55. Η επισήμανση των προβλημάτων δεν είναι το ίδιο πράγμα με την έκθεση των ελαττωμάτων
Απ’ όταν ήμουν μικρή, η μητέρα μου μου έλεγε: «Αν χτυπάς τους άλλους, μην τους χτυπάς στο πρόσωπο· αν εκθέτεις τους άλλους, μην εκθέτεις τα ελαττώματά τους», και «Το να σιωπάς για τα ελαττώματα των καλών σου φίλων οδηγεί σε μια μακρά και καλή φιλία». Μου έλεγε ότι, αν εντόπιζα προβλήματα στους άλλους, δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να τους τα αναφέρω κατά πρόσωπο, επειδή θα είχαν κακή αντίδραση, και ότι έπρεπε να κάνω τα στραβά μάτια στα πάντα, ώστε να διατηρώ φιλικές σχέσεις με τους άλλους. Από εκεί και μετά, κρατούσα στην καρδιά μου τα λόγια της μητέρας μου. Είτε ήμουν στο σχολείο είτε με συγγενείς και φίλους, δεν μιλούσα ποτέ ανοιχτά για τα προβλήματα των άλλων όποτε τα εντόπιζα.
Θυμάμαι όταν πήγαινα γυμνάσιο, η διπλανή μου μου είπε ότι οι άλλοι τη θεωρούσαν ισχυρογνώμονα και αυταρχική, και δεν ήθελαν να την κάνουν παρέα. Με ρώτησε αν όντως ήταν έτσι. Στην πραγματικότητα, ήξερα ότι είχε αυτά τα προβλήματα και ήθελα να της πω την αλήθεια, αλλά μετά σκέφτηκα: «Αν της πω την αλήθεια, μήπως νιώσει ντροπή και μετά δεν θέλει να με κάνει παρέα;» Έτσι, αντίθετα με όσα σκεφτόμουν, είπα: «Δεν νομίζω. Μην ακούς τις βλακείες που λένε οι άλλοι». Όταν το άκουσε αυτό, η διπλανή μου είπε χαρούμενη: «Το ήξερα· εσύ είσαι καλύτερη απ’ τους άλλους. Οι άλλοι όλο με αντιπαθούν. Μόνο εσύ με καταλαβαίνεις». Στη συνέχεια, η σχέση μας έγινε ακόμα καλύτερη. Θεώρησα ότι αυτός ήταν ένας καλός τρόπος να φέρομαι.
Αργότερα, αποδέχθηκα το έργο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες και άρχισα να κάνω καθήκον παραγωγής εικόνων στην εκκλησία. Η αδελφή Χλόη δεν είχε επαρκείς τεχνικές δεξιότητες. Όταν συζητούσαμε ιδέες για τον σχεδιασμό, συνέχεια τη ρωτούσαμε αν είχε τυχόν δυσκολίες και απαντούσαμε υπομονετικά στις ερωτήσεις της. Θεωρούσα ότι έτσι θα σημείωνε ταχεία πρόοδο, αλλά αργότερα διαπίστωσα ότι, αφότου συζητούσαμε τις ιδέες, η Χλόη δεν ξεκινούσε αμέσως την παραγωγή. Αντ’ αυτού, άκουγε ύμνους για λίγο και μετά χάζευε κάμποση ώρα στο διαδίκτυο ειδήσεις που δεν είχαν καμία σχέση με τα καθήκοντά της. Στο τέλος, οι εικόνες που έφτιαχνε ήταν πολύ κακότεχνες. Είδα ότι έκανε επιπόλαια το καθήκον της και ήθελα να επισημάνω τα προβλήματά της. Σε μια συνάθροιση, ρώτησα τη Χλόη γιατί αργούσε τόσο να φτιάξει εικόνες. Συναντούσε δυσκολίες, μου απάντησε. Είπα εγώ: «Αν συναντάς δυσκολίες, πρέπει να επικοινωνείς αμέσως μαζί μας. Έτσι, τα προβλήματα θα λύνονται το συντομότερο δυνατό και δεν θα καθυστερεί το έργο». Αρχικά, ήθελα να εκθέσω το γεγονός ότι, εκείνο το διάστημα, έκανε τα καθήκοντά της με επιπολαιότητα. Είδα, όμως, ότι είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόμονη, οπότε κατάπια τα λόγια που ήθελα να πω. Και άλλες αδελφές αναζήτησαν τη Χλόη για να συναναστραφούν μαζί της. Είπε ότι δεν κατανοούσα τις δυσκολίες της και ότι είχα μεγάλες απαιτήσεις από εκείνη, αλλά το αποδεχόταν από τον Θεό και θα άλλαζε τη στάση της απέναντι στην εκτέλεση του καθήκοντός της. Ανησύχησα κάπως όταν το έμαθα αυτό και σκέφτηκα: «Τώρα που η Χλόη είναι προκατειλημμένη απέναντί μου, πώς θα τα πάμε στο μέλλον; Μήπως οι άλλες αδελφές σκεφτούν ότι έχω κακή ανθρώπινη φύση και ότι δεν νοιάζομαι για τους άλλους;» Στη συνέχεια, πρόσεξα ότι η Χλόη έφτιαχνε εικόνες πιο γρήγορα από πριν και θεώρησα ότι είχε μεταστραφεί κάπως. Λίγες μέρες αργότερα, όμως, διαπίστωσα ότι ακόμη δεν ένιωθε πως πρέπει να κάνει γρήγορα τα καθήκοντά της και, μάλιστα, έβλεπε βιντεάκια από τον κόσμο των απίστων. Επιπλέον, συχνά παραπονιόταν, λέγοντας κουβέντες όπως: «Η επόπτρια όλο μας ζητάει να καινοτομήσουμε, αλλά η καινοτομία δεν είναι εύκολο πράγμα! Όλοι μας είμαστε καινούργιοι σ’ αυτό το καθήκον. Όταν κάποιος έχει τόσο μεγάλες απαιτήσεις από μας, δεν μας αναγκάζει να κάνουμε πράγματα πέρα από τις δυνατότητές μας;» και «Όποτε κάνω μια εικόνα, πάντα μου βρίσκει πάρα πολλά προβλήματα. Κολλάει υπερβολικά στις λεπτομέρειες!» Αν και μια άλλη αδελφή κι εγώ συχνά τη σταματούσαμε όταν έλεγε τέτοια πράγματα, δεν συγκρατούνταν ιδιαίτερα. Ήξερα ότι έπρεπε να αναλύσω τη φύση και τις συνέπειες των πράξεών της, αλλιώς θα επηρέαζε και άλλες αδελφές στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ωστόσο, όταν σκέφτηκα την προκατάληψη που είχε αποκτήσει εναντίον μου αφού της είχα μιλήσει την προηγούμενη φορά, και ότι είχε πει μπροστά στις άλλες αδελφές μου ότι την ανάγκαζα να κάνει πράγματα που ήταν πέρα από τις ικανότητές της, δίστασα. Σκέφτηκα: «Κι αν συνεχίσω να εκθέτω και να αναλύω τα προβλήματά της, και οι σχέσεις μας γίνουν τεταμένες; Ίσως πρέπει καλύτερα να αναφέρω την κατάστασή της στην επόπτρια. Αν, όμως, το μάθει η Χλόη, μήπως σκεφτεί ότι τη μαχαιρώνω πισώπλατα και πει ότι έχω κακή ανθρώπινη φύση;» Το σκέφτηκα αρκετά και ακόμη δεν είχα το κουράγιο να επισημάνω τα προβλήματά της, ούτε τολμούσα να κάνω αναφορά γι’ αυτά.
Λίγο αργότερα, η επόπτρια έμαθε ότι η Χλόη έκανε πολύ καιρό το καθήκον της με επιπολαιότητα, οπότε τη μετέφερε σε διαφορετικό πόστο. Επιπλέον, η επόπτρια με κλάδεψε, λέγοντας: «Είδες ότι η Χλόη έκανε το καθήκον της με επιπολαιότητα και διέδιδε αρνητικότητα για μεγάλο διάστημα, αλλά ούτε την εξέθεσες ούτε υπέβαλες αναφορά γι’ αυτήν. Είσαι ανθρωπάρεσκη και δεν προστάτεψες καθόλου το έργο της εκκλησίας. Είσαι υπερβολικά εγωίστρια! Πρέπει να το αναλογιστείς προσεκτικά αυτό». Τα λόγια της επόπτριας ήταν σαν απανωτά χαστούκια. Ήθελα ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί εκείνη τη στιγμή. Αργότερα, ενώ σκεφτόμουν τι είχε πει η επόπτρια, ένιωσα πολύ άσχημα. Αναρωτήθηκα ξανά και ξανά μέσα μου: «Γιατί δεν είχα το κουράγιο να εκθέσω ή να υποβάλω αναφορά για τα προβλήματα της Χλόης;» Μια μέρα, στις πνευματικές ασκήσεις μου, διάβασα τα λόγια του Θεού: «Οι περισσότεροι άνθρωποι επιθυμούν να επιδιώξουν και να κάνουν πράξη την αλήθεια, αλλά τις περισσότερες φορές έχουν απλώς την αποφασιστικότητα και την επιθυμία να το πράξουν· η αλήθεια δεν έχει γίνει η ζωή τους. Ως εκ τούτου, όταν συναντούν κακές δυνάμεις ή αντιμετωπίζουν πονηρούς και κακούς ανθρώπους που διαπράττουν κακές πράξεις, ή ψευδείς επικεφαλής και αντίχριστους που ενεργούν με τρόπο που παραβιάζει τις αρχές —διαταράσσοντας έτσι το έργο της εκκλησίας και βλάπτοντας τον εκλεκτό λαό του Θεού— χάνουν το θάρρος να ορθώσουν το ανάστημά τους και να εκφέρουν τη γνώμη τους. Τι σημαίνει όταν δεν έχεις θάρρος; Σημαίνει ότι είσαι δειλός ή ότι έχεις έλλειψη ευφράδειας; Ή μήπως σημαίνει ότι δεν έχεις βαθιά κατανόηση και, συνεπώς, δεν έχεις την αυτοπεποίθηση να εκφέρεις τη γνώμη σου; Τίποτε από αυτά: είναι κυρίως συνέπεια του περιορισμού από τις διεφθαρμένες διαθέσεις. Μία από τις διεφθαρμένες διαθέσεις που αποκαλύπτεις είναι η δόλια διάθεση: όταν σου συμβαίνει κάτι, το πρώτο που σκέφτεσαι είναι τα δικά σου συμφέροντα, το πρώτο που εξετάζεις είναι οι συνέπειες, κατά πόσο θα είναι ωφέλιμο για σένα. Αυτή είναι μια δόλια διάθεση, έτσι δεν είναι; Μια άλλη είναι η εγωιστική και ευτελής διάθεση. Σκέφτεσαι: “Τι σχέση έχει μ’ εμένα εάν ζημιωθούν τα συμφέροντα του οίκου του Θεού; Δεν είμαι επικεφαλής, οπότε γιατί να με νοιάζει; Δεν έχει σχέση με εμένα. Δεν είναι δική μου ευθύνη”. Αυτές τις σκέψεις, αυτά τα λόγια, δεν τα σκέφτεσαι συνειδητά, τα παράγει όμως το υποσυνείδητό σου —το οποίο είναι η διεφθαρμένη διάθεση που αποκαλύπτεται όταν οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα. Διεφθαρμένες διαθέσεις όπως αυτή διέπουν τον τρόπο που σκέφτεσαι, σε δένουν χειροπόδαρα και ελέγχουν τα όσα λες. Μέσα στην καρδιά σου, θέλεις να σηκωθείς και να μιλήσεις, όμως έχεις ενδοιασμούς, και ακόμη και όταν τελικά μιλάς, δεν τα λες ξεκάθαρα και αφήνεις περιθώρια υπαναχώρησης, διαφορετικά υπεκφεύγεις και δεν λες την αλήθεια. Οι διορατικοί άνθρωποι μπορούν να το διαπιστώσουν αυτό. Στην πραγματικότητα, μέσα σου ξέρεις ότι δεν είπες όλα όσα έπρεπε, ότι αυτό που είπες δεν είχε αποτέλεσμα, ότι το έκανες απλώς διεκπεραιωτικά και το πρόβλημα δεν έχει επιλυθεί. Δεν έχεις εκπληρώσει την ευθύνη σου, κι όμως λες απροκάλυπτα ότι την έχεις εκπληρώσει ή ότι αυτό που συνέβαινε δεν σου ήταν ξεκάθαρο. Είναι αλήθεια αυτό; Αυτό πραγματικά πιστεύεις; Δεν βρίσκεσαι, λοιπόν, εξ ολοκλήρου υπό τον έλεγχο της σατανικής σου διάθεσης; […] Δεν ελέγχεις καθόλου όσα λες και κάνεις. Ακόμη και αν το ήθελες, δεν θα μπορούσες να πεις την αλήθεια ούτε αυτό που σκέφτεσαι πραγματικά· ακόμη και αν το ήθελες, δεν θα μπορούσες να κάνεις πράξη την αλήθεια· ακόμη και αν το ήθελες, δεν θα μπορούσες να εκπληρώσεις τις ευθύνες σου. Όλα όσα λες, πράττεις και κάνεις πράξη είναι ένα ψέμα, και εσύ είσαι απλώς επιπόλαιος. Η σατανική σου διάθεση σε δεσμεύει και σε ελέγχει απόλυτα. Μπορεί να θες να αποδεχθείς και να κάνεις πράξη την αλήθεια, αλλά αυτό δεν είναι στο χέρι σου. Όταν σε ελέγχουν οι σατανικές σου διαθέσεις, λες και κάνεις ό,τι σου υπαγορεύει η σατανική σου διάθεση. Δεν είσαι τίποτε άλλο παρά μόνο υποχείριο της διεφθαρμένης σάρκας· έχεις γίνει εργαλείο του Σατανά» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μέρος τρίτο). Καθώς συλλογιζόμουν τα λόγια του Θεού, ένιωσα μια σουβλιά στην καρδιά. Ήμουν το είδος του ανθρώπου που εξέθετε ο Θεός. Γνώριζα πολύ καλά τα προβλήματα της Χλόης, αλλά δεν τολμούσα να τα εκθέσω ή να τα αναλύσω. Ακόμη κι όταν μιλούσα, δεν έλεγα τίποτε ουσιαστικό. Ανέφερα μόνο τα μισά και κρατούσα τα υπόλοιπα για τον εαυτό μου, επειδή φοβόμουν μήπως προσβάλω τη Χλόη. Για να προστατέψω τον εαυτό μου και να διατηρήσω τη σχέση μου μαζί της, δεν μιλούσα για όσα είχα εντοπίσει. Πόσο εγωίστρια και δόλια ήμουν! Η Χλόη έκανε συνέχεια το καθήκον της με επιπολαιότητα, χωρίς να δείχνει κανένα σημάδι μετάνοιας. Επιπλέον, διέδιδε αρνητικότητα στους αδελφούς και τις αδελφές της· έπαιζε τον ρόλο του Σατανά. Εγώ όχι μόνο δεν τη σταμάτησα, αλλά την κάλυψα κιόλας, και δεν ανέφερα τα προβλήματά της στους επικεφαλής. Δεν ενεργούσα σαν συνεργός και ασπίδα του Σατανά; Απολάμβανα όσα προέρχονταν από τον Θεό, αλλά δάγκωνα το χέρι που με τάιζε, και δεν εκπλήρωνα στο παραμικρό τις ευθύνες μου. Ήμουν τελείως ανάξια να ζω ενώπιον του Θεού! Όταν το σκέφτηκα αυτό, ένιωσα άβολα και γέμισα ενοχές· μετάνιωσα πραγματικά για όσα είχα κάνει.
Αργότερα, άρχισα να εποπτεύω το έργο του καλλιτεχνικού σχεδιασμού. Διαπίστωσα ότι η αδελφή Έμιλι ήταν αρκετά αλαζονική και αυτάρεσκη, και δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί τις προτάσεις των άλλων. Αυτό επηρέαζε τα αποτελέσματα της παραγωγής εικόνων. Ήξερα ότι έπρεπε να επισημάνω τα προβλήματα της Έμιλι και να τη βοηθήσω να αντιστρέψει αυτήν την κατάσταση το συντομότερο δυνατόν, αλλά μετά σκέφτηκα: «Μήπως την πληγώσω πολύ αν της επισημάνω κατά πρόσωπο τα προβλήματά της; Κι αν δεν μπορεί να το αποδεχθεί και αποκτήσει προκατάληψη εναντίον μου; Αν δεν το πω, όμως, θα επηρεαστεί το έργο. Πάλι τα ίδια κάνω, μου φαίνεται». Προσευχήθηκα στον Θεό να μου δώσει τη δύναμη να κάνω πράξη την αλήθεια. Ύστερα, βρήκα ένα χωρίο των λόγων του Θεού που αφορούσε ακριβώς την κατάστασή μου: «Εάν έχεις την πρόθεση και την οπτική ενός ανθρωπάρεσκου, τότε, σε όλα τα θέματα, δεν θα κάνεις πράξη την αλήθεια ούτε θα τηρείς τις αρχές, και πάντα θα αποτυγχάνεις και θα οδηγείσαι σε πτώση. Εάν δεν αφυπνιστείς και δεν αναζητήσεις ποτέ την αλήθεια, τότε είσαι δύσπιστος και δεν θα κερδίσεις ποτέ την αλήθεια και ζωή. Τι θα πρέπει, λοιπόν, να κάνεις; Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τέτοια πράγματα, πρέπει να προσεύχεσαι στον Θεό και να Τον επικαλείσαι, να εκλιπαρείς για τη σωτηρία Του και να Του ζητάς να σου δώσει πίστη και δύναμη, καθώς και τη δυνατότητα να τηρείς τις αρχές, να κάνεις αυτό που πρέπει, να χειριστείς τα πράγματα σύμφωνα με τις αρχές, να μείνεις σταθερός στη θέση που οφείλεις να διατηρείς, να προστατεύσεις τα συμφέροντα του οίκου του Θεού και να εμποδίσεις να ζημιωθεί το έργο του οίκου του Θεού. Αν είσαι σε θέση να επαναστατήσεις ενάντια στα συμφέροντά σου, την υπερηφάνεια σου και την άποψη του ανθρωπάρεσκου που έχεις, και κάνεις αυτό που πρέπει ειλικρινά και με όλη σου την καρδιά, τότε θα έχεις νικήσει τον Σατανά και θα έχεις αποκτήσει τη συγκεκριμένη πτυχή της αλήθειας» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μέρος τρίτο). Τα λόγια του Θεού φώτισαν την καρδιά μου. Κατάλαβα πως, αν ήθελα να μην έχω πια σκέψεις και ιδέες ανθρωπάρεσκης, έπρεπε να βάλω σε προτεραιότητα τα συμφέροντα της εκκλησίας. Ό,τι κι αν σκέφτονταν οι άλλοι, ακόμη κι αν τους πρόσβαλλα, έπρεπε να εκπληρώσω τις ευθύνες μου και να μην επιτρέψω να επηρεαστεί το έργο της εκκλησίας. Η εκκλησία κανόνισε να γίνω επόπτρια με την ελπίδα ότι θα αναλάμβανα την ευθύνη των αδελφών μου και θα προστάτευα τα συμφέροντα της εκκλησίας. Αν συνέχιζα να είμαι ανθρωπάρεσκη και δεν επισήμαινα τα προβλήματα της Έμιλι, θα έβλαπτα και την ίδια και το έργο της εκκλησίας. Κατόπιν, αντιμετώπισα τα προβλήματα της Έμιλι, αναλύοντας τη φύση και τις συνέπειες των πράξεών της υπό το πρίσμα των λόγων του Θεού. Συζήτησα, επίσης, τη ζημιά που είχε προκαλέσει η πρότερη αλαζονική διάθεσή μου στο έργο της εκκλησίας, αλλά και σ’ εμένα. Αυτό που δεν περίμενα ήταν ότι, όταν το άκουσε αυτό, η Έμιλι όχι μόνο δεν απέκτησε καμία προκατάληψη εναντίον μου, αλλά και κατάφερε να κατανοήσει τα προβλήματά της υπό το πρίσμα των λόγων του Θεού και ήταν πρόθυμη να μεταστραφεί. Επιπλέον, ούτε πήρε αποστάσεις από μένα στη συνέχεια. Ανοιγόταν στη συναναστροφή μαζί μου σχετικά με τη διαφθορά που αποκάλυπτε κατά την εκτέλεση του καθήκοντός της ή για τις δυσκολίες που συναντούσε. Σ’ αυτήν την εμπειρία, γεύτηκα πόσο γλυκιά είναι η άσκηση της αλήθειας και ένιωθα την καρδιά μου ιδιαίτερα ήρεμη.
Νόμιζα πως είχα αλλάξει, αλλά όταν ο Θεός διαμόρφωσε άλλο ένα περιβάλλον, τότε συνειδητοποίησα πόσο βαθιά με είχε διαφθείρει το Σατανάς. Το 2024, με εξέλεξαν επικεφαλής της ομάδας, υπεύθυνη για τις συναθροίσεις της ομάδας. Στις συναθροίσεις, διαπίστωσα ότι η αδελφή Άλις συχνά έβγαινε εκτός θέματος στη συναναστροφή της, ενώ συχνά χρησιμοποιούσε τη συναναστροφή της για να κρίνει τους άλλους. Μια φορά, αφού διάβασε τα λόγια του Θεού, η Άλις δεν τα χρησιμοποίησε για να κατανοήσει τον εαυτό της, αλλά είπε ότι η Ολίβια είχε διεφθαρμένη διάθεση. Είπε, επίσης, ότι στο παρελθόν είχε δώσει πολλές φορές συμβουλές στην Ολίβια, αλλά εκείνη είχε προβάλει μεγάλη αντίσταση και είχε μιλήσει απότομα, περιορίζοντας και βλάπτοντάς τη. Ύστερα, είπε ότι είχε βοηθήσει την Ολίβια από αγάπη. Όταν την άκουσα να μιλάει έτσι, είπα μέσα μου: «Με αυτόν τον τρόπο, υποβιβάζει τους άλλους για να εξυψώσει τον εαυτό της. Αν όντως έχει αυτά τα προβλήματα η Ολίβια, μπορεί να την πάρει κατά μέρος για να της τα επισημάνει και να τη βοηθήσει. Δεν πρέπει να χρησιμοποιεί τη συνάθροιση για να εξωτερικεύσει τη δική της δυσαρέσκεια. Επιπλέον, η συναναστροφή της έχει αποκλίνει από το θέμα της συνάθροισης. Πρέπει να τη σταματήσω γρήγορα». Ωστόσο, μετά σκέφτηκα: «Αν τη διακόψω ευθέως, δεν θα ρεζιλευτεί; Δεν θα είναι μετά προκατειλημμένη απέναντί μου; Άσ’ το. Θα περιμένω να τελειώσει η συνάθροιση και θα της μιλήσω ιδιαιτέρως». Έτσι, δεν τη σταμάτησα. Είπα μόνο στα γρήγορα: «Όλοι πρέπει να προσέχουν πόση ώρα κρατάει η συναναστροφή τους, ώστε να έχουν κι οι υπόλοιποι αρκετό χρόνο για να συναναστραφούν». Είχα σκοπό να μιλήσω στην Άλις για το πρόβλημά της μετά τη συνάθροιση, αλλά τότε άκουσα δύο αδελφές να συζητούν για μια αδελφή που είχε προσβάλει κάποτε την Άλις, και η Άλις είχε αρχίσει να κακολογεί εκείνη την αδελφή πίσω από την πλάτη της. Επίσης, τη στραβοκοιτούσε και την έκανε να νιώθει αμήχανα. Η καρδιά μου σφίχτηκε και σκέφτηκα: «Αν επισημάνω το πρόβλημά της και την προσβάλω, θα μου φερθεί κι εμένα έτσι; Θα ήταν πολύ άβολο αυτό αν πρέπει να συναντιόμαστε συχνά στο μέλλον! Ίσως πρέπει απλώς να αναφέρω την κατάστασή της στους επικεφαλής». Ύστερα, όμως, σκέφτηκα: «Τα πάω πολύ καλά με την Άλις. Με φροντίζει κιόλας λιγάκι στην καθημερινότητά μου. Αν αναφέρω τα προβλήματά της πίσω από την πλάτη της, αυτό θα ήταν πολύ ύπουλο. Δεν θα ήταν σαν να τη μαχαιρώνω πισώπλατα; Αν ανακαλύψει ότι εγώ ανέφερα τα προβλήματά της, δεν θα μου κρατήσει κακία; Δεν θα με κρίνει πίσω από την πλάτη μου; Άσ’ το· ας μη χαλάσω τη σχέση που έχω μαζί της τώρα». Όταν σκέφτηκα έτσι, εγκατέλειψα την ιδέα να επισημάνω στην Άλις τα προβλήματά της.
Λίγο αργότερα, δύο αδελφές μού ανέφεραν την κατάσταση της Άλις. Μία από τις αδελφές είπε ότι η Άλις πάντα έβγαινε εκτός θέματος όταν συναναστρεφόταν για τα λόγια του Θεού, πράγμα που ανάλωνε πολύ χρόνο στις συναθροίσεις, χωρίς να είναι ούτε ωφέλιμο ούτε εποικοδομητικό για κανέναν. Η άλλη αδελφή είπε ότι η Άλις διαρκώς έκρινε τους άλλους και μιλούσε για τα προβλήματά τους στις συναθροίσεις. Αυτό παρέσερνε τους ανθρώπους σε ανούσιες διαφωνίες για το σωστό και το λάθος, και αναστάτωνε κάπως την εκκλησιαστική ζωή. Όταν άκουσα τις αδελφές μου να μιλάνε έτσι, ένιωσα κάπως ένοχη. Είχα απόλυτη επίγνωση των προβλημάτων της Άλις, αλλά ούτε τα επισήμανα ούτε υπέβαλα αναφορά γι’ αυτά. Όλα αυτά ήταν συνέπειες της ανευθυνότητάς μου. Στη διάρκεια των πνευματικών μου ασκήσεων, είδα ένα βίντεο βιωματικής μαρτυρίας. Δύο χωρία των λόγων του Θεού που αναφέρονταν μέσα σ’ αυτό άγγιξαν την καρδιά μου. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Όλοι σας λέτε ότι λαμβάνετε υπόψη το φορτίο του Θεού και ότι θα υπερασπιστείτε τη μαρτυρία της εκκλησίας, όμως ποιος ανάμεσά σας έχει λάβει αληθινά υπόψη το φορτίο του Θεού; Διερωτήσου το εξής: Είσαι κάποιος που έχει λάβει υπόψη το φορτίο Του; Μπορείς να κάνεις πράξη τη δικαιοσύνη για Εκείνον; Μπορείς να ορθώσεις το ανάστημά σου και να μιλήσεις για Μένα; Μπορείς να κάνεις ακλόνητα πράξη την αλήθεια; Είσαι αρκετά θαρραλέος ώστε να αγωνιστείς ενάντια σε όλες τις πράξεις του Σατανά; Θα μπορούσες να παραμερίσεις τα συναισθήματά σου και να εκθέσεις τον Σατανά για χάρη της αλήθειας Μου; Μπορείς να επιτρέψεις να ικανοποιηθούν μέσα σου οι προθέσεις Μου; Έχεις προσφέρει την καρδιά σου την πιο κρίσιμη στιγμή; Είσαι κάποιος που ακολουθεί το θέλημά Μου; Θέσε στον εαυτό σου αυτά τα ερωτήματα, και να τα σκέφτεσαι συχνά» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ομιλίες του Χριστού στην αρχή, Κεφάλαιο 13). «Μόλις η αλήθεια γίνει ζωή μέσα σου, όταν παρατηρείς κάποιον που είναι βλάσφημος προς τον Θεό, χωρίς φόβο Θεού και επιπόλαιος κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του, ή που διαταράσσει και αναστατώνει το έργο της εκκλησίας, θα ανταποκρίνεσαι σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές και θα είσαι σε θέση να τον αναγνωρίζεις και να τον εκθέτεις όπως χρειάζεται. Αν η αλήθεια δεν έχει γίνει η ζωή σου και εξακολουθείς να ζεις μέσα στη σατανική σου διάθεση, τότε, όταν ανακαλύπτεις κακούς ανθρώπους και διαβόλους που προκαλούν διαταράξεις και αναστάτωση στο έργο της εκκλησίας, θα κάνεις τα στραβά μάτια και θα κλείσεις τ’ αυτιά σου· θα τους αγνοήσεις, χωρίς να σε κατηγορεί η συνείδησή σου. Θα σκεφτείς ακόμα και ότι οποιοσδήποτε προκαλεί αναστάτωση στο έργο της εκκλησίας δεν έχει καμία σχέση μ’ εσένα. Ανεξάρτητα από το πόσο υποφέρουν το έργο της εκκλησίας και τα συμφέροντα του οίκου του Θεού, δεν νοιάζεσαι, ούτε παρεμβαίνεις, ούτε αισθάνεσαι ένοχος —γεγονός το οποίο σε καθιστά άνθρωπο που δεν έχει συνείδηση ή λογική, δύσπιστο, απλό δουλευτή. Τρως ό,τι προέρχεται από τον Θεό, πίνεις ό,τι προέρχεται από τον Θεό και απολαμβάνεις ό,τι προέρχεται από τον Θεό, όμως και πάλι νιώθεις ότι η όποια βλάβη στα συμφέροντα του οίκου του Θεού δεν σχετίζεται μ’ εσένα —γεγονός το οποίο σε καθιστά προδότη που δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει. Εάν δεν προστατεύεις τα συμφέροντα του οίκου του Θεού, μήπως δεν είσαι καν άνθρωπος; Πρόκειται για δαίμονα που έχει παρεισφρήσει στην εκκλησία. Υποκρίνεσαι πίστη στον Θεό, προσποιείσαι ότι είσαι ένας από τους εκλεκτούς του Θεού και θέλεις να ζεις παρασιτικά στον οίκο Του. Δεν ζεις τη ζωή ενός ανθρώπινου όντος, μοιάζεις περισσότερο με κτήνος παρά με άνθρωπο και ανήκεις ξεκάθαρα στους δύσπιστους. Εάν είσαι κάποιος που πιστεύει αληθινά στον Θεό, τότε ακόμη και αν δεν έχεις κερδίσει ακόμα την αλήθεια και τη ζωή, τουλάχιστον θα μιλάς και θα ενεργείς από την πλευρά του Θεού. Τουλάχιστον, δεν θα στέκεσαι με σταυρωμένα χέρια όταν βλέπεις να διακυβεύονται τα συμφέροντα του οίκου του Θεού. Όταν έχεις την παρόρμηση να κάνεις τα στραβά μάτια, θα νιώθεις ενοχές, θα νιώθεις άβολα και θα λες στον εαυτό σου: “Δεν μπορώ να κάθομαι εδώ και να μην κάνω τίποτα, πρέπει να υψώσω το ανάστημά μου και να πω κάτι, πρέπει να αναλάβω την ευθύνη, πρέπει να ξεσκεπάσω αυτήν την κακή συμπεριφορά, πρέπει να τη σταματήσω, ώστε να μην παραβλάπτονται τα συμφέροντα του οίκου του Θεού και να μην αναστατώνεται η ζωή της εκκλησίας”. Εάν η αλήθεια έχει γίνει η ζωή σου, τότε όχι μόνο θα έχεις αυτό το κουράγιο και την αποφασιστικότητα, και θα είσαι σε θέση να κατανοήσεις πλήρως το θέμα, μα και θα εκπληρώσεις την ευθύνη που θα πρέπει να έχεις για το έργο του Θεού και για τα συμφέροντα του οίκου Του, και έτσι θα εκπληρωθεί το καθήκον σου. Αν μπορούσες να θεωρήσεις το καθήκον σου ως ευθύνη και υποχρέωσή σου, καθώς και ως ανάθεση από τον Θεό, και αισθάνεσαι ότι αυτό είναι απαραίτητο ώστε να αντιμετωπίσεις τον Θεό και τη συνείδησή σου, δεν θα βίωνες, τότε, την ακεραιότητα και την αξιοπρέπεια της κανονικής ανθρώπινης φύσης; Οι πράξεις και η συμπεριφορά σου θα ήταν “ο φόβος Θεού και η αποφυγή του κακού” για τα οποία μιλά Αυτός. Θα επιτελούσες την ουσία αυτών των λόγων και θα βίωνες την πραγματικότητά τους. Όταν η αλήθεια γίνεται η ζωή ενός ατόμου, τότε εκείνος είναι σε θέση να βιώσει αυτήν την πραγματικότητα» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μέρος τρίτο). Αφού διάβασα τα λόγια του Θεού, ένιωσα ένοχη και στενοχωρημένη. Ως πιστοί στον Θεό, όταν βλέπουμε ανθρώπους να διαταράσσουν και να αναστατώνουν τη ζωή της εκκλησίας, πρέπει να υπολογίσουμε την πρόθεση του Θεού και να βγούμε μπροστά για να το σταματήσουμε, ώστε οι αδελφοί και οι αδελφές μας να μπορούν να τρώνε και να πίνουν τα λόγια του Θεού και να συναναστρέφονται σχετικά με την αλήθεια σ’ ένα γαλήνιο περιβάλλον. Έκανα την αυτοκριτική μου. Γνώριζα πολύ καλά ότι η Άλις συχνά έβγαινε εκτός θέματος στις συναθροίσεις, και πάντα έκρινε και μείωνε τους άλλους πίσω από την πλάτη τους, καθώς και ότι όλο αυτό διατάρασσε και αναστάτωνε τη ζωή της εκκλησίας. Ωστόσο, για να μην την προσβάλω, χώθηκα στο καβούκι μου σαν χελώνα, ενήργησα με δειλία και δεν τόλμησα να τη σταματήσω να πράττει έτσι. Ούτε και τόλμησα να εκθέσω ή να αναλύσω τη φύση των πράξεών της. Πόσο αξιολύπητη ήταν η ζωή μου! Ήμουν εγωίστρια και ποταπή· στο μυαλό μου είχα μόνο πώς θα προστατέψω τον εαυτό μου. Έτρωγα κι έπινα τα λόγια του Θεού, αλλά δεν μπορούσα να τα κάνω πράξη. Έμεινα άπραγη ενώ η Άλις αναστάτωνε τη ζωή της εκκλησίας. Πίστευα στ’ αλήθεια στον Θεό; Είχα δαγκώσει το χέρι που με τάιζε. Ήμουν ανάξια να ζω ενώπιον του Θεού! Ένιωθα πολύ άβολα και είχα τεράστιες ενοχές· κρύφτηκα στο μπάνιο και άρχισα να χαστουκίζω τον εαυτό μου. Αναρωτήθηκα ξανά και ξανά: «Γιατί δυσκολεύομαι τόσο πολύ να αρθρώσω έστω και μία αληθινή λέξη; Γιατί είμαι τόσο εγωίστρια;» Πίσω στο δωμάτιό μου, προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου, έκανα λάθος. Δεν θέλω να ζω πια έτσι. Θέλω να κάνω πράξη την αλήθεια και να έχω αίσθημα δικαιοσύνης. Είθε να με οδηγήσεις να κατανοήσω αληθινά τον εαυτό μου».
Κατόπιν, διάβασα άλλο ένα χωρίο των λόγων του Θεού: «Ένα από τα αξιώματα των φιλοσοφιών για τις κοσμικές αλληλεπιδράσεις λέει το εξής: “Το να σιωπάς για τα ελαττώματα των καλών σου φίλων οδηγεί σε μια μακρά και καλή φιλία”. Με άλλα λόγια, για να καταφέρει κανείς να διατηρήσει αυτήν την καλή φιλία, ακόμη κι αν βλέπει ξεκάθαρα τα προβλήματα του φίλου του, δεν πρέπει να μιλά γι’ αυτά. Τηρεί τις αρχές που του υπαγορεύουν να μη χτυπά τους άλλους στο πρόσωπο και να μην εκθέτει τα ελαττώματά τους. Εξαπατά ο ένας τον άλλον, κρύβεται ο ένας απ’ τον άλλον και μηχανορραφεί ο ένας ενάντια του άλλου. Παρόλο που και οι δύο γνωρίζουν ξεκάθαρα τι είδους άνθρωπος είναι ο άλλος, δεν το λένε ευθέως. Αντίθετα, προσπαθούν να διατηρήσουν τη σχέση τους, χρησιμοποιώντας πονηρές μεθόδους. Γιατί να θέλει κανείς να διατηρήσει μια τέτοια σχέση; Επειδή δεν θέλει να κάνει εχθρούς σ’ αυτήν την κοινωνία και μέσα στην ομάδα του, καθώς έτσι θα εκτίθεται συχνά σε επικίνδυνες καταστάσεις. Επειδή ξέρεις πως, αν εκθέσεις τα ελαττώματα ενός ανθρώπου ή τον πληγώσεις, αυτός θα γίνει εχθρός σου και θα σε βλάψει, κι επειδή δεν θες να βρεθείς σε μια τέτοια κατάσταση, επιστρατεύεις το εξής αξίωμα των φιλοσοφιών για τις κοσμικές αλληλεπιδράσεις: “Αν χτυπάς τους άλλους, μην τους χτυπάς στο πρόσωπο· αν εκθέτεις τους άλλους, μην εκθέτεις τα ελαττώματά τους”. Με βάση αυτό, αν δύο άνθρωποι έχουν μια τέτοια σχέση μεταξύ τους, λογίζονται αληθινοί φίλοι; (Όχι.) Δεν είναι αληθινοί φίλοι ούτε, βέβαια, έχουν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον. Τι ακριβώς σχέση είναι, λοιπόν, αυτή; Δεν είναι μια στοιχειώδης κοινωνική σχέση; (Ναι.) Όταν οι άνθρωποι συνδέονται με μια τέτοια κοινωνική σχέση, δεν μπορούν να κάνουν εγκάρδιες συζητήσεις ούτε να έχουν μια βαθιά σύνδεση και να μιλήσουν για ό,τι θέλουν. Δεν μπορούν να εξωτερικεύσουν όσα κρύβουν στην καρδιά τους ή να μιλήσουν για τα προβλήματα που διαπιστώνουν στους άλλους ούτε να πουν πράγματα που θα ωφελούσαν τους άλλους. Αντίθετα, προκειμένου να μη χάσουν την εύνοια των άλλων, επιλέγουν να πουν ωραία λόγια. Δεν τολμούν να πουν την αλήθεια και να τηρήσουν τις αρχές, αποτρέποντας έτσι τους άλλους να αναπτύξουν εχθρικές σκέψεις για εκείνους. Αν κανείς δεν αποτελεί απειλή για εκείνους, δεν ζουν σχετικά ήρεμα και γαλήνια; Αυτόν τον στόχο δεν θέλουν να πετύχουν όσοι υποστηρίζουν το ρητό “Αν χτυπάς τους άλλους, μην τους χτυπάς στο πρόσωπο· αν εκθέτεις τους άλλους, μην εκθέτεις τα ελαττώματά τους”; (Ναι.) Είναι σαφές πως πρόκειται για έναν διεστραμμένο και δόλιο τρόπο επιβίωσης, με στοιχεία επιφυλακτικότητας και στόχο την αυτοσυντήρηση. Όταν ζουν έτσι, οι άνθρωποι δεν έχουν κάποιον που να μπορούν να εμπιστευτούν, δεν έχουν στενούς φίλους με τους οποίους να μπορούν να μιλήσουν για ό,τι θέλουν. Οι άνθρωποι είναι επιφυλακτικοί ο ένας απέναντι στον άλλον, εκμεταλλεύονται ο ένας τον άλλον και μηχανορραφούν ο ένας εναντίον του άλλου, και καθένας παίρνει ό,τι χρειάζεται από τη μεταξύ τους σχέση. Έτσι δεν έχουν τα πράγματα; Κατά βάση, το ρητό “Αν χτυπάς τους άλλους, μην τους χτυπάς στο πρόσωπο· αν εκθέτεις τους άλλους, μην εκθέτεις τα ελαττώματά τους” αποσκοπεί στο να μην προσβάλλεις τους άλλους και να μην κάνεις εχθρούς, καθώς και να μη βλάπτεις κανέναν με σκοπό να προστατέψεις τον εαυτό σου. Είναι μια τεχνική και μια μέθοδος που υιοθετεί κανείς για να μην πληγωθεί ο ίδιος. Αν εξετάσουμε τις διάφορες πτυχές της ουσίας της, είναι ευγενής και θετική η απαίτηση σχετικά με την ανθρώπινη ηθική διαγωγή που σου λέει “Αν χτυπάς τους άλλους, μην τους χτυπάς στο πρόσωπο· αν εκθέτεις τους άλλους, μην εκθέτεις τα ελαττώματά τους”; (Όχι.) Τι διδάσκει, άρα, στους ανθρώπους; Ότι δεν πρέπει να προσβάλλεις ή να πληγώνεις κανέναν, διαφορετικά εσύ είσαι αυτός που θα πληγωθεί στο τέλος. Σου διδάσκει, επίσης, ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι κανέναν. Αν πληγώσεις έναν καλό σου φίλο, θα αρχίσει να αλλάζει σιγά σιγά η φιλία σας: Εκεί που ήταν καλός και στενός σου φίλος, θα γίνει ένας ξένος ή εχθρός σου. Αν οι άνθρωποι διδαχθούν να ενεργούν έτσι, ποια προβλήματα μπορούν να λυθούν; Έστω πως ενεργείς έτσι και δεν κάνεις εχθρούς, ενώ μειώνεις μάλιστα και αυτούς που ήδη έχεις. Θα σε θαυμάζουν, μήπως, και θα σε εγκρίνουν οι άνθρωποι ή θα σε έχουν για πάντα φίλο εξαιτίας αυτού; Ανταποκρίνεσαι, μήπως, έτσι απόλυτα στο πρότυπο της ηθικής διαγωγής; Στην καλύτερη περίπτωση, πρόκειται για μια φιλοσοφία για τις κοσμικές αλληλεπιδράσεις και τίποτα περισσότερο» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Τι σημαίνει να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (8)]. Καθώς συλλογιζόμουν τα λόγια του Θεού, κατάλαβα γιατί δεν μπορούσα να κάνω πράξη την αλήθεια και δεν τολμούσα να επισημάνω τα προβλήματα των άλλων. Για όλα έφταιγαν οι σατανικές φιλοσοφίες και οι σατανικοί νόμοι που είχαν ριζώσει βαθιά στην καρδιά μου. Απ’ όταν ήμουν μικρή, οι γονείς μου μου έλεγαν ότι «Αν χτυπάς τους άλλους, μην τους χτυπάς στο πρόσωπο· αν εκθέτεις τους άλλους, μην εκθέτεις τα ελαττώματά τους», «Το να σιωπάς για τα ελαττώματα των καλών σου φίλων οδηγεί σε μια μακρά και καλή φιλία» και «Να λες καλά λόγια που εναρμονίζονται με τα συναισθήματα και τη λογική των άλλων, καθώς η ειλικρίνεια τους ενοχλεί». Μου έμαθαν να είμαι πολύ προσεκτική και επιφυλακτική στις σχέσεις μου με τους άλλους και να μην εκθέτω ποτέ τα προβλήματα των άλλων κατά πρόσωπο, ώστε να μην τους προσβάλω και να μη μ’ εκδικηθούν και με βλάψουν. Ζούσα διαρκώς σύμφωνα με αυτές τις σκέψεις και ιδέες. Όταν πήγαινα σχολείο, έβλεπα ότι η διπλανή μου ήταν αυταρχική και δεσποτική, και οι συμμαθητές μας την απέρριπταν, αλλά φοβόμουν μήπως την προσβάλω, οπότε δεν επισήμανα ποτέ τα προβλήματά της. Έφτασα μέχρι και να την εξαπατήσω, λέγοντας πράγματα που ήταν αντίθετα με όσα είχα στην καρδιά μου. Όταν άρχισα να πιστεύω στον Θεό, έκανα τα καθήκοντά μου μαζί με τη Χλόη. Ήξερα πολύ καλά ότι έκανε το καθήκον της επιπόλαια και, επίσης, διέδιδε αρνητικότητα, αναστατώνοντας τους άλλους κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους. Για να προστατέψω τον εαυτό μου, όμως, δεν ήμουν ποτέ διατεθειμένη να εκθέσω ή να αναλύσω τα προβλήματά της. Είδα ότι η Άλις συχνά έβγαινε εκτός θέματος στη συναναστροφή της στις συναθροίσεις και, μάλιστα, έκρινε τους άλλους. Ωστόσο, δεν ήμουν ποτέ διατεθειμένη να συναναστραφώ για τα προβλήματά της ή να τα αναλύσω, επειδή φοβόμουν μήπως μ’ εκδικηθεί και με κρίνει. Έτσι, έμεινα άπραγη ενώ εκείνη αναστάτωνε τη ζωή της εκκλησίας. Ζώντας με βάση αυτές τις σατανικές φιλοσοφίες και αυτούς τους σατανικούς νόμους, είχα γίνει ύπουλη και δόλια, και δεν ήμουν καθόλου ειλικρινής στις αλληλεπιδράσεις μου με τους άλλους. Επιφανειακά, ήμουν ένας καλοσυνάτος άνθρωπος και τα πήγαινα καλά με τη Χλόη και την Άλις. Ωστόσο, όταν είδα τα προβλήματά τους, δεν τους πρόσφερα καμία ουσιαστική βοήθεια και δεν τους έδειξα αληθινή αγάπη. Η καλοσύνη μου απέναντί τους ήταν ψεύτικη και υποκριτική· στόχο της είχε να τις κάνει να με δουν σαν μια καλή φίλη και να έχουμε αρμονικές σχέσεις. Πραγματικά, ήμουν τελείως ύπουλη και δόλια! Συνειδητοποίησα ότι, επειδή ζούσα σύμφωνα με σατανικές φιλοσοφίες και σατανικούς νόμους, είχα χάσει από καιρό τη συνείδηση και τη λογική μου. Είχα γίνει ακραία εγωίστρια και δειλή· άθελά μου, είχα γίνει συνεργός και ασπίδα του Σατανά, και είχα βλάψει το έργο της εκκλησίας. Αν συνέχιζα έτσι, χωρίς να μεταστραφώ, σίγουρα ο Θεός θα με απεχθανόταν και θα με απέκλειε!
Αργότερα, διάβασα κι άλλα από τα λόγια του Θεού: «Είναι καλή ή κακή η λέξη “εκθέτω” που αναφέρεται στο ρητό “αν εκθέτεις τους άλλους, μην εκθέτεις τα ελαττώματά τους”; Μήπως η συγκεκριμένη λέξη αναφέρεται κατά μία έννοια στην αποκάλυψη και την έκθεση των ανθρώπων μέσα από τα λόγια του Θεού; (Όχι.) Όπως κατανοώ τη λέξη “εκθέτω” στα πλαίσια της ανθρώπινης γλώσσας, δεν σημαίνει αυτό. Στην ουσία της, πρόκειται για μια σχετικά κακόβουλη μορφή έκθεσης· σημαίνει να εκθέτετε τα προβλήματα και τις ελλείψεις των ανθρώπων ή ορισμένα πράγματα και συμπεριφορές που δεν γνωρίζουν οι άλλοι ή κάποιες ραδιουργίες, ιδέες ή απόψεις που δρουν παρασκηνιακά. Αυτή τη σημασία έχει η λέξη “εκθέτω” στο ρητό “αν εκθέτεις τους άλλους, μην εκθέτεις τα ελαττώματά τους”. Αν δύο άνθρωποι τα πάνε καλά μεταξύ τους, εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον και δεν έχουν κάτι να τους χωρίζει, ενώ ελπίζουν ότι μπορούν να ωφελήσουν και να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον, το καλύτερο σε αυτήν την περίπτωση θα ήταν να καθίσουν μαζί και να αναλύσουν ο ένας τα προβλήματα του άλλου ανοιχτά και με ειλικρίνεια. Κάτι τέτοιο είναι σωστό και σ’ αυτήν την περίπτωση δεν εκτίθενται τα ελαττώματα των άλλων. Εάν εντοπίσεις ποια συγκεκριμένα προβλήματα έχει κάποιος, αλλά διαπιστώσεις ότι δεν είναι ακόμη σε θέση να δεχτεί τις συμβουλές σου, τότε μην πεις τίποτα, ώστε ν’ αποφύγεις τυχόν καυγάδες και συγκρούσεις. Αν θες να τον βοηθήσεις, μπορείς να ζητήσεις τη γνώμη του και να του κάνεις πρώτα την εξής ερώτηση: “Βλέπω ότι έχεις ένα προβληματάκι και ήλπιζα να σου δώσω κάποιες συμβουλές. Δεν ξέρω αν είσαι σε θέση να τις δεχτείς. Αν ναι, να σου τις πω. Αν όχι, θα τις κρατήσω προς το παρόν μέσα μου και δεν θα σου πω τίποτα”. Αν σου απαντήσει: “Σ’ εμπιστεύομαι. Ό,τι κι αν έχεις να πεις δεν πρόκειται να ξεπερνάει τα όρια· μπορώ να το δεχτώ”, αυτό σημαίνει ότι σου δίνει την άδεια και μπορείς τότε να του απαριθμήσεις τα προβλήματά του ένα προς ένα. Τότε, όχι μόνο θ’ αποδεχτεί απόλυτα όλα όσα του πεις, αλλά θα επωφεληθεί κιόλας από αυτά και έτσι θα μπορέσετε οι δυο σας να διατηρήσετε την κανονική σας σχέση. Αυτό δεν σημαίνει πως φέρεστε ο ένας στον άλλον με ειλικρίνεια; (Ναι.) Αυτή είναι η σωστή μέθοδος να αλληλεπιδράς με τους άλλους και δεν εκθέτεις έτσι τα ελαττώματά τους. Τι σημαίνει η φράση να μην “εκθέτεις τα ελαττώματα των άλλων” που αναφέρεται στο εν λόγω ρητό; Σημαίνει να μη μιλάς για τις ελλείψεις των άλλων, να μη μιλάς για τα πιο ταμπού προβλήματά τους, να μην εκθέτεις την ουσία των προβλημάτων τους και να μην το κάνεις τόσο απροκάλυπτα. Σημαίνει οι παρατηρήσεις που κάνεις να είναι καθαρά επιφανειακές, να λες όσα λένε και όλοι οι άλλοι, να λες πράγματα που και το ίδιο το άτομο είναι ήδη σε θέση ν’ αντιληφθεί και να μην εκθέτεις λάθη που έχει κάνει στο παρελθόν ή ευαίσθητα θέματα. Πώς θα ωφεληθεί ο άλλος από αυτή σου τη στάση; Μπορεί μεν να μην τον προσβάλλεις και να μην τον κάνεις εχθρό σου, αλλά αυτό που κάνεις ούτε τον βοηθά ούτε τον ωφελεί σε κάτι. Επομένως, η φράση “μην εκθέτεις τα ελαττώματα των άλλων” είναι στην ουσία μια υπεκφυγή, μια μορφή εξαπάτησης που εμποδίζει τους ανθρώπους να φέρονται ο ένας στον άλλο με ειλικρίνεια. Θα έλεγε κανείς πως όποιος ενεργεί έτσι στην πραγματικότητα έχει κακές προθέσεις. Δεν είναι αυτός ο σωστός τρόπος να αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Μάλιστα, οι άπιστοι θεωρούν πως όποιος διαθέτει ευγενές ήθος πρέπει να τηρεί το ρητό “αν εκθέτεις τους άλλους, μην εκθέτεις τα ελαττώματά τους”. Είναι σαφές πως πρόκειται για έναν δόλιο τρόπο να αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι με τους άλλους τον οποίο υιοθετούν προκειμένου να προστατεύσουν τον εαυτό τους. Δεν είναι σε καμία περίπτωση ένας σωστός τρόπος αλληλεπίδρασης. Το να μην εκθέτεις τα ελαττώματα των άλλων είναι από μόνο του ανειλικρινές, ενώ όταν τα εκθέτεις, ίσως το κάνεις για κάποιον απώτερο σκοπό» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Τι σημαίνει να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (8)]. «Ο εκλεκτός λαός του Θεού πρέπει, αν μη τι άλλο, να έχει συνείδηση και λογική, καθώς και να αλληλεπιδρά, να σχετίζεται και να συνεργάζεται με τους άλλους σύμφωνα με τις αρχές και τα πρότυπα που απαιτεί ο Θεός από τους ανθρώπους. Αυτή είναι η καλύτερη προσέγγιση. Αυτό αρκεί για να ικανοποιήσει τον Θεό. Ποιες είναι, λοιπόν, οι αλήθεια-αρχές που απαιτεί ο Θεός; Οι άνθρωποι να δείχνουν στους άλλους κατανόηση όταν εκείνοι είναι αδύναμοι και αρνητικοί, να λαμβάνουν υπόψη τον πόνο και τις δυσκολίες τους κι έπειτα να ρωτούν σχετικά μ’ αυτά, να προσφέρουν βοήθεια και υποστήριξη, καθώς και να τους διαβάζουν τα λόγια του Θεού για να τους βοηθήσουν να λύσουν τα προβλήματά τους, δίνοντάς τους έτσι τη δυνατότητα να κατανοήσουν τις προθέσεις του Θεού και να πάψουν να είναι αδύναμοι, και φέρνοντάς τους ενώπιον του Θεού. Δεν συμβαδίζει αυτός ο τρόπος άσκησης με τις αρχές; Το να ασκείται κανείς μ’ αυτόν τον τρόπο συμβαδίζει με τις αλήθεια-αρχές. Φυσικά, αυτού του είδους οι σχέσεις συμβαδίζουν ακόμα περισσότερο με τις αλήθεια-αρχές. Όταν οι άνθρωποι προκαλούν επίτηδες διατάραξη και αναστάτωση ή κάνουν επίτηδες το καθήκον τους επιπόλαια, αν εσύ τα δεις όλα αυτά και μπορέσεις να τους τα επισημάνεις, να τους επιπλήξεις και να τους βοηθήσεις σύμφωνα με τις αρχές, τότε κάτι τέτοιο συμβαδίζει με τις αλήθεια-αρχές. Αν κάνεις πως δεν βλέπεις ή αν ανεχθείς τη συμπεριφορά τους και τους καλύψεις, φτάνοντας μέχρι το σημείο να τους επαινέσεις και να τους επιδοκιμάσεις με καλά λόγια, όλοι αυτοί οι τρόποι αλληλεπίδρασης με τους ανθρώπους, αντιμετώπισης των θεμάτων και χειρισμού των προβλημάτων πηγαίνουν ξεκάθαρα κόντρα στις αλήθεια-αρχές και δεν βασίζονται καθόλου στα λόγια του Θεού. Αυτοί, λοιπόν, οι τρόποι αλληλεπίδρασης με τους ανθρώπους και αντιμετώπισης των θεμάτων είναι ξεκάθαρα ακατάλληλοι, πράγμα πολύ δύσκολο να το ανακαλύψει κανείς αν δεν τους αναλύσει και δεν τους διακρίνει σύμφωνα με τα λόγια του Θεού» [«Ο Λόγος», τόμ. 5: «Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών», Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών (14)]. Τα λόγια του Θεού έλυσαν τον κόμπο που είχα στην καρδιά μου. Παλιότερα, πίστευα ότι, αν επισήμαινα τα προβλήματα και τα ελαττώματα των άλλων, θα τους ξεμπρόστιαζα και θα τους πλήγωνα. Τώρα πια καταλάβαινα ότι, όποτε ανακαλύπτουμε κάποιον που κάνει το καθήκον του επιπόλαια ή διαταράσσει και αναστατώνει την εκκλησιαστική ζωή, πρέπει να ενεργούμε σύμφωνα με τις αρχές και να επισημαίνουμε εγκαίρως τα προβλήματά του. Όποτε χρειάζεται, μπορούμε και να τον κλαδεύουμε. Ακόμη κι αν χρησιμοποιήσουμε σκληρά λόγια, εφόσον ό,τι λέμε συμφωνεί με τα γεγονότα, και πρόθεσή μας είναι να τον βοηθήσουμε και να προστατεύσουμε το έργο της εκκλησίας, κάτι τέτοιο είναι θεμιτό. Αν, μετά το κλάδεμα, δεν το αποδεχθεί και δεν μετανοήσει, μπορούμε, επίσης, να υποβάλουμε αναφορά στους ανώτερους επικεφαλής. Έτσι δεν τους ξεμπροστιάζουμε ούτε τους μαχαιρώνουμε πισώπλατα· προστατεύουμε το έργο της εκκλησίας. Όταν κανείς ξεμπροστιάζει κάποιον άλλον, έχει απώτερο κίνητρο, και είναι προκατειλημμένος και εχθρικός απέναντί του. Εμμένει στα μικροπροβλήματά του και να τα κάνει ολόκληρο θέμα· τον εξευτελίζει, τον μειώνει και να τον κοροϊδεύει· τον πληγώνει εσκεμμένα. Κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε εποικοδομητικό ούτε ωφέλιμο για εκείνον, και μπορεί μόνο να τον κάνει αρνητικό και δυστυχισμένο. Αυτό είναι το ξεμπρόστιασμα των άλλων. Επιπλέον, είχα μια εσφαλμένη άποψη μέσα μου, καθώς πίστευα ότι, αν ανέφερα τα προβλήματα κάποιου στους επικεφαλής, θα ήταν σαν να διατυπώνω κακόβουλες κατηγορίες ή να τον μαχαιρώνω πισώπλατα. Στην πραγματικότητα, όταν αναφέρεις εγκαίρως τα προβλήματα μόλις τα εντοπίζεις, προστατεύεις το έργο της εκκλησίας. Είναι μια ευθύνη που οι άνθρωποι οφείλουν να εκπληρώνουν. Πισώπλατο μαχαίρωμα και κακόβουλες κατηγορίες είναι όταν διαστρεβλώνεις τα γεγονότα και διαδίδεις αβάσιμες φήμες για να συκοφαντήσεις έναν άνθρωπο πίσω από την πλάτη του. Σκοπός σου με αυτά είναι να βασανίσεις τους άλλους για να πετύχεις τους δικούς σου ποταπούς στόχους. Αυτήν τη φορά, διαπίστωσα ότι η συναναστροφή της Άλις στις συναθροίσεις ήταν εκτός θέματος και ότι συχνά έκρινε τους άλλους. Και άλλες αδελφές είπαν ότι αυτή ήταν η μόνιμη συμπεριφορά της Άλις και, παρόλο που είχε λάβει συναναστροφή γι’ αυτό πολλές φορές, ακόμη δεν είχε μεταστραφεί. Έπρεπε να είχα επισημάνει τα προβλήματά της και να τα είχα αναφέρει στους επικεφαλής το συντομότερο δυνατόν, ώστε να κατανοήσουν άμεσα την κατάστασή της και να κάνουν τις κατάλληλες διευθετήσεις με βάση τη συμπεριφορά της. Ήταν ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί ότι δεν θα αναστατώνονταν η εκκλησιαστική ζωή.
Αργότερα, μετά από μια συνάθροιση, επισήμανα τα προβλήματα της Άλις υπό το πρίσμα των λόγων του Θεού, εκθέτοντας το γεγονός ότι ο τρόπος με τον οποίο έκρινε τους άλλους στις συναθροίσεις αναστάτωνε τη ζωή της εκκλησίας. Στην αρχή, η Άλις δεν το αποδέχθηκε, αλλά σταμάτησε ν’ αντιστέκεται όταν και άλλες αδελφές συναναστράφηκαν και επισήμαναν τα προβλήματά της. Μάλιστα, έβαλε τα κλάματα και είπε ότι πράγματι αυτό ήταν ένα πρόβλημα που είχε. Λίγο αργότερα, έμαθα ότι πάλι έκρινε τους άλλους μπροστά σε μια από τις αδελφές της, οπότε ανέφερα την κατάστασή της στους επικεφαλής της εκκλησίας. Οι επικεφαλής εξέθεσαν και ανέλυσαν τα προβλήματά της και, από κει και μετά, δεν την έχω ξαναδεί να συμπεριφέρεται με επικριτικό τρόπο. Δόξα τω Θεώ που με οδήγησε να κάνω πράξη κάποιες αλήθειες. Νιώθω την καρδιά μου πολύ ήρεμη. Τα λόγια του Θεού ήταν αυτά που με οδήγησαν σ’ αυτές τις αλλαγές.