Η Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού Εφαρμογή

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Η ιστορία του Ιώβ: Οι τρεις κύριες εκδηλώσεις του φόβου του Ιώβ για τον Θεό

42

Περιεχόμενα

Ο Ιώβ είχε μια θεοφοβούμενη καρδιά και δεν έκανε στη ζωή του τίποτα που να δυσαρεστούσε τον Θεό

Ο Ιώβ είχε θεοφοβούμενη καρδία και μπορούσε να υποταχθεί στην κυριαρχία του Θεού και στα σχέδιά Του κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών του

Ο Ιώβ είχε θεοφοβούμενη καρδιά και επέπληξε τη σύζυγό του — γνώριζε πολύ καλά τι να αγαπά και τι να μισεί και διέθετε αίσθημα δικαιοσύνης

Από τον Τσόου Μινγκ

Κάθε φορά που αναφέρονται οι λέξεις «έχω φόβο Θεού», οι περισσότεροι άνθρωποι θα σκεφτούν την ιστορία του Ιώβ στη Βίβλο. Ο Ιώβ σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό, κατέθεσε μαρτυρία για τον Θεό κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών του, κέρδισε τον έπαινο και τις ευλογίες του Θεού και βίωσε μια άξια και γεμάτη νόημα ζωή την οποία εμείς θαυμάζουμε τόσο πολύ σήμερα. Τώρα, ας κάνουμε μια ανασκόπηση του Βιβλίου του Ιώβ κι ας ρίξουμε μια λεπτομερή ματιά στους τρόπους με τους οποίους ο Ιώβ εκδήλωσε τον φόβο του για τον Θεό, κι αυτό θα μας βοηθήσει να αποκτήσουμε κάποια νέα κατανόηση και είσοδο στην αλήθεια του να έχει κανείς φόβο Θεού.

1. Ο Ιώβ είχε μια θεοφοβούμενη καρδιά και δεν έκανε στη ζωή του τίποτα που να δυσαρεστούσε τον Θεό

Αναφέρεται στο Βιβλίο του Ιώβ 1:5: «Και ότε ετελείονον αι ημέραι του συμποσίου, έστελλεν ο Ιώβ και ηγίαζεν αυτούς, και εξεγειρόμενος πρωΐ προσέφερεν ολοκαυτώματα κατά τον αριθμόν πάντων αυτών· διότι έλεγεν ο Ιώβ, Μήπως οι υιοί μου ημάρτησαν και εβλασφήμησαν τον Θεόν εν τη καρδία αυτών. Ούτως έκαμνεν ο Ιώβ, πάντοτε».

Ο Ιώβ διέθετε μεγάλο πλούτο και αποκαλούταν ο σπουδαιότερος των ανθρώπων μεταξύ όσων κατοικούσαν στην ανατολή· ήταν το ισοδύναμο ενός σύγχρονου εκατομμυριούχου. Σ’ εμάς φαίνεται ότι ο Ιώβ ζούσε μια τόσο πολυτελή ζωή που λογικά θα του ταίριαζε να διοργανώνει περιστασιακά γιορτές και δεν θα θεωρούταν υπερβολικό γι’ αυτόν να διάγει έναν πολυτελή και πολυδάπανο τρόπο ζωής. Κι όμως, ο Ιώβ δεν διοργάνωνε γιορτές κι ούτε καν παρευρισκόταν στις γιορτές που διοργάνωναν τα παιδιά του. Ίσως αυτό προκαλέσει μια μικρή σύγχυση σε ορισμένους ανθρώπους και εκείνοι αναρωτηθούν αν ο Ιώβ ήταν απλά υπερβολικά οπισθοδρομικός και συντηρητικός. Στην πραγματικότητα ο Ιώβ έθετε πάντα αυστηρές απαιτήσεις στον εαυτό του και διατηρούσε πάντα την καλύτερή του συμπεριφορά στη ζωή, κι αυτή η συμπεριφορά συνδεόταν άμεσα με τον φόβο του για τον Θεό. Ως άνθρωποι, δεν έχουμε δύναμη να ξεπεράσουμε την αμαρτία και όταν παρευρισκόμαστε σε γιορτές, τότε μας κατακλύζει η επιθυμία να φάμε, να πιούμε και να διασκεδάσουμε, μπορεί να γίνουμε άπληστοι με τις σωματικές απολαύσεις, να είμαστε επιρρεπείς στο να αποφεύγουμε τον Θεό, να χάσουμε τη φυσιολογική σχέση μας με τον Θεό και ακόμη να κάνουμε πράγματα που ίσως δυσαρεστήσουν τον Θεό. Ο Ιώβ ήταν ξεκάθαρος στην καρδιά του ως προς αυτό και γι’ αυτό προτιμούσε να ζει μια απλή και λιτή ζωή παρά να κάνει οτιδήποτε που ίσως δυσαρεστήσει τον Θεό. Είναι ξεκάθαρο πως αυτού του είδους η συμπεριφορά δεν σήμαινε πως ο Ιώβ ήταν οπισθοδρομικός και συντηρητικός, μα αντίθετα σήμαινε πως εκείνος ακολουθούσε στην καρδιά του την οδό του σεβασμού προς τον Θεό και της αποφυγής του κακού. Δεν έδινε καμία σημασία στη σάρκα του και καμία προσοχή στο να απολαύσει μια υψηλής ποιότητας υλιστική ζωή. Αντίθετα, το κίνητρο πίσω από όλα όσα έλεγε και έκανε ήταν να ικανοποιήσει το θέλημα του Θεού και να μην κάνει τίποτα που ίσως δυσαρεστήσει τον Θεό.

Ο Ιώβ δεν φοβόταν μόνο μήπως παραστρατήσει από την οδό του Θεού, μα ανησυχούσε κιόλας ότι τα παιδιά του θα δυσαρεστούσαν τον Θεό με τις συχνές τους γιορτές. Από αυτό μπορούμε να αντιληφθούμε ότι ο Ιώβ δεν ενέδιδε στις αμαρτίες των παιδιών του λόγω των οικογενειακών τους δεσμών, μα αντίθετα απεχθανόταν και σιχαινόταν τα γλέντια των παιδιών του, διότι γνώριζε ότι τα μισούσε και ο Θεός. Όποτε τελείωνε κάποια γιορτή, ο Ιώβ έστελνε έναν υπηρέτη να πει στα παιδιά του να καθαγιαστούν, ενώ ο ίδιος συχνά έκαιγε προσφορές θυσίας για χάρη τους. Γράφει στη Βίβλο, «Ούτως έκαμνεν ο Ιώβ, πάντοτε». Αυτό δείχνει ακόμα περισσότερο ότι ο Ιώβ είχε φόβο Θεού στην καρδιά του· η συμπεριφορά του και οι εκφράσεις του φόβου του για τον Θεό δεν ήταν απλώς επιφανειακές, κι ακόμα περισσότερο δεν ήταν πρακτικές που προέρχονταν από περιστασιακά αισθήματα ενθουσιασμού ή από μια εφήμερη διέγερση των συναισθημάτων του. Αντίθετα, ακολουθούσε στην καρδιά του την οδό του σεβασμού προς τον Θεό και της αποφυγής του κακού, κάτι που ξεκινούσε από τα μικροπράγματα. Όπως αναφέρει ο λόγος του Θεού: «Ο Ιώβ δεν πήγαινε να ελέγξει τι έκαναν οι γιοί του περιστασιακά ή όποτε ήθελε, ούτε εξομολογούταν στον Θεό μέσω της προσευχής. Αντ’ αυτού, έστελνε τακτικά και αγίαζε τους γιους του και θυσίαζε ολοκαυτώματα γι’ αυτούς. Το “πάντοτε” εδώ δεν σημαίνει ότι το έκανε για μία ή δύο μέρες ή άπαξ. Σημαίνει ότι η εκδήλωση του σεβασμού του Ιώβ για τον Θεό δεν ήταν προσωρινή και δεν σταματούσε στη θεωρία ή στα προφορικά λόγια. Αντιθέτως, η οδός του σεβασμού προς τον Θεό και της αποφυγής του κακού καθοδηγούσε την καρδιά του, υπαγόρευε τη συμπεριφορά του και ήταν μέσα στην καρδιά του η ρίζα της ύπαρξής του. Το ότι τα έκανε αυτά πάντοτε δείχνει ότι, στην καρδιά του, συχνά φοβόταν μήπως ο ίδιος είχε αμαρτήσει κατά του Θεού και φοβόταν μήπως οι γιοι και οι κόρες του είχαν αμαρτήσει κατά του Θεού. Αντιπροσωπεύει μάλιστα πόση βαρύτητα είχε ο σεβασμός για τον Θεό και η αποφυγή του κακού μέσα στην καρδιά του» (Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β’).

2. Ο Ιώβ είχε θεοφοβούμενη καρδία και μπορούσε να υποταχθεί στην κυριαρχία του Θεού και στα σχέδιά Του κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών του

Ο Σατανάς κατηγόρησε τον Ιώβ ενώπιον του Θεού και, αφού ο Θεός έδωσε την άδειά Του, ο Σατανάς μετά βίας μπορούσε να κρατηθεί για να μην βάλει σε πειρασμό τον Ιώβ. Λίγο μετά, χτύπησαν η μία μετά την άλλη οι ειδήσεις ότι τα ζωντανά του Ιώβ είχαν κλαπεί, ότι οι υπηρέτες του είχαν σφαχτεί και ότι και τα δέκα παιδιά του είχαν χάσει τη ζωή τους. Μονομιάς, ο Ιώβ πέρασε από το να έχει τα πάντα στο να μην έχει τίποτα. Μπορούμε να φανταστούμε πόσο τρομερό θα ήταν αυτό και κανείς δεν θα μπορούσε να το αντέξει, όποιος κι αν ήταν αυτός. Κι όμως, ο Ιώβ συμπεριφέρθηκε πολύ ήρεμα· δεν πανικοβλήθηκε και δεν έστειλε κανέναν να ανακτήσει την κλεμμένη περιουσία του. Αντ’ αυτού «σηκωθείς ο Ιώβ διέσχισε το επένδυμα αυτού και εξύρισε την κεφαλήν αυτού και έπεσεν επί την γην και προσεκύνησε». Η ηρεμία που επέδειξε ήταν εντελώς απρόσμενη. Τα λόγια του Θεού λένε: «Ο Ιώβ ήταν πολύ ήρεμος και είχε καθαρό μυαλό τότε. Η άμεμπτη και ευθεία ανθρώπινη φύση του τού επέτρεψε με ορθολογικό και φυσικό τρόπο να προβεί σε ακριβείς κρίσεις και αποφάσεις σχετικά με τις συμφορές που τον είχαν πλήξει και, κατά συνέπεια, συμπεριφέρθηκε με ασυνήθιστη ηρεμία: “Τότε σηκωθείς ο Ιώβ διέσχισε το επένδυμα αυτού και εξύρισε την κεφαλήν αυτού και έπεσεν επί την γην και προσεκύνησε”. “Διέσχισε το επένδυμα αυτού” σημαίνει ότι γδύθηκε και ήταν γυμνός. “Εξύρισε την κεφαλήν αυτού” σημαίνει ότι είχε επιστρέψει ενώπιον του Θεού ως νεογέννητο βρέφος. “Έπεσεν επί γην και προσεκύνησε” σημαίνει ότι είχε έρθει στον κόσμο γυμνός, και χωρίς υπάρχοντα και σήμερα, επέστρεφε στον Θεό ως νεογέννητο βρέφος. Τη στάση του Ιώβ έναντι όλων όσα τον έπληξαν δεν θα μπορούσε να την υιοθετήσει κανένα από τα πλάσματα του Θεού. Η πίστη του στον Ιεχωβά Θεό υπερέβη τη σφαίρα της πίστης. Αυτός ήταν ο σεβασμός του για τον Θεό, και η υπακοή του στον Θεό, και δεν ήταν μόνο σε θέση να ευχαριστήσει τον Θεό διότι του πρόσφερε, αλλά και γιατί αφαίρεσε απ’ αυτόν. Επιπλέον, ήταν σε θέση να αναλάβει την ευθύνη να επιστρέψει όλα όσα κατείχε, συμπεριλαμβανομένης της ζωής του» (Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β’). «Παρόλο που δεν είδε τον Θεό, συνειδητοποίησε ότι ο Θεός όντως υπήρχε και εξαιτίας αυτής της συνειδητοποίησης, σεβόταν τον Θεό — και λόγω του σεβασμού του για τον Θεό, ήταν σε θέση να υπακούσει στον Θεό. Άφησε στον Θεό ελεύθερο το πεδίο να πάρει ό,τι είχε, εντούτοις δεν διαμαρτυρήθηκε και έπεσε κάτω ενώπιον του Θεού και Του είπε ότι, εκείνη τη στιγμή, ακόμα κι αν ο Θεός έπαιρνε τη σάρκα του, θα Τον άφηνε να το πράξει με χαρά, αδιαμαρτύρητα. Ολόκληρη η διαγωγή του οφείλεται στην άμεμπτη και ευθεία ανθρώπινη φύση του. Με άλλα λόγια, ως αποτέλεσμα της αθωότητας, της εντιμότητας και της καλοσύνης του, ο Ιώβ έμεινε ακλόνητος στη συνειδητοποίηση και τη βίωση της ύπαρξης του Θεού, και επί αυτής της βάσης έθεσε απαιτήσεις στον εαυτό του και τυποποίησε τη σκέψη, τη συμπεριφορά, τη διαγωγή και τις αρχές των πράξεών του ενώπιον του Θεού σύμφωνα με την καθοδήγησή του από τον Θεό και τα έργα του Θεού που είχε δει μεταξύ των πάντων. Με την πάροδο του χρόνου, οι εμπειρίες του δημιούργησαν έναν αληθινό και πραγματικό σεβασμό για τον Θεό και τον έκαναν να αποφεύγει το κακό. Αυτή ήταν η πηγή της ακεραιότητας στην οποία ο Ιώβ παρέμενε σταθερός» (Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β’).

Αντιμέτωπος με τόσο ισχυρές δοκιμασίες, ο Ιώβ δεν παραπονέθηκε, μα κατάφερε να πέσει πρηνής στο έδαφος και να δοξάσει το άγιο όνομα του Ιεχωβά. Υποτάχθηκε στο γεγονός ότι ο Θεός τού είχε πάρει τα πάντα — αυτό αποτέλεσε εκδήλωση του φόβου του Ιώβ για τον Θεό. Ο χαρακτήρας του Ιώβ ήταν ακέραιος, έντιμος, αγνός και καλός. Στους ανθρώπους, στα γεγονότα και στα πράγματα που συναντούσε κάθε μέρα προσπαθούσε να κατανοήσει την κυριαρχία του Θεού και βάδιζε το μονοπάτι του σεβασμού προς τον Θεό και της αποφυγής του κακού. Μέσω των εμπειριών που βίωσε για δεκαετίες, παρόλο που ο Ιεχωβά Θεός δεν εμφανίστηκε ποτέ σ’ αυτόν, ο Ιώβ έγινε στ’ αλήθεια μάρτυρας της κυριαρχίας και των πράξεων του Θεού και σιγουρεύτηκε ακόμα περισσότερο για την αληθινή ύπαρξή Του· έτσι, αναπτύχθηκε μέσα του μια θεοφοβούμενη καρδιά. Κατάλαβε, επίσης, ότι ο πλούτος, η ιδιοκτησία και τα παιδιά που είχε στη ζωή του, όλα του είχαν δοθεί από τον Θεό και ο άνθρωπος μόνος του ποτέ δεν θα μπορούσε να αποκτήσει αυτά τα πράγματα με τις δικές του προσπάθειες αν δεν επέλεγε ο Θεός να του τα παραχωρήσει. Επομένως, όταν εκλάπη η ιδιοκτησία του και τα παιδιά του βρήκαν τέτοιον ατυχή χαμό, ο Ιώβ γνώριζε πολύ καλά μέσα στην καρδιά του ότι επρόκειτο για τη δοκιμασία του Θεού που είχε επέλθει πάνω του. Έτσι, το αίσθημα ορθολογισμού του του είπε πως ό,τι είχε στην κατοχή του είχε προέλθει από τον Θεό, πως ο Θεός είχε το δικαίωμα και να δώσει και να πάρει και πως, ως ένα από τα δημιουργήματα του Θεού, δεν έπρεπε με τίποτα να κατηγορήσει τον Θεό, να μιλήσει αμαρτωλά γι’ Αυτόν ή να Τον δυσαρεστήσει. Αντίθετα, γνώριζε ότι θα έπρεπε να υποταχθεί στις ενορχηστρώσεις και στα σχέδια του Θεού με θεοφοβούμενη καρδιά. Τελικά, μέσα στα βάσανά του, ο Ιώβ είπε: «ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν· είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον» (Ιώβ 1:21) και έμεινε σταθερός στη μαρτυρία του προς τον Θεό.

3. Ο Ιώβ είχε θεοφοβούμενη καρδιά και επέπληξε τη σύζυγό του — γνώριζε πολύ καλά τι να αγαπά και τι να μισεί και διέθετε αίσθημα δικαιοσύνης

Αφού όλο το σώμα του Ιώβ γέμισε με επώδυνα μεγάλα σπυριά, ο Σατανάς προσπάθησε και πάλι να βάλει τον Ιώβ σε πειρασμό μέσω της ίδιας του της συζύγου. Όπως αναφέρεται στη Βίβλο: «Τότε είπε προς αυτόν η γυνή αυτού, Έτι κρατείς την ακεραιότητά σου; Βλασφήμησον τον Θεόν και απόθανε. Ο δε είπε προς αυτήν, Ελάλησας ως λαλεί μία εκ των αφρόνων γυναικών· τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τα κακά δεν θέλομεν δεχθή;» (Ιώβ 2:9-10). Αντιμετωπίζοντας την έντονη προτροπή της συζύγου του, για ποιον λόγο ο Ιώβ την επέπληξε τόσο αυστηρά;

Τα λόγια του Θεού λένε: «Βλέποντας το μαρτύριο που υπέφερε, η γυναίκα του Ιώβ προσπάθησε να συμβουλεύσει τον Ιώβ για να τον βοηθήσει να ξεφύγει από το μαρτύριο του — αλλά ο Ιώβ δεν επιδοκίμασε τις “καλές προθέσεις”. Αντ’ αυτού, προκάλεσαν τον θυμό του, διότι η γυναίκα του αρνήθηκε την πίστη του και την υπακοή στον Ιεχωβά Θεό, και επίσης αρνήθηκε την ύπαρξη του Ιεχωβά Θεού. Αυτό ήταν απαράδεκτο για τον Ιώβ, γιατί ποτέ δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό του να κάνει οτιδήποτε που να αντιτίθεται ή να βλάπτει τον Θεό, να μη μιλήσουμε για τους άλλους. Πώς θα μπορούσε να παραμείνει αδιάφορος όταν είδε τους άλλους να εκφράζουν λόγια που βλασφημούσαν και προσέβαλαν τον Θεό; Γι’ αυτό αποκάλεσε τη γυναίκα του “άφρονα γυναίκα”. Η στάση του Ιώβ απέναντι στη γυναίκα του χαρακτηριζόταν από θυμό και μίσος, καθώς και από αποδοκιμασία και επίπληξη. Αυτή ήταν η φυσική έκφραση της ανθρώπινης φύσης του Ιώβ που διαφοροποιείται μεταξύ αγάπης και μίσους, και αντιπροσώπευε όντως την ακέραια ανθρώπινη φύση του. Ο Ιώβ διέθετε μια αίσθηση δικαιοσύνης, που τον έκανε να μισεί τις εκφάνσεις της κακίας και να αποστρέφεται, να καταδικάζει και να απορρίπτει την παράλογη αίρεση, τα γελοία επιχειρήματα και τους αστείους ισχυρισμούς και του επέτρεπε να τηρεί τις δικές του, σωστές αρχές και στάση όταν είχε απορριφθεί από τις μάζες και εγκαταλείφθηκε από όσους ήταν κοντά του» (Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β’). Ο Θεός είναι η αλήθεια, η οδός και η ζωή και αντιπροσωπεύει όλα τα θετικά πράγματα· όλα τα πράγματα που απαρνούνται τον Θεό ή Του αντιστέκονται ανήκουν στον Σατανά και είναι αρνητικά. Ο Ιώβ σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό και αγαπούσε τα θετικά πράγματα. Ήταν απόλυτα ακέραιος, μπορούσε να διακρίνει την αγάπη από το μίσος και ο Θεός κατείχε την ύψιστη θέση στην καρδιά του. Δεν μπορούσε να ανεχτεί κανείς να απαρνείται τον Θεό, να Τον κρίνει ή να βλασφημεί εναντίον Του και όποτε έβλεπε κάποιον να απαρνείται τον Θεό, μίσος γέμιζε την καρδιά του, χωρίς ούτε η ίδια του η οικογένεια να αποτελεί εξαίρεση. Έπρεπε ακόμα να παραμείνει σταθερός στην οδό του σεβασμού προς τον Θεό και της αποφυγής του κακού, να παραμείνει στην πλευρά της δικαιοσύνης και της αλήθειας και να μην φοβάται να δυσαρεστήσει τον οποιονδήποτε. Επομένως, όταν η σύζυγός του του ζήτησε να εγκαταλείψει τον Θεό και να αρνηθεί τη δικαιοσύνη Του, ο Ιώβ δεν άφησε τα αισθήματά του προς αυτήν να τον κάνουν να ταλαντευτεί με τον οποιονδήποτε τρόπο, μα αντίθετα εκείνος επέπληξε ψυχρά τη σύζυγό του, καθώς ήταν ανόητη. Κάνοντας αυτό, ξεπέρασε για άλλη μια φορά τον πειρασμό του Σατανά και παρέμεινε σταθερός στη μαρτυρία του για τον Θεό.

Παραπάνω αναφέρονται οι εκδηλώσεις του φόβου του Ιώβ για τον Θεό και από αυτές φτάνουμε σε σημείο να κατανοήσουμε ότι ο φόβος Θεού δεν είναι κάτι που μπορεί να ισχυριστεί κανείς μόνο με τα λόγια, αλλά αντίθετα απαιτεί να εστιάσουμε στην είσοδό μας στους ανθρώπους, τα γεγονότα, τα πράγματα και τα περιβάλλοντα που κανονίζει ο Θεός για μας, απαιτεί δηλαδή να μιμηθούμε τον Ιώβ. Στην καθημερινή ζωή μας, για παράδειγμα, πρέπει να προσέχουμε ώστε να αποφεύγουμε κάθε είδους πειρασμούς: Υπάρχουν κάποια μέρη διασκέδασης ή μέρη που μπορεί να οδηγήσουν τις καρδιές μας στην ακολασία και στην αποφυγή του Θεού, στα οποία δεν πρέπει να πηγαίνουμε, ούτε να έχουμε καμία επαφή μαζί τους· αποφεύγοντας αυτά τα μέρη θα προστατευτούμε· όταν μας πλήττουν δοκιμασίες, όπως για παράδειγμα αν προκύψει κάποια καταστροφή στο σπίτι μας ή αν ένα μέλος της οικογένειάς μας βρεθεί σε δυσκολίες, τότε ό,τι κι αν κάνει ο Θεός, εμείς δεν πρέπει ποτέ να Τον παρεξηγούμε ή να Τον κατηγορούμε, μα πρέπει να καταφέρνουμε να υποτασσόμαστε στην κυριαρχία και στα σχέδιά Του· όταν παρενοχλούμαστε και εξαπατόμαστε από ανθρώπους, γεγονότα ή πράγματα, πρέπει πάντα να υποστηρίζουμε την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, να μην περιοριζόμαστε από κανέναν άλλον και να μην ακολουθούμε κανέναν που αψηφά τον Θεό, σε σημείο μάλιστα να εγκαταλείπουμε τον Θεό και να απομακρυνόμαστε από Αυτόν. Ο Ιώβ αποτελεί το σημείο αναφοράς μας για την είσοδό μας στην αλήθεια του να έχει κανείς φόβο Θεού. Αν καταφέρουμε όλοι να είμαστε σαν τον Ιώβ και να φέρουμε στη ζωή μας την αλήθεια του σεβασμού προς τον Θεό και της αποφυγής του κακού, την κάνουμε πράξη και εισέλθουμε σ’ αυτήν, ξεκινώντας από τα μικροπράγματα, τότε θα λαμβάνουμε, επίσης, συχνά την καθοδήγηση και τις ευλογίες του Θεού και θα γίνουμε θεοφοβούμενοι άνθρωποι.

Σχετικό περιεχόμενο