51. Όταν δεν μπορούσα να είμαι στο πλευρό του πατέρα μου για να τον τιμήσω

Από της Λαν Γιου, Κίνα

Η απαλή λιακάδα του χειμωνιάτικου μεσημεριού έπεφτε στο γεμάτο φυτά περβάζι του παραθύρου. Κάμποσες γλάστρες με λουλούδια και φυτά ρουφούσαν με λαχτάρα το θρεπτικό φως του ήλιου. Η Λαν Γιου κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο, νιώθοντας έναν αέρα ελευθερίας. Είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση τριών ετών και τεσσάρων μηνών επειδή πίστευε στον Θεό, και είχε μόλις αποφυλακιστεί. Η μεγαλύτερη αδερφή της είχε επίσης συλληφθεί δύο φορές, και ο πατέρας της είχε συλληφθεί και καταδικαστεί σε φυλάκιση τριάμισι ετών. Μετά την αποφυλάκισή τους, παρέμειναν υπό στενή παρακολούθηση ως σημαντικοί στόχοι της κυβέρνησης του ΚΚΚ. Ζούσαν χωριστά για πάνω από δέκα χρόνια, χωρίς δυνατότητα επανένωσης. Αργότερα, με τη βοήθεια των αδελφών της, η Λαν Γιου ήρθε σε επαφή με τον πατέρα της, και δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει τη λαχτάρα της, την οποία καταπίεζε για πάνω από μια δεκαετία. Η Λαν Γιου θα κατάφερνε επιτέλους να δει τον πατέρα της, που της έλειπε εδώ και τόσο καιρό! Γεμάτη ανυπομονησία, έσπευσε στο μέρος όπου θα έσμιγε ξανά με τον πατέρα της. Λίγο πριν φτάσει στον προορισμό της, η Λαν Γιου είδε απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου έναν ηλικιωμένο άντρα να στέκεται δίπλα σε ένα ταξί, φορώντας μια μάσκα που κάλυπτε το μισό του πρόσωπο. Η Λαν Γιου εξέτασε προσεκτικά τον ηλικιωμένο άντρα, και ξαφνικά, έσμιξε τα φρύδια της και τον κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια. Αυτός δεν ήταν ο πατέρας της, που είχε να δει δεκατέσσερα χρόνια; Γκρίζα μαλλιά ξεπρόβαλλαν κάτω απ’ το καπέλο του, και ο κάποτε δυνατός άντρας που θυμόταν η Λαν Γιου δεν στεκόταν πια τόσο στητός. Ο λεπτός άντρας στεκόταν στην άκρη του δρόμου, ψάχνοντας γύρω του για κάτι. Καθώς το αυτοκίνητό της έστριψε στη γωνία και σταμάτησε, η Λαν Γιου άνοιξε με ανυπομονησία την πόρτα και έτρεξε προς το μέρος του πατέρα της. Πάλεψε να συγκρατήσει τα δάκρυα που ήταν έτοιμα να κυλήσουν και είπε ήρεμα: «Μπαμπά!» Ο πατέρας της απάντησε: «Ναι!» Τα μάτια του ήταν ήδη υγρά καθώς απαντούσε, προτρέποντάς την: «Άντε, μπες στο αυτοκίνητο. Πάμε σπίτι».

Ο ήλιος έδυσε, και το απογευματινό φως έβαψε κάθε γωνιά της πόλης κόκκινη. Η χειμωνιάτικη ψύχρα έκανε σταδιακά την εμφάνισή της, και ο άνεμος φύσηξε στο πρόσωπο της Λαν Γιου, αλλά εκείνη δεν ένιωσε κρύο. Αφού μπήκαν στο σπίτι, ο πατέρας της συγύρισε βιαστικά τα σκεπάσματα του κρεβατιού και ρώτησε τη Λαν Γιου τι ήθελε να φάει. Εκείνη ένιωσε να βουλιάζει στη ζεστασιά και την ευτυχία. Γυρίζοντας το κεφάλι της, είδε ξαφνικά μια αξονική τομογραφία να κρέμεται στον τοίχο, και καθώς άνοιξε την πόρτα για το μέσα δωμάτιο, πρόσεξε ότι υπήρχαν σακούλες με φάρμακα στο τραπέζι. Η Λαν Γιου υπέθεσε ότι ο πατέρας της δεν ήταν καλά και άρχισε αναπόφευκτα να ανησυχεί. Μετά το δείπνο, η Λαν Γιου και ο πατέρας της μίλησαν για τις εμπειρίες τους όλα αυτά τα χρόνια, κι εκείνη έμαθε ότι ο πατέρας της είχε περάσει δύο φορές φυματίωση στη φυλακή. Τα πνευμόνια του είχαν πάθει σοβαρή ζημιά. Ξεφυσούσε και έβηχε με το που κρύωνε. Τα τελευταία δύο χρόνια, είχε επίσης διαγνωστεί με πέτρες στη χολή. Είχε αρχίσει πρόσφατα να παίρνει φαρμακευτική αγωγή για να τις ελέγξει. Αν χειροτέρευαν, θα χρειαζόταν εγχείρηση. Εξαιτίας της συνεχούς παρενόχλησης απ’ τις αστυνομικές δυνάμεις του ΚΚΚ, ο πατέρας της δεν είχε τολμήσει να έρθει σε επαφή με αδελφούς και αδελφές για πάνω από εννιά χρόνια, και δεν είχε καταφέρει να ζήσει μια εκκλησιαστική ζωή. Οι αδελφοί και οι αδελφές μπορούσαν μόνο να στέλνουν κρυφά στον πατέρα της τα τελευταία λόγια του Θεού, βίντεο βιωματικών μαρτυριών και ούτω καθεξής. Καθώς άκουγε τον πατέρα της να αφηγείται αυτά τα πράγματα, η Λαν Γιου στενοχωρήθηκε πολύ. Ο πατέρας της είχε υποφέρει πολύ εξαιτίας των διώξεων του ΚΚΚ, και εκείνη, ως κόρη του, δεν είχε κάνει τίποτα γι’ αυτόν, με αποτέλεσμα να νιώθει πως δεν ήταν ευσεβές παιδί. Αργότερα, όταν οι συγγενείς της Λαν Γιου έμαθαν ότι είχε αποφυλακιστεί, της τηλεφώνησαν, προτρέποντάς την επανειλημμένως: «Ο πατέρας σου γερνάει και δεν είναι καλά στην υγεία του. Χρειάζεται κάποιον να τον φροντίζει. Τώρα που γύρισες, πρέπει να βρεις μια δουλειά, να βγάζεις λεφτά και να τον φροντίζεις». Τα λόγια των συγγενών της αντήχησαν στην καρδιά της. Σκέφτηκε: «Ο πατέρας μου με ανέθρεψε. Με έφερε επίσης ενώπιον του Θεού και με δίδαξε να επιλέγω το σωστό μονοπάτι στη ζωή. Τώρα που είναι γέρος και άρρωστος, πρέπει να εκπληρώσω την ευθύνη μου ως κόρη, και να είμαι στο πλευρό του για να του μιλάω και να τον φροντίζω, έτσι ώστε να περνάει τις μέρες του ευτυχισμένος». Στη συνέχεια, η Λαν Γιου συμβουλεύτηκε γιατρούς μέσω διαδικτύου σχετικά με την κατάσταση του πατέρα της και εργάστηκε σκληρά για να βγάλει χρήματα, ώστε ο πατέρας της να μην ανησυχεί ότι δεν είχαν αρκετά για φαρμακευτική αγωγή και θεραπεία. Η Λαν Γιου ήθελε πραγματικά να περνάει περισσότερο χρόνο με τον πατέρα της, και κάθε φορά που τον έβλεπε να χαμογελάει, ένιωθε ευτυχισμένη.

Μια μέρα, η Λαν Γιου γύρισε στο σπίτι απ’ τη δουλειά, και ο πατέρας της της είπε ότι είχε έρθει ένα γράμμα απ’ τους επικεφαλής. Το γράμμα έλεγε ότι απ’ τη στιγμή που η αστυνομία μπορούσε να έρθει και να παρενοχλήσει τη Λαν Γιου ανά πάσα στιγμή όσο ήταν στο σπίτι και δεν μπορούσε να κάνει τα καθήκοντά της εκεί, και απ’ τη στιγμή που η εκκλησία χρειαζόταν επειγόντως ανθρώπους για κειμενικό καθήκον, ήλπιζαν ότι θα μπορούσε να φύγει απ’ το σπίτι για να κάνει το καθήκον της. Όταν διάβασε το γράμμα, η Λαν Γιου χάρηκε μεν, αλλά ταυτόχρονα ανησύχησε. Είχε πολλά χρόνια που δεν έκανε καθήκοντα, και ως δημιούργημα που απολάμβανε ό,τι της είχε δώσει ο Θεός δεν είχε ήσυχη τη συνείδησή της. Δεν μπορούσε, όμως, να σταματήσει να ανησυχεί για τον πατέρα της. Πρόσφατα, η ασθένεια του πατέρα της είχε χειροτερέψει, και η πέτρα στη χολή τον πονούσε κάθε μέρα. Αν εκείνη έφευγε, ποιος θα τον φρόντιζε αν χρειαζόταν μια μέρα εγχείρηση; Αν έφευγε για να κάνει τα καθήκοντά της, δεν θα υπήρχε κανείς να του φέρνει νερό ή φάρμακα. Η Λαν Γιου θυμήθηκε ότι είχε ακούσει κάποτε τον πατέρα της να λέει: «Επειδή η αδερφή σου είναι καταζητούμενη και εσύ συνελήφθης και καταδικάστηκες σε φυλάκιση, οι συγγενείς μας με έκριναν κι έκαναν παράπονα για μένα, και οι συγχωριανοί με απέφευγαν». Ο πατέρας της δεν είχε κανέναν να μοιραστεί τον πόνο του, και είχε γίνει τόσο αρνητικός και αδύναμος, που είχε σκεφτεί ακόμη και να δώσει τέλος στη ζωή του. Αργότερα, όμως, θυμήθηκε τα λόγια του Θεού και ξέφυγε απ’ την αρνητικότητά του. Η Λαν Γιου ανησυχούσε πολύ. Σκέφτηκε: «Αν φύγω απ’ το σπίτι για να κάνω το καθήκον μου, και ο πατέρας μου κάνει καμιά ανοησία μες στον πόνο του; Γερνάει και χρειάζεται κάποιον να τον φροντίζει. Τι θα σκεφτούν οι συγγενείς και οι φίλοι μου αν φύγω απ’ το σπίτι; Δεν θα πουν ότι δεν είμαι ευσεβής κόρη και ότι υστερώ σε ανθρώπινη φύση; Δεν θα μπορώ, όμως, να κάνω το καθήκον μου στο σπίτι. Από τότε που αποφυλακίστηκα, η αστυνομία έχει ήδη καλέσει αρκετές φορές, ζητώντας μου να παρουσιαστώ στο τμήμα και να υπογράψω μια δήλωση μετάνοιας». Όταν η Λαν Γιου σκέφτηκε ότι στο μέλλον η αστυνομία θα την παρενοχλούσε ασταμάτητα και δεν θα μπορούσε να πηγαίνει σε συναθροίσεις ή να κάνει το καθήκον της, αποφάσισε τελικά να φύγει απ’ το σπίτι για να κάνει το καθήκον της. Όταν, όμως, βγήκε απ’ το υπνοδωμάτιό της και είδε την ασθενική φιγούρα του πατέρα της μέσα απ’ το παράθυρο του καθιστικού, ήταν σαν να έβλεπε τον πατέρα της μόνο στο σπίτι αφού θα έφευγε, χωρίς κανέναν στο πλευρό του. Γύρισε στο υπνοδωμάτιό της και προσευχήθηκε στον Θεό κλαίγοντας: «Θεέ μου, θέλω να κάνω το καθήκον μου, αλλά ανησυχώ ότι δεν θα υπάρχει κανείς να φροντίζει τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου γερνάει. Δεν θα είμαι εδώ, όμως, για να του δείξω την ευσέβειά μου. Νιώθω ότι κάνοντας κάτι τέτοιο, υστερώ παντελώς σε ανθρώπινη φύση. Θεέ μου, αυτή η απόφαση είναι πολύ δύσκολη. Σε παρακαλώ, διαφώτισε και καθοδήγησέ με έτσι ώστε να μπορέσω να κατανοήσω τις προθέσεις Σου».

Μετά την προσευχή της, η Λαν Γιου διάβασε τα λόγια του Θεού: «Αν, σύμφωνα με το περιβάλλον διαβίωσής σου και το πλαίσιο στο οποίο βρίσκεσαι, το να τιμάς τους γονείς σου δεν έρχεται σε σύγκρουση με την ολοκλήρωση της ανάθεσής σου από τον Θεό και την εκτέλεση του καθήκοντός σου —με άλλα λόγια, αν το να τιμάς τους γονείς σου δεν σε επηρεάζει στο να εκτελείς πιστά το καθήκον σου— τότε μπορείς να τα κάνεις και τα δύο πράξη ταυτόχρονα. Δεν χρειάζεται να κρατήσεις εξωτερικά απόσταση από τους γονείς σου ούτε και να τους απαρνηθείς ή να τους απορρίψεις εξωτερικά. Σε ποια περίπτωση ισχύει αυτό; (Όταν το να τιμά κανείς τους γονείς του δεν έρχεται σε σύγκρουση με την εκτέλεση του καθήκοντός του.) Σωστά. Με άλλα λόγια, αν οι γονείς σου δεν προσπαθούν να μπουν εμπόδιο στην πίστη σου στον Θεό και είναι και οι ίδιοι πιστοί, αν σε υποστηρίζουν και σε ενθαρρύνουν πραγματικά να εκτελείς πιστά το καθήκον σου και να ολοκληρώσεις την ανάθεση από τον Θεό, τότε η μεταξύ σας σχέση δεν είναι μια σαρκική σχέση μεταξύ συγγενών με τη συνηθισμένη σημασία του όρου· είναι μια σχέση μεταξύ αδελφών της εκκλησίας. Στην περίπτωση αυτή, πέρα από τις μεταξύ σας αλληλεπιδράσεις ως αδελφοί και αδελφές της εκκλησίας, πρέπει να εκπληρώσεις και ορισμένες από τις ευθύνες που έχεις ως παιδί τους απέναντί τους. Πρέπει να τους δείχνεις λίγο παραπάνω ενδιαφέρον. Εφόσον κάτι τέτοιο δεν επηρεάζει την εκτέλεση του καθήκοντός σου, εφόσον, δηλαδή, η καρδιά σου δεν περιορίζεται από τους γονείς σου, μπορείς να τους πάρεις ένα τηλέφωνο για να τους ρωτήσεις πώς τα πάνε και να δείξεις λίγο ενδιαφέρον, μπορείς να τους βοηθήσεις να αντιμετωπίσουν ορισμένες δυσκολίες και να χειριστούν κάποια από τα προβλήματα που έχουν στη ζωή τους· μπορείς, ακόμη, να τους βοηθήσεις να αντιμετωπίσουν κάποιες από τις δυσκολίες που έχουν όσον αφορά τη ζωή-είσοδό τους. Όλα αυτά είναι πράγματα που μπορείς να κάνεις. Με άλλα λόγια, εφόσον οι γονείς σου δεν εμποδίζουν την πίστη σου στον Θεό, οφείλεις να διατηρήσεις τη μεταξύ σας σχέση και να εκπληρώνεις τις ευθύνες που έχεις απέναντί τους. Γιατί πρέπει να δείχνεις ενδιαφέρον γι’ αυτούς, να τους φροντίζεις και να τους ρωτάς πώς τα πάνε; Επειδή είσαι το παιδί τους. Εφόσον έχετε μια τέτοιου είδους σχέση, έχεις μια παραπάνω ευθύνη και πρέπει να ρωτάς για αυτούς λίγο πιο συχνά και να τους βοηθάς περισσότερο. Το ελάχιστο πρότυπο που πρέπει να πληροίς είναι το εξής: Εφόσον δεν επηρεάζεται η εκπλήρωση του καθήκοντός σου και εφόσον οι γονείς σου δεν εμποδίζουν και δεν αναστατώνουν την πίστη σου στον Θεό και την εκτέλεση του καθήκοντός σου ούτε σε κρατούν πίσω, τότε είναι φυσικό και πρέπον να ανταποκρίνεσαι στις ευθύνες σου απέναντί τους, έτσι ώστε να έχεις ήσυχη τη συνείδησή σου. Αν οι συνθήκες στις οποίες βρίσκεσαι σε επηρεάζουν και σε εμποδίζουν να τιμήσεις τους γονείς σου στο σπίτι, τότε δεν χρειάζεται να τηρήσεις αυτόν τον κανονισμό. Θα πρέπει να αφεθείς στο έλεος των ενορχηστρώσεων του Θεού και να υποταχθείς στις διευθετήσεις Του· δεν χρειάζεται να επιμένεις να τιμάς τους γονείς σου» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Τι σημαίνει να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (4)]. «Οι απαιτήσεις που έχει ο Θεός από τον κάθε άνθρωπο διαφέρουν· έχει ξεχωριστές απαιτήσεις από τον καθένα τους. Όσοι υπηρετούν ως επικεφαλής και εργάτες έχουν κληθεί από τον Θεό, επομένως πρέπει να αποδεχτούν την ανάθεση από τον Θεό και να απαρνηθούν τα πάντα για να Τον ακολουθήσουν. Δεν μπορούν να μείνουν με τους γονείς τους και να τους τιμήσουν. Μία κατάσταση είναι αυτή. Οι απλοί ακόλουθοι δεν έχουν κληθεί από τον Θεό, συνεπώς μπορούν να μείνουν με τους γονείς τους και να τους τιμούν. Αν το κάνουν αυτό, δεν θα λάβουν ανταμοιβές ούτε θα κερδίσουν ευλογίες ως αποτέλεσμα· εντούτοις, αν δεν δείξουν ευσέβεια απέναντι στους γονείς τους, αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν ανθρώπινη φύση. Στην πραγματικότητα, το να τιμά κανείς τους γονείς του είναι απλώς μια ευθύνη και δεν ισοδυναμεί με άσκηση της αλήθειας. Η άσκηση της αλήθειας είναι η υποταγή στον Θεό· εκδήλωση της υποταγής στον Θεό είναι η αποδοχή της ανάθεσης από τον Θεό· και ακόλουθοι του Θεού είναι όσοι απαρνούνται τα πάντα για να κάνουν τα καθήκοντά τους. Με δυο λόγια, το πιο σημαντικό που πρέπει να κάνετε τώρα είναι να εκτελείτε καλά το καθήκον σας. Αυτή είναι η άσκηση της αλήθειας και αποτελεί εκδήλωση της υποταγής στον Θεό» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Τι σημαίνει να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (4)]. Η Λαν Γιου αναλογίστηκε τα λόγια του Θεού και συνειδητοποίησε ότι το να είναι κάποιος ευσεβής απέναντι στους γονείς του είναι μια ευθύνη που πρέπει να εκπληρώνει, και ότι, αν δεν επηρεάζει το καθήκον του και το επιτρέπουν οι περιστάσεις, πρέπει να εκπληρώνει τις ευθύνες του ως παιδί απέναντι στους γονείς του. Παρ’ όλα αυτά, αν οι συνθήκες δεν το επιτρέπουν, πρέπει να επιλέγει βάσει των περιστάσεων και του καθήκοντος που κάνει. Όπως μερικοί αδελφοί και αδελφές που δεν έχουν συλληφθεί απ’ το ΚΚΚ και δεν επωμίζονται σημαντικό έργο στην εκκλησία. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να φροντίζουν τους γονείς τους καθώς κάνουν τα καθήκοντά τους. Κάποιους ανθρώπους, όμως, τους κυνηγά και τους διώκει το ΚΚΚ, και δεν μπορούν να κάνουν τα καθήκοντά τους αν δεν φύγουν απ’ το σπίτι. Σε αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορούν να σκέφτονται τη φροντίδα των γονιών τους. Πρέπει να βάλουν σε προτεραιότητα τα καθήκοντά τους. Η Λαν Γιου σκέφτηκε ότι, αν και μπορούσε να φροντίζει τον πατέρα της στο σπίτι, η αστυνομία του ΚΚΚ θα την παρενοχλούσε και θα την απειλούσε συνεχώς. Έτσι, δεν θα μπορούσε να κάνει τα καθήκοντά της στο σπίτι. Υπήρχε έλλειψη ανθρώπων για το κειμενικό καθήκον. Έπρεπε να λάβει υπόψη το έργο της εκκλησίας. Ως δημιουργήματα, πέρα απ’ τις ευθύνες προς τους γονείς τους, οι άνθρωποι πρέπει επίσης να λατρεύουν τον Δημιουργό και να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους ως δημιουργήματα. Η Λαν Γιου θυμήθηκε τι είπε ο Κύριος Ιησούς: «Όστις αγαπά πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού» (Κατά Ματθαίον 10:37). Ο Θεός απαιτεί απ’ τους ανθρώπους να απαρνηθούν τα πάντα για να Τον ικανοποιήσουν, όπως έκαναν ο Πέτρος και ο Ιωάννης. Κατάφεραν να πάρουν την απόφαση ν’ αφήσουν πίσω τους τους γονείς τους και τα αισθήματά που έτρεφαν για την οικογένειά τους για να ακολουθήσουν τον Κύριο και να κηρύξουν το ευαγγέλιο. Στα μάτια του Θεού, είχαν ανθρώπινη φύση. Η Λαν Γιου σκεφτόταν παλιότερα ότι όσοι δεν ήταν ευσεβείς απέναντι στους γονείς τους είχαν τη χειρότερη ανθρώπινη φύση, αλλά κατάλαβε πλέον ότι ο Θεός μετράει αν ένας άνθρωπος έχει ανθρώπινη φύση, όχι απ’ το αν είναι ευσεβής απέναντι στους γονείς του, αλλά απ’ το αν μπορεί να κάνει καλά τα καθήκοντά του ως δημιούργημα για να Τον ικανοποιήσει. Η Λαν Γιου σκέφτηκε πόσο δίσταζε και υπερανέλυε τα πράγματα ερχόμενη αντιμέτωπη με το καθήκον της, ανησυχώντας μονίμως για τον πατέρα της και αποτυγχάνοντας να κάνει το καθήκον της. Ακόμη, όμως, και αν γινόταν ένα παιδί που επαινούνταν ως άκρως ευσεβές, δεν θα ήταν αφοσιωμένη στον Θεό και Εκείνος δεν θα ενέκρινε. Συνειδητοποίησε ότι το πιο σημαντικό σε αυτό το σημείο ήταν να κάνει το καθήκον ενός δημιουργήματος, και ότι μόνο αυτό είχε αξία στη ζωή της. Με αυτό κατά νου, η Λαν Γιου ένιωσε απελευθερωμένη και πρόθυμη να φύγει απ’ το σπίτι για να κάνει το καθήκον της.

Έδωσε τέλος στην τρίμηνη επανένωση με τον πατέρα της και έφυγε απ’ το σπίτι για να κάνει το καθήκον της αλλού. Βαθιά μέσα της, όμως, ακόμη ανησυχούσε και είχε έγνοια για τον πατέρα της. Ένιωθε ενοχές και σκεφτόταν συνέχεια πότε θα μπορούσε να γυρίσει στο σπίτι για να τον επισκεφτεί. Μια φορά, η συνεργάτιδα αδελφή της πήγε στο σπίτι της για να φροντίσει κάτι. Όταν η Λαν Γιου σκέφτηκε την επανένωση αυτής της αδελφής με την οικογένειά της, η καρδιά της δεν μπορούσε πια να γαληνέψει. Με το βλέμμα της καρφωμένο στον υπολογιστή της, το μυαλό της κατακλύστηκε με την εικόνα του πατέρα της να την περιμένει να γυρίσει στο σπίτι καθισμένος σε μια καρέκλα. Τον είχε παρενοχλήσει η αστυνομία; Πώς ήταν η κατάστασή του; Είχε χειροτερέψει η ασθένειά του; Τι θα έλεγαν οι συγγενείς και οι φίλοι της που έφυγε απ’ το σπίτι ενώ ο πατέρας της ήταν ακόμη άρρωστος; Το μυαλό της Λαν Γιου αναλώθηκε σε αυτές τις σκέψεις, και δεν μπόρεσε να συγκεντρωθεί στο έργο που είχε. Συνειδητοποίησε ότι η κατάστασή της ήταν λάθος. Προσευχήθηκε, λοιπόν, στον Θεό. Κατά τη διάρκεια των πνευματικών της ασκήσεων, διάβασε τα λόγια του Θεού. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι περισσότεροι άνθρωποι αποφασίζουν να φύγουν από το πατρικό τους για να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους είναι οι γενικότερες αντικειμενικές συνθήκες λόγω των οποίων αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τους γονείς τους· δεν μπορούν να μείνουν στο πλάι των γονιών τους για να τους φροντίσουν και να τους κρατάνε συντροφιά. Δεν είναι ότι αποφασίζουν με τη θέλησή τους να τους εγκαταλείψουν· αυτός είναι ο αντικειμενικός λόγος. Δεύτερον, υποκειμενικά μιλώντας, ο λόγος για τον οποίο βγαίνεις για να εκτελέσεις τα καθήκοντά σου δεν είναι να αποφύγεις τις ευθύνες σου απέναντι στους γονείς σου, αλλά το ότι σε καλεί ο Θεός. Αν ήθελες να συνεργαστείς με το έργο του Θεού, να αποδεχτείς το κάλεσμά Του και να εκτελέσεις τα καθήκοντα του δημιουργήματος, δεν είχες άλλη επιλογή από το να φύγεις από τους γονείς σου· δεν γινόταν να μείνεις στο πλευρό τους για να τους συντροφεύεις και να τους φροντίζεις. Δεν τους εγκατέλειψες για να αποφύγεις τις ευθύνες, έτσι δεν είναι; Δεν έχουν διαφορετική φύση αυτά τα δυο, το να τους εγκαταλείψεις για να γλιτώσεις απ’ τις ευθύνες σου και το να αναγκάζεσαι να τους εγκαταλείψεις για να απαντήσεις στο κάλεσμα του Θεού και να εκτελέσεις τα καθήκοντά σου; (Ναι.) Μέσα σου, έχεις πράγματι συναισθηματική σύνδεση με τους γονείς σου και τους σκέφτεσαι, δεν είναι κενά τα συναισθήματά σου. Αν το επιτρέπουν οι αντικειμενικές συνθήκες και μπορείς να μείνεις στο πλευρό τους ενώ παράλληλα εκτελείς και τα καθήκοντά σου, τότε δεν θα είχες πρόβλημα να μείνεις στο πλευρό τους και να τους φροντίζεις συχνά, εκπληρώνοντας τις ευθύνες σου. Οι αντικειμενικές συνθήκες, όμως, σε αναγκάζουν να τους εγκαταλείψεις· δεν μπορείς να μείνεις στο πλάι τους. Δεν είναι ότι δεν θες να ανταποκριθείς στις ευθύνες σου ως παιδιού τους, απλώς δεν μπορείς. […] Δεν ισχύει ότι δεν είσαι σωστό παιδί απέναντι στους γονείς σου. Δεν είναι ότι έχεις φτάσει στο σημείο να μην έχεις ανθρώπινη φύση, οπότε να μη θέλεις καν να νοιαστείς για τους γονείς σου ή να ανταποκριθείς στις ευθύνες σου απέναντί τους. Δεν μπορείς να εκπληρώσεις την ευθύνη σου εξαιτίας διάφορων αντικειμενικών λόγων, άρα δεν ισχύει ότι δεν είσαι σωστό παιδί» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (16)]. Τα λόγια του Θεού ήταν πολύ ξεκάθαρα. Όταν οι άνθρωποι αφήνουν τους γονείς τους για να κάνουν τα καθήκοντά τους λόγω της πίστης τους στον Θεό, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι ευσεβή παιδιά. Πρόθεσή τους δεν είναι να αποφύγουν την ευθύνη, αλλά να κάνουν το καθήκον ενός δημιουργήματος. Οι χριστιανοί στην Εποχή της Χάριτος, για παράδειγμα, άφησαν τους γονείς και τα παιδιά τους για να διαδώσουν το ευαγγέλιο του Θεού σε όλο τον κόσμο, το πιο δίκαιο πράγμα σε όλη την ανθρωπότητα. Η Λαν Γιου ήθελε επίσης να δείξει ευσέβεια απέναντι στον πατέρα της, και ήλπιζε να τον συνοδεύσει και να τον βοηθήσει να περάσει τα τελευταία του χρόνια με γαλήνη. Ήθελε επίσης όλη της η οικογένεια να συναθροιστεί, να διαβάσει λόγια του Θεού και να μοιραστεί τη βιωματική της κατανόηση. Καθώς, όμως, ζούσε σε μια άθεη χώρα χωρίς θρησκευτική ελευθερία, το ΚΚΚ δεν επέτρεπε στους ανθρώπους να πιστεύουν στον Θεό ή να βαδίζουν στο σωστό μονοπάτι, και αν έμενε στο πλευρό του πατέρα της, δεν θα κατάφερνε να κάνει το καθήκον της. Επιπλέον, το έργο του Θεού κοντεύει να ολοκληρωθεί, οι μεγάλες καταστροφές έχουν ήδη αρχίσει, και υπάρχουν ακόμη πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν αποδεχτεί το έργο του Θεού τις έσχατες ημέρες. Καθήκον της ήταν να διακηρύξει το ευαγγέλιο του Θεού και να φέρει περισσότερους ανθρώπους ενώπιόν Του. Δεν ήταν ίδια με εκείνους που απέφευγαν τις ευθύνες τους και δεν ήθελαν να δείξουν ευσέβεια στους γονείς τους. Αφού τα κατανόησε όλα αυτά, δεν ένιωθε πια τόσο αναστατωμένη και περιορισμένη μέσα της. Αργότερα, στον χρόνο που της έμενε απ’ τα καθήκοντά της, η Λαν Γιου έγραφε γράμματα στον πατέρα της για να επικοινωνήσει την κατάστασή της. Μετά από κάμποσο καιρό, έλαβε ένα γράμμα απ’ τον πατέρα της, το οποίο έλεγε ότι ο ξάδερφός της του είχε βρει ένα φάρμακο για τις πέτρες στη χολή, και ότι εκείνος έπαιρνε πλέον τον δεύτερο κύκλο φαρμακευτικής αγωγής. Οι πέτρες στη χολή του ήταν πλέον μικρότερες, δεν πονούσε όσο πριν και η κατάστασή του είχε βελτιωθεί πολύ. Όταν το διάβασε, η Λαν Γιου συγκινήθηκε μέχρι δακρύων, και ένιωσε το έλεος και την ευλογία του Θεού.

Μια φορά, η Λαν Γιου συζητούσε με μια αδελφή που έκανε καθήκον φιλοξενίας, η οποία είπε ότι τα παιδιά της της έστελναν χρήματα συχνά, και ότι της αγόραζαν πράγματα όταν την επισκέπτονταν. Η Λαν Γιου σκέφτηκε ότι έλειπε απ’ το σπίτι της σχεδόν έναν χρόνο, αλλά δεν τόλμησε να τηλεφωνήσει στον πατέρα της ή να του αγοράσει ρούχα ή συμπληρώματα διατροφής εξαιτίας των διώξεων του ΚΚΚ. Ως κόρη, δεν είχε κάνει ποτέ κάτι για τον πατέρα της μολονότι είχε ήδη μεγαλώσει. Ένιωθε συνεχώς υποχρεωμένη στον πατέρα της και είχε ένα αίσθημα ανησυχίας στην καρδιά της. Αργότερα, αναζήτησε και συλλογίστηκε γιατί ένιωθε πάντα υποχρεωμένη στον πατέρα της. Διάβασε τα λόγια του Θεού. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Λόγω του τρόπου διαμόρφωσης της κινεζικής παραδοσιακής κουλτούρας, οι Κινέζοι κατά τις παραδοσιακές αντιλήψεις τους πιστεύουν ότι το τέκνο οφείλει ευσέβεια προς τους γονείς του. Όποιος δεν υπακούει σε αυτό, είναι ασεβής ως τέκνο. Με αυτές τις ιδέες έχουν εμποτιστεί οι άνθρωποι από την παιδική τους ηλικία, αυτές διδάσκονται ουσιαστικά σε κάθε σπιτικό, αλλά και σε κάθε σχολείο και στην κοινωνία γενικότερα. Όταν γεμίζεις το κεφάλι κάποιου με τέτοιου είδους πράγματα, σκέφτεται αυτός: “Η ευσέβεια του τέκνου είναι σημαντικότερη από οτιδήποτε άλλο. Εάν δεν την τηρώ, δεν θα είμαι καλός άνθρωπος —θα είμαι ασεβής ως τέκνο και θα με αποδοκιμάσει η κοινωνία. Θα είμαι άτομο χωρίς συνείδηση”. Είναι ορθή αυτή η άποψη; Οι άνθρωποι έχουν δει τόσες αλήθειες που εκφράζει ο Θεός —απαίτησε ο Θεός να δείχνει κάποιος ευσέβεια τέκνου προς τους γονείς του; Είναι αυτή μία από τις αλήθειες που πρέπει να κατανοούν οι πιστοί του Θεού; Όχι, δεν είναι. Ο Θεός συναναστράφηκε μόνο σχετικά με ορισμένες αρχές. Βάσει ποιας αρχής ζητούν τα λόγια του Θεού να συμπεριφέρονται οι άνθρωποι στους άλλους; Να αγαπούν αυτό που αγαπά ο Θεός και να μισούν αυτό που μισεί: αυτή είναι η αρχή που θα πρέπει να τηρείται. Ο Θεός αγαπά όσους επιδιώκουν την αλήθεια και είναι σε θέση να ακολουθήσουν το θέλημά Του· αυτοί είναι οι άνθρωποι που θα πρέπει να αγαπάμε κι εμείς. Όσοι δεν είναι σε θέση να ακολουθήσουν το θέλημα του Θεού, Τον μισούν και επαναστατούν ενάντιά Του —αυτούς τους απεχθάνεται ο Θεός και θα πρέπει να τους απεχθανόμαστε κι εμείς. Αυτό ζητά ο Θεός από τον άνθρωπο. […] Ο Σατανάς χρησιμοποιεί αυτού του είδους την παραδοσιακή κληρονομιά και τις αντιλήψεις περί ηθικής για να δεσμεύσει τις σκέψεις σου, το μυαλό και την καρδιά σου, καθιστώντας σε ανίκανο να αποδεχτείς τα λόγια του Θεού· έχεις κυριευτεί από αυτά τα πράγματα του Σατανά και δεν είσαι πλέον σε θέση να δεχτείς τα λόγια του Θεού. Όταν θέλεις να κάνεις πράξη τα λόγια του Θεού, αυτά τα πράγματα προκαλούν αναταραχή μέσα σου και σε κάνουν να αντιτάσσεσαι στην αλήθεια και στις απαιτήσεις Του, δεν έχεις, λοιπόν, τη δύναμη να απαλλαγείς από τον ζυγό της παραδοσιακής κληρονομιάς. Αφού παλέψεις για λίγο, συμβιβάζεσαι: προτιμάς να πιστεύεις ότι οι παραδοσιακές αντιλήψεις περί ηθικής είναι ορθές και συνάδουν με την αλήθεια, κι έτσι απορρίπτεις ή αποποιείσαι τα λόγια του Θεού. Δεν αποδέχεσαι τα λόγια Του ως αλήθεια ούτε και σκέφτεσαι τίποτε ως προς τη σωτηρία σου, νιώθοντας ότι εξακολουθείς να ζεις σε αυτόν τον κόσμο και ότι μπορείς να επιβιώσεις μόνον εάν βασίζεσαι σε αυτά τα πράγματα. Ανίκανος να αντέξεις την καταδίκη της κοινωνίας, προτιμάς να αποποιηθείς την αλήθεια και τα λόγια του Θεού, και να αφεθείς στις παραδοσιακές αντιλήψεις περί ηθικής και στην επιρροή του Σατανά, προτιμώντας να προσβάλεις τον Θεό και να μην κάνεις πράξη την αλήθεια. Πείτε Μου, δεν είναι οι άνθρωποι αξιολύπητοι; Δεν έχουν ανάγκη τη σωτηρία του Θεού;» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μόνο γνωρίζοντας τις εσφαλμένες απόψεις του μπορεί κανείς να αλλάξει πραγματικά). Απ’ τα λόγια του Θεού, συνειδητοποίησε ότι απ’ την παιδική της ηλικία, είχε επηρεαστεί απ’ τις εξής παραδοσιακές ιδέες: «Η ευσέβεια προς τους γονείς πρέπει να είναι η ύψιστη αρετή» και «Οι γονείς μου με ανέθρεψαν όταν ήμουν νέα. Πρέπει, λοιπόν, να τους φροντίσω στα γεράματά τους». Σκέφτηκε ότι αφού οι γονείς της είχαν καταβάλει προσπάθεια όλα αυτά τα χρόνια για να την αναθρέψουν, έπρεπε να είναι ευσεβής απέναντί τους, και όταν μεγάλωναν, έπρεπε να τους φροντίσει και να τους συνοδεύσει ως το τέλος, θεωρώντας ότι αυτό σήμαινε να έχεις συνείδηση. Οπότε, δίστασε να φύγει απ’ το σπίτι της για να κάνει το καθήκον της, επειδή φοβήθηκε ότι θα την κατηγορούσαν ως ασεβές παιδί και αχάριστη. Βλέποντας τη συνεργάτιδά της να επιστρέφει στο σπίτι της για να επισκεφτεί τους γονείς της, η Λαν Γιου ζήλεψε. Βυθισμένη στο αίσθημα υποχρέωσης που ένιωθε απέναντι στον πατέρα της, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα καθήκοντά της. Συνειδητοποίησε ότι ο Σατανάς χρησιμοποιεί αυτές ακριβώς τις φαινομενικά εύλογες σκέψεις και ιδέες για να παραπλανά και να ελέγχει τους ανθρώπους, κάνοντάς τους να σκέφτονται μόνο πώς να ανταποδώσουν την καλοσύνη των γονιών τους και να μην εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους ως δημιουργήματα. Αν συνέχιζε να ακολουθεί αυτές τις παραδοσιακές ιδέες, θα κατέληγε να την κοροϊδέψει και να τη βλάψει ο Σατανάς. Στο τέλος, θα απομακρυνόταν απ’ τον Θεό και θα Τον πρόδιδε. Κατά συνέπεια, ο Θεός θα την εγκατέλειπε. Ο Σατανάς είναι πραγματικά ύπουλος και κακόβουλος!

Η Λαν Γιου διάβασε τότε περισσότερα λόγια του Θεού και αποκόμισε τρόπους άσκησης. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Όπως και να ’χει, η ανατροφή σου είναι ευθύνη και υποχρέωση των γονιών σου. Είναι ευθύνη και υποχρέωσή τους να σε μεγαλώσουν μέχρι να ενηλικιωθείς, και δεν μπορείς να πεις ότι σου κάνουν κάποιο καλό. Εφόσον δεν μπορείς να πεις ότι σου κάνουν κάποιο καλό, μπορεί να πει κανείς ότι είναι κάτι που πρέπει να απολαύσεις; (Μπορεί.) Πρόκειται για δικαίωμα που πρέπει να απολαύσεις. Οι γονείς σου πρέπει να σε μεγαλώσουν, διότι πριν ενηλικιωθείς, παίζεις τον ρόλο του παιδιού που μεγαλώνει. Άρα, το μόνο που κάνουν οι γονείς σου είναι να εκπληρώνουν κάποιου είδους ευθύνη απέναντί σου, και εσύ απλώς τη λαμβάνεις, αλλά σίγουρα δεν σημαίνει ότι σου κάνουν χάρη ή κάποιο καλό. Κάθε ζωντανό ον έχει την ευθύνη της γέννησης και της φροντίδας των παιδιών, της αναπαραγωγής και της ανατροφής της επόμενης γενιάς. Λόγου χάρη, τα πουλιά, οι αγελάδες, τα πρόβατα, ακόμη και οι τίγρεις οφείλουν μόλις αναπαραχθούν, να φροντίσουν τα μικρά τους. Δεν υπάρχει κανένα ζωντανό ον που να μη μεγαλώνει τα μικρά του. Μπορεί να υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, αλλά παραμένουν άγνωστες σ’ εμάς. Είναι ένα φυσικό φαινόμενο της ύπαρξης των ζωντανών οργανισμών, είναι ένστικτό τους και δεν μπορεί να θεωρηθεί καλοσύνη. Τηρούν απλώς έναν νόμο που όρισε ο Δημιουργός για τα ζώα και τους ανθρώπους. Το ότι σε μεγαλώνουν, άρα, οι γονείς σου, δεν σημαίνει ότι σου κάνουν κάποιο καλό. Μπορούμε, λοιπόν, αν το εξετάσουμε από αυτήν την οπτική, να πούμε ότι οι γονείς σου δεν είναι δανειστές σου. Την ευθύνη που έχουν απέναντί σου εκπληρώνουν. Όσο από το αίμα της καρδιάς τους κι αν δαπανούν για σένα και όσο χρήμα κι αν ξοδεύουν για σένα, δεν πρέπει να σου ζητάνε να τους αποζημιώσεις, αφού αυτό δεν είναι παρά η ευθύνη τους ως γονείς. Και αφού είναι ευθύνη και υποχρέωση, πρέπει να το κάνουν δωρεάν και να μη ζητάνε αποζημίωση. Όταν σε μεγάλωναν οι γονείς σου, το μόνο που έκαναν ήταν να εκπληρώνουν την ευθύνη και την υποχρέωσή τους, πράγμα που θα έπρεπε να γίνεται χωρίς αμοιβή, και δεν θα έπρεπε να αποτελεί συναλλαγή. Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να τους προσεγγίζεις ή να αντιμετωπίζεις τη σχέση σου μαζί τους με το σκεπτικό της αποζημίωσης. Είναι απάνθρωπο να μεταχειρίζεσαι τους γονείς σου, να τους ξεπληρώνεις και να αντιμετωπίζεις τη σχέση σας σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό. Παράλληλα, αυτό πιθανώς να σε περιορίσει και να σε δεσμεύσει στα συναισθήματα της σάρκας σου. Τότε θα δυσκολευτείς να ξεφύγεις από αυτό το μπλέξιμο, σε σημείο που ίσως και να χάσεις τον δρόμο σου» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (17)]. Όταν διάβασε τα λόγια του Θεού, κατάλαβε ότι η ανατροφή των παιδιών είναι μέρος της ευθύνης ενός γονιού, και ότι είναι νόμος και αρχή που ορίζει ο Θεός για τους ανθρώπους. Ο πατέρας της την είχε αναθρέψει και την είχε φέρει ενώπιον του Θεού. Αυτή ήταν η ευθύνη που του είχε δώσει ο Θεός. Δεν πρέπει να εκλαμβάνει την ανατροφή και τη μόρφωση που έλαβε απ’ τους γονείς της ως καλοσύνη, ούτε να σκέφτεται συνεχώς πώς να τους το ανταποδώσει. Αντιθέτως, πρέπει να εκλαμβάνει σωστά αυτά τα πράγματα. Συνειδητοποίησε, επίσης, ότι ο Θεός ήταν Αυτός που διευθέτησε τους γονείς και την οικογένειά της, και που την πρόσεχε και την προστάτευε. Σκέφτηκε τότε που ήταν 18 χρονών. Μια φορά, γυρνώντας στο σπίτι απ’ τη δουλειά, έπεσε με τη μοτοσικλέτα της πάνω σε έναν μεγάλο σωρό από χώμα στην άκρη του δρόμου. Έκανε ολόκληρη τούμπα στον αέρα και προσγειώθηκε ανάσκελα στη μέση του δρόμου την ώρα που πλησίαζε ένα μεγάλο φορτηγό. Ο οδηγός πάτησε φρένο και σταμάτησε λίγα μόλις μέτρα πριν την πατήσει. Σε αυτήν τη στιγμή ζωής και θανάτου, ακόμη και αν οι γονείς της ήταν στο πλευρό της, δεν θα είχαν καταφέρει να την προστατέψουν. Ο Θεός την είχε κρατήσει ασφαλή απ’ τα παρασκήνια, επιτρέποντάς της να επιβιώσει. Σκέφτηκε επίσης τα χρόνια που πέρασε στη φυλακή. Ο πατέρας της ανησυχούσε γι’ αυτήν, αλλά ήταν ανήμπορος να κάνει κάτι. Όποτε ένιωθε αρνητική και αδύναμη, θυμόταν ύμνους των λόγων του Θεού, και μέσα απ’ την καθοδήγηση των λόγων του Θεού, κατανόησε τις προθέσεις Του και αποκόμισε πίστη. Βίωσε ότι μόνο στον Θεό μπορούσε να βασιστεί αληθινά, ότι στον Θεό είχε τη μεγαλύτερη υποχρέωση και ότι έπρεπε να υποταχτεί σε Εκείνον και να εκπληρώσει το καθήκον της για να ανταποδώσει την αγάπη Του. Αν σκεφτόταν μόνο πώς να είναι ευσεβής απέναντι στους γονείς της χωρίς να κάνει το καθήκον της, θα επεδείκνυε συμπεριφορά κάποιου που υστερούσε σε ανθρώπινη φύση. Όταν κατανόησε αυτά τα πράγματα, αποκόμισε ένα ξεκάθαρο μονοπάτι άσκησης στην καρδιά της και έγινε πρόθυμη να κάνει το καθήκον της καλά για να παρηγορήσει την καρδιά του Θεού.

Πριν καν το πάρει χαμπάρι, πέρασαν σχεδόν δύο χρόνια χωρίς να δει τον πατέρα της. Λάμβανε περιστασιακά γράμματά του, στα οποία έλεγε ότι η αστυνομία τον παρενοχλούσε ακόμη, ότι ήταν άρρωστος και έπαιρνε φάρμακα, και ότι ένιωθε αρνητικός, χαμένος και μόνος μερικές φορές. Διαβάζοντας αυτά τα πράγματα, ανησυχούσε και είχε έγνοια για τον πατέρα της, αλλά σκεφτόταν τα λόγια του Θεού: «Εφόσον οι γονείς σου βρίσκονται στα χέρια του Θεού, για ποιον λόγο εξακολουθείς να ανησυχείς; Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί κανείς, είναι περιττό. Ο κάθε άνθρωπος θα ζήσει ομαλά μέχρι το τέλος, σύμφωνα με την κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού, και θα φτάσει στο τέλος του μονοπατιού του χωρίς καμία παρέκκλιση. Δεν υπάρχει, λοιπόν, λόγος να ανησυχούν πλέον οι άνθρωποι για αυτό το ζήτημα. Δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι αν είσαι σωστό παιδί, αν έχεις ανταποκριθεί στις ευθύνες σου απέναντι στους γονείς σου ή αν πρέπει να ξεπληρώσεις την καλοσύνη τους. Πρέπει να τα εγκαταλείψεις αυτά τα πράγματα» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (16)]. Κατάλαβε ότι ο πατέρας της ήταν επίσης στα χέρια του Θεού, ότι όποιες περιστάσεις και αν βίωνε είχαν κανονιστεί απ’ τον Θεό και πως ό,τι κανονίζει ο Θεός είναι πάντα κατάλληλο. Η Λαν Γιου σκέφτηκε πως όταν ήταν στο σπίτι, ο πατέρας της υπέφερε από έντονους πόνους λόγω της πέτρας στη χολή. Εκείνη μπορεί να στενοχωριόταν, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να βοηθήσει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να θυμίζει στον πατέρα της να παίρνει τα φάρμακά του. Τίποτα άλλο. Σκέφτηκε επίσης ότι ο πατέρας της ήταν αρνητικός και αδύναμος, και ότι είχε μάλιστα σκεφτεί να αυτοκτονήσει. Χωρίς την ίδια στο πλευρό του, ο Θεός τον είχε διαφωτίσει και καθοδηγήσει να κατανοήσει τις προθέσεις Του. Τα λόγια του Θεού τον είχαν οδηγήσει και καθοδηγήσει, δίνοντάς του την πίστη για να βιώσει αυτές τις περιστάσεις. Η Λαν Γιου είδε ότι ο Θεός προσέχει και προστατεύει πάντα τους ανθρώπους απ’ τα παρασκήνια, ότι ήταν περιττό να ανησυχεί, και ότι έπρεπε να εμπιστευτεί τον πατέρα της στον Θεό και να επικεντρωθεί απλώς στο να κάνει το καθήκον της καλά. Όταν σκέφτηκε έτσι, κατάφερε να ξεχάσει τις έγνοιες και τις ανησυχίες για τον πατέρα της. Όποτε είχε χρόνο, του έγραφε γράμματα, μιλώντας για την κατάστασή της. Μοιραζόταν τις γνώσεις και τα κέρδη που είχε αποκομίσει το τελευταίο διάστημα, και όταν η κατάσταση του πατέρα της ήταν κακή, συναναστρεφόταν πάνω στα λόγια του Θεού μαζί του. Η Λαν Γιου δεν ήταν πια βυθισμένη σε μια κατάσταση υποχρέωσης προς τον πατέρα της. Κατάφερε να ηρεμήσει την καρδιά της και να επικεντρωθεί στο καθήκον της. Ευχαρίστησε τον Θεό απ’ τα βάθη της καρδιάς της για την καθοδήγησή Του!

Προηγούμενο: 50. Εγγυάται η επιδίωξη της γνώσης ένα καλό μέλλον;

Επόμενο: 55. Η επισήμανση των προβλημάτων δεν είναι το ίδιο πράγμα με την έκθεση των ελαττωμάτων

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

Η εμφάνιση και το έργο του Θεού Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών Εκθέτοντας τους αντίχριστους Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας Η Κρίση ξεκινά από τον Οίκο του Θεού Ουσιώδη Λόγια του Παντοδύναμου Θεού, του Χριστού των Εσχάτων Ημερών Καθημερινά λόγια του Θεού Οι αλήθεια-πραγματικότητες στις οποίες πρέπει να εισέλθουν οι πιστοί στον Θεό Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια Οδηγίες για τη διάδοση του ευαγγελίου της βασιλείας Τα πρόβατα του Θεού ακούν τη φωνή του Θεού Άκου τη Φωνή του Θεού  Ιδού ο Θεός Εμφανίστηκε Κλασικές Ερωτήσεις και Απαντήσεις για το Ευαγγέλιο της Βασιλείας Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Α΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Β΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Γ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Δ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Ε΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος ΣΤ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Ζ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Η΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Θ΄) Πώς Στράφηκα στον Παντοδύναμο Θεό

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο

Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger