Νίκη μέσω των πειρασμών του Σατανά

23 Ιανουαρίου 2021

Από την Τσεν Λου, Κίνα

Αυτό συνέβη το πρωί της 21ης Δεκεμβρίου του 2012. Είχαμε συγκεντρωθεί πάνω από δώδεκα αδελφοί και αδελφές, όταν ξαφνικά ακούσαμε να χτυπάνε δυνατά την πόρτα και να φωνάζουν: «Ανοίξτε την πόρτα! Ανοίξτε την πόρτα! Επιθεώρηση της οικίας!» Με το που άνοιξε την πόρτα μια αδελφή, εισέβαλαν έξι ή επτά αστυνομικοί κρατώντας γκλομπ. Μας χώρισαν δια της βίας και άρχισαν να ανοίγουν τα συρτάρια και να ψάχνουν παντού. Μια νεαρή αδελφή βγήκε μπροστά και τους ρώτησε: «Δεν κάναμε τίποτα παράνομο. Γιατί ψάχνετε το σπίτι;» Οι αστυνόμοι απάντησαν με άγριο τρόπο: «Συμμορφώσου! Αν σου πούμε να κάτσεις εκεί, τότε να κάτσεις εκεί. Αν δεν σου απευθύνουμε τον λόγο, τότε να μη βγάζεις άχνα!» Στη συνέχεια την πέταξαν βίαια στο πάτωμα και της φώναξαν επιθετικά: «Αν θελήσεις να αντισταθείς, θα σε χτυπήσουμε!» Το νύχι της είχε βγει και έτρεχε αίμα από το δάχτυλό της. Βλέποντας τα μοχθηρά πρόσωπα των αστυνομικών, ένιωθα μίσος και φόβο παράλληλα, κι έτσι προσευχήθηκα σιωπηλά στον Θεό να μου δώσει δύναμη και πίστη, να με προστατέψει για να καταθέσω μαρτυρία. Μετά την προσευχή, η καρδιά μου καταλάγιασε αρκετά. Η αστυνομία κατάσχεσε πολύ ευαγγελικό υλικό και συλλογές του λόγου του Θεού, και κατόπιν μάς οδήγησαν στα αστυνομικά οχήματα.

Μόλις φτάσαμε στο τμήμα, κατάσχεσαν ό,τι είχαμε πάνω μας και μας ανέκριναν για να τους πούμε τα ονόματά μας, τις διευθύνσεις μας και ποιοι ήταν οι επικεφαλής της εκκλησίας μας. Δεν είπα τίποτα. Μια άλλη αδελφή δεν είπε κι εκείνη τίποτα, κι έτσι η αστυνομία μάς θεώρησε αρχηγούς σπείρας και σκόπευε να μας ανακρίνει τον καθέναν ξεχωριστά. Τότε φοβήθηκα πολύ. Είχα ακούσει ότι η αστυνομία ήταν ιδιαιτέρως βάναυση με όσους πίστευαν στον Θεό, κι εγώ είχα χαρακτηριστεί ως στόχος προς ανάκριση. Αυτό σίγουρα ενείχε πολύ δυσμενείς προοπτικές. Καθώς βρισκόμουν σε φριχτή κατάσταση και έτρεμα από τον φόβο, άκουσα μια αδελφή που ήταν δίπλα μου να προσεύχεται: «Ω, Θεέ μου, Εσύ είσαι ο βράχος μας, το καταφύγιό μας. Έχεις τον Σατανά κάτω από τα πόδια Σου κι εγώ είμαι πρόθυμη να ζήσω σύμφωνα με τα λόγια Σου και να καταθέσω μαρτυρία για να Σε ικανοποιήσω!» Όταν τα άκουσα αυτά, η καρδιά μου φωτίστηκε. Σκέφτηκα: Είναι αλήθεια, ο Θεός είναι ο βράχος μας, έχει τον Σατανά κάτω από τα πόδια Του, οπότε τι φοβάμαι; Εφόσον βασίζομαι στον Θεό, ο Σατανάς μπορεί να νικηθεί κατά κράτος! Ξαφνικά σταμάτησα να φοβάμαι, μα ένιωθα και ντροπή. Σκέφτηκα το γεγονός ότι όταν εκείνη η αδελφή αντιμετώπισε αυτήν την κατάσταση, προσευχήθηκε και βασίστηκε στον Θεό, δεν έχασε την εμπιστοσύνη της στον Θεό, ενώ εγώ φέρθηκα δειλά και άτολμα. Δεν είχα ούτε λίγο από τα κότσια που έχει κάποιος που πιστεύει στον Θεό. Χάρη στην αγάπη του Θεού και μέσα από την προσευχή της αδελφής που με κινητοποίησε και με βοήθησε, δεν φοβόμουν πλέον τη δεσποτική εξουσία της αστυνομίας. Ήρεμα αποφάσισα: Τώρα που με συνέλαβαν, είμαι αποφασισμένη να καταθέσω μαρτυρία για να ικανοποιήσω τον Θεό. Σε καμιά περίπτωση δεν θα είμαι μια δειλή που απογοητεύει τον Θεό!

Γύρω στις 10 η ώρα, δύο από τους αστυνομικούς μού πέρασαν χειροπέδες και με πήγαν σ’ ένα δωμάτιο για να με ανακρίνουν ξεχωριστά. Ένας από τους αστυνομικούς με ανέκρινε στην τοπική διάλεκτο. Εγώ δεν καταλάβαινα και όταν τον ρώτησα τι είπε, εκείνοι ξαφνικά νευρίασαν που ρώτησα. Ένας από τους αστυνομικούς που στεκόταν δίπλα έτρεξε και με έπιασε από τα μαλλιά, κουνώντας με μπρος-πίσω. Είχα ζαλιστεί και με τραβολογούσαν, ένιωθα σαν να μου είχαν ξεσκίσει το κεφάλι, ενώ μου είχαν ξεριζώσει τούφες από τα μαλλιά μου. Αμέσως μετά απ’ αυτό, ήρθε ένας άλλος αστυνομικός και μου φώναξε: «Λοιπόν, μήπως θέλεις αγριάδες; Μίλα! Ποιος σε έβαλε να κηρύττεις το ευαγγέλιο;» Εγώ έβραζα από τον θυμό μου και απάντησα: «Το κήρυγμα του ευαγγελίου είναι το καθήκον μου». Τη στιγμή που το είπα αυτό, ο πρώτος αστυνομικός με άρπαξε και πάλι από τα μαλλιά και με χαστούκισε στο πρόσωπο, με χτυπούσε και φώναζε: «Θα σε κάνω εγώ να κηρύττεις κι άλλο! Θα σε κάνω εγώ να κηρύττεις κι άλλο!» Με χτύπησε στο πρόσωπο μέχρι που έγινε κατακόκκινο, πονούσε και άρχισε να πρήζεται. Όταν κουράστηκε να με χτυπάει, με άφησε. Τότε, πήρε το κινητό και τη συσκευή ΜΡ4 που βρήκαν επάνω μου και ρωτούσε να μάθει πληροφορίες για την εκκλησία. Εγώ βασιζόμουν στη σοφία για να τους αντιμετωπίσω. Εντελώς από το πουθενά, ένας αστυνομικός ρώτησε: «Δεν είσαι από εδώ. Μιλάς πολύ καλά τα μανδαρινικά, σίγουρα δεν είσαι σαν τους άλλους. Μίλα ειλικρινά! Γιατί ήρθες εδώ; Ποιος σε έστειλε; Ποιος είναι ο αρχηγός σας; Πώς ήρθες σε επαφή με την εκκλησία εδώ; Πού μένεις;» Με το που άκουσα ότι αυτοί οι αστυνομικοί με θεωρούσαν σημαντικό άνθρωπο και επέμεναν να συλλέξουν πληροφορίες σχετικά με την εκκλησία από μένα, η καρδιά μου πήγε να σπάσει και έκανα έκκληση στον Θεό να μου δώσει πίστη και δύναμη. Μέσα από την προσευχή, σιγά-σιγά η καρδιά μου ηρέμησε και τους απάντησα: «Δεν ξέρω τίποτα». Όταν το άκουσαν, ο ένας απ’ αυτούς χτύπησε με μανία το τραπέζι και φώναξε: «Περίμενε και θα δεις σε λίγο πώς θα νιώθεις!» Τότε πήρε τη συσκευή ΜΡ4 και την πάτησε να παίξει. Ήμουν πολύ τρομαγμένη. Δεν ήξερα τι είδους μέσα θα επιστράτευε για να με αντιμετωπίσει, οπότε έκανα μια επείγουσα έκκληση στον Θεό. Δεν είχα φανταστεί ότι αυτό που θα έπαιζε θα ήταν η ανάγωνση αποσπάσματος των λόγων του Θεού: «Δεν θα δώσω περισσότερο έλεος σε όσους δεν έδειξαν την παραμικρή πίστη σ’ Εμένα κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών, γιατί το έλεός Μου φτάνει μόνο μέχρι εκεί. Επιπλέον, δεν Μου αρέσουν εκείνοι που κάποτε Mε πρόδωσαν, πολύ λιγότερο δε, Μ’ αρέσει να συναναστρέφομαι όσους ξεπουλούν τα συμφέροντα των φίλων τους. Αυτή είναι η διάθεσή Μου, ανεξαρτήτως ποιοι είναι οι άνθρωποι αυτοί. Πρέπει να σας πω το εξής: Όποιος ραγίζει την καρδιά Μου δεν θα λάβει επιείκεια από Εμένα για δεύτερη φορά και όποιος υπήρξε πιστός σ’ Εμένα θα παραμείνει για πάντα στην καρδιά Μου» («Προετοίμασε αρκετές καλές πράξεις για τον προορισμό σου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Όταν άκουσα τα λόγια του Θεού, ένιωσα έναν έντονο πόνο στην καρδιά. Δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ ότι όταν ο Κύριος Ιησούς εργαζόταν, ήταν πολλοί εκείνοι που Τον ακολουθούσαν και απολάμβαναν τη χάρη Του, όμως όταν Εκείνος σταυρώθηκε, και οι ρωμαίοι στρατιώτες συνελάμβαναν αριστερά και δεξιά τους Χριστιανούς, πολλοί το έβαλαν στα πόδια από φόβο. Αυτό προκάλεσε μεγάλο πόνο στον Θεό! Όμως, τι διαφορά υπήρχε ανάμεσα σε μένα και σ’ αυτούς τους αγνώμονες ανθρώπους; Όταν απολάμβανα τη χάρη και τις ευλογίες του Θεού, ακολουθούσα τον Θεό γεμάτη εμπιστοσύνη, όμως όταν αντιμετώπιζα αντιξοότητες κατά τις οποίες θα έπρεπε να υποφέρω και να πληρώσω κάποιο τίμημα, ήμουν άτολμη και φοβόμουν. Πώς θα μπορούσε αυτό να παρηγορήσει την καρδιά του Θεού; Σκέφτηκα το γεγονός ότι, προκειμένου να μας σώσει, εμάς τα διεφθαρμένα ανθρώπινα όντα, ο υπέρτατος Θεός ενσαρκώθηκε. Με τρόπο ταπεινό και κρυφό ήρθε στην Κίνα, σ’ αυτή τη χώρα που κυβερνάται από άθεους, ανέχτηκε τη δίωξη και την καταδίκη αυτών των δαιμόνων και μας οδήγησε αυτοπροσώπως στο μονοπάτι της επιδίωξης της αλήθειας. Βλέποντας ότι ο Θεός είχε κάνει τα πάντα για να μας σώσει, γιατί δεν μπορούσα εγώ, ως ένας άνθρωπος που απολάμβανε τη χάρη της σωτηρίας Του, να πληρώσω ένα μικρό τίμημα για να καταθέσω μαρτυρία γι’ Αυτόν; Ένιωσα να επιπλήττομαι στη συνείδησή μου και μίσησα το γεγονός ότι ήμουν τόσο εγωίστρια, τόσο ανάξια. Ένιωσα πραγματικά βαθιά μέσα μου ότι ο Θεός ήταν γεμάτος ελπίδα και ανησυχούσε για μένα. Ένιωσα πως ήξερε καλά ότι το ανάστημά μου ήταν ανώριμο και ότι φοβόμουν ενόψει του δεσποτισμού του Σατανά. Μου έδωσε τη δυνατότητα να το ακούσω αυτό όταν οι αστυνομικοί έπαιξαν εκείνη την ανάγνωση, δίνοντάς μου τη δυνατότητα να κατανοήσω το θέλημά Του, ώστε να μπορέσω, εν μέσω αντιξοοτήτων και καταστολής, να καταθέσω μαρτυρία για τον Θεό και να Τον ικανοποιήσω. Για μια στιγμή, συγκινήθηκα τόσο από την αγάπη του Θεού που δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στο πρόσωπό μου, και σιωπηλά είπα στον Θεό: «Ω, Θεέ μου! Δεν θέλω να Σε προδώσω. Όπως κι αν με βασανίσει ο Σατανάς, εγώ είμαι αποφασισμένη να καταθέσω μαρτυρία και να παρηγορήσω την καρδιά Σου».

Τότε ακούστηκε ένας δυνατός κρότος, καθώς ο αστυνομικός έκλεισε τη συσκευή, και στη συνέχεια έτρεξε κατά πάνω μου και είπε με μίσος: «Αν δεν μας πεις, θα σε βασανίσω!» Τότε με διέταξαν να σταθώ όρθια στο πάτωμα, ξυπόλυτη, και μου έδεσαν το δεξί χέρι με χειροπέδες σε έναν σιδερένιο δακτύλιο στη μέση ενός τσιμεντόλιθου. Μου ζήτησαν να μείνω σκυμμένη, επειδή ο τσιμεντόλιθος ήταν πολύ μικρός. Δεν μου επέτρεπαν να καθίσω κάτω ούτε μου επέτρεπαν να χρησιμοποιώ το αριστερό μου χέρι για να στηρίζω τα πόδια μου. Μετά από λίγο, δεν μπορούσα να στέκομαι άλλο έτσι και ήθελα να σκύψω, αλλά ο αστυνομικός ούρλιαξε: «Μη σκύβεις! Αν θέλεις να υποφέρεις λιγότερο, τότε κοίτα να ομολογήσεις σύντομα!» Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να σφίξω τα δόντια και να το αντέξω. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Οι πατούσες μου είχαν ξεπαγιάσει, τα πόδια μου πονούσαν και είχαν μουδιάσει, και όταν πραγματικά δεν άντεχα άλλο να στέκομαι, κάθισα κάτω. Οι αστυνομικοί με σήκωσαν επάνω, έφεραν ένα ποτήρι κρύο νερό και το έριξαν στον σβέρκο μου. Κρύωνα τόσο που άρχισα να τρέμω. Τότε μου έβγαλαν τις χειροπέδες, με έσπρωξαν σε μια ξύλινη καρέκλα, μου έδεσαν το κάθε χέρι στην αντίθετη άκρη της καρέκλας, άνοιξαν τα παράθυρα και άνοιξαν το κλιματιστικό. Με χτύπησε μια αιφνίδια ριπή κρύου αέρα και με έπιασε ρίγος από το κρύο. Άθελά μου ένιωθα κάποια αδυναμία μέσα μου, αλλά, ενόσω υπέφερα, προσευχόμουν ασταμάτητα, ικετεύοντας τον Θεό να μου δώσει τη θέληση και τη δύναμη να αντέξω αυτόν τον πόνο, να μου δώσει τη δυνατότητα να υπερνικήσω την αδυναμία της σάρκας. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, τα λόγια του Θεού με καθοδήγησαν εκ των έσω: «Ακόμα κι όταν το σώμα σου υποφέρει λίγο, μη σου περνάνε από το μυαλό ιδέες του Σατανά. […] Η πίστη μοιάζει με γέφυρα που αποτελείται από έναν κορμό δέντρου: Όσοι προσκολλώνται επίμονα στη ζωή θα δυσκολευτούν να τη διασχίσουν, αλλά όσοι είναι πρόθυμοι να θυσιαστούν, θα μπορέσουν να περάσουν απέναντι με σιγουριά και δίχως ανησυχία» («Κεφάλαιο 6» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού με έκαναν να καταλάβω ότι ο Σατανάς ήθελε να βασανίσει τη σάρκα μου, προκειμένου να με κάνει να προδώσω τον Θεό, και αν εγώ έδινα οποιαδήποτε προσοχή στη σάρκα, θα έπεφτα θύμα του τεχνάσματός του. Επαναλάμβανα διαρκώς αυτές τις δύο προτάσεις από τα λόγια του Θεού στο μυαλό μου, λέγοντας μέσα μου ότι έπρεπε να προσέχω τα τεχνάσματα του Σατανά και να αρνούμαι τις ιδέες του. Αργότερα, οι αστυνομικοί πήραν ένα μεγάλο δοχείο κρύο νερό και το άδειασαν όλο πάνω στον σβέρκο μου. Όλα τα ρούχα μου είχαν γίνει μούσκεμα. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα σαν να είχα πέσει μέσα σε έναν καταψύκτη. Βλέποντας τους αστυνομικούς να είναι τόσο απεχθείς, τόσο μοχθηροί, γέμισα με πικρία. Σκέφτηκα: Αυτή η αγέλη δαιμόνων θα χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε μέθοδο προκειμένου να με κάνει να προδώσω τον Θεό. Σε καμία περίπτωση δεν θα επιτρέψω να πετύχουν τα σχέδιά τους! Βλέποντάς με να τρέμω σύγκορμη, ένας από τους μοχθηρούς αστυνομικούς άρπαξε μια τούφα από τα μαλλιά μου και μου σήκωσε βιαίως το κεφάλι για να κοιτάξω τον ουρανό μέσα από το παράθυρο. Τότε μου είπε κοροϊδευτικά: «Δεν κρυώνεις; Ας έρθει τότε ο Θεός σου να σε σώσει!» Είδε ότι εγώ δεν αντιδρούσα, κι έτσι έριξε επάνω μου ακόμα ένα μεγάλο δοχείο με κρύο νερό και έβαλε το κλιματιστικό στην πιο χαμηλή θερμοκρασία και το έστρεψε προς τα πάνω μου. Ριπές παγωμένου αέρα από το κλιματιστικό, που μου τρυπούσαν τα κόκαλα, έπεφταν επάνω μου η μία μετά την άλλη, μαζί με τον κρύο αέρα από το παράθυρο. Κρύωνα τόσο πολύ που είχα κουλουριαστεί σαν μπάλα και είχα στην ουσία κοκαλώσει από το κρύο. Ένιωθα το αίμα στις φλέβες μου να έχει σκληρύνει. Άθελά μου έκανα τρελές σκέψεις: Κάνει τόσο κρύο σήμερα, κι αυτοί μού ρίχνουν παγωμένο νερό και ανοίγουν το κλιματιστικό στο κρύο. Προσπαθούν να με κάνουν να παγώσω ζωντανή; Αν πεθάνω εδώ, οι συγγενείς μου ούτε που θα το μάθουν. Έτσι όπως βυθιζόμουν στο σκοτάδι και την απελπισία, σκέφτηκα ξαφνικά τον πόνο που υπέστη ο Κύριος Ιησούς επάνω στον σταυρό για τη λύτρωση της ανθρωπότητας. Σκέφτηκα επίσης τα εξής λόγια του Θεού: «Η αγάπη που έχει βιώσει τον εξευγενισμό είναι δυνατή, όχι αδύναμη. Ανεξάρτητα από το πότε και το πώς σε υποβάλλει ο Θεός στις δοκιμασίες Του, είσαι σε θέση να μην ανησυχείς για το αν θα ζήσεις ή αν θα πεθάνεις, να παραμερίζεις τα πάντα για τον Θεό με προθυμία και να υπομένεις το οτιδήποτε για τον Θεό με ευχαρίστηση —έτσι, η αγάπη σου θα είναι αγνή και η πίστη σου αληθινή. Μόνο τότε θα γίνεις κάποιος τον οποίο αγαπά πραγματικά ο Θεός και τον οποίο έχει πραγματικά οδηγήσει στην τελείωση ο Θεός» («Μόνο βιώνοντας τον εξευγενισμό μπορεί ο άνθρωπος να κατέχει αληθινή αγάπη» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Αυτά τα λόγια του Θεού μού έδωσαν πραγματικά ορμή, ναι! Εκείνη την ημέρα, το να μπορώ να γίνω μάρτυρας για τον Θεό ήταν η ανύψωσή μου από Αυτόν. Πώς θα μπορούσα εγώ να νοιάζομαι για τη σάρκα; Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε να χάσω τη ζωή μου, εγώ ήμουν αποφασισμένη να παραμείνω πιστή στον Θεό. Ξαφνικά, κάτι φούντωσε μέσα στην καρδιά μου και ένιωσα μεγάλη έμπνευση. Σιωπηλά προσευχήθηκα στον Θεό: «Ω, Θεέ μου! Εσύ μου έχεις δώσει αυτή την πνοή· θα προτιμούσα να πεθάνω, παρά να κρατηθώ στη ζωή και να Σε προδώσω!» Σιγά-σιγά, δεν κρύωνα πλέον τόσο πολύ, γεγονός που μου έδωσε τη δυνατότητα να νιώσω πραγματικά τη συντροφικότητα και την παρηγοριά του Θεού. Από το μεσημέρι μέχρι γύρω στις επτά το απόγευμα, η αστυνομία συνέχισε να με ανακρίνει. Είδαν ότι εγώ δεν θα ξεστόμιζα τίποτα, κι έτσι με κλείδωσαν στην αίθουσα ανακρίσεων και συνέχισαν να φυσάνε επάνω μου παγωμένο αέρα.

Μετά το δείπνο, οι αστυνομικοί αύξησαν την ένταση της ανάκρισης. Με απείλησαν άγρια λέγοντας: «Πες μας! Ποιος είναι ο επικεφαλής της εκκλησίας σου; Αν δεν μας πεις, έχουμε κι άλλα μέσα για να σε κάνουμε να μιλήσεις. Μπορούμε να σε κάνουμε να πιεις χυμό από καυτερές πιπεριές, να πιεις σαπουνάδα, να φας κόπρανα, να σε ξεγυμνώσουμε και να σε πετάξουμε στο υπόγειο για να πεθάνεις από το κρύο! Αν δεν μιλήσεις σήμερα, θα σε ρωτήσουμε ξανά αύριο. Ο χρόνος είναι με το μέρος μας!» Όταν οι μοχθηροί αστυνομικοί είπαν όλα αυτά, κατάλαβα πραγματικά ότι δεν ήταν καθόλου άνθρωποι, παρά μια αγέλη δαιμόνων με ανθρώπινη σάρκα. Όσο πιο πολύ με απειλούσαν κατ’ αυτόν τον τρόπο, τόσο περισσότερο εγώ τους μισούσα ολόψυχα και τόσο πιο αποφασισμένη γινόμουν να μην ενδώσω ποτέ. Όταν κατάλαβαν ότι δεν θα ενέδιδα, πήραν έναν υφασμάτινο σάκο, τον μούσκεψαν με νερό και τον έβαλαν στο κεφάλι μου. Τον πίεσαν μέχρι κάτω στο κεφάλι μου και δεν με άφηναν να κουνηθώ, και μετά τον έσφιξαν. Δεν μπορούσα να κουνηθώ καθόλου, γιατί τα χέρια μου ήταν δεμένα στην καρέκλα. Πολύ σύντομα ήμουν στα όρια της ασφυξίας. Ένιωθα ολόκληρο το σώμα μου να έχει γίνει άκαμπτο. Όμως ούτε αυτό ήταν αρκετό για να διαλύσει το μίσος τους. Πήραν έναν δοχείο κρύο νερό και το έριξαν μέσα στη μύτη μου, απειλώντας ότι αν δεν μιλούσα, θα πέθαινα από ασφυξία. Ο μουσκεμένος σάκος δεν άφηνε ήδη τον αέρα να περάσει και, σαν να μην έφτανε αυτό, μου έριξαν και νερό μέσα στη μύτη. Μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αναπνεύσω και ένιωθα να με πλησιάζει ο θάνατος. Σιωπηλά προσευχήθηκα στον Θεό: «Ω, Θεέ μου, Εσύ μου έδωσες την πνοή μου, και σήμερα εγώ θα πρέπει να ζήσω για Σένα. Όσο κι αν με βασανίσουν οι μοχθηροί αστυνομικοί, εγώ δεν θα Σε προδώσω. Αν απαιτείς να θυσιάσω τη ζωή μου, εγώ πρόθυμα θα υπακούσω στα σχέδια και τις διευθετήσεις Σου, χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία…» Τη στιγμή που άρχισα να χάνω τις αισθήσεις μου και λίγο πριν σταματήσω να αναπνέω, ξαφνικά μάζεψαν τα χέρια τους. Μέσα μου δεν μπορούσα να σταματήσω να ευχαριστώ τον Θεό. Παρόλο που έπεσα στα χέρια της μοχθηρής αστυνομίας, ο Θεός τούς επέτρεψε να βασανίσουν μόνο τη σάρκα μου, αλλά δεν τους επέτρεψε να μου πάρουν τη ζωή. Μετά απ’ αυτό, αυξήθηκε η εμπιστοσύνη μου.

Την επομένη, γύρω στο μεσημέρι, μερικοί αστυνομικοί πήραν εμένα και μια άλλη αδελφή μέσα σ’ ένα όχημα της αστυνομίας και μας πήγαν στο κέντρο κράτησης. Ένας απ’ αυτούς μού είπε απειλητικά: «Δεν είσαι από εδώ. Θα σε βάλουμε μέσα για έξι μήνες και μετά θα καταδικαστείς για 3 έως 5 χρόνια. Όπως και να ’χει, κανείς δεν θα το μάθει». «Θα καταδικαστώ;» Μόλις άκουσα ότι θα με καταδικάσουν, άθελά μου έγινα αδύναμη. Αναρωτιόμουν πώς θα μπορούσα να έχω πρόσωπο στην κοινωνία αν με καταδίκαζαν πραγματικά σε φυλάκιση, και πώς θα με έβλεπαν οι άνθρωποι. Στο κελί που με έβαλαν, οι συγκρατούμενές μου ήταν όλες αδελφές που πίστευαν στον Παντοδύναμο Θεό. Παρόλο που βρίσκονταν μέσα στη φωλιά των δαιμόνων, δεν έδειχναν το παραμικρό ίχνος φόβου. Ενθάρρυναν και υποστήριζαν η μία την άλλη και, όταν με έβλεπαν να είμαι αρνητική και αδύναμη, μου μιλούσαν για τις προσωπικές εμπειρίες τους και γίνονταν μάρτυρες, δίνοντας μου εμπιστοσύνη στον Θεό. Τραγούδησαν επίσης έναν ύμνο για να μου δώσουν θάρρος: «Ο Θεός ενσαρκώθηκε ταπεινά για να σώσει την ανθρωπότητα, καθοδηγώντας κάθε βήμα, βαδίζοντας ανάμεσα σ’ εκκλησίες, εκφράζοντας την αλήθεια, ποτίζοντας επιμελώς τον άνθρωπο, εξαγνίζοντάς τον και οδηγώντας τον στην τελείωση. Ο Θεός έχει δει πολλές ανοίξεις, καλοκαίρια, φθινόπωρα, χειμώνες, λαμβάνοντας την πίκρα με τη γλύκα. Τα θυσιάζει όλα χωρίς ποτέ να μετανιώνει, έδωσε την αγάπη Του ανιδιοτελώς. Έχω γευτεί την πίκρα των δοκιμασιών κι υποστεί την κρίση του Θεού. Το γλυκό ακολουθεί την πίκρα και η διαφθορά μου εξαγνίζεται. Προσφέρω την καρδιά μου, προσφέρω το σώμα μου, για να ανταποδώσω την αγάπη του Θεού. Κάποιοι απ’ τους αγαπημένους μου με απέκλεισαν, άλλοι με δυσφήμησαν. Μα η αγάπη μου για τον Θεό είν’ ακλόνητη μέχρι τέλους. Είμαι πλήρως αφοσιωμένος να ακολουθώ το θέλημα του Θεού. Υπομένω διωγμούς, δοκιμασίες, βιώνοντας τα σκαμπανεβάσματα. Δεν έχει σημασία που το υπομένω σ’ αυτήν τη ζωή, δεν έχει σημασία ότι η ζωή μου είναι γεμάτη πίκρες. Πρέπει ν’ ακολουθήσω τον Θεό και να γίνω μάρτυρας Αυτού» («Η ανταπόδοση της αγάπης του Θεού και το να είναι κανείς μάρτυράς Του» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Αναλογιζόμενη αυτό το τραγούδι, πήρα πολύ θάρρος. Ήταν αλήθεια, ακολουθούσαμε τον αληθινό Θεό και βαδίζαμε στο σωστό μονοπάτι της ζωής, σε μια χώρα που βρισκόταν υπό την ηγεμονία ενός κόμματος άθεων που έβλεπαν τον Θεό ως εχθρό τους. Ήταν γραπτό μας να περάσουμε πολλές κακουχίες, όμως όλα αυτά είχαν νόημα. Ακόμα και η παραμονή στη φυλακή ήταν κάτι το ένδοξο, καθότι βρισκόμασταν υπό διωγμό επειδή επιδιώκαμε την αλήθεια και ακολουθούσαμε την οδό του Θεού. Ήταν εντελώς διαφορετικό από τους κοσμικούς που τους φυλακίζουν επειδή διαπράττουν φρικτά εγκλήματα. Τότε σκέφτηκα όλες εκείνες τις γενεές αγίων που είχαν υποστεί διωγμούς και εξευτελισμό για χάρη της προσήλωσης στο αληθινό μονοπάτι. Όμως τώρα, μου είχε δοθεί ελεύθερα τόσο μεγάλη ποσότητα από τον λόγο του Θεού. Καταλάβαινα αλήθειες που τόσες γενεές ανθρώπων δεν είχαν μπορέσει να καταλάβουν, γνώριζα μυστήρια που τόσες γενεές δεν είχαν γνωρίσει, οπότε γιατί δεν ήμουν ικανή να αντέξω λίγη ταλαιπωρία για να γίνω μάρτυρας για τον Θεό; Όταν τα σκέφτηκα αυτά, βγήκα και πάλι από την κατάσταση της αδυναμίας που είχα περιέλθει, η καρδιά μου ήταν γεμάτη εμπιστοσύνη και δύναμη, και ήμουν αποφασισμένη να στηριχτώ στον Θεό και να αντιμετωπίσω τα αυριανά βασανιστήρια και τα αιτήματα για ομολογία με το κεφάλι ψηλά.

Μετά από 10 ημέρες, η αστυνομία με έστειλε μόνη μου στο κέντρο κράτησης. Εκεί είδα ότι όλες οι υπόλοιπες συγκρατούμενές μου ήταν μέσα για απάτη, κλοπή και παράνομες δραστηριότητες. Μόλις μπήκα μέσα, μου είπαν: «Γενικά, όποιος μπαίνει εδώ δεν ξαναβγαίνει. Περιμένουμε όλες την ετυμηγορία για εμάς, και κάποιες περιμένουν εδώ και μήνες». Κοιτάζοντάς τες, με έπιασε μεγάλη νευρικότητα και η καρδιά μου ήταν έτοιμη να σπάσει. Φοβήθηκα ότι θα μου φέρονταν άσχημα και σκέφτηκα ότι εφόσον η αστυνομία με έβαλε εδώ μαζί τους, τότε πιθανότατα να με καταδικάσουν για κακούργημα. Είχα ακούσει ότι κάποιοι αδελφοί και αδελφές είχαν πάει φυλακή έως και για οκτώ χρόνια. Δεν ήξερα πόσο μεγάλη θα ήταν η ποινή μου, και ήμουν μόλις 29 ετών! Ήταν δυνατόν να περάσω τα νιάτα μου κλειδωμένη σ’ αυτό το σκοτεινό κελί; Πώς θα περνούσαν από εδώ και πέρα οι μέρες μου; Εκείνη τη στιγμή, μου φάνηκε ότι το χωριό μου, οι γονείς μου, ο σύζυγός μου και το παιδί μου ήταν όλα τόσο μακριά από μένα. Ένιωσα σαν ένα μαχαίρι να μου τρυπάει την καρδιά, και τα μάτια μου βούρκωσαν. Ήξερα ότι είχα πέσει θύμα του τεχνάσματος του Σατανά, οπότε έκανα ένθερμη έκκληση στον Θεό, ελπίζοντας να με καθοδηγήσει για να δραπετεύσω από αυτόν τον πόνο. Στα μέσα της προσευχής μου, ένιωσα ξεκάθαρη την καθοδήγηση μέσα μου: Όταν το αντιμετωπίζεις αυτό, έχεις άδεια από τον Θεό. Όπως ακριβώς δοκιμάστηκε ο Ιώβ, μη διαμαρτύρεσαι. Στη στιγμή, θυμήθηκα τα λόγια του Θεού: «Η απόδειξη της νίκης Μου επί του Σατανά έγκειται στην αφοσίωση και την υποταγή του ανθρώπου, όπως και η απόδειξη της ολοκληρωτικής κατάκτησης του ανθρώπου από Εμένα. […] Προτιμάς να υποταχθείς σε όσα έχω σχεδιάσει (είτε είναι θάνατος είτε καταστροφή) ή να τραπείς σε φυγή στη μέση της διαδρομής για να αποφύγεις το παίδεμά Μου;» («Τι γνωρίζεις περί πίστης;» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Η κρίση και η παίδευση στα λόγια του Θεού με έκαναν να νιώσω ντροπή. Είδα ότι δεν ήμουν καθόλου ειλικρινής απέναντι στον Θεό, κι απλώς έλεγα ότι ήθελα να γίνω μια καλή μάρτυρας για Εκείνον. Ωστόσο, όταν αντιμετώπισα πραγματικά τον κίνδυνο να μπω φυλακή, το μόνο που ήθελα ήταν να δραπετεύσω. Δεν είχα καμία πρακτική ικανότητα να υποφέρω για χάρη της αλήθειας. Σκεφτόμενη τη στιγμή της σύλληψής μου, ο Θεός βρισκόταν δίπλα μου συνεχώς. Δεν με εγκατέλειψε σε κανένα βήμα της διαδρομής, από φόβο μήπως χάσω τον δρόμο μου ή σκοντάψω κάπου. Η αγάπη του Θεού για μένα ήταν ολότελα ειλικρινής και κάθε άλλο παρά κενή. Όμως εγώ ήμουν εγωίστρια και συμφεροντολόγα, και συνεχώς σκεφτόμουν τα προσωπικά μου σαρκικά κέρδη και ζημίες. Δεν ήμουν διατεθειμένη να πληρώσω κανένα τίμημα για τον Θεό, πώς θα μπορούσα να έχω την οποιαδήποτε ανθρώπινη φύση; Την οποιαδήποτε συνείδηση; Όταν τα σκέφτηκα αυτά, ένιωσα να με κατακλύζουν οι τύψεις και ένα αίσθημα υποχρέωσης. Σιωπηλά προσευχήθηκα στον Θεό και μετανόησα: Ω, Θεέ μου! Έκανα λάθος. Δεν μπορώ πλέον να προσποιούμαι και να Σε εξαπατώ. Είμαι πρόθυμη να βιώσω την πραγματικότητα για να Σε ικανοποιήσω. Ασχέτως ποια θα είναι η ποινή φυλάκισής μου, εγώ σίγουρα θα καταθέσω μαρτυρία για Σένα. Εκείνη την εποχή, ο καιρός ήταν πολύ κρύος. Οι συγκρατούμενές μου όχι μόνο δεν με παρενοχλούσαν, αλλά στην πραγματικότητα με φρόντιζαν, μου έδιναν ρούχα, επιπλέον φαγητό κατά το συσσίτιο και μοιράζονταν μαζί μου φρούτα και σνακ που είχαν αγοράσει οι ίδιες, ενώ με βοηθούσαν και με την καθημερινή εργασία μου. Ήξερα ότι όλα αυτά ήταν το σχέδιο και η διευθέτηση του Θεού, ήταν η συμπόνια που έδειχνε ο Θεός για το μικρό ανάστημά μου. Απέναντι στην αγάπη και την προστασία Του, πήρα την απόφασή μου: Ασχέτως πόσο μεγάλη θα είναι η ποινή φυλάκισής μου, εγώ θα καταθέσω μαρτυρία για τον Θεό!

Ενόσω ήμουν στο κέντρο κράτησης, η αστυνομία με ανέκρινε κάθε λίγες μέρες. Όταν κατάλαβαν ότι η τακτική της σκληρότητας δεν είχε αποτέλεσμα μαζί μου, έγιναν μαλακοί. Οι αστυνομικοί με ανέκριναν σκοπίμως με καλό τρόπο και συνομιλούσαν μαζί μου, μου έδιναν να φάω καλό φαγητό και μου είπαν ότι θα με βοηθήσουν να βρω μια καλή δουλειά. Ήξερα ότι αυτό ήταν ένα τέχνασμα του Σατανά, οπότε κάθε φορά που με ανέκριναν, εγώ απλώς προσευχόμουν στον Θεό, Του ζητούσα να με προστατεύσει και να μη με αφήσει να ξεγελαστώ από αυτά τα κόλπα. Μια φορά, κατά τη διάρκεια μιας ανάκρισης, ένας αστυνομικός αποκάλυψε τελικά τις καταχθόνιες προθέσεις τους: «Εμείς δεν έχουμε τίποτα μαζί σου· το μόνο που θέλουμε είναι να εξαρθρώσουμε την Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού. Ελπίζουμε να έρθεις με το μέρος μας». Όταν άκουσα αυτά τα μοχθηρά λόγια, εξοργίστηκα. Σκέφτηκα: Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο και μας παρέχει τα απαραίτητα και μας καθοδηγεί συνεχώς μέχρι σήμερα. Και έχει έρθει τώρα για να σώσει εκείνους που Αυτός δημιούργησε και να μας βοηθήσει να γλιτώσουμε από την άβυσσο των βασάνων μας. Τι το κακό υπάρχει σ’ αυτό; Γιατί αυτοί οι διάβολοι μισούν και λοιδορούν τόσο αυτό το γεγονός; Είμαστε δημιουργήματα του Θεού. Το να ακολουθεί κανείς και να λατρεύει τον Θεό είναι σωστό και πρέπον, οπότε γιατί ο Σατανάς μάς αντικρούει κατ’ αυτόν τον τρόπο και προσπαθεί να μας στερήσει την ελευθερία να ακολουθούμε τον Θεό; Τώρα προσπαθούν να με κάνουν μια μαριονέτα, στην προσπάθειά τους να χτυπήσουν τον Θεό. Η κυβέρνηση του ΚΚΚ είναι πραγματικά μια αγέλη δαιμόνων, αποφασισμένη να αψηφίσει τον Θεό. Είναι όλοι τους τόσο μοχθηροί αντιδραστικοί! Ήμουν γεμάτη πικρία και μισούσα το ΚΚΚ ακόμα περισσότερο, και το μόνο που ήθελα ήταν να καταθέσω μαρτυρία για τον Θεό και να παρηγορήσω την καρδιά Του. Όταν η αστυνομία κατάλαβε ότι και πάλι δεν θα μιλούσα, άρχισαν να χρησιμοποιούν ψυχολογικές μεθόδους εναντίον μου. Βρήκαν τον σύζυγό μου μέσω της China Mobile και τον έφεραν μαζί με το παιδί μου για να με πείσουν. Ο σύζυγός μου ήταν αρχικά σύμφωνος με την πίστη μου στον Θεό, όμως αφότου παραπλανήθηκε από την αστυνομία, μου έλεγε ξανά και ξανά: «Σε ικετεύω να εγκαταλείψεις την πίστη σου. Σκέψου τουλάχιστον το παιδί μας, αν δεν σκέφτεσαι εμένα. Θα έχει τρομερό αντίκτυπο πάνω του αν η μητέρα του μπει στη φυλακή…» Όταν ο σύζυγός μου κατάλαβε ότι τα λόγια του δεν θα μου άλλαζαν άποψη, είπε αυτές τις βαριές κουβέντες: «Είσαι τόσο ξεροκέφαλη και δεν ακούς τίποτα. Αν είναι έτσι, τότε θα πάρω διαζύγιο!» Η λέξη «διαζύγιο» μού τρύπησε την καρδιά. Με έκανε να μισήσω ακόμα πιο πολύ την κυβέρνηση του ΚΚΚ. Ήταν ο διασυρμός και ο σπόρος της διχόνοιας από το ΚΚΚ που έκαναν τον σύζυγό μου να μισεί το έργο του Θεού κατ’ αυτόν τον τρόπο και να μου λέει τόσο σκληρά λόγια. Η κυβέρνηση του ΚΚΚ είναι ο πραγματικός ένοχος που καλεί τους απλούς ανθρώπους να υβρίζουν τον Ουρανό! Αυτή ήταν επίσης η ένοχος για την υπονόμευση των συναισθημάτων ανάμεσα σε μένα και τον σύζυγό μου! Με αυτήν τη σκέψη, δεν ήθελα να πω τίποτε άλλο στον σύζυγό μου. Του είπα απλώς ήρεμα: «Τότε βιάσου και πάρε το παιδί μας πίσω στο σπίτι». Όταν οι αστυνομικοί είδαν ότι δεν έπιασε αυτή η τακτική, θύμωσαν τόσο πολύ που βάδιζαν πέρα-δώθε μπροστά από το γραφείο τους και μου τσίριζαν: «Έχουμε προσπαθήσει τόσο σκληρά και δεν έχουμε αποσπάσει ούτε μία απάντηση από σένα! Αν εξακολουθήσεις να αρνείσαι να μιλήσεις, θα σε χαρακτηρίσουμε ως την επικεφαλής αυτής της περιοχής, ως πολιτική κρατούμενη! Αν δεν μιλήσεις σήμερα, δεν θα έχεις άλλη ευκαιρία!» Όσο όμως κι αν ξεσπούσαν και παραληρούσαν, εγώ μέσα μου προσευχόμουν στον Θεό, ζητώντας Του να ενισχύσει την πίστη μου.

Κατά τη διάρκεια της ανάκρισής μου, υπήρχε ένας ύμνος των λόγων του Θεού που συνέχιζε να με καθοδηγεί εκ των έσω: «Στο έργο των εσχάτων ημερών, αυτό που απαιτείται από εμάς είναι υπέρτατη πίστη και αγάπη. Μπορεί να παραπατήσουμε με την παραμικρή απροσεξία, διότι αυτό το στάδιο του έργου είναι διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα: Αυτό που ο Θεός οδηγεί στην τελείωση είναι η πίστη της ανθρωπότητας, η οποία είναι και αόρατη και άυλη. Αυτό που κάνει ο Θεός είναι να μετατρέπει τα λόγια σε πίστη, σε αγάπη και σε ζωή. Οι άνθρωποι πρέπει να φτάσουν σε ένα σημείο, όπου να έχουν υπομείνει εκατοντάδες εξευγενισμούς και να διαθέτουν πίστη μεγαλύτερη κι από του Ιώβ. Πρέπει να υπομείνουν απίστευτο πόνο και κάθε λογής μαρτύρια χωρίς να εγκαταλείψουν ποτέ τον Θεό. Όταν είναι υπάκουοι μέχρι θανάτου, κι έχουν μεγάλη πίστη στον Θεό, τότε αυτό το στάδιο του έργου του Θεού έχει ολοκληρωθεί» («Ο Θεός τελειοποιεί την πίστη» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Χάρη στην πίστη και τη δύναμη που λάμβανα από τα λόγια του Θεού καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάκρισης, έδειχνα πολύ αγέρωχη. Όταν όμως επέστρεψα στο κελί μου, άθελα μου ένιωθα κάπως αδύναμη και πληγωμένη. Απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα, ο σύζυγός μου θα με χώριζε πραγματικά και δεν θα είχα πλέον σπιτικό. Επίσης, δεν ήξερα ποια θα ήταν η ποινή της φυλάκισής μου. Μέσα στον πόνο μου, σκέφτηκα αυτά τα λόγια του Θεού: «Τώρα θα πρέπει να είσαι σε θέση να δεις ξεκάθαρα το μονοπάτι που πήρε ο Πέτρος. Εάν μπορείς να δεις το μονοπάτι του Πέτρου καθαρά, τότε θα είσαι σίγουρος για το έργο που γίνεται σήμερα, έτσι δεν θα διαμαρτύρεσαι, ούτε θα είσαι παθητικός, ούτε θα λαχταράς οτιδήποτε. Θα πρέπει να βιώσεις τη διάθεση του Πέτρου εκείνη την εποχή: Ήταν χτυπημένος από τη θλίψη· δεν αποζητούσε πλέον το μέλλον ή οποιαδήποτε ευλογία. Δεν επιδίωκε το κέρδος, την ευτυχία, τη δόξα ή τα πλούτη στον κόσμο· το μόνο που επιδίωκε ήταν να ζήσει την πιο ουσιαστική ζωή, δηλαδή να ξεπληρώσει την αγάπη του Θεού και να αφιερώσει στον Θεό αυτό που θεωρούσε άκρως πολυτιμότερο. Τότε θα ήταν ικανοποιημένος μέσα του» («Πώς ο Πέτρος κατάφερε να γνωρίσει τον Ιησού» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Συγκινήθηκα βαθιά από τα έργα του Πέτρου, και αυτό υποκίνησε τη θέλησή μου να εγκαταλείψω τα πάντα για να ικανοποιήσω τον Θεό. Ήταν αλήθεια. Όταν ο Πέτρος έφτασε στο απώτατο σημείο δυστυχίας, εξακολουθούσε να είναι ικανός να την αντέξει και να ικανοποιήσει τον Θεό. Δεν το έκανε για τις προσωπικές του προοπτικές ή για τη δική του μοίρα, ούτε προς όφελός του και, στο τέλος, όταν σταυρώθηκε ανάποδα, έγινε ένας καλός και ηχηρός μάρτυρας για τον Θεό. Εγώ, από την άλλη, είχα την καλοτυχία να ακολουθώ τον ενσαρκωμένο Θεό, να απολαμβάνω τις ατελείωτες παροχές Του για τη ζωή μου, όπως και τη χάρη και τις ευλογίες Του, αλλά δεν είχα ποτέ πληρώσει οποιοδήποτε πραγματικό τίμημα για τον Θεό. Και όταν με χρειάστηκε για να καταθέσω μαρτυρία γι’ Αυτόν, εγώ δεν μπορούσα να Τον ικανοποιήσω έστω αυτή τη μία φορά; Μήπως αν έχανα αυτήν την ευκαιρία, θα το μετάνιωνα για όλη μου τη ζωή; Όταν το σκέφτηκα αυτό, προσδιόρισα τη θέλησή μου ενώπιον του Θεού: Ω, Θεέ μου, είμαι πρόθυμη να ακολουθήσω το παράδειγμα του Πέτρου. Ασχέτως ποια θα είναι η κατάληξή μου, ακόμα κι αν θα πρέπει να χωρίσω ή να πάω φυλακή, δεν θα Σε προδώσω! Αφότου προσευχήθηκα, ένιωσα ένα κύμα δύναμης να φουσκώνει μέσα μου. Δεν θα σκεφτόμουν πλέον το αν θα με καταδίκαζαν ή όχι, και πόσο μεγάλη θα ήταν η ποινή, ούτε θα σκεφτόμουν πλέον το αν θα μπορούσα ή όχι να γυρίσω στο σπίτι μου και να ξαναβρώ την οικογένειά μου. Θα σκεφτόμουν μόνο ότι ακόμα μία μέρα μέσα στη φωλιά των δαιμόνων θα ήταν ακόμα μία ημέρα κατάθεσης μαρτυρίας για τον Θεό, και ακόμα κι αν με έβαζαν μέσα, εγώ μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν θα ενέδιδα στον Σατανά. Όταν εγκατέλειψα πραγματικά τον εαυτό μου, πήρα πραγματικά μια γεύση της αγάπης και της τρυφερότητας του Θεού. Λίγες ημέρες αργότερα, απόγευμα ήταν, ήρθε ξαφνικά ένας φρουρός και μου είπε: «Μάζεψε τα πράγματά σου, μπορείς να πας στο σπίτι σου». Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου! Ήμουν απίστευτα ενθουσιασμένη. Ο Σατανάς είχε χάσει αυτή τη μάχη στον πνευματικό πόλεμο και στο τέλος δοξάστηκε ο Θεός!

Μετά από 36 ημέρες κράτησης και δίωξης από την αστυνομία του ΚΚΚ, είχα αποκτήσει μια πραγματική κατανόηση για το τι σημαίνει βάρβαρη τυραννία, όπως και για την επαναστατική και αντιδραστική ουσία της κυβέρνησης του ΚΚΚ. Από τότε ανέπτυξα ένα βαθύ μίσος γι’ αυτήν. Ξέρω ότι κατά τη διάρκεια αυτών των αντιξοοτήτων, ο Θεός ήταν πάντοτε μαζί μου, με διαφώτιζε, με καθοδηγούσε και μου έδινε τη δυνατότητα να ξεπερνάω τη βαρβαρότητα και τις δοκιμασίες του Σατανά βήμα-βήμα. Αυτό μου έδωσε μια πραγματική εμπειρία από το γεγονός ότι τα λόγια του Θεού είναι πραγματικά η ζωή της ανθρωπότητας και η δύναμή μας. Μπόρεσα επίσης να αναγνωρίσω πλήρως ότι ο Θεός είναι ο Κύριός μας και εξουσιάζει τα πάντα, και όσα κόλπα και αν κάνει ο Σατανάς, πάντοτε θα νικιέται από τον Θεό. Το ΚΚΚ αποπειράθηκε να βασανίσει τη σάρκα μου ώστε να με αναγκάσει να προδώσω τον Θεό, να Τον απαρνηθώ, όμως τα βάρβαρα βασανιστήριά του όχι μόνο δεν με λύγισαν, παρά αντιθέτως ενίσχυσαν την αποφασιστικότητά μου και μου έδωσαν τη δυνατότητα να δω καλά τη μοχθηρή του όψη, να βιώσω την αγάπη και τη σωτηρία του Θεού. Ευχαριστώ τον Θεό από τα βάθη της καρδιάς μου!

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

Άθραυστη πίστη

Από τον Μενγκ Γιονγκ, Κίνα Είμαι καλός άνθρωπος από τη φύση μου. Σε αυτή τη σκοτεινή και κακή κοινωνία, έπεφτα πάντα θύμα εκφοβισμού των...

Με την καθοδήγηση των λόγων του Θεού, νίκησα την καταπίεση των δυνάμεων του σκότους

Πίστευα στον Κύριο Ιησού μαζί με τη μητέρα μου από τότε που ήμουν κοριτσάκι· την εποχή που ακολουθούσα τον Κύριο Ιησού, συχνά με συγκινούσε η αγάπη Του. Ένοιωθα ότι μας αγαπούσε τόσο πολύ, που σταυρώθηκε και έχυσε και την τελευταία σταγόνα του αίματός Του, για να μας λυτρώσει. Εκείνον τον καιρό, οι αδελφοί και οι αδελφές της εκκλησίας μας ήταν όλοι στοργικοί και υποστηρικτικοί μεταξύ τους, αλλά, δυστυχώς, η πίστη μας στον Κύριο συνάντησε διωγμούς και καταπιέσεις στα χέρια της κυβέρνησης του ΚΚΚ. Το ΚΚΚ ορίζει τον Χριστιανισμό και τον Καθολικισμό ως «Σιε Τζιάο» και χαρακτηρίζει τις συναθροίσεις στις κατ’ οίκον εκκλησίες ως «παράνομες συγκεντρώσεις». Η αστυνομία συχνά έκανε επιδρομές στα μέρη όπου μαζευόμασταν, λέγοντάς μας ότι, για να μπορούμε να οργανώνουμε συναθροίσεις, πρώτα έπρεπε να πάρουμε έγκριση και άδεια από την κυβέρνηση, αλλιώς θα μας συλλάμβαναν και θα μας επέβαλλαν πρόστιμο ή θα μας έστελναν στη φυλακή. Μια φορά, η μητέρα μου και πέντε-έξι άλλοι αδελφοί και αδελφές συνελήφθησαν και ανακρίνονταν για μια ολόκληρη μέρα. Στο τέλος, η αστυνομική έρευνα επιβεβαίωσε ότι όλοι τους ήταν συνηθισμένοι χριστιανοί και τους άφησαν ελεύθερους. Από τότε, όμως, έπρεπε να συναντιόμαστε κρυφά, για να αποφεύγουμε τις κυβερνητικές επιδρομές. Παρ’ όλα αυτά, η πίστη μας δεν εξασθένισε ποτέ. Στα τέλη του 1998, ένας συγγενής μου μού κήρυξε ότι ο Κύριος Ιησούς είχε επιστρέψει ως Παντοδύναμος Θεός, ο οποίος είχε ενσαρκωθεί κατά τις έσχατες ημέρες. Ο εν λόγω συγγενής μού διάβασε, επίσης, πολλά από τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού, τα οποία βρήκα απολύτως συναρπαστικά. Απέκτησα τη βεβαιότητα ότι τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού είναι οι ομιλίες από το Άγιο Πνεύμα προς τις εκκλησίες, και ότι ο Παντοδύναμος Θεός είναι ο επιστρέψας Κύριος Ιησούς. Η σκέψη ότι μπορούσα πραγματικά να ξανασυναντήσω τον Κύριο κατά τη διάρκεια της ζωής μου, με συγκίνησε πέρα από κάθε περιγραφή και έκλαψα από χαρά. Από τότε, καθημερινά καταβρόχθιζα αχόρταγα τα λόγια του Θεού και, μέσα από αυτά, έφτασα να κατανοήσω πολλές αλήθειες και μυστήρια —έτσι, το διψασμένο μου πνεύμα ποτίστηκε και τράφηκε. Απολαμβάνοντας τη χαρά και παρηγοριά που μας έφερε το σπουδαίο έργο του Αγίου Πνεύματος, ο σύζυγός μου και εγώ βουτήξαμε στην ευτυχία και τη χαρά της επανένωσης με τον Κύριο. Συχνά, μαθαίναμε να τραγουδάμε ύμνους και να χορεύουμε με άλλους αδελφούς και αδελφές προς δόξα του Θεού, και συγκεντρωνόμασταν τακτικά για να συναναστραφούμε πάνω στα λόγια Του. Το πνεύμα μου αισθανόταν ανανεωμένο και αναζωογονημένο, και ένοιωθα σαν να μπορούσα να δω ήδη μπροστά στα μάτια μου την όμορφη σκηνή της βασιλείας που γίνεται ορατή επί γης και όλοι χαίρονται. Ωστόσο, δεν θα μπορούσα ποτέ να προβλέψω ότι, καθώς ακολουθούσαμε τον Θεό και βαδίζαμε στον σωστό δρόμο στη ζωή με ολοένα αυξανόμενη πίστη, η κυβέρνηση του ΚΚΚ θα άρχιζε να μας διώκει σκληρά.

Ο λόγος του Θεού δημιουργεί θαύματα ζωής

Η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν μικρό κορίτσι, κι έτσι χρειάστηκε να αναλάβω το βαρύ φορτίο των οικιακών ευθυνών από νεαρή ηλικία. Αφού παντρεύτηκα, οι ευθύνες μου έγιναν τόσο επίπονες που μόλις και μετά βίας μπορούσα να αναπνεύσω υπό το βάρος τους. Έχοντας βιώσει αρκετές δυσκολίες και δυστυχία στη ζωή, με την πάροδο του χρόνου ένιωθα κατάθλιψη και απογοήτευση, ήμουν χαμηλών τόνων και επιφυλακτική, και σπαταλούσα άσκοπα τη μία μέρα μετά την άλλη. Το 2002, όταν μερικοί αδελφοί και αδελφές μοιράστηκαν μαζί μου το ευαγγέλιο του έργου του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες, το αποδέχθηκα με χαρά και στη συνέχεια έφερα μαζί μου ενώπιον του Θεού και τον σύζυγο και τα παιδιά μου. Από εκεί και πέρα, αδελφοί και αδελφές έρχονταν συχνά σπίτι μας για συγκεντρώσεις και συναναστρεφόμασταν σχετικά με τον λόγο του Θεού, ψάλλαμε, χορεύαμε και Τον αινούσαμε· αυτό μου έδινε απίστευτη ευχαρίστηση και δεν αισθανόμουν πλέον κατάθλιψη ή ανησυχία. Τα παιδιά μου έλεγαν ότι φαίνομαι νεότερη και πιο χαρούμενη όλη την ώρα. Συχνά διαβάζαμε τον λόγο του Θεού μαζί ως οικογένεια και, μέσα από τον λόγο Του, καταλήξαμε να κατανοούμε πολλές αλήθειες, καθώς και το επείγον θέλημά Του να σώσει την ανθρωπότητα. Ταξίδευα παντού, διέδιδα το ευαγγέλιο και γινόμουν μάρτυρας για τον Θεό ώστε να ξεπληρώσω την αγάπη Του και να επιτρέψω σε όσους είχαν υποστεί, όπως εγώ, το μαρτύριο του Σατανά, να έλθουν ενώπιον του Θεού και να σωθούν από Αυτόν το συντομότερο δυνατό. Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι, εξαιτίας αυτού, θα γινόμουν στόχος σκληρής δίωξης από την κυβέρνηση του ΚΚΚ.

Το βίωμα μιας βάναυσης δίωξης έχει ενδυναμώσει την πίστη μου στον Θεό

Ονομάζομαι Ζάο Ρουί. Λόγω της χάριτος του Θεού, σύσσωμη η οικογένειά μου άρχισε να ακολουθεί τον Κύριο Ιησού το 1993. Το 1996, όταν ήμουν δεκαέξι, με τράβηξε η αγάπη του Κυρίου Ιησού και άρχισα να εργάζομαι στην εκκλησία και να κηρύττω. Ωστόσο, όχι πολύ αργότερα, άρχισα να παρατηρώ πολλά πράγματα μέσα στην εκκλησία που με απογοήτευαν οικτρά. Συνεργάτες επιδίδονταν σε ίντριγκες μεταξύ τους, περιθωριοποιούσαν αλλήλους και ανταγωνίζονταν για εξουσία και οικονομικό κέρδος. Ήταν λες και η διδασκαλία του Κυρίου να αγαπάμε αλλήλους είχε προ πολλού λησμονηθεί. Εκείνα τα κηρύγματα προσφοράς έδειχναν να μην έχουν τίποτα να πουν και δεν υπήρχε ευχαρίστηση να αντλήσει κανείς από την εκκλησιαστική ζωή. Πολλές αδελφές και πολλοί αδελφοί είχαν γίνει αρνητικοί και αδύναμοι και μέχρι που έπαψαν να παρευρίσκονται σε συναθροίσεις… Αντιμέτωπη με την ψυχρότητα και ερήμωση της εκκλησίας, ένιωθα ιδιαίτερα πικραμένη και αδύναμη. Τον Ιούλιο του 1999, από μία θαυμαστή ενορχήστρωση και ρύθμιση του Θεού, καλωσόρισα την επιστροφή του Κυρίου Ιησού —τον Παντοδύναμο Θεό. Μέσα από αναγνώσεις των λόγων του Παντοδύναμου Θεού και την ανάμειξή μου στη ζωή της εκκλησίας, απολάμβανα για άλλη μία φορά το έργο του Αγίου Πνεύματος. Όταν παρευρισκόμουν σε συναθροίσεις με τους αδελφούς και τις αδελφές μου, ο θρησκευτικός τρόπος ζωής που είχα ακολουθήσει κάποτε εκμηδενιζόταν. Ο καθένας μπορούσε να πει πώς πραγματικά ένιωθε, συναναστρεφόμασταν για το φως που μας παρείχε η διαφώτιση του Αγίου Πνεύματος και συζητούσαμε πώς βιώναμε τον λόγο του Θεού, όπως και πώς να βασιζόμαστε στον Θεό για να απαλλαγούμε από τη διαφθορά. Επιπλέον, οι αδελφοί και οι αδελφές ζούσαν με τρόπο πολύ ευσεβή και αξιοπρεπή. Συγχωρούσαν και ανέχονταν τα ελαττώματα και τα δείγματα διαφθοράς ο ένας του άλλου και ήταν αλληλέγγυοι. Αν κάποιος περνούσε δυσκολίες, κανείς δεν τον υποτιμούσε ούτε τον ταπείνωνε, αλλά αναζητούσαν την αλήθεια από κοινού για να βρεθεί λύση στα προβλήματά τους. Αυτή ήταν η ζωή στην εκκλησία που ανέκαθεν επιθυμούσα —η αληθινή οδός, την οποία αναζητούσα τόσα χρόνια! Είχα, εντέλει, επιστρέψει ενώπιον του Θεού μετά από τόσα χρόνια που ήμουν χαμένη! Ανέλαβα μια δέσμευση απέναντι στον Θεό: «Θα φέρω εκείνες τις αθώες ψυχές που ζουν ακόμα στο σκοτάδι ενώπιον του Θεού, θα τους δώσω τη δυνατότητα να ζήσουν με την καθοδήγηση και την ευλογία του έργου του Αγίου Πνεύματος και να ποτιστούν με το θείο ζων ύδωρ της ζωής. Αυτή είναι η αποστολή μου ως πλάσμα και είναι ο πιο ουσιαστικός και πολύτιμος τρόπος να ζω τη ζωή μου». Και με αυτό, ρίχτηκα στην εκτέλεση των καθηκόντων μου.

Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger