθρωπο είναι αυτή που είναι και κανείς δεν μπορεί να την αλλάξει. Δεν καταλάβαινα την κυριαρχία του Θεού και σκεφτόμουν πως, εφόσον ο ανταγωνισμός στην κοινωνία είναι τόσο έντονος, πρέπει κανείς να είναι μορφωμένος ή να κατέχει μια δεξιότητα προκειμένου να εδραιωθεί στην κοινωνία, διαφορετικά, θα καταλήξει να ζει μια δύσκολη ζωή. Επίσης, σκεφτόμουν πως, αν δεν καλλιεργούσα σωστά την κόρη μου, δεν θα είχα ανταποκριθεί στην ευθύνη που είχα ως μητέρα. Επειδή διατηρούσα αυτήν την εσφαλμένη άποψη, άρχισα να σχεδιάζω το μέλλον της όσο ήταν πολύ μικρή. Διάλεξα για εκείνη το καλύτερο νηπιαγωγείο και την έγραψα σε τμήματα για διάφορες δεξιότητες. Ενώ τα άλλα παιδιά έπαιζαν έξω, η κόρη μου έτρεχε από μάθημα σε μάθημα. Σε νεαρή ηλικία, ήταν ήδη δέσμια και ζούσε τις μέρες της σαν ρομπότ. Την ωθούσε προς τα εμπρός βήμα βήμα το σχέδιο που είχα φτιάξει γι’ αυτήν, με αποτέλεσμα να χάσει την παιδική ευτυχία που έπρεπε να νιώθει. Επειδή δούλευα από το χάραμα ως το σούρουπο για να βγάλω χρήματα, δεν έτρωγα σωστά για πολύ καιρό, με αποτέλεσμα να παρουσιάσω στομαχικά προβλήματα. Δεν είναι μόνο πως υπέφερα σιωπηλά, αλλά ώθησα, μάλιστα, την κόρη μου να το σκάσει από το σπίτι. Όλα αυτά τα προκάλεσε η αδυναμία μου να κατανοήσω την κυριαρχία του Θεού. Αν και πίστευα στον Θεό, πίστευα στην κυριαρχία Του μόνο κατ’ όνομα, ενώ, στην πραγματικότητα, δεν πίστευα στ’ αλήθεια στα λόγια του Θεού, και δεν έβλεπα τους ανθρώπους και τα πράγματα σύμφωνα με τις απαιτήσεις Του ούτε ενεργούσα και συμπεριφερόμουν σύμφωνα μ’ αυτές. Έτσι, τόσο η κόρη μου όσο κι εγώ ήμασταν εξουθενωμένες και υποφέραμε τόσο σωματικά όσο και νοητικά. Δεν αναλογίστηκα ποτέ αν ο τρόπος που εκπαίδευα την κόρη μου ήταν όντως σωστός. Μπορούσε να αλλάξει πραγματικά το μέλλον του παιδιού μου; Σκέφτηκα τον εαυτό μου: οι βαθμοί μου στο σχολείο δεν ήταν πολύ κακοί, και θεωρούσα πως μπορούσα να μπω σε κάποια παιδαγωγική σχολή και να εξασφαλίσω μια σταθερή δουλειά στο μέλλον. Απροσδόκητα, όμως, απέτυχα στις εισαγωγικές εξετάσεις για το κολέγιο και δεν έγινα δεκτή πουθενά. Μετά την αποφοίτηση, έμαθα μια τέχνη και, στην αρχή, σχεδίαζα να ανοίξω μια βιοτεχνία ενδυμάτων. Η βιομηχανία της ένδυσης δεν ήταν, όμως, στα πάνω της, οπότε έπρεπε να αλλάξω σταδιοδρομία. Τελικά, άνοιξα κομμωτήριο. Σκέφτηκα να επεκτείνω την επιχείρησή μου, αλλά, για διάφορους λόγους, δεν το έκανα. Είχα φτάσει, βήμα προς βήμα, εκεί που βρισκόμουν, και τίποτα δεν είχε συμβεί σύμφωνα με τα σχέδιά μου. Δεν μπορούσα να αλλάξω ούτε τη δική μου μοίρα. Πώς μπορούσα, λοιπόν, να αλλάξω τη μοίρα της κόρης μου; Ο Θεός είχε ήδη ορίσει τη μοίρα της όταν γεννήθηκε, και η δουλειά που θα έβρισκε στο μέλλον, καθώς και το αν θα είχε μια καλή ζωή, ήταν πράγματα που είχαν ήδη οριστεί από τον Θεό. Όσο καλά σχέδια κι αν έκανα ή όσο εκτενώς κι αν την καλλιεργούσα και την εκπαίδευα, δεν μπορούσα να αλλάξω τη μοίρα της. Δεν αναγνώριζα την κυριαρχία και τα όσα όριζε ο Θεός, και νόμιζα πως μπορούσα να αλλάξω τη μοίρα της μέσω των δικών μου προσπαθειών καλλιέργειας και εκπαίδευσής της. Ήμουν πραγματικά αξιοθρήνητη και αδαής. Όλα όσα έκανα για την κόρη μου φαίνονταν σωστά εκ πρώτης όψεως, και έκανα σχέδια για το μέλλον της, αλλά, στην πραγματικότητα, οι πράξεις μου ξεπερνούσαν τις ευθύνες ενός γονέα. Πήγαινα κόντρα στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού!
Τότε, διάβασα τα λόγια του Θεού: «Πού θα πάει ένας άνθρωπος, τι θα κάνει, τι ανθρώπους ή περιστάσεις θα συναντήσει, τι πράγματα θα πει και τι θα συμβεί κατά τη διάρκεια κάθε ημέρας —μπορεί να τα προβλέψει όλα αυτά τα πράγματα; Μπορεί να πει κανείς ότι οι άνθρωποι όχι μόνο δεν μπορούν να προβλέψουν όλα αυτά τα συμβάντα, αλλά ακόμη περισσότερο, δεν μπορούν να ελέγξουν πώς εξελίσσονται τα πράγματα. Στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, αυτά τα απρόβλεπτα πράγματα δεν είναι σε καμία περίπτωση πρωτόγνωρα, είναι συνηθισμένα συμβάντα. Η εμφάνιση αυτών των ασήμαντων ζητημάτων της καθημερινής ζωής, καθώς και τα μέσα και οι νόμοι της εξέλιξής τους, αποτελούν συνεχείς υπενθυμίσεις προς τους ανθρώπους: Τίποτα από όσα συμβαίνουν δεν είναι σύμπτωση· η πορεία της εξέλιξης και το αναπόφευκτο όποιου πράγματος συμβαίνει δεν μπορούν ν’ αλλάξουν από την ανθρώπινη θέληση. Η εμφάνιση κάθε πράγματος που συμβαίνει μεταφέρει μια νουθεσία από τον Δημιουργό προς την ανθρωπότητα και στέλνει το μήνυμα ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να ελέγξουν τη δική τους μοίρα. Ταυτόχρονα, είναι ένα ανταποδοτικό χτύπημα ενάντια στη μάταιη φιλοδοξία και επιθυμία των ανθρώπων να πάρουν τη μοίρα στα χέρια τους. Αυτό το χτύπημα είναι σαν ένα δυνατό χαστούκι στο πρόσωπο της ανθρωπότητας που δίνεται ξανά και ξανά, αναγκάζοντας τους ανθρώπους ν’ αναλογιστούν ποιος ακριβώς κυριαρχεί στη μοίρα τους και την κυβερνά. Και καθώς οι φιλοδοξίες και οι επιθυμίες τους διαρκώς γκρεμίζονται και συντρίβονται, οι άνθρωποι δεν μπορούν παρά ασυναίσθητα να ακολουθήσουν τις διευθετήσεις της μοίρας και ν’ αποδεχθούν την πραγματικότητα, το θέλημα του Ουρανού και την κυριαρχία του Δημιουργού» («Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Ο ίδιος ο Θεός, ο μοναδικός Γ΄). «Η τραγωδία του ανθρώπου δεν είναι πως επιδιώκει μια ευτυχισμένη ζωή, πως επιδιώκει φήμη και κέρδη ή πως αγωνίζεται ενάντια στην ίδια του τη μοίρα μέσα από την ομίχλη, αλλά πως, αφού έχει δει την ύπαρξη του Δημιουργού, αφού έχει μάθει το γεγονός πως ο Δημιουργός έχει κυριαρχία πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, εξακολουθεί να μην μπορεί να επιστρέψει από το λάθος μονοπάτι, δεν μπορεί να βγάλει τα πόδια του από τη λάσπη, και απλώς σκληραίνει την καρδιά του και επιμένει στα ίδια λάθη. Θα προτιμούσε να συνεχίσει να χτυπιέται στη λάσπη, να ανταγωνίζεται πεισματικά την κυριαρχία του Θεού, να αντιστέκεται σε αυτήν μέχρι τέλους, όλα αυτά δίχως το παραμικρό ίχνος μετάνοιας. Μόνο όταν κείτεται τσακισμένος και ματωμένος παίρνει, επιτέλους, την απόφαση να τα παρατήσει και να γυρίσει πίσω. Αυτή είναι η αληθινή τραγωδία του ανθρώπου. Λέω, επομένως, πως εκείνοι που επιλέγουν να υποταχθούν είναι σοφοί, ενώ εκείνοι που επιλέγουν να πασχίσουν και να διαφύγουν είναι ανόητοι και ξεροκέφαλοι» («Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Ο ίδιος ο Θεός, ο μοναδικός Γ΄). Όταν διάβασα τα λόγια του Θεού, άρχισα να κάνω αυτοκριτική. Σκέφτηκα τον τρόπο με τον οποίο είχα καλλιεργήσει την κόρη μου. Πάντα πίστευα πως, εφόσον σχεδίαζα το μέλλον της και έφερνα εις πέρας αυτό το σχέδιο, θα ήταν βέβαιο πως θα πετύχαινε στην καριέρα της. Όταν βρήκα τον Θεό, οι αδελφοί και οι αδελφές συναναστράφηκαν μαζί μου πάνω στο ότι ο Θεός ορίζει το μέλλον ενός παιδιού και οι γονείς δεν μπορούν να το ελέγξουν, και ότι θα πρέπει να υποτασσόμαστε στις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις του Θεού. Εγώ, όμως, συνέχισα να εμμένω στις απόψεις μου και πίστευα πως το αν θα είχε η κόρη μου μια πετυχημένη καριέρα εξαρτιόταν από τη δική της σκληρή δουλειά. Οι κοσμικοί άνθρωποι δεν πιστεύουν στην κυριαρχία του Θεού και νομίζουν πως το πεπρωμένο του ανθρώπου βρίσκεται στα δικά του χέρια. Πιστεύουν πως μόνο αν υπομείνει κανείς κακουχίες μπορεί να ξεπεράσει τους άλλους, και αντιστέκονται τυφλά στην κυριαρχία του Θεού και στα όσα Αυτός ορίζει. Αν και πίστευα στον Θεό, δεν πίστευα στην κυριαρχία Του στην ανθρώπινη μοίρα, και είχα την ίδια οπτική με τους απίστους: ήθελα να αλλάξω τη μοίρα της κόρης μου μέσω ανθρώπινης προσπάθειας. Ήμουν εγώ πιστή; Οι απόψεις μου ήταν ίδιες με των δύσπιστων. Ήμουν στ’ αλήθεια ανάξια να ζω ενώπιον του Θεού! Γνώριζα πολύ καλά ότι ο Θεός είναι ο Κύριος όλης της πλάσης, και ότι κυριαρχεί και ελέγχει τα πάντα, αλλά για χάρη των δικών μου εγωιστικών επιθυμιών, ήθελα πεισματικά να απαλλαγώ από την κυριαρχία του Θεού και να αλλάξω το μέλλον της κόρης μου. Αυτό πλήγωσε και έβλαψε τόσο εκείνη όσο κι εμένα και, επιπλέον, έτσι αντιστεκόμουν σε όσα όριζε ο Θεός. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, δεν ήθελα πια να αντιστέκομαι στην κυριαρχία του Θεού και ήμουν πρόθυμη να εναποθέσω την κόρη μου στα χέρια Του. Είτε θα τα πήγαινε καλά είτε άσχημα στις σπουδές της, θα ήμουν πρόθυμη να υποταχθώ. Μετά την προσευχή, ένιωσα πιο ήρεμη μέσα μου.
Λίγο καιρό αργότερα, η κόρη μου γύρισε σπίτι. Είπε πως δούλευε σε ένα εστιατόριο. Βλέποντας πως είχε χάσει κιλά, τη ρώτησα λυπημένη: «Θα ξαναφύγεις;» Η κόρη μου έγνεψε, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Προσπαθώντας κι εγώ να συγκρατήσω τα δικά μου, είπα: «Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα εκεί έξω. Γιατί δεν γυρνάς σπίτι;» Εκείνη άρχισε να κλαίει και είπε: «Εδώ δεν έχω καμία ελευθερία». Η απάντησή της ήταν σαν μαχαιριά και ένιωσα λες και ράγιζε η καρδιά μου. Δεν έγιναν όλα αυτά επειδή την πίεσα; Στέρησα από το παιδί μου την ελευθερία και την ευτυχία του, σε σημείο που προτιμούσε να βγει στον κόσμο και να υποφέρει, παρά να γυρίσει σπίτι. Ήμουν εγώ ευσυνείδητη μητέρα; Μην μπορώντας πια να συγκρατήσω τα δάκρυά μου, πήρα αγκαλιά την κόρη μου, κλαίγοντας απαρηγόρητα. Κι εκείνη έκλαψε γοερά και είπα: «Έκανα λάθος. Δεν ήμουν καλή μαμά. Δεν έπρεπε να σε είχα πιέσει τόσο πολύ. Σου στέρησα κάθε ελευθερία στο σπίτι και σου προκάλεσα μεγάλο πόνο. Σε παρακαλώ, γύρνα σπίτι. Δεν θα σε πιέζω πια να μελετάς όλα αυτά που μελετούσες». Όταν γύρισε η κόρη μου, δεν την πίεζα πια να μελετά όπως παλιά. Την άφησα να αναπτυχθεί φυσικά, και επικεντρώθηκα περισσότερο στο να φροντίζω τις καθημερινές της ανάγκες και την καθημερινότητά της, και μιλούσα μαζί της για την πίστη. Σταδιακά, άρχισε να μιλάει περισσότερο, έγινε πολύ πιο χαρούμενη και το σπίτι γέμισε γέλια. Μια μέρα, η κόρη μου είπε: «Μαμά, έχεις αλλάξει. Δεν με πιέζεις να μελετήσω όπως παλιά». Εγώ είπα: «Αυτή η μικρή αλλαγή μέσα μου οφείλεται στην καθοδήγηση του λόγου του Θεού. Από τον λόγο του Θεού, έχω καταλάβει πως η ευθύνη μου είναι να σε μεγαλώσω με υγιή τρόπο και να σου προσφέρω σωστή μόρφωση στη σκέψη. Το αν θα πετύχεις στις σπουδές σου ή αν θα εδραιωθείς στην κοινωνία στο μέλλον είναι πράγματα που διευθετεί κι ορίζει ο Θεός. Ήταν λάθος μου που σε πίεζα παλιά. Αυτό προκάλεσε και στις δυο μας μεγάλο πόνο. Μην ανησυχείς, όμως, δεν θα σε πιέσω ξανά». Κλάψαμε και οι δυο μας. Αργότερα, η κόρη μου μπήκε σε μια επαγγελματική σχολή και ήταν πάντα από τους κορυφαίους στις εξετάσεις. Με έπαιρνε τηλέφωνο σχεδόν κάθε βράδυ και μου έλεγε όσα είχαν γίνει στη σχολή εκείνη τη μέρα. Αναπτύξαμε μια σχέση σαν να ήμασταν φίλες. Ένιωσα πραγματικά μέσα μου πόσο καλό είναι να ασκείται κανείς σύμφωνα με τα λόγια του Θεού.
Αργότερα, διάβασα κι άλλα λόγια του Θεού και απέκτησα κάποια διάκριση για το αν ήταν λογικές οι προσδοκίες που είχα από την κόρη μου. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Κάθε γονιός έχει ορισμένες προσδοκίες από τα παιδιά του. Είτε οι προσδοκίες αυτές είναι μεγάλες είτε μικρές, είτε για το κοντινό μέλλον είτε για αργότερα, αποτελούν μια στάση των γονιών απέναντι στη συμπεριφορά, στις πράξεις και στη ζωή των παιδιών τους ή στον τρόπο με τον οποίο εκείνα τους προσεγγίζουν. Επίσης, αποτελούν και μια συγκεκριμένη απαίτηση. Τα παιδιά βλέπουν αυτές τις συγκεκριμένες απαιτήσεις ως πράγματα που πρέπει να κάνουν, διότι, σύμφωνα με τις παραδοσιακές αντιλήψεις, αν τα παιδιά πάνε κόντρα στις εντολές των γονιών τους, δεν είναι ευσεβή. Πολλοί άνθρωποι, λοιπόν, κουβαλάνε μεγάλα και βαριά φορτία σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. Άρα, πρέπει να καταλάβουν οι άνθρωποι αν είναι ή δεν είναι λογικές οι συγκεκριμένες προσδοκίες που έχουν οι γονείς από τους απογόνους τους και αν οι γονείς τους πρέπει ή δεν πρέπει να τις έχουν, και πρέπει επίσης να καταλάβουν ποιες απ’ αυτές τις προσδοκίες είναι λογικές, ποιες είναι παράλογες, ποιες είναι θεμιτές και ποιες είναι αναγκαστικές και αθέμιτες, έτσι δεν είναι; Και επίσης οι άνθρωποι πρέπει να καταλάβουν και να τηρούν συγκεκριμένες αλήθεια-αρχές σχετικά με την προσέγγισή τους απέναντι στις προσδοκίες των γονιών τους, με το πώς πρέπει να τις αποδέχονται ή να τις απορρίπτουν, αλλά και με τη στάση και την οπτική από την οποία πρέπει να αντιμετωπίζουν και να προσεγγίζουν τις συγκεκριμένες προσδοκίες. Αν δεν λυθούν αυτά τα πράγματα, τότε πολλές φορές οι γονείς επωμίζονται τέτοιου είδους φορτία, και πιστεύουν ότι είναι δική τους ευθύνη και υποχρέωση να έχουν προσδοκίες από τα παιδιά και τους απογόνους τους, ότι πρέπει οπωσδήποτε να τις έχουν. Νομίζουν ότι, αν δεν είχαν προσδοκίες από τους απογόνους τους, αυτό θα σήμαινε ότι δεν ανταποκρίνονται στις ευθύνες και τις υποχρεώσεις τους απέναντι σ’ αυτούς και ότι δεν κάνουν αυτά που πρέπει να κάνουν οι γονείς. Θεωρούν ότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι είναι κακοί γονείς, γονείς που δεν ανταποκρίνονται στις ευθύνες τους. Όσον αφορά, λοιπόν, το ζήτημα των προσδοκιών από τους απογόνους τους, οι άνθρωποι άθελά τους δημιουργούν μέσα τους διάφορες απαιτήσεις από τα παιδιά τους. Οι απαιτήσεις τους είναι διαφορετικές ανάλογα με το παιδί, τη χρονική στιγμή και τις συνθήκες. Και αφού έχουν για το θέμα των παιδιών τους τέτοιες απόψεις και τέτοιο φορτίο, κάνουν αυτά που εκείνοι οι άγραφοι κανόνες λένε ότι πρέπει να κάνουν οι γονείς, είτε είναι σωστοί είτε λάθος. Οι γονείς έχουν απαιτήσεις από τα παιδιά τους, και αυτές τις προσεγγίσεις τις αντιλαμβάνονται ως υποχρέωση και ευθύνη, ενώ συγχρόνως τις επιβάλλουν στα παιδιά τους και τα αναγκάζουν να ανταποκριθούν σ’ αυτές» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (18)]. «Όσο μεγάλες κι αν είναι οι προσδοκίες των γονιών για τα παιδιά τους, και όσο δικαιολογημένες και φυσικές κι αν θεωρούν οι γονείς τις προσδοκίες τους για τα παιδιά τους, εφόσον αυτές οι προσδοκίες πάνε κόντρα στις προθέσεις του Θεού, πάνε κόντρα στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού, και δεν αποτελούν γνήσια υποταγή στον Θεό, θα πρέπει οι άνθρωποι να τις εγκαταλείψουν. Θα έλεγε κανείς ότι αυτές οι προσδοκίες είναι αρνητικές, δεν είναι σωστές, ούτε βέβαια θετικές, και μάλιστα πηγαίνουν ενάντια στις ευθύνες των γονέων και δεν εμπίπτουν σε αυτές τις ευθύνες. Πρόκειται για προσδοκίες και απαιτήσεις από τα παιδιά που δεν είναι ρεαλιστικές και αντιβαίνουν στην ανθρώπινη φύση. […] Κάποιες μη φυσιολογικές πράξεις και εκδηλώσεις, αλλά και κάποιες ακραίες συμπεριφορές των γονέων απέναντι στα ανήλικα παιδιά τους οδηγούν σε κάθε λογής αρνητικές επιρροές και πιέσεις σ’ αυτά, καθώς προκαλούν βλάβη στην πνευματική, σωματική και ψυχική υγεία των μικρών παιδιών τους. Απ’ αυτά τα γεγονότα βλέπουμε ότι αυτό δεν είναι σωστό και αντιβαίνει στις απαιτούμενες αρχές του Θεού για τους ανθρώπους. Όποιος είναι συνετός πρέπει να εγκαταλείψει αυτές τις σκέψεις και αυτούς τους τρόπους δράσης. Αυτό γιατί, από την οπτική της ανθρώπινης φύσης, αποτελούν έναν σκληρό και απάνθρωπο τρόπο να καταστρέψει κανείς την σωματική και ψυχική υγεία ανθρώπων που δεν έχουν ακόμα ενηλικιωθεί» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (19)]. Ο Θεός εκθέτει πως, όταν οι γονείς αντιμετωπίζουν τις παράλογες προσδοκίες και απαιτήσεις που έχουν από τα παιδιά τους ως ευθύνες και υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρώσουν γι’ αυτά και, στη συνέχεια, τα πιέζουν να ανταποκριθούν σ’ αυτές, αυτό βλάπτει τα παιδιά και τα καταστρέφει. Έκανα την αυτοκριτική μου. Από τότε που ήμουν παιδί, έβλεπα πόσα θυσίαζαν οι γονείς μου για να διασφαλίσουν πως θα βρίσκαμε καλή δουλειά στο μέλλον, και τους θαύμαζα αληθινά και θεωρούσα πως ήταν ευσυνείδητοι. Σκεφτόμουν πως, όταν θα έκανα παιδιά, θα έκανα το ίδιο με τους γονείς μου και θα ήμουν υπεύθυνη και καλή μητέρα. Όταν γεννήθηκε η κόρη μου, σκέφτηκα πως, εφόσον ήταν τόσο μικρή, δεν ήξερε τη σκληρή πραγματικότητα και την αγριότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού, και, εφόσον εγώ τον είχα βιώσει, έπρεπε να κάνω σχέδια για το μέλλον της και να της προετοιμάσω το έδαφος. Ακόμη κι αν θα υπέφερε ή θα εξαντλούνταν λιγάκι, έπρεπε να εξοικονομήσω χρήματα, να κάνω αυστηρή οικονομία και ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να την εκπαιδεύσω και να την καλλιεργήσω, ώστε να είχε πολλά ταλέντα και ένα λαμπρό μέλλον. Θεωρούσα πως αυτή ήταν η ευθύνη και η υποχρέωση που είχα ως μητέρα. Ακολούθησα το σχέδιό μου για να εκπαιδεύσω και να καλλιεργήσω την κόρη μου, την έγραψα σε διάφορα εξωσχολικά τμήματα και έλεγχα, μάλιστα, τις αλληλεπιδράσεις της με τους συμμαθητές της, ώστε να μην καθυστερήσει η μελέτη της. Συχνά της έδινα συμβουλές εκ πείρας, και ακόμη κι όταν παραπονιόταν πως ήταν κουρασμένη και δεν είχε ελευθερία, προσπαθούσα να την καλοπιάσω και να την πείσω να αγωνιστεί για να ξεπεράσει εκείνη την προσωρινή κακουχία. Δεν σκέφτηκα ποτέ πως δεν ήταν η σωστή προσέγγιση. Πίστευα πως το έκανα για το καλό της και πως έδειχνα υπευθυνότητα απέναντί της. Ακόμη κι όταν συναναστράφηκαν μαζί μου οι αδελφοί και οι αδελφές, δεν αναθεώρησα και δεν λογάριασα καθόλου πώς ένιωθε η κόρη μου. Δεν σκέφτηκα πως ήταν παιδί ούτε τις ανάγκες που είχε σε εκείνη την ηλικία, κι απλώς της επέβαλα τις δικές μου προσδοκίες, άσκησα τεράστια πίεση, επέβαλα περιορισμούς και προκάλεσα πόνο στη νεαρή καρδιά και τον νου της. Δεν ανταποκρινόμουν έτσι στις ευθύνες ή τις υποχρεώσεις που είχα ως μητέρα, και οι πράξεις μου βασίζονταν εξ ολοκλήρου σε παράλογες ανθρώπινες προσδοκίες. Αντιμετώπιζα όλες τις προσδοκίες μου ως την ευθύνη μιας μητέρας και πίεσα την κόρη μου σε τέτοιο σημείο που το ’σκασε από το σπίτι. Η δήθεν «ευθύνη» μου προκάλεσε πόνο τόσο σ’ εμένα όσο και στην κόρη μου.
Μια μέρα, μια αδελφή με την οποία συνεργαζόμουν με ρώτησε: «Ανέκαθεν θεωρούσες πως καλλιεργώντας την κόρη σου εκπλήρωνες την ευθύνη μιας μητέρας. Δεν την άφησες ποτέ, όμως, να κάνει αυτά που απολαμβάνει και, αντ’ αυτού, απαίτησες να ανταποκριθεί στις προσδοκίες σου. Δεν κρύβεται κάποιου είδους διεφθαρμένη διάθεση πίσω απ’ αυτό;» Έθιξα αυτό το ερώτημα ενώπιον του Θεού στην προσευχή, και διάβασα τα λόγια Του: «Και σε τι βασίζονται αυτές οι προσδοκίες των γονιών; Από πού προέρχονται; Από την κοινωνία και τον κόσμο. Σκοπός όλων αυτών των προσδοκιών των γονιών είναι τα παιδιά να προσαρμοστούν σ’ αυτόν τον κόσμο και στην κοινωνία, να μην αποκλειστούν απ’ τον κόσμο και απ’ την κοινωνία και να εδραιωθούν σ’ αυτήν, να βρουν μια σίγουρη δουλειά, να αποκτήσουν σταθερή οικογένεια και σταθερό μέλλον. Οπότε, οι γονείς έχουν διάφορες υποκειμενικές προσδοκίες από τους απογόνους τους. Για παράδειγμα, αυτήν τη στιγμή είναι αρκετά δημοφιλές το επάγγελμα του μηχανικού υπολογιστών. Κάποιοι άνθρωποι λένε: “Ο γιος μου πρέπει να γίνει μηχανικός υπολογιστών στο μέλλον. Οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτόν τον τομέα μπορούν να βγάλουν πολλά χρήματα, χώρια που έτσι βελτιώνεται και η εικόνα των γονιών τους!” Όταν τα παιδιά δεν έχουν πλήρη κατανόηση της κοινωνίας ή της εργασίας, οι γονείς επιλέγουν οι ίδιοι καριέρες ή σχεδιάζουν το μέλλον γι’ αυτά. Δεν είναι λάθος αυτό; (Είναι.) Αυτοί οι γονείς θέτουν προσδοκίες στα παιδιά τους εξ ολοκλήρου σύμφωνα με τις δικές τους προτιμήσεις και επιθυμίες. Δεν είναι υποκειμενικό αυτό; (Ναι.) Το να λέμε ότι είναι υποκειμενικό είναι μια ευγενική διατύπωση —τι είναι στην πραγματικότητα; Πώς αλλιώς ερμηνεύεται η υποκειμενικότητα αυτή; Δεν είναι εγωισμός; Δεν είναι εξαναγκασμός; (Είναι.) Σου αρέσει ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, θα ήθελες να γίνεις αξιωματούχος, να πλουτίσεις, να λάμψεις και να πετύχεις στην κοινωνία, οπότε κάνεις τα παιδιά σου να επιζητούν κι αυτά να γίνουν τέτοιοι άνθρωποι και να βαδίσουν σε ένα τέτοιο μονοπάτι. Είναι, όμως, δύσκολο να πει κανείς αν θα μπορέσουν να κάνουν αυτήν τη δουλειά στο μέλλον ή αν αυτή η δουλειά τούς ταιριάζει πραγματικά. Και ποιο ακριβώς είναι, λοιπόν, το πεπρωμένο τους; Πώς θα κυριαρχήσει ο Θεός πάνω τους και τι διευθετήσεις θα κάνει γι’ αυτά; Τα γνωρίζεις αυτά τα πράγματα; Κάποιοι άνθρωποι λένε: “Δεν με νοιάζουν αυτά τα πράγματα. Εφόσον είναι κάτι που αρέσει σ’ εμένα, ως γονιό, τότε δεν υπάρχει θέμα. Αφού αρέσει σ’ εμένα, τους θέτω τέτοιου είδους προσδοκίες”. Δεν είναι πάρα πολύ εγωιστικό αυτό; (Είναι.) Για να το θέσουμε κομψά, είναι πολύ υποκειμενικό, ισοδυναμεί με το να ακούει κανείς μόνο τον εαυτό του, αλλά τι είναι στην πραγματικότητα; Είναι πάρα πολύ εγωιστικό! Οι γονείς αυτοί δεν κοιτάνε το επίπεδο ή τα χαρίσματα των παιδιών τους, και δεν τους νοιάζουν οι διευθετήσεις του Θεού για το πεπρωμένο και τη ζωή του καθενός. Δεν σκέφτονται αυτά τα πράγματα, απλώς επιβάλλουν τις δικές τους προτιμήσεις και τα δικά τους σχέδια στα παιδιά τους λόγω των ευσεβών πόθων τους. Κάποιοι λένε: “Αν δεν κάνω αυτές τις ρυθμίσεις, το μέλλον τους θα επηρεαστεί. Είναι μικρά και αφελή, και μέχρι να καταλάβουν, θα είναι πάρα πολύ αργά. Ως γονιός, πρέπει να ανησυχώ για τα παιδιά μου και να κανονίζω τα πάντα για αυτά. Αυτή είναι η ευθύνη του γονιού!” Δεν υπάρχει τίποτα κακό σε αυτήν τη δήλωση, αλλά αν τα σχέδια και οι ρυθμίσεις σου δεν είναι αυτά που χρειάζονται τα παιδιά σου, αλλά πράγματα που τους επιβάλλεις, τότε αυτό δεν είναι πρέπον. Τα σχέδια και οι ρυθμίσεις πολλών γονιών για τα παιδιά τους πέφτουν στο κενό. Πού οφείλεται αυτό; Οι γονείς δεν κατανοούν πραγματικά τα παιδιά τους· δεν ξέρουν σε ποιο μονοπάτι θα βαδίσουν τα παιδιά τους στη ζωή τους ή τι είδους άνθρωποι θα γίνουν. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν είναι άκριτες αυτές οι ρυθμίσεις; Πολλοί άνθρωποι επιλέγουν καλές ειδικότητες όταν σπουδάζουν, αλλά γιατί δεν μπορούν να εργαστούν σε σχετικό τομέα αφού αποφοιτήσουν; Αυτό καθορίζεται εξ ολοκλήρου από το πεπρωμένο ενός ανθρώπου· σε αυτό, υπάρχουν η κυριαρχία και οι ρυθμίσεις του Θεού. Όσο για το τι είδους καριέρα πρέπει να επιλέξει ένας άνθρωπος, τι είδους μονοπάτι ζωής πρέπει να επιλέξει, κανείς δεν μπορεί να τα δει καθαρά αυτά τα πράγματα —το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου έχει τον δικό του ρυθμό και τους δικούς του νόμους— και δεν έχουν καμία σχέση με τους γονείς τους. […] Αναγκάζεις τα παιδιά σου να επωμίζονται αυτήν την πίεση από νωρίς ώστε να υπομείνουν λιγότερες από αυτές τις κακουχίες στο μέλλον, αναγκάζοντάς τα να επωμίζονται αυτήν την πίεση ξεκινώντας από μια ηλικία που ακόμα δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Ισχύει πραγματικά ότι θα προκόψουν επειδή έχουν υπομείνει αυτήν την πίεση; Αν δεν καταφέρουν να αποκτήσουν κατάλληλες δεξιότητες ή γνώσεις, δεν θα είναι όλα μάταια; Το να τα κάνεις να επωμίζονται πίεση από μικρή ηλικία δεν είναι ωφέλιμο για τη σωματική και ψυχική τους υγεία. Αν αυτό επιφέρει κάποιες ασθένειες και συνέπειες, δεν τα βλάπτει κάτι τέτοιο; Το κάνεις πραγματικά αυτό για το καλό τους; Δεν είναι απαραίτητα κακό το ότι δεν καταλαβαίνουν. Τουλάχιστον μπορούν να ζήσουν μερικά ανέμελα, απλά και ευτυχισμένα χρόνια. Αν, από μικρή ηλικία, μπορούσαν να δουν καθαρά αυτά τα πράγματα και άρχιζαν να επωμίζονται αυτές τις πιέσεις, δεν θα τους έκανε απαραίτητα καλό αυτό» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (18)]. Από τα λόγια του Θεού, είδα πως οι παράλογες προσδοκίες που έχουν οι γονείς από τα παιδιά τους επηρεάζονται από τις κακές τάσεις και την κοινωνία, και πως όλα αυτά τα πράγματα προέρχονται από τον Σατανά. Όπως η δική μου περίπτωση: είχα ελάχιστη μόρφωση και καμία ειδική δεξιότητα, και μπορούσα να τα βγάζω πέρα μόνο μέσω των δικών μου προσπαθειών στην κοινωνία, ενώ όσοι έχουν ανώτερη μόρφωση ή ειδικές δεξιότητες υποφέρουν λιγότερο και, χρησιμοποιώντας το μυαλό και τον λόγο τους, μπορούν να ζουν τη ζωή τους χωρίς να ανησυχούν για τα απαραίτητα. Με επηρέαζαν οι παραπλανητικές και δόλιες σατανικές φιλοσοφίες: «Οι άλλες επιδιώξεις είναι μικρές, τα βιβλία τις ξεπερνούν όλες», «Η γνώση μπορεί ν’ αλλάξει τη μοίρα σου» και «Όσοι μοχθούν με το μυαλό τους κυβερνούν τους άλλους και όσοι μοχθούν με τα χέρια τους κυβερνώνται από άλλους». Νόμιζα πως μόνο η γνώση και οι ειδικές δεξιότητες μπορούσαν ν’ αλλάξουν τη μοίρα ενός ανθρώπου και να του προσφέρουν μια καλή ζωή. Έτσι, με την εμπειρία μου, ανέλαβα να κάνω σχέδια για τη μικρή μου κόρη, αναγκάζοντάς τη να μάθει γνώσεις και δεξιότητες, χωρίς να λογαριάσω ούτε στο ελάχιστο αν άρεσαν αυτά τα πράγματα στην κόρη μου. Εστίαζα μόνο στο να την καλλιεργήσω για να γίνει ένα ταλαντούχο και εξέχον άτομο. Ο Σατανάς χρησιμοποιεί αυτές τις φιλοσοφίες για να παραπλανήσει τους ανθρώπους. Με έκανε να πιστέψω εσφαλμένα πως μόνο η γνώση μπορεί ν’ αλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πώς να καλλιεργήσω την κόρη μου για ν’ αλλάξω τη μοίρα της. Τώρα που το σκεφτόμουν, συνειδητοποίησα πως οι πράξεις μου δεν είχαν αληθινό νόημα, πως ο Θεός έχει ήδη ορίσει τι θα γίνει η κόρη μου και κανείς δεν μπορεί να τ’ αλλάξει αυτό. Δεν διέκρινα τις διεφθαρμένες μεθόδους και τις κακόβουλες προθέσεις του Σατανά, και την ανάγκασα να κάνει αυτό που ήθελα από ισχυρογνωμοσύνη. Ως αποτέλεσμα, η κόρη μου, σε τόσο νεαρή ηλικία, πιεζόταν και πονούσε πάρα πολύ, και καταστράφηκε η άλλοτε αθώα και ανέμελη παιδική της ηλικία εξαιτίας του εγωισμού μου. Δεν έβλαπτα το παιδί μου; Εκ πρώτης όψεως, φαινόταν σαν να σκεφτόμουν το μέλλον της, αλλά, στην πραγματικότητα, της επέβαλλα τις δικές μου προτιμήσεις και επιθυμίες, μόνο και μόνο εξαιτίας των εγωιστικών επιθυμιών μου και για να φέρω δόξα στον εαυτό μου. Ήμουν στ’ αλήθεια εγωίστρια! Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι: Αν δεν με καθοδηγούσαν τα λόγια του Θεού, κι εγώ συνέχιζα να κρατώ δέσμια και να καταπιέζω την κόρη μου, τι θα της είχε συμβεί; Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, ευχαρίστησα ειλικρινά τον Θεό που με είχε διαφωτίσει και καθοδηγήσει, επιτρέποντάς μου να κατανοήσω λίγο καλύτερα τη διεφθαρμένη φύση μου.
Διάβασα κι άλλα λόγια του Θεού: «Μέσα από την ανάλυση της ουσίας των προσδοκιών που έχουν οι γονείς για τα παιδιά τους, βλέπουμε ότι οι προσδοκίες αυτές είναι εγωιστικές, ότι πάνε κόντρα στην ανθρώπινη φύση και ότι δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τις ευθύνες των γονιών. Όταν οι γονείς επιβάλλουν στα παιδιά τους κάθε λογής προσδοκίες και απαιτήσεις, τα επιβαρύνουν με πολλή πρόσθετη πίεση· αυτό δεν είναι εκπλήρωση των ευθυνών τους. Και ποιες είναι, λοιπόν, οι ευθύνες που πρέπει να εκπληρώνουν οι γονείς; Πρέπει τουλάχιστον να μαθαίνουν στα παιδιά τους να είναι άνθρωποι ειλικρινείς που λένε την αλήθεια και ενεργούν με ειλικρίνεια, και να τα μαθαίνουν να είναι καλόκαρδα και να μην κάνουν κακά πράγματα, καθοδηγώντας τα προς μια θετική κατεύθυνση. Αυτές είναι οι βασικότερες ευθύνες των γονιών. Επιπλέον, πρέπει να καθοδηγούν τα παιδιά τους να μελετούν πρακτικές γνώσεις, δεξιότητες και ούτω καθεξής, ανάλογα με το επίπεδο και τις συνθήκες τους. Αν οι γονείς πιστεύουν στον Θεό και καταλαβαίνουν την αλήθεια, πρέπει να βάζουν τα παιδιά τους να διαβάσουν τα λόγια του Θεού και να αποδεχτούν την αλήθεια, έτσι ώστε να γνωρίσουν τον Δημιουργό, αλλά και να καταλάβουν ότι οι άνθρωποι έχουν δημιουργηθεί από τον Θεό και ότι ο Θεός υπάρχει σε αυτό το σύμπαν· πρέπει να οδηγούν τα παιδιά τους να προσεύχονται στον Θεό, και να τρώνε και να πίνουν τα λόγια Του, ώστε να κατανοήσουν κάποιες αλήθειες, με αποτέλεσμα, όταν μεγαλώσουν, να μπορούν να πιστεύουν στον Θεό, να Τον ακολουθούν και να κάνουν το καθήκον ενός δημιουργήματος, κι όχι να κυνηγούν τις κοσμικές τάσεις, να παγιδεύονται μέσα σε διάφορες πολύπλοκες διαπροσωπικές σχέσεις και να δελεάζονται, να διαφθείρονται και να καταρρακώνονται από τις διάφορες πονηρές τάσεις αυτού του κόσμου. Αυτές είναι στην πραγματικότητα οι ευθύνες που πρέπει να εκπληρώνουν οι γονείς. Στον ρόλο τους ως γονείς, οι ευθύνες που οφείλουν να εκπληρώνουν είναι να παρέχουν στα παιδιά τους θετική καθοδήγηση και κατάλληλη βοήθεια προτού φτάσουν στην ενηλικίωση, καθώς και να φροντίζουν εγκαίρως για τις καθημερινές ανάγκες της σωματικής τους ζωής» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (18)]. Τα λόγια του Θεού μού υπέδειξαν ένα μονοπάτι άσκησης και πλέον ήξερα πώς να φερθώ σωστά στα παιδιά μου. Οι γονείς θα πρέπει να προσφέρουν σωστή ανατροφή και μόρφωση, σύμφωνα με τις ανάγκες που έχει το παιδί σε κάθε ηλικία. Όταν τα παιδιά είναι μικρά, έχουν ανάγκη να τους διδάσκουν οι γονείς τους πώς να φέρονται, πώς να κάνουν κανονικές ανθρώπινες σκέψεις, πώς να είναι ευγενικά, καθώς και την ανάγκη να φροντίζουν οι γονείς τους την υγεία τους, ώστε να είναι υγιή καθώς μεγαλώνουν και φτάνουν στην ενηλικίωση. Οι γονείς δεν θα πρέπει να επιβάλλουν στα παιδιά εσφαλμένες σκέψεις, πίεση και φορτία, ενώ, όταν είναι δυνατό, μπορούν να τους λένε πως ο Θεός δημιούργησε τους ουρανούς και τη γη και τα πάντα, πως εργάζεται για να καθοδηγήσει και να σώσει τους ανθρώπους, και μπορούν να καθοδηγούν τα παιδιά ώστε να πιστέψουν στον Θεό και να προσφέρουν σ’ αυτά θετική κατεύθυνση και βοήθεια. Είναι και αυτή ευθύνη και υποχρέωση ενός γονέα. Τώρα η κόρη μου δεν εργάζεται σε κλάδο που σχετίζεται με την ειδικότητά της, και η μεγάλη μου αδερφή μού ζήτησε να την πείσω να βρει δουλειά βάσει της ειδικότητάς της. Εγώ ξέρω, όμως, πως όποια δουλειά κι αν κάνει η κόρη μου, την έχει ήδη ορίσει ο Θεός. Μπορώ να της δίνω συμβουλές, αλλά είναι ελεύθερη να κάνει τις επιλογές που θέλει. Έπειτα, μοιράστηκα τις σκέψεις μου μαζί της. Εκείνη είπε: «Μου αρέσει η δουλειά που κάνω τώρα». Εγώ είπα: «Εφόσον το λες, σέβομαι την επιλογή σου». Ήταν εύκολη συζήτηση, χωρίς εξαναγκασμό ή πίεση. Βίωσα πως είναι πραγματικά απελευθερωτικό να ασκείται κανείς σύμφωνα με τα λόγια του Θεού. Δόξα τω Θεώ για την καθοδήγησή Του!