76. Ο Θεός μάς έχει αναθέσει την αποστολή να φροντίζουμε τους γονείς μας;
Στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2022, ο σύζυγος της Μινγκ Χούι την έβγαλε από τη φυλακή και την πήρε σπίτι. Η Μινγκ Χούι πίστευε στον Παντοδύναμο Θεό, και η αστυνομία την καταδίωκε και την είχε συλλάβει δύο φορές. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που την είχαν συλλάβει. Είχε καταδικαστεί σε τρία χρόνια και τρεις μήνες φυλάκιση. Για να γλιτώσει από την καταδίωξη της αστυνομίας κι επειδή αργότερα φυλακίστηκε, είχε δέκα χρόνια να πάει σπίτι της.
Όταν η Μινγκ Χούι γύρισε σπίτι, έμαθε ότι πριν από έναν χρόνο, ο πατέρας της είχε αρρωστήσει και είχε πεθάνει, και η μητέρα της είχε μείνει παράλυτη. Τη στιγμή που είδε τη μητέρα της, έμεινε άναυδη. Η μητέρα της, που κάποτε έσφυζε από υγεία, ήταν πια σε αναπηρικό καροτσάκι. Ένιωσε ότι χρωστούσε στους γονείς της. Ήταν η νεότερη στην οικογένειά της και από όταν ήταν μικρή, ο πατέρας της δεν την άφηνε να κάνει τίποτα. Η μητέρα της κυρίως τη φρόντιζε πάρα πολύ. Κόπιασαν πολύ για να τη μεγαλώσουν, να της παρέχουν φαγητό, ρούχα και εκπαίδευση, μα όταν τη χρειάστηκαν, εκείνη δεν έκανε καθόλου το καθήκον της ως κόρη τους. Σκέφτηκε την πρώτη φορά που βρέθηκε κλειδωμένη στο κέντρο κράτησης. Η μητέρα της ανησυχούσε ότι οι αστυνομικοί θα τη χτυπούσαν άγρια και δεν μπορούσε ούτε να φάει ούτε να κοιμηθεί. Η μητέρα της κίνησε γη και ουρανό και ξόδεψε χρήματα για να πληρώσει την εγγύηση. Όταν το σκέφτηκε αυτό η Μινγκ Χούι, πλησίασε τη μητέρα της. Ξέσπασε σε κλάματα και η μητέρα της είπε: «Επιτέλους γύρισες. Ξέρεις πόσο μου έλειψες όλα αυτά τα χρόνια; Φοβόμουν ότι υποφέρεις και ότι σου φέρονται άδικα εκεί μέσα». Όταν άκουσε αυτά τα λόγια, η Μινγκ Χούι ένιωσε ακόμα πιο ευγνώμων για τη μητέρα της. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ανεξέλεγκτα στα μάγουλά της και σκέφτηκε: «Το ρητό λέει: “Κάνε παιδιά για να σε φροντίσουν όταν γεράσεις”. Όταν, όμως, οι δικοί μου γονείς αρρώστησαν και χρειάστηκαν τη φροντίδα μου, εγώ δεν μπόρεσα να είμαι δίπλα τους και να τους εξυπηρετήσω. Δεν τους τάισα ούτε τους βοήθησα να πάρουν τα φάρμακά τους. Είμαι ανάξια της καλοσύνης με την οποία με μεγάλωσαν. Τι νόημα έχει να μεγαλώνει κανείς μια κόρη σαν εμένα!» Όσο περισσότερο σκεφτόταν, τόσο περισσότερο κατηγορούσε τον εαυτό της. Τις επόμενες μέρες τις πέρασε φροντίζοντας την παράλυτη μητέρα της. Ήθελε να αναπληρώσει όλα αυτά τα χρόνια που της χρωστούσε. Λίγο καιρό μετά την επιστροφή της Μινγκ Χούι στο σπίτι, δύο ντόπιοι αστυνομικοί πήγαν στο σπίτι της και τη φωτογράφισαν. Είπαν επίσης ότι θα την επισκέπτονταν μία φορά το μήνα. Η Μινγκ Χούι γνώριζε πολύ καλά ότι η αστυνομία παρακολουθούσε τα ίχνη της. Θα ήταν αδύνατο να πιστεύει στον Θεό και να κάνει το καθήκον της εκεί.
Μια μέρα, ο επικεφαλής της εκκλησίας τής έστειλε μια επιστολή με την οποία τη ρωτούσε αν θα μπορούσε να κάνει το καθήκον της κάπου αλλού. Όταν έλαβε την επιστολή, η Μινγκ Χούι ένιωσε χαρά, αλλά και ανησυχία. Χάρηκε που έμαθε ότι είχε ακόμα την ευκαιρία να κάνει το καθήκον της, αλλά ανησύχησε για την παράλυτη, ηλικιωμένη μητέρα της. Δεν ήταν εύκολο να βρει την ευκαιρία να γυρίσει σπίτι και να τη φροντίσει. Αν έφευγε, δεν είχε ιδέα πότε θα επέστρεφε. Η Μινγκ Χούι έπεσε σε βαθιά περισυλλογή και σκέφτηκε: «Οι γονείς μου με μεγάλωσαν. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, δεν ήμουν σπίτι. Αν πεθάνει κι η μητέρα μου και δεν είμαι δίπλα της, θα έχω καθόλου ανθρώπινη φύση; Πέρα από το ότι θα με πουν αχάριστη κι οι γείτονες· αυτό θα βαραίνει για πάντα τη συνείδησή μου! Οι γονείς μου δεν κόπιασαν για να με αναθρέψουν ώστε να είμαι δίπλα τους και να τους φροντίσω όταν γεράσουν; Εδώ και μερικά χρόνια, το Κομμουνιστικό Κόμμα με καταδιώκει και με έχει συλλάβει επειδή πιστεύω στον Θεό. Έτσι, δεν βρήκα ποτέ την ευκαιρία να τους υπηρετήσω. Αυτό το πράγμα βαραίνει τη συνείδησή μου· Δεν μπορώ να εγκαταλείψω τη μητέρα μου τώρα». Όταν το σκέφτηκε αυτό, η Μινγκ Χούι έγραψε μια επιστολή με την οποία αρνιόταν το αίτημα του επικεφαλής της. Η καρδιά της, όμως, μετά την επέπληξε. Ως δημιουργημένο ον, όφειλε να κάνει το καθήκον της. Εκείνη, όμως, το απέρριψε για να μείνει σπίτι και να φροντίσει τη μητέρα της. Αυτό δεν ήταν σύμφωνο με την πρόθεση του Θεού! Εκείνες τις μέρες, η Μινγκ Χούι ήταν βαθιά στενοχωρημένη και προσευχόταν συνεχώς γι’ αυτό το θέμα. Σκέφτηκε ένα χωρίο από τα λόγια του Θεού: «Και κάποιος που έχει κανονική ανθρώπινη φύση πρέπει τουλάχιστον να διαθέτει συνείδηση και λογική. Πώς καταλαβαίνεις αν κάποιος έχει συνείδηση και λογική; Αν τα λόγια και οι πράξεις του ουσιαστικά συμφωνούν με τα πρότυπα της συνείδησης και της λογικής, τότε σύμφωνα με την ανθρώπινη οπτική, είναι καλός άνθρωπος και ανταποκρίνεται σ’ ένα αποδεκτό πρότυπο. Αν επίσης καταλαβαίνει την αλήθεια και μπορεί να βασίσει τις πράξεις του στις αλήθεια-αρχές, τότε ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Θεού, οι οποίες είναι υψηλότερες από τα πρότυπα της συνείδησης και της λογικής. Κάποιοι λένε: “Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό. Ο Θεός μάς έδωσε την πνοή της ζωής και Αυτός είναι που μας προμηθεύει, μας θρέφει και μας οδηγεί στην ενηλικίωση. Όσοι έχουν συνείδηση και λογική δεν γίνεται να ζουν για τον εαυτό τους ή για τον Σατανά· οφείλουν να ζουν για τον Θεό και να εκπληρώνουν το καθήκον τους”. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι παρά ένα γενικό πλαίσιο, μια πρόχειρη διατύπωση. Πιο συγκεκριμένα, το πώς να ζει κανείς στην πραγματικότητα για τον Θεό αφορά τη συνείδηση και τη λογική. Πώς, λοιπόν, ζει κανείς για τον Θεό; (Κάνοντας καλά το καθήκον που οφείλει να κάνει ένα δημιούργημα.) Σωστά. Αυτήν τη στιγμή, εσείς κάνετε μόνο το καθήκον του ανθρώπου· για ποιον το κάνετε, όμως, στην πραγματικότητα; (Για τον Θεό.) Για τον Θεό το κάνετε, συνεργάζεστε μαζί Του! Η ανάθεση που σας έχει δώσει ο Θεός είναι το καθήκον σας. Ορίζεται, προορίζεται και κυβερνάται από Εκείνον. Με άλλα λόγια, ο Θεός είναι Εκείνος που σου δίνει αυτήν την εργασία και θέλει να την ολοκληρώσεις» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Οι πέντε προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την είσοδο στον σωστό δρόμο της πίστης στον Θεό). Από τα λόγια του Θεού, η Μινγκ Χούι κατάλαβε τι σημαίνει να έχεις συνείδηση και ανθρώπινη φύση. Ήταν ένα δημιουργημένο ον, και κάθε ανάσα που έπαιρνε της την έδινε ο Θεός. Όλα όσα κατείχε της τα παρείχε ο Θεός. Το ότι κατάφερε να ζήσει μέχρι εκείνη την ημέρα οφειλόταν στην κυριαρχία και την προμήθεια του Θεού. Πιστεύοντας στον Θεό όλα αυτά τα χρόνια, είχε απολαύσει το πότισμα και την προμήθεια πολλών από τα λόγια Του. Αν είχε πραγματικά λίγη συνείδηση και λογική, έπρεπε να κάνει καλά το καθήκον της για να ξεπληρώσει την αγάπη του Θεού. Δεν έπρεπε να ασχολείται μόνο με τις δικές της υποθέσεις και να ζει μόνο για την οικογένειά της, τους γονείς ή τα παιδιά της· έδειχνε έτσι ότι δεν είχε καθόλου συνείδηση. Τη μητέρα της τη φρόντιζαν ο μεγαλύτερος αδελφός και η αδελφή της, και θα συνέχιζαν να τη φροντίζουν είτε ήταν εκείνη σπίτι είτε όχι. Τις μέρες που ακολούθησαν, η Μινγκ Χούι προσευχήθηκε στον Θεό, και ήταν πρόθυμη να υποταχθεί στις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις Του και να κάνει το καθήκον της.
Τον Φεβρουάριο του 2023, η Μινγκ Χούι απελευθερώθηκε από την παρακολούθηση της αστυνομίας και έφυγε από το σπίτι για να κάνει το καθήκον της. Επιτέλους, βρέθηκε ξανά με τους αδελφούς και τις αδελφές της, και μια απερίγραπτη συγκίνηση συγκλόνισε την καρδιά της. Μια μέρα, διάβασε ένα σύντομο άρθρο για μια μεσήλικη γυναίκα που άκουσε ότι η μητέρα της είχε αρρωστήσει, οπότε της αγόρασε φαγητό και πήγε να την επισκεφτεί. Η γυναίκα αυτή ήθελε πάρα πολύ να φέρει τη μητέρα της στο σπίτι της και να τη φροντίσει για λίγες μέρες, αλλά οι συνθήκες δεν της το επέτρεπαν. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να της πει μερικά λόγια παρηγοριάς. Η Μινγκ Χούι σκέφτηκε αμέσως τη μητέρα της και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Η αδελφή που συνεργαζόταν με τη Μινγκ Χούι, όταν το είδε αυτό, είπε χαριτολογώντας: «Τι συμβαίνει; Το άρθρο σού άγγιξε την καρδιά;» Η Μινγκ Χούι δεν μπόρεσε να της απαντήσει εκείνη τη στιγμή. Ήταν σαν να είχε δει ένα όραμα με τη μητέρα της να κάθεται στο αναπηρικό καροτσάκι, ελπίζοντας να δει το πρόσωπό της, κι ασυναίσθητα τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα. Από μικρή, έκανε πολλές φορές τη μητέρα της να ανησυχήσει. Απ’ όταν πίστεψε στον Θεό, συνελήφθη και φυλακίστηκε δύο φορές, λόγω των συνεχών διώξεων από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Έκανε συχνά τη μητέρα της να αγχώνεται. Η μητέρα της είχε ανησυχήσει για εκείνη αμέτρητες φορές και είχε χύσει ανείπωτα δάκρυα, κι ίσως να έφταιγε εκείνη για την αρρώστια της. Τότε που τη χρειαζόταν η μητέρα της, εκείνη έφυγε για να κάνει το καθήκον της. Όσο περισσότερο το σκεφτόταν αυτό, τόσο πιο πολύ ένιωθε ότι χρωστούσε στη μητέρα της κι άρχιζε να κλαίει. Συνειδητοποίησε ότι την είχαν κυριεύσει για άλλη μία φορά αισθήματα στοργής, και προσευχήθηκε αμέσως στον Θεό: «Θεέ μου, ανησυχώ ξανά για τη μητέρα μου. Σε παρακαλώ, προστάτεψε την καρδιά μου και επίτρεψέ μου να δω τους ανθρώπους και τα πράγματα σύμφωνα με τα λόγια Σου, χωρίς να με ενοχλεί ο Σατανάς. Αμήν!»
Η Μινγκ Χούι διάβασε μετά ένα χωρίο από τα λόγια του Θεού και η καρδιά της απελευθερώθηκε κάπως. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Μεγαλώνοντάς σε, οι γονείς σου απλώς εκπληρώνουν την ευθύνη και την υποχρέωσή τους· αυτό θα πρέπει να γίνεται χωρίς αντάλλαγμα, όχι ως συναλλαγή. Επομένως, δεν χρειάζεται να έχεις νοοτροπία ανταπόδοσης στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεσαι στους γονείς σου ή χειρίζεσαι μεταξύ σας τη σχέση. Αν όντως συμπεριφέρεσαι στους γονείς σου, τους ξεπληρώνεις και χειρίζεσαι μεταξύ σας τη σχέση με μια τέτοια νοοτροπία, αυτό στην πραγματικότητα είναι απάνθρωπο. Ταυτόχρονα, κάνοντάς το αυτό θα γίνεις επιρρεπής στο να περιορίζεσαι και να δεσμεύεσαι από τα σαρκικά αισθήματά σου, και θα σου είναι δύσκολο να ξεφύγεις από αυτά τα μπλεξίματα, σε σημείο που μπορεί ακόμα και να χάσεις τον δρόμο σου. Οι γονείς σου δεν είναι δανειστές σου, οπότε δεν έχεις καμία υποχρέωση να πραγματοποιήσεις όλες τις προσδοκίες τους. Δεν έχεις καμία υποχρέωση να επωμιστείς το κόστος για τις προσδοκίες τους. Εκείνοι μπορούν να έχουν τις δικές τους προσδοκίες, αλλά εσύ πρέπει να κάνεις τις δικές σου επιλογές. Ο Θεός έχει ορίσει ένα μονοπάτι ζωής για σένα, έχει διευθετήσει ένα πεπρωμένο για σένα, και αυτά τα πράγματα δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τους γονείς σου. Μπορεί, λοιπόν, να σου πει κάποιος από τους γονείς σου “Δεν είσαι σωστό παιδί. Έχεις τόσα χρόνια να έρθεις να με δεις, έχεις τόσες μέρες να με πάρεις τηλέφωνο. Έχω αρρωστήσει και δεν έχω κανέναν να με φροντίσει. Τζάμπα σε μεγάλωσα. Είσαι ένα πραγματικά αχάριστο και αναίσθητο παλιόπαιδο!” Αν δεν έχεις καταλάβει την αλήθεια της φράσης “οι γονείς σου δεν είναι δανειστές σου”, αυτά τα λόγια θα σε πονέσουν λες και σου τρυπάνε την καρδιά, και θα νιώσεις βαριά τη συνείδησή σου. Όλα αυτά τα λόγια θα χαραχτούν στην καρδιά σου και θα σε κάνουν να ντρέπεσαι να αντικρίσεις τον γονιό σου. Θα πιστέψεις ότι του χρωστάς, ενώ θα γεμίσεις ενοχές απέναντί του. Όταν σου πει ότι είσαι αχάριστος και ότι δεν σε νοιάζει τίποτα, εσύ θα πιστέψεις: “Έχει απόλυτο δίκιο. Με έχει μεγαλώσει μέχρι αυτήν την ηλικία και δεν έχει καταφέρει να απολαύσει κανένα όφελος από μένα. Τώρα έχει αρρωστήσει και ήλπιζε να μείνω εγώ στο προσκέφαλό του, να τον εξυπηρετώ και να τον συντροφεύω. Με χρειαζόταν για να ανταποδώσω την ευεργεσία του, κι εγώ δεν ήμουν εκεί. Είμαι στ’ αλήθεια αχάριστος και αναίσθητος!” Είναι λογικό να πεις ότι είσαι αχάριστος και αναίσθητος; Είσαι έτσι; Αν δεν είχες φύγει από το πατρικό σου για να κάνεις αλλού το καθήκον σου και είχες μείνει στο πλευρό των γονιών σου, θα μπορούσες να είχες εγγυηθεί ότι δεν θα αρρώσταιναν ποτέ; (Όχι.) Μπορείς να ελέγξεις τη ζωή ή τον θάνατο των γονιών σου; Μπορείς να ελέγξεις το αν θα είναι πλούσιοι ή φτωχοί; (Όχι.) Οποιαδήποτε αρρώστια κι αν πάθουν οι γονείς σου, δεν θα οφείλεται στην εξάντλησή τους που σε μεγάλωσαν ή επειδή τους έλειψες. Δεν πρόκειται ιδιαίτερα να πάθουν κάποια μεγάλη, σοβαρή αρρώστια ή κάποια θανατηφόρα ασθένεια εξαιτίας σου. Αυτή είναι η μοίρα τους κι εσύ δεν έχεις καμία σχέση μ’ αυτό. Όσο σωστό παιδί κι αν είσαι, όσο στοργικά κι αν τους φροντίζεις, το πολύ πολύ να ελαττώσεις λίγο τα σωματικά βάσανα και φορτία τους. Όμως το πότε θα αρρωστήσουν, τι αρρώστια θα πάθουν ή το πότε και πού θα πεθάνουν —έχουν καμία σχέση όλα αυτά με το αν είσαι δίπλα τους και τους φροντίζεις; Όχι, δεν έχουν. Δεν πρόκειται να αρρωστήσουν αν εσύ είσαι σωστό παιδί, αν δεν είσαι αχάριστος ή αναίσθητος και περνάς όλη τη μέρα στο πλάι τους και τους φροντίζεις; Αν τα κάνεις όλα αυτά, δεν θα πεθάνουν; Αν είναι να αρρωστήσουν, δεν θα αρρωστήσουν έτσι κι αλλιώς; Αν είναι να πεθάνουν, δεν θα πεθάνουν έτσι κι αλλιώς; Σωστά δεν είναι όλα αυτά; […] Παρ’ όλο που οι γονείς σου σε αποκαλούν αχάριστο κι αναίσθητο, τουλάχιστον κάνεις το καθήκον του δημιουργήματος ενώπιον του Δημιουργού. Φτάνει που ο Θεός δεν σε βλέπει έτσι. Το τι λένε οι άνθρωποι δεν έχει σημασία. Τα όσα λένε για σένα οι γονείς σου δεν είναι απαραιτήτως και αλήθεια, και όσα λένε δεν είναι χρήσιμα. Πρέπει να βασίζεσαι στα λόγια του Θεού. Αν Εκείνος πει ότι ως δημιούργημα είσαι επαρκής, τότε δεν έχει καμία σημασία αν οι άνθρωποι σε αποκαλέσουν αχάριστο ή αναίσθητο. Δεν θα καταφέρουν τίποτα. Αυτές οι προσβολές επηρεάζουν απλώς τη συνείδηση των ανθρώπων, επειδή δεν καταλαβαίνουν την αλήθεια και έχουν μικρό ανάστημα. Έτσι νιώθουν λίγο κακόκεφοι και στενοχωριούνται. Όταν, όμως, επιστρέφουν ενώπιον του Θεού, όλα αυτά λύνονται και παύουν να τους δημιουργούν πρόβλημα» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (17)]. Η Μινγκ Χούι ευχαρίστησε τον Θεό μέσα από την καρδιά της. Αν ο Θεός δεν είχε συναναστραφεί ξεκάθαρα πάνω στην αλήθεια ότι «Οι γονείς σου δεν είναι δανειστές σου», θα πίστευε για πάντα ότι εφόσον οι γονείς της τη γέννησαν, κόπιασαν για να τη σπουδάσουν, και ανησυχούσαν τόσο πολύ γι’ αυτήν, η καλοσύνη με την οποία τη μεγάλωσαν ήταν σπουδαιότερη από οτιδήποτε άλλο, κι ότι μόλις μεγάλωνε θα έπρεπε να τους την ξεπληρώσει. Αν δεν μπορούσε να το κάνει αυτό, θα ένιωθε τύψεις στη συνείδησή της, κι οι άλλοι θα την αποκαλούσαν αχάριστη και κακή κόρη. Πίστευε ότι αν έμενε στο σπίτι όλα αυτά τα χρόνια, θα είχε φροντίσει τον πατέρα της όταν ήταν άρρωστος, κι η μητέρα της δεν θα ανησυχούσε τόσο γι’ αυτήν. Ίσως και να μην είχε αρρωστήσει καν η μητέρα της. Πάντα πίστευε ότι η ασθένεια της μητέρας της είχε κάποια σχέση μ’ εκείνη. Τώρα, διάβασε τα λόγια του Θεού που έλεγαν: «Μπορείς να ελέγξεις τη ζωή ή τον θάνατο των γονιών σου; Μπορείς να ελέγξεις το αν θα είναι πλούσιοι ή φτωχοί; (Όχι.) Οποιαδήποτε αρρώστια κι αν πάθουν οι γονείς σου, δεν θα οφείλεται στην εξάντλησή τους που σε μεγάλωσαν ή επειδή τους έλειψες. Δεν πρόκειται ιδιαίτερα να πάθουν κάποια μεγάλη, σοβαρή αρρώστια ή κάποια θανατηφόρα ασθένεια εξαιτίας σου. Αυτή είναι η μοίρα τους κι εσύ δεν έχεις καμία σχέση μ’ αυτό». Η Μινγκ Χούι αναγνώρισε ότι η μοίρα όλων είναι στα χέρια του Θεού. Σε αυτήν τη ζωή, ο Θεός έχει ορίσει εδώ και πολύ καιρό πότε θα αρρωστήσει κάποιος ή πότε θα πεθάνει. Ακόμα κι αν εκείνη ήταν όλα αυτά τα χρόνια στο πλευρό των γονιών της, η μοίρα τους δεν θα ήταν διαφορετική. Η Μινγκ Χούι σκέφτηκε ότι κάθε χρόνο ήταν πολλοί οι ηλικιωμένοι που, λόγω υψηλής πίεσης, πάθαιναν εγκεφαλικά και καρδιακές προσβολές, και πέθαιναν από ξαφνικές ασθένειες ή υπέφεραν από ημιπληγία λόγω παρενεργειών. Μερικοί από αυτούς τους ανθρώπους είχαν παιδιά που ήταν αφοσιωμένα και τους φρόντιζαν. Όσο, όμως, και αν τους φρόντιζαν, δεν θα μπορούσαν να σταματήσουν τις ασθένειες και τον θάνατο των γονιών τους. Το περισσότερο που θα μπορούσαν να κάνουν ήταν να τους πάνε αμέσως στο νοσοκομείο για θεραπεία, αλλά δεν εξαρτιόταν από εκείνους αν οι γιατροί θα μπορούσαν να θεραπεύσουν τους γονείς τους. Όταν το αναγνώρισε αυτό η Μινγκ Χούι, κατάλαβε ξεκάθαρα πως για την ασθένεια της μητέρα της δεν έφταιγε που την αποζητούσε ή που είχε κουραστεί με την ανατροφή της. Αυτή ήταν η μοίρα της. Εκείνη τη στιγμή, η Μινγκ Χούι ένιωσε πολύ πιο χαλαρή.
Αν και καταλάβαινε ότι η ασθένεια της μητέρας της δεν σχετιζόταν με εκείνη, μόλις σκεφτόταν όλα όσα είχε κάνει η μητέρα της γι’ αυτήν, και πως τώρα ήταν παράλυτη και χρειαζόταν φροντίδα χωρίς εκείνη να είναι εκεί, κατηγορούσε ξανά τον εαυτό της. Νόμιζε ότι είχε υποχρέωση απέναντι στη μητέρα της. Μετά από λίγο, διάβασε δύο χωρία από τα λόγια του Θεού, τα οποία άλλαξαν εντελώς τις απόψεις της πάνω σε αυτό το θέμα. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Στον άπιστο κόσμο υπάρχει ένα ρητό: “Τα κοράκια ταΐζουν την ηλικιωμένη μητέρα τους και τα αρνιά γονατίζουν για να θηλάσουν”. Επίσης, υπάρχει και αυτό το ρητό: “Ένα παιδί που δεν σέβεται τους γονείς του είναι χειρότερο και από θηρίο”. Πόσο μεγαλειώδη μοιάζουν αυτά τα ρητά! Η αλήθεια είναι πως τα φαινόμενα που αναφέρονται στο πρώτο ρητό —“Τα κοράκια ταΐζουν την ηλικιωμένη μητέρα τους και τα αρνιά γονατίζουν για να θηλάσουν”— υπάρχουν πραγματικά, είναι γεγονότα. Ωστόσο, πρόκειται απλώς για φαινόμενα που απαντώνται στον κόσμο των έμβιων όντων. Δεν είναι παρά ένας νόμος που έχει θεσπίσει ο Θεός για τα διάφορα ζωντανά πλάσματα. Όλα τα ζωντανά πλάσματα, ακόμη και οι άνθρωποι συμμορφώνονται σ’ αυτόν τον νόμο, κι αυτό επιβεβαιώνει ακόμα περισσότερο ότι όλα τα ζωντανά πλάσματα τα έχει δημιουργήσει ο Θεός. Κανένα ζωντανό πλάσμα δεν μπορεί να παραβεί ή να υπερβεί αυτόν τον νόμο. Κοίτα, τα λιοντάρια και οι τίγρεις είναι ιδιαίτερα άγρια σαρκοβόρα ζώα, αλλά μεγαλώνουν τα μικρά τους και δεν τα δαγκώνουν πριν φτάσουν στην ενηλικίωση. Αυτό είναι ζωώδες ένστικτο. Όλα τα ζώα το έχουν, ανεξαρτήτως είδους, είτε είναι άγρια είτε ήμερα. Όλα τα πλάσματα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, μπορούν να συνεχίσουν να αναπαράγονται και να ζουν, μόνο αν ακολουθούν το ένα τέτοιο ένστικτο και έναν τέτοιο νόμο. Αν δεν τηρούσαν αυτόν τον νόμο ή αν αυτός ο νόμος και αυτό το ένστικτο δεν υπήρχαν, τότε δεν θα κατάφερναν να αναπαραχθούν και να συνεχίσουν να ζουν. Δεν θα υπήρχε η βιολογική αλυσίδα, δεν θα υπήρχε ο κόσμος έτσι όπως τον ξέρουμε. Δεν είναι αλήθεια αυτό; (Ναι.) Το ότι τα κοράκια ταΐζουν την ηλικιωμένη μητέρα τους και τα αρνιά γονατίζουν για να θηλάσουν επιβεβαιώνει ακριβώς ότι ο κόσμος των έμβιων όντων ακολουθεί τον συγκεκριμένο νόμο. Αυτό το ένστικτο το έχουν όλα τα ζωντανά πλάσματα. Μόλις γεννηθούν τα μικρά, τότε τα αρσενικά ή τα θηλυκά του είδους τα φροντίζουν και τα περιποιούνται μέχρι να ενηλικιωθούν. Όλα τα έμβια όντα είναι σε θέση να εκπληρώσουν τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που έχουν απέναντι στα μικρά τους, μεγαλώνοντάς τα με ευσυνειδησία και αφοσίωση. Για τους ανθρώπους, κάτι τέτοιο θα πρέπει να ισχύει ακόμη πιο πολύ. Οι άνθρωποι αποκαλούν τον εαυτό τους ανώτερο ζώο —αν δεν μπορούν να υπακούσουν σ’ αυτόν τον νόμο και αν τους λείπει αυτό το ένστικτο, τότε δεν είναι χειρότεροι από τα ζώα, τελικά; Όσο, λοιπόν, κι αν σε φρόντιζαν οι γονείς σου ή όσο κι αν εκπλήρωναν την ευθύνη που είχαν απέναντί σου καθώς σε μεγάλωναν, έκαναν απλώς κάτι που οφείλει να κάνει ένα δημιούργημα —είναι το ένστικτό τους» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (17)]. «Προς τα έξω, φαίνεται ότι οι γονείς σου είναι αυτοί που σε έφεραν στον κόσμο και σου έδωσαν τη σαρκική ζωή. Όμως, από την οπτική του Θεού, και από τον πυρήνα του ζητήματος, τότε τη σαρκική σου ζωή δεν σου την έδωσαν οι γονείς σου, αφού οι άνθρωποι δεν μπορούν να δημιουργήσουν ζωή. Για να το θέσω πιο απλά, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να δώσει πνοή σε άνθρωπο. Ο κάθε άνθρωπος ενσαρκώνεται ακριβώς επειδή παίρνει πνοή. Στην πνοή βρίσκεται η ζωή του ανθρώπου, και αυτή σηματοδοτεί έναν ζωντανό άνθρωπο. Αυτή η πνοή και αυτή η ζωή δεν προέρχονται από τους γονείς τους. Οι γονείς είναι απλώς το μέσο από το οποίο δημιουργούνται και γεννιούνται οι άνθρωποι. Κατά βάθος, αυτή είναι η διευθέτηση του Θεού, είναι αυτό που ορίζει ο Θεός. Άρα, δεν είναι οι γονείς σου οι κύριοι της ζωής σου, ο Κύριος της ζωής σου είναι ο Θεός. Αυτός δημιούργησε την ανθρωπότητα, Αυτός δημιούργησε τη ζωή του ανθρώπου, Αυτός έδωσε στον άνθρωπο την πνοή της ζωής, από την οποία προέρχεται η ζωή του. Δεν είναι, λοιπόν, εύκολα κατανοητή η φράση “οι γονείς σου δεν είναι οι κύριοι της ζωής σου”; Δεν σου έδωσαν οι γονείς σου την πνοή σου, πόσο μάλλον τη συνέχειά της. Ο Θεός είναι κυρίαρχος επί της κάθε μέρας της ζωής σου, φροντίζει την κάθε μέρα της ζωής σου. Δεν μπορούν οι γονείς σου να καθορίσουν το πώς περνάει η κάθε μέρα της ζωής σου, αν είναι ευτυχισμένη και αν κυλήσει ομαλά, ποιον συναντάς ή σε ποιο περιβάλλον ζεις κάθε μέρα. Απλώς ο Θεός σε προσέχει μέσω των γονιών σου —εκείνοι δεν είναι παρά οι άνθρωποι που έστειλε ο Θεός για να σε προσέχει. Όταν γεννήθηκες, τη ζωή δεν σου την έδωσαν οι γονείς σου. Μήπως σου έδωσαν τη ζωή που έζησες μέχρι τώρα; Ούτε αυτή σου έδωσαν. Ο Θεός παραμένει η πηγή της ζωής σου και όχι οι γονείς σου» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (17)]. Αφού διάβασε τα λόγια του Θεού, η Μινγκ Χούι έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Ο Θεός είπε ότι ήταν γεγονός πως «Τα κοράκια ξεπληρώνουν τη μητέρα τους ταΐζοντάς την, και τα αρνιά γονατίζουν για να πιουν γάλα από τη μητέρα τους». Αυτό, όμως, αποδείκνυε μόνο ότι όλα τα ζώα στον φυσικό κόσμο έχουν την ευθύνη και την υποχρέωση να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Ο Θεός έχει διατυπώσει αυτόν τον νόμο για όλα τα έμβια όντα. Ακόμα κι οι τίγρεις ή τα λιοντάρια, όταν έχουν μικρά που δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα, αφοσιώνονται στην προστασία και την ανατροφή τους μέχρι εκείνα να γίνουν ανεξάρτητα. Αυτός είναι ο νόμος του Θεού και το ένστικτό τους. Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους. Όποιο κι αν είναι το τίμημα που πληρώνουν οι γονείς για τα παιδιά τους, το τίμημα αυτό δεν μπορεί να λέγεται καλοσύνη, αφού απλώς εκπληρώνουν την ευθύνη και την υποχρέωσή τους. Η Μινγκ Χούι παρατήρησε ότι δεν εναρμονιζόταν με την αλήθεια ο τρόπος που είχε καταλάβει το ρητό «Τα κοράκια ξεπληρώνουν τη μητέρα τους ταΐζοντάς την, και τα αρνιά γονατίζουν για να πιουν γάλα από τη μητέρα τους». Νόμιζε πως η σημασία του ήταν πως ακόμα και τα ζώα ξέρουν να ξεπληρώνουν την καλοσύνη με την οποία τα ανάθρεψαν οι γονείς τους. Νόμιζε ότι αν δεν έκανε κι εκείνη το ίδιο, θα ήταν χειρότερη κι από ζώο. Μια τέτοια κατανόηση ήταν λανθασμένη και δεν εναρμονιζόταν με τα λόγια του Θεού. Οι γονείς της είχαν την ευθύνη και την υποχρέωση να τη μεγαλώσουν, να της παρέχουν φαγητό, ρούχα και εκπαίδευση. Δεν έπρεπε να αισθάνεται συνεχώς υποχρεωμένη στους γονείς της. Ούτε και να πιστεύει ότι πρέπει να ξεπληρώσει την καλοσύνη τους. Μπορεί να φαινόταν ότι οι γονείς της τη γέννησαν και τη μεγάλωσαν, αλλά όλα αυτά τα είχε ορίσει ο Θεός. Οι γονείς φροντίζουν τα παιδιά τους και τα μεγαλώνουν μέχρι να γίνουν ενήλικες. Το αν, όμως, τα παιδιά τους θα έχουν καλή ή κακή μοίρα, το πότε θα τους συμβούν κάποια πράγματα ή το αν θα πάθουν κάποιο ατύχημα, δεν είναι στο χέρι τους. Η Μινγκ Χούι θυμήθηκε ξαφνικά ότι τότε που ήταν πέντε ή έξι ετών πήγε να παίξει δίπλα στο ποτάμι με την αδελφή της, που ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερη, και έπεσε κατά λάθος σε ένα βαθύ χαντάκι. Κατάπιε πολύ νερό και πήγε να πνιγεί. Η αδελφή της την έσυρε έξω από το χαντάκι κλαίγοντας. Δεν πίστευε τότε στον Θεό και, αν δεν την πρόσεχε και δεν την προστάτευε Εκείνος, θα είχε σταματήσει να αναπνέει και θα είχε χάσει τη ζωή της προ πολλού. Οι γονείς της μπορεί να την αγαπούσαν πολύ, αλλά δεν μπορούσαν να ελέγξουν αν θα ζήσει ή αν θα πεθάνει. Το ότι έζησε μέχρι σήμερα ήταν αποτέλεσμα της φροντίδας και της προστασίας του Θεού. Έπρεπε να σκεφτεί πώς να ξεπληρώσει την αγάπη του Θεού και πώς να κάνει το καθήκον της ως δημιουργημένο ον. Αυτό πρέπει να κάνει κάποιος που έχει συνείδηση και λογική.
Λίγο αργότερα, η Μινγκ Χούι διάβασε αυτά τα λόγια του Θεού: «Ενώπιον του Δημιουργού, είσαι ένα δημιούργημα. Σ’ αυτήν τη ζωή δεν πρέπει μόνο να εκπληρώνεις τις υποχρεώσεις σου απέναντι στους γονείς σου, αλλά και να ανταποκριθείς στις ευθύνες και τα καθήκοντα που έχεις ως δημιούργημα. Μόνο με βάση τα λόγια του Θεού και τις αλήθεια-αρχές μπορείς να εκπληρώνεις τις υποχρεώσεις σου απέναντι στους γονείς σου, όχι κάνοντας οτιδήποτε γι’ αυτούς με βάση τις συναισθηματικές σου ανάγκες ή τις επιταγές της συνείδησής σου. […] Είναι, βεβαίως, και κάποιοι που θα πουν: “Ισχύουν όλα όσα είπες, αλλά μου φαίνεται πολύ απρόσωπο να ενεργώ έτσι. Νιώθω συνεχώς μια μομφή στη συνείδησή μου, δεν το αντέχω”. Αν δεν το αντέχεις, τότε ικανοποίησε τα συναισθήματά σου: κράτα συντροφιά στους γονείς σου και μείνε στο πλευρό τους, υπηρέτησέ τους, γίνε σωστό παιδί και κάνε ό,τι σου λένε αυτοί, είτε είναι σωστό είτε λάθος· γίνε κολαούζος τους και ακόλουθός τους, κανένα πρόβλημα. Αν το κάνεις αυτό, δεν θα υπάρχει κανένας να σε κουτσομπολεύει πίσω απ’ την πλάτη σου και όλοι οι συγγενείς σου θα λένε πόσο σωστός είσαι απέναντι στους γονείς σου. Στο τέλος, όμως, ο μόνος που θα βγει χαμένος θα είσαι εσύ. Αν και έχεις διαφυλάξει τη φήμη σου ως σεβαστικό παιδί, έχεις καλύψει τις συναισθηματικές σου ανάγκες, δεν έχεις καμία μομφή στη συνείδησή σου και έχεις ανταποδώσει την καλοσύνη των γονιών σου, υπάρχει κάτι που έχεις παραβλέψει και το έχεις χάσει: Δεν αντιμετώπισες και δεν χειρίστηκες όλα αυτά τα ζητήματα με βάση τα λόγια του Θεού, και έχασες την ευκαιρία να εκτελέσεις το καθήκον σου ως δημιουργήματος. Και τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ήσουν σωστός απέναντι στους γονείς σου, αλλά τον Θεό Τον πρόδωσες. Ήσουν σεβαστικό παιδί απέναντι στους γονείς σου και κάλυψες τις συναισθηματικές ανάγκες της σάρκας τους, αλλά επαναστάτησες ενάντια στον Θεό. Προτίμησες να είσαι εντάξει απέναντι στους γονείς σου παρά να εκτελέσεις τα καθήκοντά σου ως δημιουργήματος, πράγμα που αποτελεί τη μεγαλύτερη ασέβεια προς τον Θεό. Το ότι είσαι σωστός απέναντι στους γονείς σου, δεν τους έχεις απογοητεύσει ποτέ, έχεις συνείδηση και ανταποκρίνεσαι στις ευθύνες που έχεις ως παιδί δεν θα κάνει τον Θεό να πει ότι είσαι κάποιος που υποτάσσεται σ’ Αυτόν ή που διαθέτει ανθρώπινη φύση. Επιδεικνύεις τη μεγαλύτερη επαναστατικότητα ενάντια στον Θεό όταν καλύπτεις μόνο τις επιταγές της συνείδησής σου και τις συναισθηματικές ανάγκες της σάρκας σου χωρίς να αποδέχεσαι ούτε τα λόγια του Θεού ούτε την αλήθεια ως τη βάση και τις αρχές για το πως να αντιμετωπίσεις και να χειριστείς αυτό το θέμα. Για να γίνεις κατάλληλο δημιούργημα, πρέπει κατ’ αρχάς να βλέπεις και να κάνεις τα πάντα σύμφωνα με τα λόγια του Θεού. Αν τα κάνεις αυτά, είσαι κατάλληλος, έχεις ανθρώπινη φύση και συνείδηση. Αν, αντίθετα, δεν αποδέχεσαι τα λόγια του Θεού ως αρχές και βάση για το πώς να αντιμετωπίσεις ή να χειριστείς το ζήτημα αυτό, και επίσης όταν σε καλεί ο Θεός να βγεις και να εκτελέσεις τα καθήκοντά σου, δεν το δέχεσαι ή αν, προκειμένου να μείνεις στο πλευρό των γονιών σου, να τους συντροφεύσεις, να τους χαροποιήσεις, να τους βοηθήσεις να απολαύσουν τα τελευταία τους χρόνια και να ξεπληρώσεις την καλοσύνη τους, προτιμάς να καθυστερήσεις ή να χάσεις την ευκαιρία να εκτελέσεις τα καθήκοντά σου, τότε ο Θεός θα πει ότι δεν έχεις ούτε ανθρώπινη φύση ούτε συνείδηση. Δεν είσαι δημιούργημα, και δεν πρόκειται να σε αναγνωρίσει» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (16)]. Η Μινγκ Χούι θυμήθηκε την πρώτη φορά που ο επικεφαλής της εκκλησίας τής έστειλε ένα γράμμα και της ζήτησε να φύγει από το σπίτι για να κάνει το καθήκον της. Η πρώτη της σκέψη ήταν ότι χρωστούσε πολλά στους γονείς της από όλα αυτά τα χρόνια. Βασικά, ήταν ήδη πολύ αργά για να ξεπληρώσει αυτά που όφειλε στον πατέρα της. Αν παρατούσε και τη μητέρα της, θα ήταν ακόμα πιο δύσκολο να εξηγηθεί. Για να παρηγορήσει λίγο τη συνείδησή της και να πουν οι γείτονες ότι είναι καλή κόρη, αρνήθηκε το καθήκον της και έμεινε στο σπίτι για να φροντίσει τη μητέρα της. Πίστευε ότι έτσι θα ήταν άνθρωπος με συνείδηση και ανθρώπινη φύση. Από τα λόγια του Θεού, κατάλαβε ότι ως δημιουργημένο ον που του είχε δώσει πνοή ο Θεός και που απολάμβανε όσα Εκείνος της παρείχε, όφειλε να ξεπληρώσει την αγάπη του Θεού. Ωστόσο, όταν η εκκλησία τη χρειάστηκε για να κάνει το καθήκον της, εκείνη αρνήθηκε κι επέλεξε να φροντίσει τη μητέρα της. Ακόμα κι αν φρόντιζε καλά τη μητέρα της και οι άλλοι την επαινούσαν που ήταν καλή κόρη, πάλι θα ήταν κάποια που δεν έχει συνείδηση ή ανθρώπινη φύση ενώπιον του Δημιουργού. Όταν το σκέφτηκε αυτό, δεν μπόρεσε παρά να μισήσει τον εαυτό της και σκέφτηκε: «Θα ήμουν δικαιολογημένη αν δεν πίστευα στον Θεό και δεν είχα διαβάσει τα λόγια Του. Πιστεύω, όμως, στον Θεό όλα αυτά τα χρόνια και έχω διαβάσει πάρα πολλά από τα λόγια Του, μα οι απόψεις μου εξακολουθούν να είναι ίδιες με αυτές των απίστων. Δεν είμαι, άραγε, μια δύσπιστη; Οι μαθητές του Κυρίου Ιησού είχαν εγκαταλείψει τους γονείς και τις οικογένειές τους για να Τον ακολουθήσουν και να διακηρύξουν το ευαγγέλιο της βασιλείας των ουρανών. Υπήρχαν επίσης κι οι ξένοι ιεραπόστολοι που απαρνήθηκαν τις οικογένειές τους και διέσχισαν τις θάλασσες για να έρθουν στην Κίνα και να κηρύξουν σε εμάς το ευαγγέλιο του Κυρίου Ιησού για τη βασιλεία των ουρανών. Κι εκείνοι είχαν γονείς, παιδιά και συγγενείς. Δεν σκέφτηκαν, όμως, τις οικογένειές τους, ούτε τους γονείς και τα παιδιά τους. Σκέφτηκαν την πρόθεση του Θεού και πώς θα φέρουν ενώπιον του Θεού για να αποδεχτούν τη σωτηρία Του εκείνους τους ανθρώπους που ζούσαν στην αμαρτία και που τους έκανε κακό ο Σατανάς. Ήταν άνθρωποι με συνείδηση και ανθρώπινη φύση. Τώρα, έχουν έρθει οι έσχατες ημέρες και το έργο του Θεού πλησιάζει στο τέλος του. Μας έχει πλήξει ο κορονοϊός, οι πλημμύρες, ο πόλεμος και κάθε είδους καταστροφές. Υπάρχουν ακόμα πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν ακούσει το ευαγγέλιο του έργου του Θεού τις έσχατες ημέρες. Αυτοί οι άνθρωποι κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να χαθούν σε κάποια καταστροφή. Εγώ έχω την ευκαιρία να κάνω το καθήκον μου και να διακηρύξω το ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού— δεν είναι αυτό το πιο δίκαιο και ουσιαστικό πράγμα; Αυτό πρέπει να κάνει κάποιος που έχει ανθρώπινη φύση! Τι σημασία πόσο με εκτιμούν οι άλλοι; Είμαι δημιουργημένο ον και το μόνο που έχει σημασία είναι να εκπληρώσω το καθήκον μου και να λάβω την έγκριση του Δημιουργού».
Η Μινγκ Χούι διάβασε ακόμη ένα χωρίο από τα λόγια του Θεού και απέκτησε περισσότερες γνώσεις σχετικά με το πρόβλημά της. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Λόγω του τρόπου διαμόρφωσης της κινεζικής παραδοσιακής κουλτούρας, οι Κινέζοι κατά τις παραδοσιακές αντιλήψεις τους πιστεύουν ότι το τέκνο οφείλει ευσέβεια προς τους γονείς του, κι ότι όποιος δεν υπακούει σε αυτό είναι ένα επαναστατικό τέκνο. Με αυτές τις ιδέες έχουν εμποτιστεί οι άνθρωποι από την παιδική τους ηλικία, αυτές διδάσκονται ουσιαστικά σε κάθε σπιτικό, αλλά και σε κάθε σχολείο και στην κοινωνία γενικότερα. Όταν το κεφάλι κάποιου γεμίζει με τέτοιου είδους πράγματα, σκέφτεται αυτός: “Η ευσέβεια του τέκνου είναι σημαντικότερη από οτιδήποτε άλλο. Εάν ήμουν ασεβές τέκνο, δεν θα ήμουν καλός άνθρωπος· θα ήμουν επαναστατικό τέκνο και θα με καταδίκαζε η κοινή γνώμη. Θα ήμουν άτομο χωρίς συνείδηση”. Είναι ορθή αυτή η άποψη; Οι άνθρωποι έχουν δει τόσες αλήθειες που εκφράζει ο Θεός —απαίτησε ο Θεός να δείχνει κάποιος ευσέβεια τέκνου προς τους γονείς του; Είναι αυτή μία από τις αλήθειες που πρέπει να κατανοούν οι πιστοί του Θεού; Όχι, δεν είναι. Ο Θεός συναναστράφηκε μόνο σχετικά με ορισμένες αρχές. Ποιες είναι οι αρχές με βάση τις οποίες ζητείται στα λόγια του Θεού από τους ανθρώπους να μεταχειρίζονται ο ένας τον άλλον; Να αγαπούν αυτό που αγαπά ο Θεός και να μισούν αυτό που μισεί: αυτή είναι η αρχή που θα πρέπει να τηρούν οι άνθρωποι. Ο Θεός αγαπά όσους επιδιώκουν την αλήθεια και είναι σε θέση να ακολουθήσουν το θέλημά Του· αυτοί είναι οι άνθρωποι που θα πρέπει να αγαπάμε κι εμείς. Όσοι δεν είναι σε θέση να ακολουθήσουν το θέλημα του Θεού, Τον μισούν και επαναστατούν ενάντιά Του —αυτούς τους απεχθάνεται ο Θεός και θα πρέπει να τους απεχθανόμαστε κι εμείς. Αυτό ζητά ο Θεός από τον άνθρωπο. […] Ο Σατανάς χρησιμοποιεί αυτές τις παραδοσιακές κουλτούρες και αυτές τις αντιλήψεις περί ηθικής για να κρατήσει δέσμια την καρδιά και το μυαλό σου, κάνοντας τις απόψεις σου για τα πράγματα να γίνουν παράλογες και κάνοντάς σε να αρνηθείς τον Θεό και να Του εναντιωθείς μέσα στην καρδιά σου, καθιστώντας σε έτσι ανίκανο να αποδεχθείς τα λόγια του Θεού· έχεις κυριευτεί από αυτά τα πράγματα του Σατανά και έχεις καταστεί ανίκανος να αποδεχθείς τα λόγια του Θεού. Αν θέλεις να κάνεις πράξη τα λόγια του Θεού, αυτά τα πράγματα θα αρχίσουν να αντιδρούν και θα προκαλέσουν αναστάτωση μέσα σου, και θα σε κάνουν να αντισταθείς στην αλήθεια και στις απαιτήσεις του Θεού. Ακόμη κι αν θέλεις να απαλλαγείς από τον ζυγό της παραδοσιακής κουλτούρας, θα είσαι ανίσχυρος να το κάνεις. Αφού παλέψεις για λίγο, θα συμβιβαστείς. Θα πιστέψεις ότι οι παραδοσιακές αντιλήψεις περί ηθικής είναι σωστές και συνάδουν με την αλήθεια, κι έτσι θα απορρίψεις ή θα αμφισβητήσεις τα λόγια του Θεού, δεν θα αποδέχεσαι τα λόγια του Θεού ως την αλήθεια και δεν θα νοιάζεσαι για το αν μπορείς να φτάσεις στη σωτηρία, αφού θα νιώθεις ότι, στο κάτω-κάτω, εξακολουθείς να ζεις σε αυτόν τον κόσμο κι ότι μόνο βασιζόμενος σ’ αυτά τα πράγματα μπορείς να επιβιώσεις. Ανίκανος να αντέξεις την καταδίκη της κοινής γνώμης, θα επέλεγες να εγκαταλείψεις την αλήθεια και τα λόγια του Θεού, και αντ’ αυτού να προσκολληθείς στις αντιλήψεις της παραδοσιακής κουλτούρας περί ηθικής, περνώντας στην πλευρά του Σατανά και παίρνοντας θέση στο πλευρό του Σατανά, προτιμώντας να προσβάλεις τον Θεό παρά να αποδεχθείς την αλήθεια. Πείτε Μου, δεν είναι αξιολύπητος ο άνθρωπος; Δεν έχει ανάγκη τη σωτηρία του Θεού; Κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν στον Θεό για πολλά χρόνια, αλλά εξακολουθούν να μην μπορούν να δουν καθαρά το ζήτημα της ευσέβειας των τέκνων. Όσο κι αν συναναστρέφεται κανείς πάνω στην αλήθεια, δεν μπορούν να την κατανοήσουν. Δεν μπορούν ποτέ να ξεπεράσουν αυτήν την κοσμική σχέση· δεν έχουν το θάρρος ούτε την πίστη, πόσο μάλλον την αποφασιστικότητα, κι έτσι δεν μπορούν να αγαπήσουν τον Θεό και να υποταχθούν σ’ Αυτόν» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μόνο γνωρίζοντας τις εσφαλμένες απόψεις του μπορεί κανείς να αλλάξει πραγματικά). Εν ριπή οφθαλμού, τα λόγια του Θεού φώτισαν την καρδιά της Μινγκ Χούι. Αναγνώρισε ότι η άρνησή της να αφήσει τη μητέρα της προήλθε από την κατήχηση και την επιρροή της παραδοσιακής κουλτούρας που της είχε ενσταλάξει ο Σατανάς. Ζούσε σύμφωνα με τα σατανικά δηλητήρια «Η ευσέβεια προς τους γονείς πρέπει να είναι η ύψιστη αρετή», «Κάνε παιδιά για να σε φροντίσουν όταν γεράσεις», και «Μην κάνεις μακρινά ταξίδια όσο ζουν ακόμη οι γονείς σου». Από μικρή, άκουγε συχνά τους ανθρώπους να λένε: «Το παιδί του τάδε είναι πολύ καλός γιος· σέβεται τους γονείς του και ανταποδίδει την καλοσύνη τους. Έχει πραγματικά συνείδηση! Εν τω μεταξύ, το παιδί αυτό δεν ήταν καλό. Οι γονείς του αρρώστησαν κι εκείνος δεν τους φρόντιζε. Πόσο αχάριστος γιος. Πέταξε τη συνείδησή του στο καλάθι των αχρήστων!» Αυτά τα λόγια είχαν ριζώσει βαθιά στην καρδιά της Μινγκ Χούι. Είχε προτεραιότητά της να είναι ευσεβής προς τους γονείς της και σκεφτόταν ότι εφόσον ήταν άρρωστη η μητέρα της, έπρεπε να μείνει δίπλα της και να την υπηρετεί. Θα ήταν κακή κόρη αν δεν έμενε μαζί της. Φοβόταν, επίσης, ότι οι γείτονες θα έλεγαν ότι είναι αχάριστη κι ότι δεν έχει ανθρώπινη φύση, και έτσι αρνήθηκε το καθήκον της. Αργότερα, παρόλο που άρχισε να κάνει και πάλι το καθήκον της, εξακολουθούσε να νιώθει ότι χρωστάει στη μητέρα της. Αναγνώρισε ότι τη δέσμευαν σφιχτά αυτά τα σατανικά δηλητήρια. Εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκε ότι η μητέρα της δεν επιδίωκε την αλήθεια, παρόλο που πίστευε στον Θεό πολλά χρόνια. Πέρυσι, η μητέρα της δεν άντεξε το μαρτύριο της ασθένειάς της και πήγε να λατρέψει κακά πνεύματα. Η μητέρα της πίστευε στον Θεό πολλά χρόνια, αλλά εξακολουθούσε να κάνει τέτοια πράγματα που πρόσβαλλαν τη διάθεση του Θεού. Διέπραξε εκούσια ύβρι κι ο Θεός την απεχθανόταν και την αποστρεφόταν —ήταν δύσπιστη. Η Μινγκ Χούι όχι μόνο δεν αγαπούσε ό,τι αγαπούσε ο Θεός και δεν μισούσε ό,τι μισούσε Εκείνος, άφησε επίσης την έγνοια της μητέρας της να επηρεάσει το καθήκον της. Ήταν, άραγε, ικανή να ξεχωρίσει το καλό από το κακό και το σωστό από το λάθος; Μίσησε τον εαυτό της που ήταν τόσο τυφλή και αδαής! Αναστέναξε και σκέφτηκε: «Ευτυχώς, ο Θεός εξέφρασε αυτά τα λόγια και μας είπε τις αρχές που πρέπει να κάνουμε πράξη όσον αφορά τους γονείς μας. Μπορώ τώρα να ξεχάσω ότι χρωστάω στη μητέρα μου και να αφοσιωθώ στο καθήκον μου. Διαφορετικά, θα έλεγχε τη ζωή μου η παραδοσιακή σκέψη που μου ενστάλαξε ο Σατανάς και δεν θα είχα καμία διάθεση να κάνω το καθήκον μου. Στο τέλος θα έχανα την ευκαιρία μου να σωθώ και θα ήμουν αξιολύπητη».
Διάβασε άλλα δύο χωρία από τα λόγια του Θεού και έμαθε πώς να αντιμετωπίζει τους γονείς της. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Κατ’ αρχάς, οι περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν να φύγουν από το σπίτι για να εκτελέσουν το καθήκον τους, αφενός λόγω των ευρύτερων αντικειμενικών συνθηκών, οι οποίες καθιστούν αναγκαίο να αποχωριστούν τους γονείς τους και τους εμποδίζουν να μείνουν στο πλευρό των γονιών τους για να τους φροντίζουν και να τους κρατούν συντροφιά. Δεν είναι ότι επιλέγουν οικειοθελώς να αποχωριστούν τους γονείς τους. Αυτός είναι ένας αντικειμενικός λόγος. Αφετέρου, από υποκειμενική σκοπιά, φεύγεις από το σπίτι για να εκτελέσεις το καθήκον σου, όχι για ν’ αποφύγεις τις ευθύνες σου απέναντι στους γονείς σου, αλλά λόγω του καλέσματος του Θεού. Προκειμένου να συνεργαστείς με το έργο του Θεού, ν’ αποδεχθείς το κάλεσμά Του και να εκτελέσεις το καθήκον ενός δημιουργημένου όντος, δεν είχες άλλη επιλογή από το να αποχωριστείς τους γονείς σου· δεν μπορούσες να μείνεις στο πλευρό τους για να τους κρατάς συντροφιά και να τους φροντίζεις. Δεν τους αποχωρίστηκες για ν’ αποφύγεις τις ευθύνες, έτσι δεν είναι; Το να τους αποχωριστείς για ν’ αποφύγεις τις ευθύνες σου και το να αναγκαστείς να τους αποχωριστείς για ν’ αποδεχθείς το κάλεσμα του Θεού και να εκτελέσεις το καθήκον σου δεν είναι δύο πράγματα διαφορετικής φύσης; (Ναι.) Μέσα στην καρδιά σου, όντως νοιάζεσαι για τους γονείς σου και σου λείπουν· τα συναισθήματά σου δεν είναι κενά. Αν το επιτρέπουν οι αντικειμενικές συνθήκες και είσαι σε θέση να μείνεις στο πλευρό τους ενώ παράλληλα εκτελείς το καθήκον σου, τότε θα ήσουν πρόθυμος να τους κρατάς συντροφιά, φροντίζοντάς τους τακτικά και εκπληρώνοντας τις ευθύνες σου. Αλλά λόγω των αντικειμενικών συνθηκών, πρέπει να τους αποχωριστείς και δεν μπορείς να μείνεις στο πλευρό τους. Δεν είναι ότι δεν θες να ανταποκριθείς στις ευθύνες σου ως παιδιού τους, απλώς δεν μπορείς. Δεν έχει διαφορετική φύση αυτό; (Ναι.) Αν έχεις φύγει από το πατρικό σου για να αποφύγεις να δείξεις στους γονείς σου την ευσέβεια που οφείλει ένα παιδί, καθώς και για να αποφύγεις να εκπληρώσεις τις ευθύνες σου, τότε δεν είσαι σωστό παιδί και δεν έχεις ανθρώπινη φύση. Αν και οι γονείς σου σε μεγάλωσαν, εσύ δεν βλέπεις την ώρα να μπορέσεις να σταθείς στα δυο σου πόδια και να προχωρήσεις γρήγορα μόνος σου. Ούτε να τους βλέπεις δεν θες και, αν ακούσεις ότι αντιμετώπισαν κάποιο πρόβλημα, δεν δίνεις καμία σημασία. Δεν τους βοηθάς, ακόμα κι αν έχεις τα μέσα να τους βοηθήσεις. Απλώς κάνεις πως δεν ακούς και δεν σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι για σένα· εσύ απλούστατα δεν θέλεις να ανταποκριθείς στις ευθύνες σου. Αυτό σημαίνει να μην είσαι σωστό παιδί. Αλλά αυτό συμβαίνει εδώ; (Όχι.) Πολλοί άνθρωποι έχουν φύγει από τον νομό, την πόλη, την επαρχία ή ακόμη και τη χώρα τους για να κάνουν τα καθήκοντά τους· βρίσκονται ήδη πολύ μακριά από την πατρίδα τους. Επίσης, δεν τους είναι βολικό για διάφορους λόγους να έχουν επαφές με την οικογένειά τους. Πού και πού ρωτούν κάποιους συντοπίτες τους τι κάνουν οι γονείς τους και, όταν ακούνε ότι είναι καλά στην υγεία τους και τα βγάζουν πέρα, νιώθουν ανακούφιση. Δεν ισχύει ότι δεν είσαι σωστό παιδί απέναντι στους γονείς σου. Δεν είναι ότι έχεις φτάσει στο σημείο που δεν έχεις ανθρώπινη φύση, που δεν θέλεις καν να νοιαστείς για τους γονείς σου ή να εκπληρώσεις τις ευθύνες σου απέναντί τους. Δεν μπορείς να εκπληρώσεις τις ευθύνες σου εξαιτίας διάφορων αντικειμενικών λόγων —αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είσαι σωστό παιδί. Οι δύο λόγοι αυτοί είναι. […] Επίσης, το πιο σημαντικό είναι ότι, αφότου πιστέψουν για πολλά χρόνια στον Θεό και ακούσουν τόσες αλήθειες, οι άνθρωποι κατανοούν αυτά τα λίγα τουλάχιστον: Τη μοίρα του ανθρώπου την καθορίζει ο Ουρανός, ο άνθρωπος βρίσκεται στα χέρια του Θεού, και είναι πολύ πιο σημαντικό να έχει κανείς τη φροντίδα και την προστασία του Θεού απ’ ό,τι να ανησυχούν γι’ αυτόν, να τον σέβονται ή να του κάνουν συντροφιά τα παιδιά του. Δεν νιώθεις ανακούφιση που οι γονείς σου βρίσκονται υπό τη φροντίδα και την προστασία του Θεού; Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς γι’ αυτούς. Αν ανησυχείς, αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις εμπιστοσύνη στον Θεό· είναι πολύ μικρή η πίστη σου σ’ Αυτόν. Αν στ’ αλήθεια αγχώνεσαι και ανησυχείς για τους γονείς σου, τότε να προσεύχεσαι συχνά στον Θεό, να τους εμπιστεύεσαι στα χέρια Του και να αφήσεις Αυτόν να ενορχηστρώσει και να διευθετήσει τα πάντα» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (16)]. «Πρέπει να καταλάβεις ως παιδί ότι οι γονείς σου δεν είναι δανειστές σου. Αν δίνεις προσοχή μόνο στο να ξεπληρώσεις την καλοσύνη των γονιών σου, αυτό θα σταθεί εμπόδιο σε πολλά απ’ τα καθήκοντα που πρέπει να κάνεις. Έχεις να κάνεις πολλά στη ζωή σου, κι αυτά τα καθήκοντα που πρέπει να κάνεις είναι πράγματα που πρέπει να κάνει ένα δημιούργημα, και τα οποία σου έχει εμπιστευτεί ο Δημιουργός, και δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το να ξεπληρώσεις το καλό που σου έκαναν οι γονείς σου. Το να δείχνεις στους γονείς σου ευσέβεια, το να τους ξεπληρώνεις και το να ανταποδίδεις το καλό που σου έκαναν δεν έχει καμία σχέση με την αποστολή που έχεις στη ζωή σου. Μπορεί και να πει κανείς ότι δεν χρειάζεται να δείχνεις στους γονείς σου ευσέβεια, να τους ξεπληρώσεις ή να εκπληρώσεις οποιαδήποτε ευθύνη σου απέναντί τους. Με απλά λόγια, όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες, μπορείς να κάνεις λίγα απ’ αυτά και να εκπληρώσεις κάποιες από τις ευθύνες σου· όταν, όμως, δεν το επιτρέπουν, δεν είναι ανάγκη να εξαναγκάζεσαι να το κάνεις. Αν δεν μπορείς να ανταποδώσεις την ευθύνη σου να δείξεις ευσέβεια στους γονείς σου ως παιδί τους, αυτό δεν είναι ένα τρομερό σφάλμα, απλώς αντιβαίνει κάπως στη συνείδηση και την ηθική δικαιοσύνη, και θα επικριθείς από κάποιους ανθρώπους —τίποτα παραπάνω. Αν μη τι άλλο, όμως, δεν αντιβαίνει στην αλήθεια. Αν είναι για χάρη της εκτέλεσης του καθήκοντός σου και της τήρησης του θελήματος του Θεού, τότε θα λάβεις ακόμη και την έγκριση του Θεού. Επομένως, όσον αφορά την αφοσίωση στους γονείς σου, εφόσον κατανοείς την αλήθεια και τις απαιτήσεις του Θεού από τους ανθρώπους, τότε ακόμη κι αν οι συνθήκες δεν σου επιτρέπουν να δείξεις ευσέβεια απέναντι στους γονείς σου, δεν θα νιώθεις τύψεις συνείδησης» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (17)]. Από τα λόγια του Θεού, η Μινγκ Χούι συνειδητοποίησε ότι οι διώξεις και οι συλλήψεις του Κομμουνιστικού Κόμματος έφταιγαν που δεν ήταν στο σπίτι και δεν είχε φροντίσει τους γονείς της όλα αυτά τα χρόνια. Αναγκάστηκε να μείνει μακριά από το σπίτι και να μη φροντίσει τους γονείς της· δεν είχε αποφύγει με τη δική της θέληση την ευθύνη να τους βοηθήσει. Είχε πια ποινικό μητρώο, και πήγαιναν συνέχεια στο σπίτι της αστυνομικοί για να την παρενοχλήσουν και να παρακολουθήσουν τα ίχνη της. Δεν υπήρχε απολύτως κανένας τρόπος να πιστεύει στον Θεό και να κάνει το καθήκον της στο σπίτι, και έτσι αναγκάστηκε να φύγει και πάλι. Δεν μπορούσε να φροντίσει τη μητέρα της. Αυτό δεν σήμαινε ότι ήταν κακή κόρη. Κατάλαβε επίσης ότι ως δημιουργημένο ον, το να κάνεις το καθήκον ενός δημιουργημένου όντος ήταν πιο σημαντικό από το να είσαι καλή κόρη. Πέρα από την αποστολή της, αυτό ήταν το πιο δίκαιο πράγμα που μπορούσε να κάνει στη ζωή της. Από τα λόγια του Θεού, η Μινγκ Χούι βρήκε ένα μονοπάτι άσκησης. Αν το επέτρεπαν οι συνθήκες και μπορούσε να πάει σπίτι να φροντίσει τη μητέρα της, θα μπορούσε να εκπληρώσει την ευθύνη και την υποχρέωσή της ως κόρη και να τη φροντίσει. Αν οι περιστάσεις δεν ήταν κατάλληλες, δεν υπήρχε λόγος να κατηγορεί τον εαυτό της. Τα παιδιά και οι γονείς δεν οφείλουν τίποτα ο ένας στον άλλο. Όταν το αναγνώρισε αυτό, ένιωσε όλο της το σώμα να χαλαρώνει. Ευχαρίστησε τον Θεό μέσα από την καρδιά της. Τα λόγια του Θεού τη βοήθησαν να δει καθαρά πώς η παραδοσιακή κουλτούρα έκανε κακό στους ανθρώπους και κατάλαβε ότι ως δημιουργημένο ον, μόνο το να κάνεις το καθήκον σου έχει νόημα και σε κάνει άνθρωπο που έχει πραγματικά συνείδηση και ανθρώπινη φύση. Στη συνέχεια, η Μινγκ Χούι έκανε το καθήκον της με όλη της την καρδιά.