Ο λόγος του Ιησού στους μαθητές Του μετά την ανάστασή Του

10 Φεβρουαρίου 2019

Ιωάν. 20:26-29 Και μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί αυτού και Θωμάς μετ’ αυτών. Έρχεται ο Ιησούς, ενώ αι θύραι ήσαν κεκλεισμέναι, και εστάθη εις το μέσον και είπεν· Ειρήνη υμίν. Έπειτα λέγει προς τον Θωμάν· Φέρε τον δάκτυλόν σου εδώ και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός. Και απεκρίθη ο Θωμάς και είπε προς αυτόν· Ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Επειδή με είδες, Θωμά, επίστευσας· μακάριοι όσοι δεν είδον και επίστευσαν.

Ιωάν. 21:16-17 Λέγει προς αυτόν πάλιν δευτέραν φοράν· Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με; Λέγει προς αυτόν· Ναι, Κύριε, συ εξεύρεις ότι σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν· Ποίμαινε τα πρόβατά μου. Λέγει προς αυτόν την τρίτην φοράν· Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με; Ελυπήθη ο Πέτρος ότι είπε προς αυτόν την τρίτην φοράν· Αγαπάς με; και είπε προς αυτόν· Κύριε, συ εξεύρεις τα πάντα, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Βόσκε τα πρόβατά μου.

Αυτό που εξιστορούν οι περικοπές αυτές είναι ορισμένα πράγματα που έκανε και είπε ο Κύριος Ιησούς στους μαθητές Του μετά την ανάστασή Του. Πρώτα, ας ρίξουμε μια ματιά σε τυχόν διαφορές που μπορεί να υπάρχουν στον Κύριο Ιησού πριν και μετά την ανάσταση. Ήταν ακόμα ο ίδιος Κύριος Ιησούς των περασμένων ημερών; Οι Γραφές περιέχουν το ακόλουθο εδάφιο που περιγράφει τον Κύριο Ιησού μετά την ανάσταση: «Έρχεται ο Ιησούς, ενώ αι θύραι ήσαν κεκλεισμέναι, και εστάθη εις το μέσον και είπεν· Ειρήνη υμίν». Είναι πολύ ξεκάθαρο πως, εκείνη τη στιγμή, ο Κύριος Ιησούς δεν κατοικούσε πια σ’ ένα σαρκικό σώμα, αλλά πως ήταν πλέον σ’ ένα πνευματικό σώμα. Αυτό οφειλόταν στο ότι είχε υπερβεί τους περιορισμούς της σάρκας· παρόλο που η πόρτα ήταν κλειστή, μπορούσε ακόμα να έλθει ανάμεσα στους ανθρώπους και να τους επιτρέψει να Τον δούνε. Αυτή είναι η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του Κυρίου Ιησού μετά την ανάσταση και του Κυρίου Ιησού που ζούσε στη σάρκα, πριν από την ανάσταση. Παρόλο που δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ της εμφάνισης του πνευματικού σώματος εκείνης της στιγμής και της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού όπως ήταν πριν, ο Κύριος Ιησούς, εκείνη τη στιγμή, είχε γίνει κάποιος που οι άνθρωποι ένιωθαν σαν ξένο, γιατί είχε γίνει πνευματικό σώμα αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς και, σε σύγκριση με την προηγούμενη σάρκα Του, το πνευματικό αυτό σώμα ήταν πιο ακατάληπτο και δυσνόητο στους ανθρώπους. Δημιούργησε επίσης μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στον Κύριο Ιησού και στους ανθρώπους, ενώ οι άνθρωποι ένιωθαν στις καρδιές τους πως, εκείνη τη στιγμή, ο Κύριος Ιησούς είχε γίνει πιο μυστηριώδης. Αυτές οι νοήσεις και τα συναισθήματα από πλευράς των ανθρώπων, τους επανέφεραν ξαφνικά σε μια εποχή πίστης σε έναν Θεό που δεν μπορούσαν να δουν ή ν’ αγγίξουν. Έτσι, το πρώτο πράγμα που έκανε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του ήταν να επιτρέψει σε όλους να Τον δουν, να επιβεβαιώσει πως Αυτός υπάρχει και να επιβεβαιώσει το γεγονός της ανάστασής Του. Επιπλέον, αυτή η ενέργεια αποκατέστησε τη σχέση Του με τους ανθρώπους στην προηγούμενη κατάστασή της όταν Αυτός εργαζόταν στη σάρκα, όταν ήταν ο Χριστός τον οποίο μπορούσαν να δουν και ν’ αγγίξουν. Ένα από τα αποτελέσματα αυτού είναι πως οι άνθρωποι δεν είχαν καμία απολύτως αμφιβολία πως ο Κύριος Ιησούς είχε αναστηθεί από τους νεκρούς αφού είχε καρφωθεί στον σταυρό, και επίσης δεν είχαν καμία αμφιβολία για το έργο του Κυρίου Ιησού για τη λύτρωση της ανθρωπότητας. Ένα άλλο αποτέλεσμα είναι πως το γεγονός ότι ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στους ανθρώπους μετά την ανάστασή Του και τους επέτρεψε να Τον δουν και να Τον αγγίξουν εδραίωσε σταθερά την ανθρωπότητα στην Εποχή της Χάριτος, διασφαλίζοντας πως από εκεί και πέρα, οι άνθρωποι δεν θα επέστρεφαν στην προηγούμενη Εποχή του Νόμου, με την υποτιθέμενη αιτιολογία ότι ο Κύριος Ιησούς «εξαφανίστηκε» ή ότι «έφυγε χωρίς να πει λέξη». Έτσι διασφάλισε ότι θα συνέχιζαν να προχωρούν προς τα εμπρός, ακολουθώντας τις διδαχές του Κυρίου Ιησού και το έργο που Αυτός είχε εκτελέσει. Κατά συνέπεια, άνοιξε επίσημα μια νέα φάση στο έργο της Εποχής της Χάριτος, ενώ, από εκεί και έπειτα, οι άνθρωποι που ζούσαν υπό τον νόμο εξήλθαν επίσημα από τον νόμο και εισήλθαν σε μια νέα περίοδο, μια νέα αρχή. Αυτές είναι οι πολύπλευρες σημασίες της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού στην ανθρωπότητα μετά την ανάσταση.

Ο λόγος του Ιησού στους μαθητές Του μετά την ανάστασή Του

Εφόσον ο Κύριος Ιησούς κατοικούσε τώρα σ’ ένα πνευματικό σώμα, πώς μπορούσαν οι άνθρωποι να Τον αγγίξουν και να Τον δουν; Αυτό το ερώτημα θίγει τη σημασία της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού στην ανθρωπότητα. Παρατηρήσατε τίποτα στις Γραφικές περικοπές που μόλις διαβάσαμε; Γενικά, τα πνευματικά σώματα δεν είναι ορατά ή απτά, ενώ, μετά την ανάσταση, το έργο που είχε αναλάβει ο Κύριος Ιησούς είχε ήδη ολοκληρωθεί. Επομένως, στη θεωρία, δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο να επιστρέψει ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους συναντήσει με την αρχική Του μορφή, ωστόσο, η εμφάνιση του πνευματικού σώματος του Κυρίου Ιησού σε ανθρώπους όπως ο Θωμάς έκανε τη σημασία της εμφάνισής Του πιο απτή, ώστε διείσδυσε βαθύτερα στις καρδιές των ανθρώπων. Όταν εμφανίστηκε στον Θωμά, άφησε τον δύσπιστο Θωμά να αγγίξει το χέρι Του, λέγοντάς του: «Φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Τα λόγια αυτά και οι ενέργειες αυτές δεν ήταν πράγματα που ήθελε να πει και να κάνει ο Κύριος Ιησούς μόνο αφότου είχε αναστηθεί· στην πραγματικότητα, ήταν πράγματα που ήθελε να πει και να κάνει πριν καρφωθεί στον σταυρό, γιατί οι αμφιβολίες του Θωμά δεν είχαν αρχίσει μόλις τότε, αλλά τον συνόδευαν καθ’ όλη την περίοδο που ακολουθούσε τον Κύριο Ιησού. Είναι εμφανές πως, πριν καρφωθεί στον σταυρό, ο Κύριος Ιησούς είχε ήδη μια κατανόηση για ανθρώπους σαν τον Θωμά. Επομένως, τι μπορούμε να δούμε από αυτό; Παρέμενε ο ίδιος Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του. Η ουσία Του δεν είχε αλλάξει. Ωστόσο, εδώ ήταν ο Κύριος Ιησούς που είχε αναστηθεί από τους νεκρούς και είχε επιστρέψει από το πνευματικό βασίλειο με την αρχική Του εικόνα, με την αρχική Του διάθεση και με την κατανόηση που είχε για την ανθρωπότητα από τον χρόνο Του στη σάρκα, επομένως, πήγε πρώτα στον Θωμά και τον άφησε να αγγίξει το πλευρό Του, όχι μόνο για να επιτρέψει στον Θωμά να δει το πνευματικό Του σώμα μετά την ανάσταση, αλλά και για να τον αφήσει να αγγίξει και να νιώσει την ύπαρξη του πνευματικού Του σώματος και να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά τις αμφιβολίες του. Πριν καρφωθεί στον σταυρό ο Κύριος Ιησούς, ο Θωμάς πάντοτε αμφέβαλε πως Αυτός ήταν ο Χριστός και ήταν ανίκανος να πιστέψει. Η πίστη του στον Θεό είχε οικοδομηθεί μόνο πάνω σ’ αυτά που μπορούσε να δει με τα ίδια του τα μάτια, πάνω σ’ αυτά που μπορούσε να αγγίξει με τα ίδια του τα χέρια. Ο Κύριος Ιησούς κατανοούσε καλά την πίστη αυτού του είδους ανθρώπων. Πίστευαν μόνο στον επουράνιο Θεό, ενώ δεν πίστευαν καθόλου τον Απεσταλμένο του Θεού ή τον ενσαρκωμένο Χριστό και ούτε Τον δέχονταν. Για να να ομολογήσει και να πιστέψει ο Πέτρος στην ύπαρξη του Κυρίου Ιησού, όπως και να πιστέψει πως Αυτός ήταν πραγματικά ο ενσαρκωμένος Θεός, επέτρεψε στον Θωμά να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει το πλευρό Του. Οι αμφιβολίες του Θωμά είχαν καμιά διαφορά πριν και μετά την ανάσταση του Κυρίου Ιησού; Πάντοτε αμφέβαλλε και με εξαίρεση το πνευματικό σώμα του Κυρίου Ιησού που του εμφανίστηκε προσωπικά και του επέτρεψε να αγγίξει τα σημάδια από τα καρφιά στο σώμα Του, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μπορούσε κανείς να εξαλείψει τις αμφιβολίες του και να τον κάνει να τις αποχωριστεί. Έτσι, από τη στιγμή που ο Κύριος Ιησούς επέτρεψε στον Θωμά να αγγίξει το πλευρό Του και να αισθανθεί πραγματικά την ύπαρξη των σημαδιών από τα καρφιά, οι αμφιβολίες του Θωμά εξαφανίστηκαν, κατάλαβε πραγματικά πως ο Κύριος Ιησούς είχε αναστηθεί, και ομολόγησε και πίστεψε πως ο Κύριος Ιησούς ήταν ο πραγματικός Χριστός και ο ενσαρκωμένος Θεός. Παρόλο που την ώρα εκείνη ο Θωμάς δεν αμφέβαλλε πια, είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να συναντηθεί με τον Χριστό. Είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να είναι μαζί Του, να Τον ακολουθεί, να Τον γνωρίσει. Είχε χάσει την ευκαιρία να οδηγηθεί στην τελείωση από τον Χριστό. Η εμφάνιση και ο λόγος του Κυρίου Ιησού παρείχαν ένα συμπέρασμα και μια ετυμηγορία για την πίστη εκείνων που ήταν γεμάτοι αμφιβολίες. Χρησιμοποίησε τα πρακτικά Του λόγια και τις ενέργειές Του για να πει στους αμφισβητίες, να πει σε εκείνους που πίστευαν μόνο στον Θεό στον ουρανό, αλλά όχι στον Χριστό, το εξής: ο Θεός δεν επιδοκίμαζε την πίστη τους ούτε τους επιδοκίμαζε που Τον ακολουθούσαν, ενώ αμφέβαλλαν γι’ Αυτόν. Η μέρα κατά την οποία πίστεψαν πλήρως στον Θεό και στον Χριστό μπορούσε να είναι μόνο η μέρα που ο Θεός ολοκλήρωσε το μέγα Του έργο. Φυσικά, η μέρα εκείνη ήταν επίσης η μέρα που διατυπώθηκε μια ετυμηγορία για τις αμφιβολίες τους. Η στάση τους προς τον Χριστό καθόρισε τη μοίρα τους, οι επίμονες αμφιβολίες τους σήμαιναν πως η πίστη τους δεν απέδωσε κανέναν καρπό γι’ αυτούς, ενώ η σκληρότητά τους σήμαινε πως οι ελπίδες τους ήταν μάταιες. Επειδή η πίστη τους στον επουράνιο Θεό τρεφόταν με ψευδαισθήσεις και οι αμφιβολίες τους προς τον Χριστό ήταν στην πραγματικότητα η αληθινή τους στάση προς τον Θεό, παρόλο που άγγιξαν τα σημάδια από τα καρφιά στο σώμα του Κυρίου Ιησού, η πίστη τους παρέμενε ανώφελη και το αποτέλεσμά τους θα μπορούσε να περιγραφεί μόνο ως μια τρύπα στο νερό —ήταν όλο μάταιο. Αυτό που είπε ο Κύριος Ιησούς στον Θωμά ήταν επίσης πολύ ξεκάθαρα ο τρόπος Του να πει σε κάθε άνθρωπο: Ο αναστημένος Κύριος Ιησούς είναι ο Κύριος Ιησούς που πέρασε τριάντα τρία και μισό χρόνια εργαζόμενος ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Παρόλο που είχε καρφωθεί στον σταυρό και είχε βιώσει την κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, και παρόλο που είχε βιώσει την ανάσταση, δεν είχε υποστεί καμία αλλαγή σε καμία πτυχή. Παρόλο που τώρα είχε σημάδια από καρφιά στο σώμα Του και παρόλο που είχε αναστηθεί και είχε βγει από τον τάφο, η διάθεσή Του, η κατανόησή Του για την ανθρωπότητα και οι προθέσεις Του προς την ανθρωπότητα δεν είχαν υποστεί την παραμικρή αλλαγή. Επίσης, έλεγε στους ανθρώπους πως είχε κατέβει από τον σταυρό, είχε θριαμβεύσει επί της αμαρτίας, είχε ξεπεράσει τις κακουχίες και είχε θριαμβεύσει επί του θανάτου. Τα σημάδια από τα καρφιά ήταν απλώς οι αποδείξεις της νίκης Του επί του Σατανά, οι αποδείξεις πως έγινε θυσία υπέρ αμαρτίας για να λυτρώσει επιτυχώς όλη την ανθρωπότητα. Έλεγε στους ανθρώπους πως Αυτός είχε ήδη επωμιστεί τις αμαρτίες της ανθρωπότητας και πως είχε ολοκληρώσει το έργο της λύτρωσης. Όταν επέστρεψε για να δει τους μαθητές Του, τους είπε αυτό το μήνυμα μέσω της εμφάνισής Του: «Είμαι ακόμα ζωντανός, υπάρχω ακόμα· σήμερα, στέκομαι πραγματικά μπροστά σας για να Με δείτε και να Με αγγίξετε. Θα είμαι πάντοτε μαζί σας». Ο Κύριος Ιησούς ήθελε επίσης να χρησιμοποιήσει την περίπτωση του Θωμά ως προειδοποίηση για τους ανθρώπους στο μέλλον: Παρόλο που δεν μπορείς μήτε να δεις μήτε να αγγίξεις τον Κύριο Ιησού κατά την πίστη σου σ’ Αυτόν, είσαι ευλογημένος εξαιτίας της αληθινής σου πίστης, όπως και μπορείς να δεις τον Κύριο Ιησού εξαιτίας της αληθινής σου πίστης, και αυτό το είδος ανθρώπου είναι ευλογημένο.

Ο λόγος αυτός που καταγράφεται στη Βίβλο και που εξέφερε ο Κύριος Ιησούς όταν εμφανίστηκε στον Θωμά προσφέρει μεγάλη βοήθεια σε όλους τους ανθρώπους στην Εποχή της Χάριτος. Η εμφάνισή Του στον Θωμά και τα λόγια που του είπε έχουν επηρεάσει σημαντικά τις γενιές που ακολούθησαν· έχουν παντοτινή σημασία. Ο Θωμάς αντιπροσωπεύει ένα είδος ανθρώπου που πιστεύει στον Θεό, ωστόσο αμφιβάλλει για τον Θεό. Αυτοί οι άνθρωποι είναι καχύποπτοι εκ φύσεως, έχουν μοχθηρές καρδιές, είναι επίβουλοι και δεν πιστεύουν στα πράγματα που μπορεί να επιτύχει ο Θεός. Δεν πιστεύουν στην παντοδυναμία του Θεού και στην κυριαρχία Του, ούτε πιστεύουν στον ενσαρκωμένο Θεό. Ωστόσο, η ανάσταση του Κυρίου Ιησού ερχόταν σε πλήρη αντίθεση μ’ εκείνα τα χαρακτηριστικά που είχαν και τους παρείχε την ευκαιρία να ανακαλύψουν τις ίδιες τους τις αμφιβολίες, να αναγνωρίσουν τις ίδιες τους τις αμφιβολίες και να ομολογήσουν την ίδια τους την επιβουλή, καταλήγοντας, έτσι, στο να πιστέψουν πραγματικά στην ύπαρξη και στην ανάσταση του Κυρίου Ιησού. Αυτό που συνέβη με τον Θωμά, προειδοποίησε και επέστησε την προσοχή στις μελλοντικές γενιές, έτσι ώστε περισσότεροι άνθρωποι να μπορέσουν να προειδοποιήσουν τους εαυτούς τους να μην είναι αμφισβητίες σαν τον Θωμά, καθώς και ότι αν γέμιζαν με αμφιβολίες, τότε θα βυθίζονταν στο σκότος. Αν ακολουθείς τον Θεό, αλλά, όπως ακριβώς ο Θωμάς, θέλεις πάντα να αγγίζεις το πλευρό του Κυρίου και να νιώθεις τα σημάδια Του από τα καρφιά για να επιβεβαιώσεις, να επαληθεύσεις και να κάνεις εικασίες σχετικά με το αν υπάρχει ο Θεός ή όχι, τότε ο Θεός θα σε απαρνηθεί. Επομένως, ο Κύριος Ιησούς απαιτεί από τους ανθρώπους να μην είναι σαν τον Θωμά, πιστεύοντας μόνο στα όσα μπορούν να δουν με ίδια τα μάτια τους, αλλά να είναι αγνοί, ειλικρινείς άνθρωποι και να μην τρέφουν αμφιβολίες για τον Θεό, αλλά απλώς να πιστεύουν σ’ Αυτόν και να Τον ακολουθούν. Οι άνθρωποι σαν κι αυτούς είναι ευλογημένοι. Αυτή είναι μια πολύ μικρή απαίτηση που έχει ο Κύριος Ιησούς από τους ανθρώπους, καθώς και είναι μια προειδοποίηση προς τους ακόλουθούς Του.

Η παραπάνω είναι η στάση του Κυρίου Ιησού προς εκείνους που είναι γεμάτοι αμφιβολίες. Επομένως, τι τους είπε και τι έκανε ο Κύριος Ιησούς για εκείνους που είναι ικανοί να πιστεύουν ειλικρινά σ’ Αυτόν και να Τον ακολουθούν; Αυτό θα μελετήσουμε στη συνέχεια, μέσω ενός διαλόγου μεταξύ του Κυρίου Ιησού και του Πέτρου.

Στη συζήτηση αυτή, ο Κύριος Ιησούς ρώτησε επανειλημμένως τον Πέτρο ένα πράγμα: «Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με;» Αυτό αποτελεί ένα υψηλότερο πρότυπο το οποίο απαίτησε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του από ανθρώπους όπως ο Πέτρος, ανθρώπους που πιστεύουν πραγματικά στον Χριστό και αγωνίζονται για να αγαπούν τον Κύριο. Η ερώτηση αυτή ήταν κάτι σαν έρευνα και ανάκριση, αλλά, ακόμη περισσότερο, ήταν μια απαίτηση και μια προσδοκία από τους ανθρώπους σαν τον Πέτρο. Ο Κύριος Ιησούς χρησιμοποίησε αυτήν την ερωτηματική μέθοδο, έτσι ώστε οι άνθρωποι να συλλογιστούν και να κοιτάξουν μέσα τους και να αναρωτηθούν: Ποιες είναι οι απαιτήσεις του Κυρίου Ιησού από τους ανθρώπους; Αγαπώ τον Κύριο; Είμαι άνθρωπος που αγαπάει τον Θεό; Πώς οφείλω να αγαπώ τον Θεό; Παρόλο που ο Κύριος Ιησούς έκανε μόνο αυτήν την ερώτηση στον Πέτρο, η αλήθεια είναι πως, στην καρδιά Του, θέτοντας στον Πέτρο αυτά τα ερωτήματα, ήθελε να χρησιμοποιήσει αυτήν την ευκαιρία για να απευθύνει αυτό το ίδιο είδος ερώτησης σε περισσότερους ανθρώπους που επιζητούν να αγαπούν τον Θεό. Απλώς, ο Πέτρος είχε την ευλογία να ενεργεί ως ο εκπρόσωπος αυτού του είδους ανθρώπου, να δέχεται αυτές τις ερωτήσεις από το στόμα του ίδιου του Κυρίου Ιησού.

Σε σύγκριση με τα ακόλουθα λόγια που είπε ο Κύριος Ιησούς στον Θωμά μετά την ανάστασή Του: «Φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός», η τριπλά επαναλαμβανόμενη ερώτησή του προς τον Πέτρο: «Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με;» επιτρέπει στους ανθρώπους να νιώσουν καλύτερα την αυστηρότητα της στάσης του Κυρίου Ιησού, όπως και το αίσθημα του επείγοντος που ένιωθε όταν τον ρωτούσε. Όσο για τον δύσπιστο Θωμά, με τη δόλια φύση του, ο Κύριος Ιησούς τού επέτρεψε να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει τα σημάδια από τα καρφιά στο σώμα Του, γεγονός που τον οδήγησε στο να πιστέψει πως ο Κύριος Ιησούς ήταν ο αναστημένος Υιός του ανθρώπου και στο να αναγνωρίσει την ταυτότητα του Κυρίου Ιησού ως Χριστό. Επιπλέον, παρόλο που ο Κύριος Ιησούς δεν επέπληξε τον Θωμά με αυστηρότητα ούτε και εξέφρασε λεκτικά κάποια σαφή κρίση γι’ αυτόν, παρ’ όλα αυτά, χρησιμοποίησε πρακτικές ενέργειες για να ενημερώσει τον Θωμά πως τον κατανοούσε, ενώ, ταυτόχρονα, επιδείκνυε τη στάση και την αποφασιστικότητά Του προς αυτό το είδος ανθρώπου. Οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες του Κυρίου Ιησού από αυτό το είδος ανθρώπου δεν φαίνονται από αυτά που είπε, επειδή οι άνθρωποι σαν τον Θωμά απλούστατα δεν έχουν ούτε ένα ίχνος αληθινής πίστης. Οι απαιτήσεις που έχει ο Κύριος Ιησούς από αυτούς φτάνουν μέχρι εκεί, αλλά η στάση που Αυτός αποκάλυψε προς τους ανθρώπους σαν τον Πέτρο είναι τελείως διαφορετική. Δεν απαίτησε από τον Πέτρο να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει τα σημάδια Του από τα καρφιά, ούτε είπε στον Πέτρο: «Μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Αντιθέτως, έκανε στον Πέτρο την ίδια ερώτηση επανειλημμένα. Η ερώτηση προκαλούσε σκέψεις και ήταν γεμάτη νόημα, μια ερώτηση που δεν μπορεί παρά να κάνει κάθε ακόλουθο του Χριστού να νιώσει μετάνοια και φόβο, αλλά και να νιώσει την ανήσυχη και λυπημένη διάθεση του Κυρίου Ιησού. Επιπλέον, όταν πονούν πολύ και υποφέρουν, είναι πιο ικανοί να κατανοήσουν το ενδιαφέρον και τη φροντίδα του Κυρίου Ιησού Χριστού· συνειδητοποιούν τις ειλικρινείς Του διδαχές και τις αυστηρές Του απαιτήσεις για αγνούς και έντιμους ανθρώπους. Η ερώτηση του Κυρίου Ιησού επιτρέπει στους ανθρώπους να νιώσουν πως οι προσδοκίες που έχει ο Κύριος από τους ανθρώπους και που αποκαλύπτονται σ’ αυτόν τον απλό λόγο, δεν είναι απλώς να πιστεύεις σ’ Αυτόν και να Τον ακολουθείς, αλλά να επιτύχεις να έχεις αγάπη, να αγαπάς τον Κύριό σου και τον Θεό σου. Αυτό το είδος αγάπης δείχνει πως κάποιος νοιάζεται και υποτάσσεται. Οι άνθρωποι ζουν για τον Θεό, πεθαίνουν για τον Θεό, αφιερώνουν τα πάντα στον Θεό, και δαπανούν και δίνουν τα πάντα για τον Θεό. Αυτό το είδος αγάπης σημαίνει επίσης να δίνει κανείς στον Θεό παρηγοριά, επιτρέποντάς Του να απολαμβάνει τη μαρτυρία και να αναπαύεται. Είναι η ανταπόδοση της ανθρωπότητας στον Θεό, η ευθύνη, η υποχρέωση και το καθήκον του ανθρώπου, και είναι μια οδός που πρέπει να ακολουθούν οι άνθρωποι καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Οι τρεις αυτές ερωτήσεις ήταν μια απαίτηση και μια προτροπή που έκανε ο Κύριος Ιησούς προς τον Πέτρο και προς όλους τους ανθρώπους που θα οδηγούνταν στην τελείωση. Ήταν οι τρεις αυτές ερωτήσεις που οδήγησαν και παρακίνησαν τον Πέτρο να ακολουθήσει το μονοπάτι του στη ζωή ως το τέλος, ενώ ήταν οι ερωτήσεις αυτές κατά την αναχώρηση του Κυρίου Ιησού που οδήγησαν τον Πέτρο να ξεκινήσει στο μονοπάτι του προς την τελείωση, που τον οδήγησαν, χάρη στην αγάπη του για τον Κύριο, να φροντίζει την καρδιά του Κυρίου, να υποταχθεί στον Κύριο, να προσφέρει παρηγοριά στον Κύριο και να προσφέρει ολόκληρη τη ζωή του και όλο του το είναι χάρη στην αγάπη του.

Κατά την Εποχή της Χάριτος, το έργο του Θεού αφορούσε κυρίως δύο είδη ανθρώπων. Το πρώτο ήταν το είδος του ανθρώπου που πίστευε σ’ Αυτόν και Τον ακολουθούσε, που μπορούσε να τηρεί τις εντολές Του και να σηκώσει τον σταυρό, και που μπορούσε να μείνει πιστός στην οδό της Εποχής της Χάριτος. Αυτό το είδος ανθρώπου θα λάμβανε την ευλογία του Θεού και θα απολάμβανε τη χάρη του Θεού. Το δεύτερο είδος ανθρώπου ήταν σαν τον Πέτρο —κάποιος που μπορούσε να οδηγηθεί στην τελείωση. Έτσι, αφού αναστήθηκε ο Κύριος Ιησούς, έκανε πρώτα τα δύο αυτά πλέον σημαντικά πράγματα. Το ένα έγινε με τον Θωμά, το άλλο με τον Πέτρο. Τι αντιπροσωπεύουν αυτά τα δυο πράγματα; Αντιπροσωπεύουν τις πραγματικές προθέσεις του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας; Αντιπροσωπεύουν την ειλικρίνεια του Θεού προς την ανθρωπότητα; Το έργο που Αυτός έκανε με τον Θωμά ήταν για να προειδοποιήσει τους ανθρώπους να μην είναι δύσπιστοι, αλλά απλώς να πιστεύουν. Το έργο που έκανε με τον Πέτρο ήταν για να ενδυναμώσει την πίστη των ανθρώπων σαν τον Πέτρο και για να κάνει ξεκάθαρες τις απαιτήσεις Του από αυτό το είδος ανθρώπου, να δείξει ποιους στόχους θα έπρεπε να επιδιώκουν.

Αφού αναστήθηκε ο Κύριος Ιησούς, εμφανίστηκε στους ανθρώπους που Αυτός θεώρησε απαραίτητο, μίλησε μαζί τους, διατύπωσε τις απαιτήσεις Του από αυτούς, αφήνοντας πίσω τις προθέσεις και τις προσδοκίες Του για τους ανθρώπους. Με άλλα λόγια, ως ο ενσαρκωμένος Θεός, το ενδιαφέρον Του για την ανθρωπότητα και οι απαιτήσεις Του από τους ανθρώπους δεν άλλαξαν ποτέ· αυτά παρέμειναν τα ίδια όταν ήταν ενσαρκωμένος και όταν ήταν στο πνευματικό Του σώμα αφού καρφώθηκε στον σταυρό και αναστήθηκε. Ενδιαφερόταν για τους μαθητές αυτούς πριν βρεθεί πάνω στον σταυρό, και στην καρδιά Του, ήταν ξεκάθαρος όσον αφορά την κατάσταση του κάθε ανθρώπου και κατανοούσε τα ελαττώματα κάθε ανθρώπου και, φυσικά, η κατανόηση Του για κάθε άνθρωπο αφότου πέθανε, αναστήθηκε και έγινε πνευματικό σώμα, ήταν η ίδια όπως ήταν όταν Αυτός ήταν στη σάρκα. Γνώριζε πως οι άνθρωποι δεν ήταν απολύτως βέβαιοι για την ταυτότητά Του ως Χριστός, αλλά, κατά το διάστημά Του στη σάρκα, δεν διατύπωσε αυστηρές απαιτήσεις από τους ανθρώπους. Ωστόσο, αφού είχε αναστηθεί, εμφανίστηκε σ’ αυτούς και φρόντισε να βεβαιωθούν απολύτως για το γεγονός πως ο Κύριος Ιησούς είχε έλθει από τον Θεό και πως ήταν ο ενσαρκωμένος Θεός, ενώ χρησιμοποίησε το γεγονός της εμφάνισης και της ανάστασής Του ως το μεγαλύτερο όραμα και το κίνητρο της δια βίου επιδίωξης της ανθρωπότητας. Η ανάστασή Του από τον θάνατο, όχι μόνο ενδυνάμωσε όλους όσοι Τον ακολουθούσαν, αλλά επίσης εφάρμοσε πλήρως, ανάμεσα στην ανθρωπότητα, το έργο Του της Εποχής της Χάριτος, με αποτέλεσμα το ευαγγέλιο της σωτηρίας του Κυρίου Ιησού στην Εποχή της Χάριτος να αρχίσει να διαδίδεται σταδιακά σε κάθε γωνιά της ανθρωπότητας. Θα έλεγες πως η εμφάνιση του Κυρίου Ιησού μετά την ανάστασή Του είχε καμιά σημασία; Αν, εκείνη την περίοδο, ήσουν ο Θωμάς ή ο Πέτρος και συναντούσες αυτό το τόσο βαρυσήμαντο πράγμα στη ζωή σου, τι είδους επίπτωση θα είχε πάνω σου; Θα το είχες δει σαν το καλύτερο και το σπουδαιότερο όραμα στη ζωή της πίστης σου στον Θεό; Θα το είχες δει σαν δύναμη που θα σε παρακινούσε καθώς ακολουθούσες τον Θεό, αγωνιζόσουν για να Τον ικανοποιείς και επεδίωκες να αγαπήσεις τον Θεό σε ολόκληρη τη ζωή σου; Θα είχες δαπανήσει μια ζωή προσπαθειών για να διαδώσεις αυτό το σπουδαιότερο από όλα τα οράματα; Θα είχες αποδεχθεί τη διάδοση της σωτηρίας του Κυρίου Ιησού ως αποστολή από τον Θεό; Παρόλο που δεν το έχετε βιώσει αυτό, τα δύο παραδείγματα του Θωμά και του Πέτρου ήδη αρκούν για να αποκτήσουν οι σύγχρονοι άνθρωποι μια σαφή κατανόηση του Θεού και των προθέσεών Του. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως, αφού ο Θεός ενσαρκώθηκε, αφού βίωσε προσωπικά τη ζωή ανάμεσα στην ανθρωπότητα και βίωσε προσωπικά την ανθρώπινη ζωή και, αφού είδε την εξαχρείωση της ανθρωπότητας και την κατάσταση της ανθρώπινης ζωής εκείνη την περίοδο, ο Θεός στη σάρκα ένιωσε πιο βαθιά πόσο ανήμπορη, οικτρή και αξιοθρήνητη είναι η ανθρωπότητα. Ο Θεός που ζει στη σάρκα απέκτησε περισσότερη ενσυναίσθηση για την ανθρώπινη κατάσταση, λόγω της ανθρώπινης φύσης Του, λόγω των σαρκικών ενστίκτων Του. Αυτό Τον οδήγησε να νιώσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τους ακόλουθούς Του. Αυτά είναι πιθανόν πράγματα που δεν μπορείτε να κατανοήσετε, αλλά μπορώ να περιγράψω αυτήν την ανησυχία και το ενδιαφέρον που ένιωσε ο Θεός στη σάρκα προς καθέναν από τους ακόλουθούς Του, χρησιμοποιώντας δύο λέξεις: «έντονο ενδιαφέρον». Παρόλο που ο όρος αυτός προέρχεται από τη γλώσσα των ανθρώπων και παρόλο που είναι άκρως ανθρώπινος, εντούτοις πραγματικά εκφράζει και περιγράφει τα συναισθήματα του Θεού για τους ακόλουθούς Του. Όσο για το έντονο ενδιαφέρον του Θεού για τους ανθρώπους, κατά τη διάρκεια των εμπειριών σας, σταδιακά θα το νιώσετε και θα πάρετε μια γεύση απ’ αυτό. Ωστόσο, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο κατανοώντας σταδιακά τη διάθεση του Θεού, με βάση την επιδίωξη μιας αλλαγής στη δική σας τη διάθεση. Όταν ο Κύριος Ιησούς έκανε αυτήν την εμφάνιση, αυτό οδήγησε το έντονο ενδιαφέρον Του για τους ακόλουθούς Του στην ανθρώπινη φύση στο να υλοποιηθεί και να περάσει στο πνευματικό Του σώμα ή, μπορεί να πει κανείς, στη θεϊκή Του φύση. Η εμφάνισή Του επέτρεψε στους ανθρώπους να βιώσουν για άλλη μια φορά και να νιώσουν το ενδιαφέρον και τη φροντίδα του Θεού, αποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, δυναμικά πως ο Θεός είναι Αυτός που εγκαινιάζει μια εποχή, που ξεδιπλώνει μια εποχή και που τελειώνει, επίσης, μια εποχή. Μέσω της εμφάνισής Του, ενδυνάμωσε την πίστη όλων των ανθρώπων και απέδειξε στον κόσμο το γεγονός πως είναι ο Θεός ο ίδιος. Αυτό έδωσε στους ακόλουθούς Του αιώνια επιβεβαίωση, ενώ, μέσω της εμφάνισής Του, εγκαινίασε επίσης μια φάση του έργου Του στη νέα εποχή.

«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger