Οι συνέπειες της τυφλής εμπιστοσύνης στους άλλους
Τον Νοέμβριο του 2020, η συνεργάτιδά μου, η Λιλιάνα, κατηγορήθηκε ότι δεν κάνει πρακτικό έργο και ότι είναι ψευδο-επικεφαλής. Ο...
Καλωσορίζουμε όλους όσοι αναζητούν με λαχτάρα την εμφάνιση του Θεού!
Τον Απρίλιο του 2023, μεταφέρθηκα σε άλλο πόστο επειδή, για μήνες, δεν είχα αποτελέσματα στο κειμενικό μου καθήκον. Η επικεφαλής είπε ότι είχα χαμηλό επίπεδο και δεν ήμουν κατάλληλη για κειμενικό καθήκον, κι έτσι θα με έβαζαν να διανέμω την αλληλογραφία στους αδελφούς και τις αδελφές. Όταν το άκουσα αυτό, ταράχτηκα και σκέφτηκα: «Με αυτά τα λόγια, η επικεφαλής ουσιαστικά μου κολλάει την ταμπέλα ότι έχω χαμηλό επίπεδο και δεν θα έχω ποτέ ξανά την ευκαιρία να κάνω άλλο καθήκον σαν το κειμενικό!» Μετά, σκέφτηκα τη διανομή της αλληλογραφίας στους αδελφούς και τις αδελφές κι απογοητεύτηκα ακόμα περισσότερο. Το θεωρούσα αυτό σκέτη ανειδίκευτη εργασία, τελείως ασήμαντη. Σκέφτηκα μέσα μου: «Μόνο οι άνθρωποι που έχουν μόρφωση και πνευματικό βάθος μπορούν να κάνουν κειμενικό καθήκον. Αυτό το καθήκον αφορά επίσης τη ζωή-είσοδο και απαιτεί καλή κατανόηση της αλήθειας. Είναι ένα σχετικά αξιοπρεπές καθήκον. Τώρα που έχω μεταφερθεί στα γενικά καθήκοντα, τι θα σκέφτονται για εμένα οι αδελφοί και οι αδελφές γύρω μου; Σίγουρα δεν θα με θεωρούν μέσα τους το ίδιο σημαντική με πριν. Έχω χαμηλό επίπεδο, κι έτσι δεν μπορώ να κάνω το καθήκον ενός επικεφαλής ή ενός εργάτη. Επίσης, δεν είμαι καλή στα λόγια, άρα δεν είμαι κατάλληλη για ευαγγελικό έργο ούτε για το πότισμα των νεοφώτιστων. Από τώρα και στο εξής, λοιπόν, φαίνεται ότι θα μείνω κολλημένη στα γενικά καθήκοντα». Αυτές οι σκέψεις ήταν μαχαιριά στην καρδιά μου. Ένιωθα σαν να έχω πέσει σε πολύ χαμηλότερη θέση και να έχει μειωθεί η αξία μου, λες κι από αξιοσέβαστος άνθρωπος είχα γίνει μια τυχάρπαστη που βρίσκει κανείς στον δρόμο. Δεν μπορούσα να το αποδεχθώ, και με έπιασε μεγάλη αρνητικότητα κι απόγνωση. Η επικεφαλής μού ζήτησε να της πω τις σκέψεις μου κι ήμουν έτοιμη να πω ότι δεν ήθελα να κάνω αυτό το καθήκον. Θεώρησα, όμως, πως θα ήμουν παράλογη αν έλεγα κάτι τέτοιο. Στο κάτω κάτω, δεν θα απέρριπτα έτσι το καθήκον μου, δεν θα πρόδιδα τον Θεό; Τελικά, δεν είπα τη γνώμη μου. Εκείνη τη νύχτα, η καρδιά μου δεν έβρισκε ησυχία κι είχα κολλήσει στα λόγια της επικεφαλής ότι δεν ήμουν κατάλληλη για κειμενικό καθήκον λόγω του χαμηλού επιπέδου μου. Συνειδητοποίησα ότι δεν ήμουν σε καλή κατάσταση, κι έτσι προσευχήθηκα στον Θεό, ζητώντας Του να με διαφωτίσει και να με καθοδηγήσει για να αντιστρέψω την κατάστασή μου.
Έπειτα διάβασα ένα χωρίο απ’ τα λόγια του Θεού για τη μετάθεση. Ο Θεός λέει: «Όταν προκύπτει μια κατάσταση στην οποία κάποιος αποτυγχάνει να αναλάβει τη θέση που του αρμόζει και να επιτύχει αυτό που οφείλει —δηλαδή όταν αποτυγχάνει να εκπληρώσει το καθήκον του— δημιουργείται ένας κόμπος στην καρδιά του. Αυτό είναι ένα εξαιρετικά πρακτικό πρόβλημα και ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί. Πώς θα πρέπει, λοιπόν, να λυθεί; Τι στάση θα πρέπει να τηρεί κανείς; Πάνω απ’ όλα, πρέπει να έχει την επιθυμία να μεταστραφεί. Κι αν έχει μια τέτοια επιθυμία, πώς θα πρέπει να ασκηθεί; Για παράδειγμα, ας πούμε ότι υπάρχει κάποιος που είναι επικεφαλής για ένα με δύο χρόνια και, λόγω του πενιχρού επιπέδου του, δεν είναι ικανός για τη δουλειά, δεν μπορεί να δει τίποτα καθαρά, δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει την αλήθεια για να λύσει προβλήματα και είναι ανίκανος να κάνει αληθινό έργο, με αποτέλεσμα να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του. Αν, αφού απαλλαγεί από τα καθήκοντά του, μπορέσει να υποταχθεί, και μπορέσει να συνεχίσει να κάνει το καθήκον του και έχει την επιθυμία να μεταστραφεί, τι θα πρέπει να κάνει; Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να έχει την εξής κατανόηση: “Ο Θεός έπραξε σωστά που έκανε αυτό που έκανε. Το επίπεδό μου είναι πάρα πολύ χαμηλό. Για τόσο καιρό δεν έκανα κανένα αληθινό έργο, καθυστερώντας το έργο της εκκλησίας και τη ζωή-είσοδο των αδελφών. Είναι ήδη αρκετά καλό το γεγονός ότι ο οίκος του Θεού δεν με απέβαλε. Ήμουν τόσο ξεδιάντροπος, στήριζα απλώς τον εαυτό μου σ’ αυτήν τη θέση όλον αυτόν τον καιρό, κι ακόμα νόμιζα ότι έκανα σπουδαίο έργο. Πόσο υστερώ σε λογική, εντελώς!” Αν μπορεί να μισήσει τον εαυτό του και να νιώσει τύψεις στην καρδιά του, δεν είναι αυτό μια εκδήλωση του ότι έχει την επιθυμία να μεταστραφεί; Το ότι μπορεί να το πει αυτό σημαίνει ότι έχει την επιθυμία. Ας υποθέσουμε ότι λέει το εξής μέσα του: “Για τόσο καιρό στη θέση μου ως επικεφαλής δεν έκανα τίποτα άλλο από το να επιδιώκω τα οφέλη της θέσης· απλώς κήρυττα δόγματα και εξοπλιζόμουν με δόγματα, χωρίς να επιδιώκω τη ζωή-είσοδο. Μόνο τώρα που απαλλάχθηκα από τα καθήκοντά μου βλέπω ότι υστερώ πάρα πολύ και μου λείπουν τόσο πολλά. Ο Θεός έπραξε το σωστό κι εγώ πρέπει να υποταχθώ. Παλιότερα, όταν είχα θέση, οι αδελφοί και οι αδελφές ήταν πολύ καλοί μαζί μου· μαζεύονταν γύρω μου όπου κι αν πήγαινα. Τώρα κανείς δεν μου δίνει σημασία και με απορρίπτουν όλοι· μου αξίζει αυτό, αυτά είναι τα αντίποινα που θα έπρεπε να λάβω. Εξάλλου, πώς θα μπορούσε ένα δημιουργημένο ον να έχει οποιαδήποτε θέση ενώπιον του Θεού; Όσο υψηλή κι αν είναι η θέση κάποιου, δεν είναι ούτε η έκβασή του ούτε ο προορισμός του. Ο Θεός, δίνοντάς μου την ανάθεσή μου, δεν έχει την πρόθεση να επιβάλω τη θέση μου ούτε να αντλήσω ευχαρίστηση από αυτήν, αλλά να κάνω το καθήκον μου. Θα πρέπει να κάνω όσα είμαι ικανός να κάνω. Θα πρέπει να έχω μια στάση υποταγής απέναντι στην κυριαρχία του Θεού και τις ρυθμίσεις του οίκου του Θεού. Παρόλο που είναι δύσκολο να υποταχθώ, πρέπει να το κάνω. Ο Θεός πράττει σωστά που κάνει αυτό που κάνει και, ακόμα κι αν είχα χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδες δικαιολογίες, καμία από αυτές δεν θα ήταν η αλήθεια. Η υποταγή στον Θεό είναι η αλήθεια!” Αυτές είναι ακριβώς οι εκδηλώσεις της μεταστροφής. Αν ένας άνθρωπος τα διαθέτει αυτά, πώς θα τον αξιολογήσει ο Θεός; Ο Θεός θα πει ότι πρόκειται για ένα άτομο με συνείδηση και λογική. Είναι υψηλή αυτή η αξιολόγηση; Δεν είναι πολύ υψηλή, έχει απλώς συνείδηση και λογική· δεν έχει ανταποκριθεί ακόμα στο πρότυπο του να οδηγηθεί στην τελείωση από τον Θεό. Αλλά σε ό,τι αφορά αυτό το είδος ανθρώπου, είναι ήδη κάτι που πρέπει να εκτιμάται· είναι σπάνιο και πολύτιμο να μπορεί κανείς να υποταχθεί. Στη συνέχεια, ως προς το πώς επιδιώκει ο άνθρωπος ώστε ο Θεός να αλλάξει την άποψή Του γι’ αυτόν, αυτό εξαρτάται από τον δρόμο που θα επιλέξει» [«Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μόνο διαλύοντας τις αντιλήψεις του μπορεί κανείς να πορευτεί στον σωστό δρόμο της πίστης στον Θεό (3)]. Αφότου διάβασα τα λόγια του Θεού, συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να κρατήσω στάση μετάνοιας ως προς τη μετάθεσή μου. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος ή τα πράγματα που δεν μπορούσα να καταλάβω, έπρεπε να κάνω στην άκρη τον εαυτό μου, πρώτα να αποδεχθώ και να υποταχθώ, να αναγνωρίσω τα προβλήματά μου, και να νιώσω μετάνοια κι ενοχές που δεν είχα κάνει καλά το καθήκον μου. Δεν είχα φέρει κανένα αποτέλεσμα στο κειμενικό μου καθήκον και είχα καθυστερήσει το έργο για πολύ καιρό, επομένως έπρεπε να αποδεχθώ αυτήν τη μετάθεση στη διανομή της αλληλογραφίας. Ανεξάρτητα απ’ το τι είχε κανονίσει για εμένα η εκκλησία ή απ’ το πώς με αντιμετώπιζε, δεν έπρεπε να έχω δικές μου προτιμήσεις, αλλά να αποδέχομαι και να υπακούω. Αυτό σημαίνει να είναι κανείς λογικός. Εγώ, όμως, όχι μόνο δεν ένιωθα μετάνοια και χρέος που είχα αποτύχει στο καθήκον μου και καθυστερήσει το εκκλησιαστικό έργο, αλλά επιπλέον βυθιζόμουν σε συναισθήματα απόγνωσης κι αντίστασης επειδή ένιωθα πως είχα χάσει τη φήμη και τη θέση μου. Πραγματικά, δεν είχα καμία λογική! Αφότου τα αναγνώρισα όλα αυτά, αν και μπόρεσα να τροποποιήσω κάπως τη νοοτροπία μου, μερικές φορές ανησυχούσα ακόμα για το πώς μπορεί να με έβλεπαν οι αδελφοί και οι αδελφές. Κάθε φορά που τα σκεφτόμουν αυτά, ταραζόμουν πολύ. Έτρεφα ακόμα μέσα μου μια ελπίδα και σκεφτόμουν: «Μήπως θα μου δώσει η επικεφαλής άλλη μία ευκαιρία να ξανακάνω κειμενικό καθήκον; Θα μπορέσω, έτσι, να ανακτήσω την υπερηφάνειά μου». Έπειτα, όμως, σκέφτηκα: «Τα αποτελέσματα του καθήκοντός μου είναι ξεκάθαρα σε όλους. Αν μου επιτραπεί να ξανακάνω κειμενικό καθήκον, δεν θα συνεχίσω απλώς να καθυστερώ το εκκλησιαστικό έργο;» Συνειδητοποιώντας ότι η κατάστασή μου δεν είχε αντιστραφεί πραγματικά, προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου, ξέρω ότι είναι σωστό που μου ανατέθηκε διαφορετικό καθήκον, αλλά είμαι ακόμα πολύ ταραγμένη. Νιώθω συνεχώς ότι τα γενικά καθήκοντα είναι κατώτερα και με νοιάζει ακόμα πολύ τι σκέφτονται οι άλλοι για εμένα. Θεέ μου, δεν μπορώ με τίποτα να υποταχθώ, και επικεντρώνομαι ακόμα στη φήμη και τη θέση μου. Αυτή είναι η διεφθαρμένη διάθεσή μου, αλλά είμαι διατεθειμένη να αναζητήσω την αλήθεια για να απαλλαγώ απ’ αυτήν. Σε παρακαλώ, καθοδήγησέ με για να αντιστρέψω την εσφαλμένη κατάστασή μου».
Μετά την προσευχή, θυμήθηκα ένα χωρίο απ’ τα λόγια του Θεού και το βρήκα για να το διαβάσω. Ο Θεός λέει: «Η λατρεία των αντίχριστων για τη φήμη και τη θέση τους ξεπερνά αυτήν των συνηθισμένων ανθρώπων και είναι κάτι που εμπεριέχεται στη διάθεση-ουσία τους· δεν είναι κάποιο προσωρινό ενδιαφέρον ούτε η παροδική συνέπεια του περιβάλλοντός τους —είναι κάτι που βρίσκεται μέσα στη ζωή τους, στα κόκαλά τους, άρα είναι η ουσία τους. Αυτό σημαίνει πως σε ό,τι κάνουν οι αντίχριστοι, το πρώτο πράγμα που τους ενδιαφέρει είναι η δική τους φήμη και θέση, τίποτε άλλο. Για τους αντίχριστους, η φήμη και η θέση είναι η ζωή τους και ο στόχος που επιδιώκουν για όλη τους τη ζωή. Ό,τι κι αν κάνουν, το πρώτο πράγμα που σκέφτονται είναι το εξής: “Τι θα συμβεί στη θέση μου; Στη φήμη μου; Αν το κάνω αυτό, θα αποκτήσω καλή φήμη; Θα εξυψώσει αυτό τη θέση μου στο μυαλό των ανθρώπων;” Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτονται, πράγμα που αποτελεί επαρκή απόδειξη ότι έχουν τη διάθεση και την ουσία των αντίχριστων· γι’ αυτό σκέφτονται τα πράγματα μ’ αυτόν τον τρόπο. Μπορεί να πει κανείς πως για τους αντίχριστους η φήμη και η θέση δεν αποτελούν κάποια επιπλέον απαίτηση ούτε, βέβαια, πράγματα εξωτερικά και όχι απαραίτητα γι’ αυτούς. Αποτελούν μέρος της φύσης των αντίχριστων, βρίσκονται στα κόκαλά τους, στο αίμα τους, τα έχουν έμφυτα. Οι αντίχριστοι δεν αδιαφορούν για το αν έχουν φήμη και θέση· δεν είναι αυτή η στάση τους. Τότε, ποια είναι η στάση τους; Η φήμη και η θέση είναι στενά συνδεδεμένες με την καθημερινότητά τους, με την καθημερινή κατάστασή τους, με όσα επιδιώκουν σε καθημερινή βάση. Για τους αντίχριστους, η φήμη και η θέση είναι η ζωή τους. Όπως κι αν ζουν, σε όποιο περιβάλλον κι αν ζουν, ό,τι έργο κι αν κάνουν, ό,τι κι αν επιδιώκουν, όποιος κι αν είναι ο στόχος τους, όποια κι αν είναι η κατεύθυνση της ζωής τους, όλα περιστρέφονται γύρω από την απόκτηση καλής φήμης και υψηλής θέσης. Κι αυτός ο στόχος δεν αλλάζει· δεν μπορούν ποτέ να παραμερίσουν τέτοια πράγματα. Αυτό είναι το αληθινό πρόσωπο των αντίχριστων και η ουσία τους. Θα μπορούσες να τους τοποθετήσεις σ’ ένα αρχέγονο δάσος βαθιά μέσα στα βουνά, και πάλι δεν θα εγκατέλειπαν την επιδίωξη της φήμης και της θέσης. Θα μπορούσες να τους τοποθετήσεις μέσα σε οποιαδήποτε ομάδα ανθρώπων και το μόνο που μπορούν να σκεφτούν εξακολουθεί να είναι η φήμη και η θέση. Μολονότι οι αντίχριστοι πιστεύουν στον Θεό, εξισώνουν την επιδίωξη της φήμης και της θέσης με την πίστη στον Θεό και βάζουν αυτά τα δύο πράγματα σε ίση βάση. Δηλαδή, καθώς βαδίζουν στο μονοπάτι της πίστης στον Θεό, επιδιώκουν επίσης τη δική τους φήμη και θέση. Μπορεί να ειπωθεί πως στην καρδιά των αντίχριστων, η επιδίωξη της αλήθειας στην πίστη τους στον Θεό είναι η επιδίωξη της φήμης και της θέσης, και η επιδίωξη της φήμης και της θέσης είναι επίσης η επιδίωξη της αλήθειας —το να κερδίσει κανείς φήμη και θέση σημαίνει να κερδίσει την αλήθεια και τη ζωή» [«Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο ένατο (Μέρος τρίτο)]. Ο Θεός εκθέτει ότι ένας αντίχριστος πάντα σκέφτεται πρώτα τη φήμη και τη θέση του σε ό,τι κάνει, και ότι η φήμη κι η θέση ελέγχουν την καρδιά του. Ανεξάρτητα απ’ τις περιστάσεις ή απ’ το τι κάνει, δεν πρόκειται να αλλάξει τον στόχο του, δηλαδή την επιδίωξη φήμης και θέσης. Έτσι είναι χαραγμένο στα κύτταρά του και στη ζωή του. Είναι η φύση-ουσία του. Συμπεριφερόμουν ακριβώς σαν αντίχριστος. Όταν η επικεφαλής είπε ότι το επίπεδό μου δεν αρκούσε για κειμενικό καθήκον και κανόνισε να κάνω γενικά καθήκοντα, δεν μπόρεσα να αντιμετωπίσω σωστά τα προβλήματά μου ούτε να υποταχθώ με λογική. Αντ’ αυτού, ένιωσα ξαφνικά την αξία μου να μειώνεται. Σκεφτόμουν συνεχώς πώς θα με έβλεπαν οι άλλοι κι είχα τρομοκρατηθεί στη σκέψη ότι θα είχα χαμηλότερη θέση στις καρδιές των αδελφών. Φοβόμουν ότι θα με έβλεπαν απλώς ως μια ασήμαντη εργάτρια γενικών καθηκόντων. Είχα χαμηλό επίπεδο και δεν ήμουν καλή στο κειμενικό καθήκον, κι έτσι η επικεφαλής μού ανέθεσε διαφορετικό καθήκον, πράξη που βασίστηκε στο ενδιαφέρον για το εκκλησιαστικό έργο και ήταν πολύ σωστή. Ένας λογικός άνθρωπος θα αποδεχόταν και θα αντιμετώπιζε σωστά αυτό το ζήτημα, εγώ, όμως, έδινα υπερβολική σημασία στη φήμη και τη θέση. Ανησυχούσα μονίμως ότι, αν έκανα γενικά καθήκοντα, οι άλλοι θα με κοιτούσαν αφ’ υψηλού, κι έτσι δεν μπορούσα με τίποτα να υποταχθώ. Όταν ένιωσα ότι η επιθυμία μου για φήμη και θέση δεν ικανοποιούνταν, έφτασα ακόμα και στο σημείο να μη βρίσκω νόημα στα καθήκοντά μου. Σκεφτόμουν ακόμα και να απορρίψω το καθήκον μου και να προδώσω τον Θεό. Ζούσα σύμφωνα με σατανικές φιλοσοφίες, όπως: «Ένας άνθρωπος αφήνει το όνομά του οπουδήποτε μένει, όπως ακριβώς μια χήνα βγάζει την κραυγή της όπου πετάει» και «Ζήσε σαν ήρωας ανάμεσα στους ανθρώπους και πέθανε σαν γενναίο πνεύμα ανάμεσα στα φαντάσματα». Πίστευα πως, στη ζωή, πρέπει κανείς να ξεπερνά τους άλλους και να τους κάνει να τον θαυμάζουν, και πως μόνο τότε η ζωή θα είχε δόξα κι αξία. Από τότε που βρήκα τον Θεό, ήθελα πάντα μια υψηλή θέση στην εκκλησία, και να με έχουν σε μεγάλη υπόληψη οι αδελφοί και οι αδελφές μου. Στα καθήκοντά μου, αποκάλυπτα συχνά τη διεφθαρμένη διάθεση της επιδίωξης φήμης και θέσης. Αν και είχα διαβάσει πολλά απ’ τα σχετικά λόγια του Θεού, συνέχιζα να επιδιώκω πεισματικά τη φήμη και τη θέση. Αυτά τα σατανικά δηλητήρια είχαν ριζώσει τόσο βαθιά μέσα μου! Αν συνέχιζα να επιδιώκω τη φήμη και τη θέση χωρίς να αλλάξω, θα παρέμενα σε αυτήν την κατάσταση απόγνωσης και, στο τέλος, αναμφίβολα θα εγκατέλειπα τον Θεό επειδή δεν ικανοποιούνταν οι επιθυμίες μου για φήμη και θέση. Έπρεπε να επαναστατήσω εναντίον του εαυτού μου και να σταματήσω να επιδιώκω τη φήμη και τη θέση.
Μια μέρα, η επικεφαλής μού ζήτησε να διανείμω μερικά γράμματα στους αδελφούς και τις αδελφές. Μέσα μου, έκανα ξανά τη σκέψη: «Αυτό το καθήκον είναι απλώς αγγαρεία». Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω έναν βαθύ αναστεναγμό, με τον οποίο εκτόνωσα το αίσθημα καταπίεσης που ένιωθα. Αναγνωρίζοντας την εσφαλμένη κατάστασή μου, προσευχήθηκα γρήγορα στον Θεό, πρόθυμη να επαναστατήσω ενάντια στη διεφθαρμένη διάθεσή μου και να μην επικεντρωθώ στην υπερηφάνεια ούτε στη θέση. Αυτός ο τρόπος σκέψης μού έδωσε, τελικά, λίγη γαλήνη. Σκέφτηκα ένα χωρίο απ’ τα λόγια του Θεού που είχα διαβάσει στο παρελθόν: «Στον οίκο του Θεού, γίνεται συνεχώς λόγος για την αποδοχή της ανάθεσης από τον Θεό και για τη σωστή εκτέλεση του καθήκοντος. Πώς, λοιπόν, προκύπτει το καθήκον; Γενικά μιλώντας, προκύπτει ως αποτέλεσμα του έργου διαχείρισης του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Συγκεκριμένα, καθώς το έργο διαχείρισης του Θεού εκτελείται ανάμεσα στην ανθρωπότητα, προκύπτουν διάφορα είδη έργου, και όλα αυτά απαιτούν από τους ανθρώπους να κάνουν αυτό που τους αναλογεί για να τα ολοκληρώσουν. Με αυτόν τον τρόπο, προκύπτουν οι ευθύνες και οι αποστολές των ανθρώπων, και αυτές οι ευθύνες και οι αποστολές είναι τα καθήκοντα που δίνει στους ανθρώπους ο Θεός. Στον οίκο του Θεού, οι εργασίες που απαιτούν τη συνεργασία να κάνουν οι άνθρωποι αυτό που τους αναλογεί είναι τα καθήκοντα που εκείνοι οφείλουν να εκτελέσουν. Μήπως υπάρχουν, λοιπόν, διαφορές μεταξύ καθηκόντων ως προς το ποιο είναι καλύτερο και ποιο χειρότερο, ποιο είναι μεγαλόπνοο και ποιο ταπεινό ή ποιο είναι σπουδαίο και ποιο ασήμαντο; Δεν υπάρχουν τέτοιες διαφορές· εφόσον κάτι έχει να κάνει με το έργο διαχείρισης του Θεού, και απαιτείται από τη διάδοση του ευαγγελίου του Θεού, τότε αποτελεί το καθήκον ενός ατόμου. Αυτή είναι η προέλευση και ο ορισμός του καθήκοντος» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Ποια είναι η εκτέλεση του καθήκοντος σύμφωνα με τα πρότυπα;). «Αν, λοιπόν, συγκρίνεις αυτό το καθήκον με την εγκόσμια αποστολή σου, ποιο είναι το σημαντικότερο από τα δύο; (Το καθήκον μου.) Για ποιον λόγο; Το καθήκον είναι αυτό που απαιτεί ο Θεός να κάνεις, είναι αυτό που σου έχει εμπιστευτεί. Αυτό είναι ένα μέρος του λόγου. Ο άλλος και βασικός λόγος είναι πως όταν αναλαμβάνεις καθήκον στον οίκο του Θεού και αποδέχεσαι την ανάθεση απ’ Αυτόν, τότε αποκτάς σημασία στο έργο διαχείρισής Του. Στον οίκο του Θεού, όποτε κανονίζεται να κάνεις κάτι, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για δύσκολη ή κουραστική εργασία, ή αν σου αρέσει να την κάνεις ή όχι, αυτό είναι το καθήκον σου. Αν μπορείς να το θεωρήσεις ανάθεση και ευθύνη που σου έχει δώσει ο Θεός, και μπορείς να το ολοκληρώσεις με όλη σου την καρδιά και τη δύναμη, τότε μπορεί να πει κανείς ότι το έργο που κάνεις —το καθήκον που εκτελείς— σχετίζεται με το έργο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Αν μπορείς να αποδεχθείς με σοβαρότητα και ειλικρίνεια την ανάθεση που σου έχει δώσει ο Θεός, πώς θα σε βλέπει Εκείνος; Θα σε βλέπει ως μέλος της οικογένειάς Του. Είναι ευλογία αυτό ή συμφορά; (Ευλογία.) Είναι μεγάλη ευλογία» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Ποια είναι η εκτέλεση του καθήκοντος σύμφωνα με τα πρότυπα;). Με τα λόγια του Θεού, κατανόησα ότι το ίδιο έργο ή εργασία έχει διαφορετική φύση στον κόσμο των απίστων απ’ ό,τι στον οίκο του Θεού. Κάθε καθήκον στον οίκο του Θεού προκύπτει απ’ το σχέδιο διαχείρισης του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας και απ’ τις ανάγκες του εκκλησιαστικού έργου, και δεν υπάρχει ιεραρχική διάκριση ούτε καμία διαφορά ως προς το αν είναι καλύτερο ή χειρότερο, μεγαλόπνοο ή ταπεινό. Όσο ασήμαντη κι αν μοιάζει μια εργασία, είναι κι αυτή ένα καθήκον που οφείλει να κάνει κάποιος. Εγώ, όμως, χώριζα τα καθήκοντα σε βαθμίδες και χρησιμοποιούσα τα καθήκοντά για να ταξινομώ τις θέσεις των ανθρώπων. Νόμιζα πως το να είναι κάποιος επικεφαλής ή εργάτης, ή το να κάνει κειμενικό καθήκον, ήταν πνευματικές εργασίες που σχετίζονταν με τη ζωή-είσοδο, πως ήταν κάτι το αξιοπρεπές, το ένδοξο και το ανώτερο να κάνει κάποιος αυτά τα καθήκοντα, πως έκανε έναν άνθρωπο σημαντικό. Στο μεταξύ, έβλεπα τα γενικά καθήκοντα ως περιφερειακό εκκλησιαστικό έργο, θεωρούσα ότι αυτά τα καθήκοντα ήταν απλή δουλειά και είχαν λίγη σημασία, καθώς και ότι όσοι τα έκαναν ήταν κατώτεροι και σε χαμηλότερη βαθμίδα από όσους έκαναν άλλα καθήκοντα. Μια τέτοια κρίση των πραγμάτων δεν συμβάδιζε με την αλήθεια. Στον οίκο του Θεού, όλοι κάνουν τα καθήκοντά τους για να συνεισφέρουν με τις προσπάθειές τους στη διάδοση του ευαγγελικού έργου. Όπως τα μέρη μιας μηχανής, κάθε εξάρτημα παίζει τον δικό του ρόλο και είναι απολύτως απαραίτητο για το σύνολο. Τα γενικά καθήκοντα που έκανα εγώ χρειάζονταν κι αυτά για το εκκλησιαστικό έργο. Εργασίες όπως η διανομή αλληλογραφίας και βιβλίων με τα λόγια του Θεού στους αδελφούς και τις αδελφές μπορεί να μοιάζουν εργασίες γενικών καθηκόντων, αφού, όμως, συνδέονται με το εκκλησιαστικό έργο, αυτά τα καθήκοντα δεν είναι κάτι που γίνεται για λογαριασμό ενός ανθρώπου, αλλά μια υποχρέωση που εκπληρώνεται ενώπιον του Θεού. Επιπλέον, μέσω της ανάθεσης διαφορετικών καθηκόντων, αποκαλύφθηκε το λανθασμένο μου μονοπάτι προς την επιδίωξη φήμης και θέσης, καθώς και οι παράλογες απόψεις μου για τα καθήκοντα. Αυτό ήταν η σωτηρία που μου έδωσε ο Θεός!
Αργότερα, διάβασα ένα χωρίο απ’ τα λόγια του Θεού κι έμαθα πώς να προσεγγίζω σωστά τη μετάθεση. Ο Θεός λέει: «Ο Θεός φέρεται σε όλους δίκαια και ισότιμα· εφόσον δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, σου ζητείται να κηρύξεις το ευαγγέλιο. Αυτό γίνεται για να μπορέσεις να επιτελέσεις τη μοναδική λειτουργία που σου απομένει, δεδομένου ότι δεν είσαι σε θέση ν’ αναλάβεις κανένα άλλο καθήκον. Μέσα από αυτό, σου δίνεται μια ευκαιρία και μια αχτίδα ελπίδας· δεν σου στερείται το δικαίωμά σου να κάνεις το καθήκον σου. Ο Θεός έχει και πάλι μια ανάθεση για σένα και δεν είναι προκατειλημμένος απέναντί σου. Επομένως, όσοι τοποθετούνται σε ευαγγελικές ομάδες δεν στέλνονται σ’ ένα ξεχασμένο πίσω ράφι ούτε εγκαταλείπονται, αλλά κάνουν το καθήκον τους σ’ ένα διαφορετικό μέρος. […] δεν έχει σημασία πού έχεις τοποθετηθεί, σε ποια χρονική περίοδο ή τοποθεσία βρίσκεσαι, με ποιους ανθρώπους έρχεσαι σ’ επαφή και ποιο καθήκον κάνεις. Ο Θεός θα σε βλέπει πάντα και θα εξετάζει εξονυχιστικά τα βάθη της καρδιάς σου. Μη νομίζεις ότι επειδή είσαι μέλος μιας ευαγγελικής ομάδας ο Θεός δεν σου δίνει σημασία ή δεν μπορεί να σε δει, κι επομένως μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Και μη νομίζεις ότι αν τοποθετηθείς σε μια ευαγγελική ομάδα, δεν έχεις πλέον ελπίδα να σωθείς, κι έπειτα προσεγγίζεις αρνητικά το καθήκον σου. Και οι δύο αυτοί τρόποι σκέψης είναι λανθασμένοι. Όπου κι αν τοποθετηθείς και όποιο καθήκον κι αν σου ανατεθεί να κάνεις, είναι αυτό που πρέπει να κάνεις και θα πρέπει να το κάνεις με επιμέλεια και υπευθυνότητα. Οι απαιτήσεις που έχει ο Θεός από σένα δεν αλλάζουν, κι επομένως δεν θα πρέπει ν’ αλλάζει ούτε η υποταγή σου στις ρυθμίσεις του Θεού. Η θέση των εργατών του ευαγγελίου είναι η ίδια με τη θέση εκείνων που κάνουν άλλα καθήκοντα· η αξία ενός ανθρώπου δεν μετριέται με βάση το καθήκον που κάνει, αλλά με βάση το κατά πόσο επιδιώκει την αλήθεια και έχει την αλήθεια-πραγματικότητα» [«Ο Λόγος», τόμ. 5: «Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών», Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών (9)]. Αφότου διάβασα αυτό το χωρίο απ’ τα λόγια του Θεού, διορθώθηκαν οι παράλογες απόψεις μου για τη μετάθεση. Στην αρχή, ένιωθα διαρκώς πως, κάνοντας γενικά καθήκοντα, από αξιοσέβαστος άνθρωπος θα γινόμουν μια τυχάρπαστη που βρίσκει κανείς στον δρόμο. Έφτασα ακόμα και στο σημείο να νιώθω ότι με είχαν βάλει σε μια γωνιά, όπου θα έμενα ξεχασμένη και αιώνια απαρατήρητη. Λαμβάνοντας υπόψη, όμως, τα λόγια του Θεού, συνειδητοποίησα ότι αυτή η κατανόηση ήταν παράλογη. Εξαιτίας του χαμηλού μου επιπέδου, ήμουν ακατάλληλη για το κειμενικό καθήκον. Η εκκλησία είχε κανονίσει να κάνω γενικά καθήκοντα σύμφωνα με το επίπεδό μου. Έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω ένα καθήκον όσο καλύτερα μπορούσα και να παίξω τον ρόλο μου. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, ένιωσα πολλές ενοχές. Δεν είχα ειδικές δεξιότητες και δεν μπορούσα να κάνω άλλα καθήκοντα, κι όμως ο οίκος του Θεού είχε κανονίσει ούτως ή άλλως ένα καθήκον για εμένα στον μέγιστο δυνατό βαθμό, δίνοντάς μου μια ευκαιρία να σωθώ. Εγώ, όμως, πώς το είχα δει όλο αυτό; Είχα δει αυτήν την ανάθεση διαφορετικών καθηκόντων ως υποτίμηση και παραγκωνισμό. Η κατανόησή μου ήταν εντελώς παράλογη και δεν ήξερα το καλό μου! Όσο πιο πολύ το σκεφτόμουν, τόσο πιο υποχρεωμένη ένιωθα στον Θεό. Σκεφτόμουν ότι έπρεπε να κάνω σωστά το καθήκον μου σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τις αρχές για τα γενικά καθήκοντα, και να το αντιμετωπίσω ως ανάθεση από τον Θεό, κι ότι έπρεπε να κάνω καλά αυτό το καθήκον, ώστε να μην απογοητεύσω τις φιλόπονες προθέσεις του Θεού. Σκέφτηκα τα λόγια του Θεού: «Οι λειτουργίες είναι διαφορετικές, αλλά υπάρχει μόνο ένα σώμα. Ο καθένας σας θα πρέπει να επιτελεί τη δική του λειτουργία, να παραμένει στη θέση του και να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί, να εκπέμπει φως ανάλογα με τη θερμότητα που έχει και να επιδιώκει την ωριμότητα στη ζωή. Έτσι θα είμαι ικανοποιημένος» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ομιλίες του Χριστού στην αρχή, Κεφάλαιο 21). Έπρεπε να κάνω ό,τι μπορούσα και να αξιοποιήσω ό,τι είχα στον μέγιστο βαθμό. Έπρεπε να μείνω εκεί που ήμουν και να κάνω τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια χωρίς να λάβω υπόψη τη φήμη ούτε τη θέση μου. Ενώ έκανα το καθήκον μου, έπρεπε να επιδιώξω την αλήθεια και τη ζωή-είσοδο, καθώς και να πασχίσω να ικανοποιήσω τις προθέσεις και τις απαιτήσεις του Θεού όσο καλύτερα μπορούσα.
Αργότερα, διάβασα άλλο ένα χωρίο απ’ τα λόγια του Θεού κι η καρδιά μου διαφωτίστηκε ακόμα περισσότερο. Ο Θεός λέει: «Αν ο Θεός προκαλέσει σε κάποιον πόνο και φτώχεια, αυτό σημαίνει ότι εκείνος δεν έχει ελπίδα να σωθεί; Αν έχει χαμηλή αξία κι ανήκει σε χαμηλή κοινωνική τάξη, τότε δεν θα τον σώσει ο Θεός; Αν έχει χαμηλή θέση στην κοινωνία, τότε έχει χαμηλή θέση και στα μάτια του Θεού; Όχι απαραίτητα. Από τι εξαρτάται αυτό; Εξαρτάται από το μονοπάτι στο οποίο βαδίζει αυτός ο άνθρωπος, από την επιδίωξή του και από τη στάση του απέναντι στην αλήθεια και στον Θεό. Αν κάποιος έχει πολύ χαμηλή κοινωνική θέση, πολύ φτωχή οικογένεια και χαμηλό επίπεδο μόρφωσης, αλλά πιστεύει στον Θεό με προσγειωμένο τρόπο, κι αγαπά την αλήθεια και τα θετικά πράγματα, τότε άραγε έχει μεγάλη ή μικρή αξία στα μάτια του Θεού; Είναι πολύτιμος ή ανάξιος; Είναι πολύτιμος. Αν δούμε το θέμα από αυτήν την οπτική, τότε από τι εξαρτάται η αξία κάποιου, είτε έχει υψηλή είτε χαμηλή κοινωνική θέση, είτε ανήκει σε ανώτερη είτε σε κατώτερη κοινωνική τάξη; Εξαρτάται από το πώς σε βλέπει ο Θεός. Αν ο Θεός σε βλέπει σαν κάποιον που επιδιώκει την αλήθεια, τότε έχεις αξία και είσαι πολύτιμος. Είσαι ένα πολύτιμο δοχείο. Αν ο Θεός βλέπει ότι δεν επιδιώκεις την αλήθεια και δεν δαπανάς ειλικρινά τον εαυτό σου για Εκείνον, τότε είσαι ανάξιος και όχι πολύτιμος. Είσαι ένα ευτελές δοχείο. Όση μόρφωση κι αν έχεις ή όσο υψηλή κι αν είναι η θέση σου στην κοινωνία, αν δεν επιδιώκεις ούτε κατανοείς την αλήθεια, τότε δεν μπορείς ποτέ να έχεις μεγάλη αξία. Ακόμη κι αν σε υποστηρίζουν, σε εκθειάζουν και σε λατρεύουν πολλοί άνθρωποι, εξακολουθείς να είσαι ένα σκουπίδι. […] Εξετάζοντας τώρα το ζήτημα, ποια είναι η βάση για να καθορίσουμε την αξία κάποιου ως μεγάλη ή μικρή; (Είναι η στάση του απέναντι στον Θεό, στην αλήθεια και στα θετικά πράγματα.) Σωστά. Κατ’ αρχάς, πρέπει να καταλάβει κανείς ποια είναι η στάση του Θεού. Να καταλάβει τη στάση του Θεού και να κατανοήσει με βάση ποιες αρχές και ποια πρότυπα βγάζει ετυμηγορία ο Θεός για τους ανθρώπους, κι έπειτα να τους μετρά με βάση τις αρχές και τα πρότυπα σύμφωνα με τα οποία τους αντιμετωπίζει ο Θεός. Μόνο αυτό είναι το πιο ακριβές, το πιο κατάλληλο και το πιο δίκαιο» [«Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο έβδομο: Είναι μοχθηροί, ύπουλοι και δόλιοι (Μέρος πρώτο)]. Με τα λόγια του Θεού, κατάφερα να κατανοήσω ότι ο Θεός δεν μετρά την αξία ενός ανθρώπου με τη φαινομενική κοινωνική του θέση ούτε με το καθήκον που κάνει, αλλά με τη στάση του απέναντι στην αλήθεια και απέναντι στον Θεό. Όσοι αγαπούν και επιδιώκουν την αλήθεια, ανεξάρτητα απ’ το καθήκον που κάνουν ή απ’ το αν τους θαυμάζουν οι άλλοι, έχουν αξία στα μάτια του Θεού. Όσο γι’ αυτούς που δεν επιδιώκουν την αλήθεια, ακόμα κι αν τα καθήκοντά τους τους κάνουν να φαίνονται ένδοξοι και εξέχοντες, και τους εξασφαλίζουν τον θαυμασμό των πολλών, στα μάτια του Θεού παραμένουν ανάξιοι κι ασήμαντοι. Ανθρώπους σαν κι αυτούς ο Θεός όχι μόνο τους περιφρονεί, αλλά επιπλέον τους απεχθάνεται και τους αποστρέφεται. Όταν τα συνειδητοποίησα αυτά, ένιωσα μέσα μου ευθυμία και άνεση. Είχα μόνο μία σκέψη: «Όποιο καθήκον κι αν κάνω, θα επικεντρώνομαι μόνο στην επιδίωξη της αλήθειας». Εκείνη τη στιγμή, μπόρεσα να αποδεχθώ πραγματικά τα γενικά καθήκοντα ως δικό μου καθήκον και άρχισα να σκέφτομαι ενεργά πώς θα έκανα αυτό το καθήκον καλά. Όταν η επικεφαλής μού ανέθεσε ξανά να διανείμω γράμματα και βιβλία με τα λόγια του Θεού στους αδελφούς και τις αδελφές, δεν ένιωθα πια αντίσταση. Αντίθετα, το είδα ως καθήκον μου και ως κάτι που όφειλα να κάνω, και αποφάσισα να κάνω το καθήκον μου καλά. Από τη στιγμή που αντιστράφηκε η κατάστασή μου, η καρδιά μου μπόρεσε να ηρεμήσει κι εγώ μπόρεσα να κάνω το καθήκον μου με την ησυχία μου. Είμαι στ’ αλήθεια ευγνώμων για τη διαφώτιση και την καθοδήγηση απ’ τα λόγια του Θεού, που μου έδωσαν τη δυνατότητα να κατανοήσω και να μεταμορφωθώ!
Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.
Τον Νοέμβριο του 2020, η συνεργάτιδά μου, η Λιλιάνα, κατηγορήθηκε ότι δεν κάνει πρακτικό έργο και ότι είναι ψευδο-επικεφαλής. Ο...
Τον Ιούνιο του 2022, η επικεφαλής μού ανέθεσε να επιβλέψω το κειμενικό έργο. Θυμήθηκα μια ομάδα που τα αποτελέσματα του έργου της ήταν...
Τον Φεβρουάριο του 2024, έκανα κειμενικό καθήκον στην εκκλησία. Σιγά σιγά, αντιλήφθηκα μερικές αρχές και δεν συναντούσα πολλές δυσκολίες...
Από την Σινλιάνγκ, Γερμανία Όταν πρωτοξεκίνησα να υπηρετώ ως επικεφαλής της ομάδας ποτίσματος, οι αδελφοί κι οι αδελφές σε αυτό το καθήκον...