4. Όταν αποβλήθηκε ο θείος μου
Ο θείος μου είναι γιατρός της παραδοσιακής κινεζικής ιατρικής. Όταν ήμουν 10 χρονών, είχα ένα ατύχημα και δεν μπορούσα να σταματήσω να ξερνάω αίμα. Εκείνος με έσωσε την πιο κρίσιμη στιγμή. Θυμόμουν πάντα ότι η καλοσύνη του θείου μου μου έσωσε τη ζωή και σκεφτόμουν ότι έπρεπε να τον ξεπληρώσω όταν μεγάλωνα. Το 2008, ο πατέρας μου αρρώστησε και πέθανε. Όλη η οικογένειά μας έπεσε σε βαθύ πένθος και ο θείος μου μας κήρυξε το ευαγγέλιο των εσχάτων ημερών του Παντοδύναμου Θεού. Δεν βρήκαμε μόνο κάπου να στηριχτούμε, αλλά και μια ευκαιρία να επιδιώξουμε την αλήθεια και να σωθούμε. Έτσι, μεγάλωσε κι άλλο η ευγνωμοσύνη μου για τον θείο μου. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, η μητέρα μου δυσκολευόταν να πληρώσει τα έξοδα για την εκπαίδευση των τριών παιδιών της. Ο θείος μου με πήρε τότε στο σπίτι του, όπου θα μπορούσα να πιστεύω στον Θεό και να μάθω ιατρική δίπλα του. Ζούσα και έτρωγα στο σπίτι του. Στην υγεία μου δεν ήμουν και πολύ καλά, και ο θείος μου συχνά μου ετοίμαζε θρεπτικά φαγητά. Μου φερόταν σαν να ήμουν κόρη του κι εγώ του ήμουν ευγνώμων και σκεφτόμουν ότι αν ποτέ είχε κάποιο πρόβλημα, εφόσον μπορούσα να βοηθήσω, θα έκανα τα πάντα γι’ αυτόν.
Το 2011, η εκκλησία αποφάσισε ότι ο θείος μου ήταν κακός άνθρωπος. Ήταν αλαζόνας κι επηρμένος, προκαλούσε παράλογα προβλήματα και δεν αποδεχόταν καθόλου την αλήθεια. Βασάνιζε όσους του έκαναν υποδείξεις και συχνά έκρινε και καταδίκαζε επικεφαλής και εργάτες, και τους επιτιθόταν. Προκάλεσε διαμάχες μεταξύ των αδελφών και των επικεφαλής, πράγμα που αναστάτωσε σοβαρά τη ζωή και το έργο της εκκλησίας. Οι αδελφοί και οι αδελφές ένιωθαν τόσο καταπιεσμένοι από αυτόν που δεν τολμούσαν να αλληλεπιδράσουν μαζί του, κι εκείνος αρνούνταν να μετανοήσει παρά τις επανειλημμένες συναναστροφές. Η εκκλησία αποφάσισε να τον αποβάλει. Η επικεφαλής με ρώτησε τότε αν συμφωνούσα να υπογράψω κι εγώ και ήμουν πραγματικά διχασμένη. Η συμπεριφορά του θείου μου ήταν πολύ προφανής· ξέσπασα σε κλάματα από την περιφρόνηση και τις επιθέσεις του. Σκέφτηκα, όμως: «Αν υπογράψω και το μάθει, τι θα σκεφτεί για μένα; Ο θείος μου μου έσωσε τη ζωή όταν ήμουν μικρή, μας κήρυξε το ευαγγέλιο και μου έμαθε ιατρική. Ήταν πάρα πολύ καλός μαζί του. Αν υπογράψω, δεν θα με πει άκαρδη και αχάριστη;» Ωστόσο, εκείνη την εποχή, η επικεφαλής διάβασε ένα χωρίο από τα λόγια του Θεού που με άγγιξε πραγματικά. Ο Θεός λέει: «Ποιες είναι οι αρχές με βάση τις οποίες ζητείται στα λόγια του Θεού από τους ανθρώπους να μεταχειρίζονται ο ένας τον άλλον; Να αγαπούν αυτό που αγαπά ο Θεός και να μισούν αυτό που μισεί: αυτή είναι η αρχή που θα πρέπει να τηρούν οι άνθρωποι. Ο Θεός αγαπά όσους επιδιώκουν την αλήθεια και είναι σε θέση να ακολουθήσουν το θέλημά Του· αυτοί είναι οι άνθρωποι που θα πρέπει να αγαπάμε κι εμείς. Όσοι δεν είναι σε θέση να ακολουθήσουν το θέλημα του Θεού, Τον μισούν και επαναστατούν ενάντιά Του —αυτούς τους απεχθάνεται ο Θεός και θα πρέπει να τους απεχθανόμαστε κι εμείς. Αυτό ζητά ο Θεός από τον άνθρωπο. […] Κατά τη διάρκεια της Εποχής της Χάριτος, ο Κύριος Ιησούς είπε: “Τις είναι η μήτηρ μου και τίνες είναι οι αδελφοί μου;” “Διότι όστις ακολουθεί το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου είναι αδελφός και αδελφή και μήτηρ”. Αυτά τα λόγια υπήρχαν ήδη από την Εποχή της Χάριτος, και τώρα τα λόγια του Θεού είναι ακόμη πιο ξεκάθαρα: “Να αγαπάς όσα αγαπά ο Θεός και να μισείς όσα μισεί ο Θεός”. Αυτά τα λόγια μάς βάζουν κατευθείαν στο θέμα, κι όμως οι άνθρωποι συχνά δεν είναι σε θέση να συλλάβουν την πραγματική τους σημασία» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μόνο γνωρίζοντας τις εσφαλμένες απόψεις του μπορεί κανείς να αλλάξει πραγματικά). Διαβάζοντας τα λόγια του Θεού, ένιωσα κάποιες ενοχές. Ο θείος μου είχε συμπεριφερθεί ξεκάθαρα σαν κακός άνθρωπος, αλλά εγώ δεν ήθελα να υπογράψω. Δεν ανεχόμουν έτσι τις συνεχείς διαταράξεις και ενοχλήσεις που προκάλεσε στην εκκλησία; Δεν πρέπει να ενεργώ βάσει των αισθημάτων μου, αλλά να ασκούμαι σύμφωνα με τα λόγια του Θεού: «Να αγαπάς όσα αγαπά ο Θεός και να μισείς όσα μισεί ο Θεός». Έτσι, υπέγραψα με το όνομά μου.
Το 2012, η εκκλησία ανακοίνωσε την αποβολή του θείου μου, κι εγώ φοβόμουν να τον αντικρίσω. Όταν ο θείος μου ανακάλυψε ότι είχα υπογράψει, με επέπληξε κι είπε ότι δεν έχω διάκριση και ότι είμαι ανόητη! Όταν τον άκουσα να το λέει αυτό, ήξερα ότι δεν είχε κάνει αυτοκριτική ούτε καταλάβαινε καθόλου τις κακές του πράξεις, αλλά εξακολουθούσα να αναρωτιέμαι αν ήμουν υπερβολικά σκληρή και αχάριστη απέναντί του υπογράφοντας με το όνομά μου. Αργότερα, για τις ανάγκες του καθήκοντός μου, έφυγα από το σπίτι του θείου μου. Μπορεί να μην έβλεπα πια τον θείο μου, αλλά τα καυστικά του λόγια δεν έλεγαν να φύγουν από το μυαλό μου. Συγκεκριμένα, κάτι έγινε αργότερα που με έκανε να νιώσω ακόμα μεγαλύτερη υποχρέωση προς τον θείο μου και κατέληξα να κάνω κάτι αντίθετο προς τον Θεό.
Προς το τέλος του 2016, έκανα το καθήκον μου μακριά από το σπίτι μου και οι αδελφοί και οι αδελφές με έστειλαν στο νοσοκομείο επειδή είχα σοβαρή πνευμονία και πλευριτική συλλογή. Ο θείος μου ήρθε αμέσως στο νοσοκομείο και με φρόντιζε ακούραστα. Δαπάνησε χρήμα και κόπο. Η πίεσή μου ήταν πολύ χαμηλή και μου έκανε βελονισμό. Όταν πήρα εξιτήριο, ετοίμασε παραδοσιακά κινεζικά γιατρικά για να με βοηθήσει να αναρρώσω. Είδα ότι ήταν ακόμα καλός μαζί μου παρά το ότι είχα υπογράψει για την αποβολή του, κι η ενοχή που ένιωθα γι’ αυτόν δυνάμωσε. Αυτό το διάστημα, ο θείος μου μου είπε πως τα τελευταία χρόνια συνέχιζε να κηρύττει το ευαγγέλιο ακόμα και μετά την αποβολή του, κι ότι είχε φέρει αρκετούς ανθρώπους στον Θεό. Είχε συλληφθεί και από το ΚΚΚ επειδή κήρυττε το ευαγγέλιο, είχαν ερευνήσει το σπίτι του, είχαν κατασχέσει τα υπάρχοντά του και είχαν κλείσει το φαρμακείο του. Έχασε πάνω από 100.000 γουάν. Παρά την καταδίωξη από τον μεγάλο κόκκινο δράκοντα, δεν αποκάλυψε πού ήταν κρυμμένα τα βιβλία με τα λόγια του Θεού. Ωστόσο, όταν του έδειξαν φωτογραφίες και του ζήτησαν να αναγνωρίσει τους αδελφούς και τις αδελφές, αναγνώρισε μία αδελφή που ήταν επικεφαλής. Ήταν η επικεφαλής που τον είχε αποβάλει πριν από μερικά χρόνια. Αφού μου τα είπε όλα αυτά, με κατηγόρησε ότι δεν έχω συνείδηση, κι είπε ότι με είχε σαν κόρη του κι ότι με φρόντιζε λες κι ήταν πατέρας μου. Εγώ, όμως, δεν είχα δείξει καθόλου ανθρωπιά και είχα φερθεί σαν ψυχρό ζώο. Όταν τον άκουσα να λέει αυτά τα πράγματα, ένιωσα ότι του χρωστούσα και τον συμπόνεσα. Εκείνη την περίοδο, έτυχε να ακούσω τους ανώτερους επικεφαλής να λένε ότι αν έδειχναν μετάνοια όσοι είχαν αποβληθεί και συνέχιζαν να πιστεύουν στον Θεό και να διαδίδουν το ευαγγέλιο, θα μπορούσαν να γίνουν ξανά αποδεκτοί στην εκκλησία. Αμέσως σκέφτηκα τον θείο μου. Σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε αποβληθεί, αλλά είχε συνεχίσει να διαδίδει το ευαγγέλιο όλα αυτά τα χρόνια. Όταν τον συνέλαβε και τον ανέκρινε το ΚΚΚ, δεν αρνήθηκε τον Θεό. Γιατί να μη γίνει, λοιπόν, ξανά αποδεκτός ο θείος μου στην εκκλησία; Θα ήταν αρκετό ακόμα κι αν απλώς κήρυττε το ευαγγέλιο και μοχθούσε για να αναπληρώσει τα λάθη του παρελθόντος. Μετά από αυτό, αν οι άλλοι συναναστρέφονταν περισσότερο μαζί του πάνω στα λόγια του Θεού, δεν θα μπορούσε σταδιακά να αρχίσει να κάνει αυτοκριτική σχετικά με το κακό που είχε κάνει, και να μετανοήσει και να αλλάξει; Αν μπορούσα να τον κάνω ξανά αποδεκτό στην εκκλησία, δεν θα έβλεπε ότι είχα λίγη συνείδηση και ότι δεν ήμουν τόσο αχάριστη; Όταν πέρασε από το μυαλό μου αυτή η σκέψη, ένιωσα ότι είχα βρει την ευκαιρία να επανορθώσω και να ξεπληρώσω την καλοσύνη του. Έγραψα, λοιπόν, στην επικεφαλής και της ανέφερα τις καλές συμπεριφορές του θείου μου. Όμως, για την ταυτοποίηση της φωτογραφίας της επικεφαλής της εκκλησίας στην αστυνομία και για τα παράπονα και τα κηρύγματα που μου έκανε, δεν ανέφερα τίποτα. Αργότερα, οι επικεφαλής έστειλαν κάποιον να τον συναντήσει για να δουν αν πληρούσε τα κριτήρια για να γίνει αποδεκτός ξανά στην εκκλησία. Λίγες μέρες αργότερα, μια αδελφή μού είπε: «Όταν πήγαμε στον θείο σου και τον ρωτήσαμε πώς έκανε αυτοκριτική και πώς προσπάθησε να γνωρίσει τον εαυτό του, εξοργίστηκε και είπε: Δεν ήρθατε εδώ για να ερευνήσετε τα γεγονότα. Εσείς και οι επικεφαλής απλώς καλύπτετε ο ένας τον άλλον· είστε όλοι συνεννοημένοι’. Έμοιαζε έτοιμος να μας χτυπήσει, και η θεία σου όλο του μιλούσε και τον συγκρατούσε. Μετά, άρχισε να κουνάει τα χέρια του και να φωνάζει δυνατά για όσα έγιναν στο παρελθόν, κατηγορούσε, αρνούνταν να τα ξεχάσει, έκανε επιθέσεις και έκρινε τους επικεφαλής. Είδαμε ότι δεν έχει καθόλου αυτογνωσία και δεν μπορεί να γίνει ξανά αποδεκτός στην εκκλησία». Στη συνέχεια, η αδελφή συναναστράφηκε και μαζί μου ώστε να διακρίνω και να δω καθαρά την ουσία του θείου μου, και με ρώτησε πώς κατανοούσα αυτό το θέμα. Δεν μπορούσα να πω τίποτα για να αντικρούσω τη συμπεριφορά του θείου μου· πράγματι, δεν ήταν άξιος να γίνει αποδεκτός.
Αργότερα, αναζήτησα τα λόγια του Θεού σχετικά με τα προβλήματά μου. Διάβασα αυτά τα λόγια του Θεού: «Όλοι όσοι έχουν διαφθαρεί από τον Σατανά έχουν διεφθαρμένες διαθέσεις. Ωστόσο, κάποιοι δεν έχουν τίποτα περισσότερο από διεφθαρμένες διαθέσεις, ενώ άλλοι είναι διαφορετικοί: Όχι μόνο έχουν σατανικές διεφθαρμένες διαθέσεις, αλλά και η φύση τους είναι εξαιρετικά κακόβουλη. Τα λόγια και οι πράξεις αυτών των ανθρώπων είναι κάτι παραπάνω από απλή αποκάλυψη σατανικών διεφθαρμένων διαθέσεων· αυτοί είναι γνήσιοι διάβολοι και σατανάδες. Το μόνο που κάνουν είναι να διαταράσσουν και να αναστατώνουν το έργο του Θεού, πράγμα που αναστατώνει τη ζωή-είσοδο των αδελφών και βλάπτει την κανονική εκκλησιαστική ζωή. Αργά ή γρήγορα, αυτοί οι λύκοι με προβιά προβάτου θα απομακρυνθούν· θα πρέπει να υιοθετηθεί μια αμείλικτη στάση, μια στάση απόρριψης, απέναντι σ’ αυτούς τους υπηρέτες του Σατανά. Μονάχα έτσι στέκεται κανείς στο πλευρό του Θεού, και όσοι δεν μπορούν να το κάνουν, κυλιούνται στον βούρκο με τον Σατανά» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Προειδοποίηση σε όσους δεν κάνουν πράξη την αλήθεια). «Ποιοι είναι σατανάδες, ποιοι είναι οι δαίμονες και ποιοι είναι οι εχθροί του Θεού; Δεν είναι οι ανθιστάμενοι που δεν πιστεύουν στον Θεό; Δεν είναι αυτοί που είναι επαναστατικοί απέναντι στον Θεό; Δεν είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι πιστεύουν, κι όμως δεν έχουν καμία αλήθεια; Δεν είναι εκείνοι που αναζητούν απλώς να αποκτήσουν ευλογίες, ενώ δεν είναι σε θέση να καταθέτουν μαρτυρία για τον Θεό; Εξακολουθείς να είσαι μπλεγμένος με αυτούς τους δαίμονες σήμερα και να τους φέρεσαι με συνείδηση και αγάπη· μα αυτό δεν ισοδυναμεί με το να φέρεσαι με καλοσύνη στον Σατανά; Δεν έχεις γίνει ένα με τους δαίμονες; Αν οι άνθρωποι έχουν φτάσει σε αυτό το σημείο και εξακολουθούν να αδυνατούν να διακρίνουν το καλό από το κακό, και συνεχίζουν να είναι στοργικοί και ελεήμονες στα τυφλά, χωρίς να επιθυμούν καθόλου να αναζητήσουν την καρδιά του Θεού ούτε να μπορούν να εκλαμβάνουν, με οποιοδήποτε τρόπο, την καρδιά του Θεού ως δική τους, τότε η έκβασή τους θα είναι ακόμα πιο καταστροφική. Όποιος δεν πιστεύει στον ενσαρκωμένο Θεό είναι εχθρός του Θεού. Αν μπορείς να μεταχειρίζεσαι τους εχθρούς του Θεού με συνείδηση και αγάπη, τότε άραγε δεν σου λείπει το αίσθημα δικαίου; Αν είσαι συμβατός με εκείνους που Εγώ μισώ και στους οποίους εναντιώνομαι, και παρ’ όλα αυτά τους μεταχειρίζεσαι με αγάπη ή τους δείχνεις προσωπικά συναισθήματα, τότε δεν είσαι επαναστατικός; Δεν αντιστέκεσαι σκόπιμα στον Θεό; Κατέχει, όντως, την αλήθεια ένας τέτοιος άνθρωπος; Αν οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τους εχθρούς του Θεού με συνείδηση, τους δαίμονες με αγάπη και τον Σατανά με έλεος, τότε δεν διαταράσσουν σκόπιμα το έργο του Θεού;» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ο Θεός και ο άνθρωπος θα εισέλθουν στην ανάπαυση μαζί). Ένιωσα βαθιά μέσα μου τον Θεό να με κρίνει με τα λόγια Του. Ο θείος μου είχε αποβληθεί αρκετά χρόνια πριν. Αν είχε λίγη συνείδηση ή λογική, μετά από όλα αυτά που έκανε και τους ανθρώπους που έβλαψε, και διατάραξε και αναστάτωσε τη ζωή στην εκκλησία και αντιστάθηκε στον Θεό, θα είχε ένοχη συνείδηση. Θα έκανε αυτοκριτική, θα έδειχνε μεταμέλεια και θα μετανοούσε. Συγκεκριμένα, οι αδελφοί, οι αδελφές και εγώ είχαμε συναναστραφεί μαζί του και είχαμε επισημάνει τα προβλήματά του εκείνη την περίοδο, εκείνος, όμως, και πάλι δεν είχε κατανοήσει καθόλου τον εαυτό του. Όλα αυτά τα χρόνια μισούσε κι εμένα και την επικεφαλής ακόμα περισσότερο. Πίστευε ότι για την αποβολή του έφταιγαν αποκλειστικά άλλοι, και κρατούσε κακία προς την επικεφαλής που τον είχε αποβάλει, μέχρι που έφτασε στο σημείο να αναγνωρίσει τη φωτογραφία της στην αστυνομία. Έπειτα, συνέχισε να διαδίδει τις προκαταλήψεις του εναντίον της επικεφαλής, και την καταδίκαζε ως ψευδοεπικεφαλής και αντίχριστη. Ήταν σαφές ότι είχε την ουσία ενός κακού ανθρώπου, ότι η φύση του αποστρεφόταν και μισούσε την αλήθεια, και ότι δεν θα μετανοούσε ούτε θα άλλαζε ποτέ. Αντιμέτωπη με ένα τέτοιο πραγματικά κακό άτομο, εγώ προσπάθησα να έχω συνείδηση και να ξεπληρώσω την καλοσύνη του. Μάλιστα, τον υπερασπίστηκα και είπα καλά λόγια γι’ αυτόν, και ήλπιζα ότι θα γινόταν ξανά αποδεκτός στην εκκλησία. Ήμουν πραγματικά τυφλή και ανόητη, και δεν μπορούσα να διακρίνω το καλό από το κακό. Δεν προσπαθούσα, άραγε, να κερδίσω την εύνοια του Σατανά, να σταθώ στο πλευρό των κακών ανθρώπων και να αντισταθώ στον Θεό;
Αργότερα, διάβασα ένα χωρίο από τα λόγια του Θεού και κατανόησα κάπως τη δίκαιη διάθεσή Του. Τότε πείστηκα ακόμα περισσότερο ότι ο θείος μου δεν θα έπρεπε να γίνει ξανά αποδεκτός στην εκκλησία. Ο Θεός λέει: «Δεν Με νοιάζει αν έχεις εργαστεί πολύ σκληρά και έχεις κάνει σημαντικές συνεισφορές, αν έχεις μεγάλη παλαιότητα, αν Με ακολουθείς στενά, αν είσαι πολύ φημισμένος ή αν η στάση σου έχει βελτιωθεί· εφόσον δεν έχεις ενεργήσει σύμφωνα με τις απαιτήσεις Μου, δεν θα μπορέσεις ποτέ να κερδίσεις την έγκρισή Μου. Καλό θα ήταν να ενεργήσετε το συντομότερο δυνατό για να εγκαταλείψετε όλες αυτές τις ιδέες και τα σχέδιά σας, και να αντιμετωπίσετε τις απαιτήσεις Μου σοβαρά. Διαφορετικά, θα μετατρέψω τους πάντες σε στάχτη, βάζοντας έτσι τέλος στο έργο Μου· το πολύ-πολύ, να πάνε χαμένα τα χρόνια που εργάστηκα και βασανίστηκα —διότι δεν μπορώ να φέρω στη βασιλεία Μου τους εχθρούς Μου και εκείνους τους ανθρώπους που αποπνέουν κακία και έχουν την ίδια παλιά σατανική ομοιότητα ούτε να τους πάρω στην επόμενη εποχή» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Οι παραβάσεις θα οδηγήσουν τον άνθρωπο στην κόλαση). Αφότου διάβασα τα λόγια του Θεού, μπόρεσα να διαισθανθώ την άγια, δίκαιη και απρόσβλητη διάθεσή Του, και κατάλαβα τις αρχές με τις οποίες μεταχειρίζεται τους ανθρώπους. Όταν άκουσα τους ανώτερους επικεφαλής να λένε για όσους είχαν αποβληθεί ότι αν συνέχιζαν να πιστεύουν στον Θεό, αν κήρυτταν το ευαγγέλιο και μετανοούσαν, θα μπορούσαν να γίνουν ξανά αποδεκτοί στην εκκλησία, εγώ συνέκρινα την εξωτερική συμπεριφορά του θείου μου με όλα αυτά. Νόμιζα ότι επειδή συνέχιζε να κηρύττει το ευαγγέλιο μετά την αποβολή του κι επειδή δεν είχε αρνηθεί τον Θεό μόλις τον δίωξε και τον συνέλαβε ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας, σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να γίνει ξανά αποδεκτός παρά το ότι δεν είχε κάνει αυτοκριτική και δεν είχε κατανόηση. Όταν διάβασα τα λόγια του Θεού, συνειδητοποίησα ότι ο Θεός έχει πρότυπα με βάση τα οποία αξιολογεί τους ανθρώπους και η εκκλησία έχει αρχές σύμφωνα με τις οποίες τους αποδέχεται. Ειδικότερα, όσοι αποβλήθηκαν κατά το παρελθόν εξαιτίας κακών πράξεων, είναι σημαντικό να αξιολογηθεί αν έχουν κατανοήσει πραγματικά τις κακές τους πράξεις και αν έχουν μετανοήσει και αλλάξει. Αν δεν τα έχουν κάνει αυτά, δεν μπορούν να ξαναγίνουν αποδεκτοί στην εκκλησία. Όταν αποβλήθηκε ο θείος μου, αν και συνέχισε να κηρύττει το ευαγγέλιο, κι έδειξε κάποιες καλές συμπεριφορές, δεν έκανε αυτοκριτική ούτε και κατανόησε καθόλου τις κακές του πράξεις ή τη διεφθαρμένη του διάθεση. Δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα, όσο κι αν συναναστράφηκαν άλλοι μαζί του και του επισήμαναν τα προβλήματά του ή τον κλάδεψαν και τον εξέθεσαν. Ήταν εχθρικός ακόμα και απέναντι σε όσους τον παρότρυναν να κάνει αυτοκριτική, διέδιδε προκαταλήψεις ενάντια στους επικεφαλής, παραπλανούσε ανθρώπους, και διατάραζε και αναστάτωνε την εκκλησιαστική ζωή. Λόγω της δικαιοσύνης του Θεού είχε αποβληθεί ένας τόσο ξεκάθαρα κακός άνθρωπος και διάβολος. Όπως λέει κι ο Θεός: «Διότι δεν μπορώ να φέρω στη βασιλεία Μου τους εχθρούς Μου και εκείνους τους ανθρώπους που αποπνέουν κακία και έχουν την ίδια παλιά σατανική ομοιότητα ούτε να τους πάρω στην επόμενη εποχή». Εγώ, όμως, εξακολουθούσα να τον υπερασπίζομαι κι ήθελα να ξαναγίνει αποδεκτός στην εκκλησία. Δεν εναντιωνόμουν στον Θεό; Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, ένιωσα ακόμα περισσότερο ότι δεν καταλάβαινα την αλήθεια, και ότι ήμουν εξαιρετικά αδαής και ανόητη!
Αργότερα, αλληλεπιδρούσα συχνά με τον θείο μου, μιας και έπρεπε να αναρρώσω από την ασθένειά μου. Η συμπεριφορά του έγινε ακόμα χειρότερη. Δεν έκρινε μόνο τους επικεφαλής, μιλούσε αλαζονικά και έκρινε τον άνθρωπο που χρησιμοποιήθηκε από το Άγιο Πνεύμα. Είδα έτσι ακόμα πιο καθαρά ότι σύμφωνα με την ουσία του μισούσε την αλήθεια και ήταν εχθρός του Θεού. Είχα, επίσης, τύψεις και ενοχές που τον είχα υπερασπιστεί. Δεν μπόρεσα παρά να αναρωτηθώ: «Γιατί ήθελα συνέχεια να ανταποδώσω την καλοσύνη ενός τόσο κακού ανθρώπου;» Δεν μπορούσα να βρω τον λόγο μέχρι που διάβασα ένα χωρίο από τα λόγια του Θεού αργότερα και βρήκα τη βασική αιτία του προβλήματος. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Τα ρητά για την ηθική διαγωγή όπως “Η καλοσύνη που λαμβάνεται πρέπει ν’ ανταποδίδεται με ευγνωμοσύνη” δεν λένε στους ανθρώπους ακριβώς ποιες ευθύνες οφείλουν να εκπληρώσουν μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία. Αντιθέτως, απαιτούν από τους ανθρώπους να ενεργούν και να κάνουν πράξη αυτά τα ρητά, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις. Τέτοιες ιστορίες έχουν παραδοθεί από την αρχαία Κίνα. Ένα από αυτά αφορά ένα πεινασμένο ζητιανάκι το οποίο περιμάζεψε μια οικογένεια και το τάισε, το έντυσε, το εκπαίδευσε στις πολεμικές τέχνες και του δίδαξε κάθε είδους γνώσεις. Περίμεναν μέχρι να μεγαλώσει και μετά άρχισαν να το χρησιμοποιούν ως πηγή εισοδήματος, στέλνοντάς το να πράττει το κακό, να σκοτώνει ανθρώπους, να κάνει πράγματα που δεν ήθελε να κάνει. Αν το δεις αυτό υπό το πρίσμα των ευεργεσιών που δέχτηκε, αυτό που του συνέβη ήταν κάτι καλό. Αλλά αν σκεφτείς αυτό που αναγκάστηκε να κάνει αργότερα, ήταν πραγματικά καλό ή κακό; (Ήταν κακό.) Υπό την κατήχηση όμως της παραδοσιακής κουλτούρας, η οποία υποστηρίζει πράγματα όπως “Η καλοσύνη που λαμβάνεις θα πρέπει να ανταποδίδεται με ευγνωμοσύνη”, οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν αυτήν τη διάκριση. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι το αγόρι δεν είχε άλλη επιλογή από το να κάνει κακά πράγματα, να βλάψει ανθρώπους και να γίνει δολοφόνος —να κάνει, δηλαδή, πράγματα που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα ήθελαν να κάνουν. Το γεγονός όμως πως έκανε τα κακά αυτά πράγματα και σκότωσε κατ’ εντολή του αφέντη του δεν προερχόταν κατά βάθος από την επιθυμία να του ανταποδώσει την καλοσύνη του; Οι άνθρωποι δεν μπορούν παρά να επηρεάζονται και να ελέγχονται από αυτές τις ιδέες κυρίως εξαιτίας της κατήχησης της κινεζικής παραδοσιακής κουλτούρας, η οποία υποστηρίζει πράγματα όπως “Η καλοσύνη που λαμβάνεις θα πρέπει να ανταποδίδεται με ευγνωμοσύνη”. Ο τρόπος που ενεργεί, και οι προθέσεις και τα κίνητρα πίσω από τις πράξεις του, ασφαλώς περιορίζονται από αυτά. Όταν αυτή η οικογένεια τον υποκίνησε να κάνει κακό, ποια ήταν η πρώτη του σκέψη; “Αυτή η οικογένεια με έσωσε και μου έδειξε καλοσύνη. Πρέπει ν’ ανταποδώσω την καλοσύνη της. Επειδή τους χρωστάω τη ζωή μου, πρέπει να την αφιερώσω σ’ αυτούς. Θα πρέπει να κάνω ό,τι μου ζητήσουν· ακόμη κι αν μου ζητήσουν να κάνω κακό και να σκοτώσω ανθρώπους, δεν μπορώ να εξετάσω αν είναι σωστό ή λάθος, πρέπει να επικεντρωθώ μόνο στο να ανταποδώσω την καλοσύνη τους. Θα άξιζα ακόμα να αποκαλούμαι άνθρωπος αν δεν ανταπέδιδα μια τόσο μεγάλη καλοσύνη;” Έτσι, για ν’ ανταποδώσει την καλοσύνη τους, έκανε ό,τι του ζήτησαν χωρίς δεύτερη σκέψη, ακόμη κι αν του ζητήθηκε να σκοτώσει ανθρώπους και να κάνει κακά πράγματα. Απλώς για ν’ ανταποδώσει την καλοσύνη τους, ενήργησε αποφασιστικά χωρίς κανέναν δισταγμό, χωρίς να έχει καμία αμφιβολία. Λοιπόν, ποια άποψη διείπε τη συμπεριφορά και τις εκδηλώσεις στις οποίες επιδόθηκε για ν’ ανταποδώσει την καλοσύνη τους; Δεν εκπλήρωνε αυτό το κριτήριο ηθικής διαγωγής; (Ναι.) Τι βλέπετε από αυτό το παράδειγμα; Είναι καλό ή όχι το ρητό που λέει “Η καλοσύνη που λαμβάνεις θα πρέπει να ανταποδίδεται με ευγνωμοσύνη”; (Δεν είναι καλό, δεν στηρίζεται σε καμία αρχή.) Στην πραγματικότητα, το αγόρι στηρίχτηκε σε κάποια αρχή, η οποία ήταν η εξής: “Η καλοσύνη που λαμβάνεις θα πρέπει να ανταποδίδεται με ευγνωμοσύνη. Αν κάποιος κάνει κάτι καλό για σένα, πρέπει να του το ανταποδώσεις. Αν δεν το κάνεις, τότε δεν είσαι άνθρωπος· και αν σε καταδικάσουν γι’ αυτό, δεν θα μπορείς να πεις κουβέντα. Το ρητό λέει: ‘Μια σταγόνα καλοσύνης θα πρέπει να ανταποδίδεται με έναν χείμαρρο καλοσύνης’, πράγμα που δεν λέει τίποτα για τη δική μου κατάσταση —αυτό που έλαβα εγώ δεν ήταν κάποια μικρή καλοσύνη, αλλά μια καλοσύνη που μου έσωσε τη ζωή. Πρέπει ακόμα περισσότερο να την ξεπληρώσω με τη ζωή μου”. Δεν γνώριζε ποια ήταν τα όρια και ποιες οι αρχές για την ανταπόδοση της καλοσύνης. Πίστευε ότι αυτή η οικογένεια του είχε χαρίσει τη ζωή του, οπότε έπρεπε να τους την αφιερώσει ως αντάλλαγμα και να κάνει ό,τι του ζητούσαν, ακόμη και φόνο ή άλλες κακές πράξεις. Αυτός ο τρόπος ανταπόδοσης της καλοσύνης δεν έχει αρχές ή όρια. Λειτούργησε ως συνεργός των κακοποιών και στην πορεία κατέστρεψε τον εαυτό του. Ήταν σωστό να ανταποδώσει την καλοσύνη με αυτόν τον τρόπο; Φυσικά και όχι. Ήταν ανόητο εκ μέρους του να ενεργήσει έτσι» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Τι σημαίνει να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (7)]. Όταν διάβασα τα λόγια του Θεού, αναγνώρισα ότι ένιωθα πάντα χρέος κι ενοχές απέναντι στον θείο μου, και ήθελα να επανορθώσω και να ξεπληρώσω την καλοσύνη του. Ο λόγος ήταν κυρίως ότι με δέσμευαν και με περιόριζαν τα ρητά «Η καλοσύνη που λαμβάνεις θα πρέπει να ανταποδίδεται με ευγνωμοσύνη», και «Μια σταγόνα καλοσύνης θα πρέπει να ανταποδίδεται με έναν χείμαρρο καλοσύνης». Πίστευα ότι εφόσον κάποιος μου έδωσε ένα χέρι βοήθειας όταν το χρειάστηκα ή μου έσωσε τη ζωή σε μια δύσκολη ώρα, έπρεπε να θυμάμαι αυτήν την καλοσύνη για πάντα και να την ανταποδώσω στο μέλλον. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα είχα συνείδηση και ανθρώπινη φύση. Αν δεν ανταπέδιδα την καλοσύνη, θα ήμουν αχάριστη και δεν θα είχα ανθρώπινη φύση. Όλοι θα με αποστρέφονταν και θα έλεγαν αχάριστη. Πάρτε για παράδειγμα τη μητέρα μου. Έχει τέσσερα αδέρφια, κι η οικογένειά της είχε οικονομικά προβλήματα στο παρελθόν. Για να σπουδάσει ο μεγαλύτερος θείος μου, παράτησαν τις δικές τους σπουδές ο μικρότερος θείος μου και η μητέρα μου. Τελικά, ο μεγαλύτερος θείος μου βρήκε μια σταθερή δουλειά, και οι δικοί του περίμεναν ότι θα βοηθούσε τα αδέρφια του. Ωστόσο, εκείνος δεν βοήθησε όχι μόνο τα αδέρφια του, αλλά ούτε και την ίδια τη μητέρα του. Όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι μας τον είπαν αχάριστο, και όλοι τον αποστρέφονταν και τον απέρριπταν. Μεγαλώνοντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον, σκέφτηκα ότι έπρεπε να γίνω άνθρωπος με συνείδηση και να ξεπληρώνω την καλοσύνη των άλλων. Εξαιτίας της επιρροής αυτής της φράσης, όταν μου συνέβησαν διάφορα, δεν μπόρεσα να διακρίνω το σωστό από το λάθος ή τι είδους άνθρωπος ήταν αυτός που ήθελα να ξεπληρώσω. Δεν με ένοιαζε καν αν οι πράξεις μου ήταν σύμφωνες με τις αλήθεια-αρχές. Όταν μου έδειχνε κάποιος καλοσύνη, ένιωθα την ανάγκη να θυμηθώ να του την ξεπληρώσω. Αυτό συνέβη και με τον θείο μου. Όταν έπρεπε να υπογράψω για να αποβληθεί, σκέφτηκα ότι μου είχε σώσει τη ζωή, ότι μας είχε κηρύξει το ευαγγέλιο των εσχάτων ημερών του Θεού και ότι με είχε σαν παιδί του. Η καλοσύνη του αυτή δεν με άφηνε να υπογράψω. Φοβόμουν ότι αν υπέγραφα θα ήμουν αχάριστη και ασυνείδητη. Αν και τελικά υπέγραψα, η συνείδησή μου δεν μπορούσε να το δεχτεί αυτό και ένιωθα ότι του χρωστούσα. Επίσης, όταν ήμουν άρρωστη και έκανα το καθήκον μου μακριά από το σπίτι, ο θείος μου έτρεξε και δαπάνησε πολύ κόπο και χρήμα για να με φροντίσει. Αυτό με έκανε να νιώσω ακόμα περισσότερες ενοχές. Έτσι, όταν άκουσα τη συναναστροφή των ανώτερων επικεφαλής πάνω στις αρχές της αποδοχής των ανθρώπων, θέλησα να αδράξω την ευκαιρία να ξεπληρώσω τον θείο μου. Επομένως, μπορεί να ήταν σαφές ότι ο θείος μου δεν είχε κάνει αυτοκριτική ούτε και είχε κατανοήσει το κακό που είχε κάνει τα τελευταία χρόνια, και έτρεφε ακόμη και πικρία για την αποβολή του και ταυτοποίησε στον μεγάλο κόκκινο δράκοντα την επικεφαλής της εκκλησίας που τον απέβαλε, αλλά εγώ, υπό τον έλεγχο του σκεπτικού «Η καλοσύνη που λαμβάνεις θα πρέπει να ανταποδίδεται με ευγνωμοσύνη», είπα καλά λόγια γι’ αυτόν στους επικεφαλής. Κουκούλωσα κι απέκρυψα την κακή του συμπεριφορά με την ελπίδα ότι θα γινόταν ξανά αποδεκτός στην εκκλησία, ώστε να ξεπληρώσω το χρέος μου. Συνειδητοποίησα ότι με περιόριζε η παραδοσιακή σκέψη «Η καλοσύνη που λαμβάνεις θα πρέπει να ανταποδίδεται με ευγνωμοσύνη», και δεν με άφηνε να ξεχωρίσω το καλό από το κακό ή το σωστό από το λάθος. Με έκανε να ενεργώ χωρίς αρχές και χωρίς ηθική. Είχε έρθει η ώρα να εξαγνιστεί η εκκλησία και να γίνει η εκκαθάριση των κακών ανθρώπων, των αντίχριστων και των δύσπιστων. Αν εγώ κοιτούσα να έχω συνείδηση και να ξεπληρώνω την καλοσύνη των κακών ανθρώπων, και ήθελα να ξαναγίνουν αποδεκτοί στην εκκλησία, δεν θα ήμουν, άραγε, συνένοχή τους, και δεν θα διατάραζα και δεν θα αναστάτωνα την εκκλησία; Σε τι διέφερε η συμπεριφορά μου από την ιστορία του Θεού με τον ζητιάνο που διέπραξε φόνο για να ξεπληρώσει την καλοσύνη κάποιου; Όταν τα κατανόησα όλα αυτά, είδα ξεκάθαρα την πλάνη και το δηλητήριο της παραδοσιακής ηθικής σκέψης: «Η καλοσύνη που λαμβάνεις θα πρέπει να ανταποδίδεται με ευγνωμοσύνη». Είναι μια πλάνη που σε εξαπατά και σε διαφθείρει.
Μετά, διάβασα περισσότερα από τα λόγια του Θεού: «Πρέπει να μπορείτε να διακρίνετε την έννοια της παραδοσιακής κουλτούρας ότι “Η καλοσύνη που λαμβάνεις θα πρέπει να ανταποδίδεται με ευγνωμοσύνη”. Το πιο σημαντικό μέρος είναι η λέξη “καλοσύνη”· πώς θα πρέπει να βλέπετε αυτήν την καλοσύνη; Σε ποια πτυχή και φύση της καλοσύνης αναφέρεται; Ποια είναι η σημασία του να ανταποδίδεται αυτή η καλοσύνη με ευγνωμοσύνη; Οι άνθρωποι πρέπει να βρουν τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να περιορίζονται από αυτήν την ιδέα της ανταπόδοσης της καλοσύνης. Αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για όποιον επιδιώκει την αλήθεια. Τι είναι η “καλοσύνη” σύμφωνα με τις ανθρώπινες αντιλήψεις; Σε ένα μικρότερο επίπεδο, καλοσύνη είναι να σε βοηθάει κάποιος όταν βρίσκεσαι σε δύσκολη θέση. Για παράδειγμα, να σου δίνει ένα μπολ ρύζι όταν πεινάς ή ένα μπουκάλι νερό όταν διψάς, ή να σε βοηθάει να σηκωθείς αν πέσεις και δεν μπορείς να σηκωθείς. Κάθε τι απ’ όλα αυτά αποτελεί καλοσύνη. Μια μεγάλη καλοσύνη είναι μια καλοσύνη που σώζει ζωές ή η καλοσύνη του να διασώσεις κάποιον. Για παράδειγμα, όταν αντιμετωπίζεις κάποια ολέθρια κατάσταση και κάποιος σε σώζει κι έτσι σε βοηθά να την ξεπεράσεις ή όταν βρίσκεσαι σε θανάσιμο κίνδυνο και κάποιος σε βοηθά, αποτρέποντας έτσι τον θάνατό σου —αυτά είναι μερικά από τα πράγματα που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ως μεγάλες καλοσύνες. Στα μάτια των ανθρώπων, αυτού του είδους η καλοσύνη ξεπερνά κάθε μικρή υλική χάρη —είναι μια μεγάλη καλοσύνη που δεν μπορεί να μετρηθεί με όρους χρημάτων ή υλικών πραγμάτων. Εκείνοι που τη δέχονται νιώθουν ένα είδος ευγνωμοσύνης που είναι αδύνατο να εκφραστεί με λίγα λόγια ευχαριστίας. Είναι ακριβές, όμως, να μετρούν οι άνθρωποι την καλοσύνη με αυτόν τον τρόπο; (Δεν είναι.) Γιατί λέτε πως δεν είναι ακριβές; (Επειδή αυτή η μέτρηση βασίζεται στα πρότυπα της παραδοσιακής κουλτούρας.) Αυτή η απάντηση βασίζεται στη θεωρία και το δόγμα, και ενώ μπορεί να φαίνεται σωστή, δεν φτάνει στην ουσία του θέματος. Πώς μπορεί, λοιπόν, να το εξηγήσει αυτό κανείς με πρακτικούς όρους; Σκεφτείτε το προσεκτικά. Πριν από λίγο καιρό, ήταν ένα βίντεο στο διαδίκτυο που έδειχνε έναν άντρα να χάνει το πορτοφόλι του καθώς περπατούσε. Ένα μικρό σκυλάκι εκεί κοντά το βλέπει, μαζεύει το πορτοφόλι και παίρνει τον άντρα στο κυνήγι. Ο άνδρας νομίζει εσφαλμένα ότι το σκυλάκι τού έκλεψε το πορτοφόλι και το χτυπάει. Παράλογο, έτσι δεν είναι; Ο άνθρωπος έχει λιγότερη ηθική από τον σκύλο! Οι πράξεις του σκύλου ήταν απολύτως σύμφωνες με τα ανθρώπινα πρότυπα ηθικής. Ένας άνθρωπος θα φώναζε: “Σου έπεσε το πορτοφόλι σου!” αλλά επειδή ο σκύλος δεν μπορούσε να μιλήσει, μάζεψε απλώς σιωπηλά το πορτοφόλι και έτρεξε πίσω από τον άνθρωπο. Άρα, λοιπόν, αν ένας σκύλος μπορεί να εκτελέσει κάποιες από τις καλές συμπεριφορές που ενθαρρύνει η παραδοσιακή κουλτούρα, τι λέει αυτό για τους ανθρώπους; Οι άνθρωποι γεννιούνται με συνείδηση και λογική, οπότε είναι ακόμη πιο ικανοί να κάνουν αυτά τα πράγματα. Εφόσον κάποιος έχει αίσθημα συνείδησης, μπορεί να εκπληρώσει τέτοιου είδους ευθύνες και υποχρεώσεις. Δεν είναι απαραίτητο να δουλέψεις σκληρά ή να πληρώσεις κάποιο τίμημα· απαιτεί λίγη προσπάθεια και είναι απλώς θέμα του να κάνεις κάτι χρήσιμο, κάτι που ωφελεί τους άλλους. Αλλά μπορεί πραγματικά η φύση αυτής της πράξης να χαρακτηριστεί ως “καλοσύνη”; Φτάνει στο επίπεδο μιας πράξης καλοσύνης; (Δεν φτάνει.) Εφόσον δεν φτάνει, χρειάζεται οι άνθρωποι να μιλούν για ανταπόδοσή της; Θα ήταν περιττό» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Τι σημαίνει να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (7)]. «Εάν ο Θεός θέλει να σε σώσει, όποιου τις υπηρεσίες κι αν χρησιμοποιεί για να το επιτύχει, εσύ θα πρέπει πρώτα να ευχαριστήσεις τον Θεό και να το αποδεχθείς από Εκείνον. Δεν θα πρέπει να απευθύνεις την ευγνωμοσύνη σου αποκλειστικά προς τους ανθρώπους, πόσο μάλλον να προσφέρεις τη ζωή σου σε κάποιον σε ένδειξη ευγνωμοσύνης. Είναι σοβαρό λάθος αυτό. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η καρδιά σου να ευγνωμονεί τον Θεό και να το αποδέχεσαι από Εκείνον» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Τι σημαίνει να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (7)]. Όταν διάβασα τα λόγια του Θεού, κατανόησα και όρισα εκ νέου τη λέξη «καλοσύνη» που υπάρχει στη φράση «Η καλοσύνη που λαμβάνεις θα πρέπει να ανταποδίδεται με ευγνωμοσύνη». Παλιότερα πίστευα ότι είναι μεγάλη καλοσύνη να μου δώσει μια χείρα βοηθείας ή να μου σώσει τη ζωή κάποιος όταν αντιμετώπιζα δυσκολίες ή κινδύνους, ή όταν κινδύνευε η ζωή μου. Πίστευα ότι αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να το θυμάμαι και να ξεπληρώσω την καλοσύνη αυτή. Πλέον, μέσα από τα λόγια του Θεού, συνειδητοποίησα ότι όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να λέγονται καλοσύνη· ήταν απλώς ανθρώπινο ένστικτο. Κάτι που θα έκανε όποιος έχει συνείδηση. Ο θείος μου ήταν γιατρός και μου έσωσε τη ζωή όταν είδε ότι κινδύνευα. Αυτό ήταν απολύτως φυσιολογικό και ήταν ευθύνη του. Επιπλέον, η πνοή μου προέρχεται από τον Θεό, και η ζωή και ο θάνατός μου βρίσκονται υπό την κυριαρχία Του. Δεν είμαι ζωντανή επειδή με έσωσε ο θείος μου. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, και η μητέρα μου δυσκολευόταν να καλύψει τα υψηλά έξοδα τόσων παιδιών, ο θείος μου με πήρε να μου μάθει ιατρική και με άφησε να τρώω και να ζω στο σπίτι του. Είδε ότι η υγεία μου ήταν κακή και μου έδινε θρεπτικά φαγητά. Με φρόντισε και όταν νοσηλεύτηκα αρκετά χρόνια αργότερα. Όλα αυτά έγιναν χάρη στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού, και έπρεπε να τα αποδεχτώ από τον Θεό. Επίσης, ο θείος μου μας κήρυξε το ευαγγέλιο των εσχάτων ημερών του Θεού, πράγμα που έγινε κι αυτό χάρη στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού. Τον Θεό έπρεπε να ευχαριστήσω! Όταν το κατάλαβα αυτό, απαλλάχτηκα επιτέλους από τις ενοχές που ένιωθα για τον θείο μου.
Μέσα από αυτήν την εμπειρία, έχω καταφέρει να δω καθαρά την πλάνη της παραδοσιακής ηθικής σκέψης «Η καλοσύνη που λαμβάνεις θα πρέπει να ανταποδίδεται με ευγνωμοσύνη», καθώς και το πώς αυτή δεσμεύει και βλάπτει τους ανθρώπους. Χωρίς αυτήν την εμπειρία, θα συνέχιζα να ξεπληρώνω την καλοσύνη των άλλων αδιακρίτως, χωρίς αρχές ή ηθική, και θα αντιστεκόμουν στον Θεό χωρίς να το καταλάβω. Τα λόγια του Θεού με έκαναν να τα συνειδητοποιήσω όλα αυτά. Δόξα τω Θεώ!