38. Όταν έμαθα ότι η μητέρα μου ήταν σε κρίσιμη κατάσταση

Από της Μοντ, ΗΠΑ

Γεννήθηκα σε μια συνηθισμένη οικογένεια αγροτών· ο πατέρας μου δούλευε στην ύπαιθρο όλον τον χρόνο και σπανίως ήταν σπίτι. Η μητέρα μου μας μεγάλωσε μόνη της, εμένα και την αδελφή μου, και παρόλο που δεν ήμασταν πλούσιοι, πάντα έκανε ό,τι μπορούσε για να μας προσφέρει μια καλή ζωή και έβαζε τα δυνατά της για να μου δίνει τα πράγματα που ήθελα. Ήμουν αδύναμο και φιλάσθενο παιδί, και συχνά κρυολογούσα και ανέβαζα πυρετό. Επιπλέον, ψήλωνα γρήγορα και συχνά με πονούσαν τα γόνατά μου. Δεν μας περίσσευαν λεφτά για κρέας, όμως η μητέρα μου συχνά μου έφτιαχνε χοιρινά παϊδάκια σούπα, γιατί φοβόταν μήπως η έλλειψη θρεπτικών συστατικών επηρεάσει την ανάπτυξή μου. Όποτε αρρώσταινα, η μητέρα μου με φρόντιζε ακούραστα. Κάποιες φορές ανέβαζα ψηλό πυρετό που δεν έπεφτε, και η μητέρα μου ανησυχούσε πολύ, κι έτσι το βράδυ μού έκανε εντριβές με οινόπνευμα για να πέσει ο πυρετός. Όχι μόνο με φρόντιζε με μεγάλη προσοχή, αλλά έβαζε και τα δυνατά της να τιμά τους παππούδες μου. Κάθε φορά που με πήγαινε στο σπίτι της γιαγιάς, αγόραζε καλούδια που συνήθως δίσταζε να πάρει, όπως φρούτα, γάλα ή γλυκά, και μου έλεγε συχνά να φέρομαι καλά στους παππούδες μου. Κάποιες φορές, όταν άκουγε για κάποιο παιδί που δεν τιμούσε τους γονείς του, έλεγε ότι ήταν αχάριστο και ότι τζάμπα το μεγάλωσαν οι γονείς του. Χωρίς να το αντιληφθώ, μέσα από τις διδαχές και τις ενέργειες της μητέρας μου, άρχισα να πιστεύω ότι ένας άνθρωπος ήταν καλός μόνο όταν τιμούσε τους γονείς του, και ότι μόνο τότε μπορούσε να περπατάει με το κεφάλι ψηλά και να τον επαινούν οι άλλοι. Αν, από την άλλη, δεν φέρεσαι στους γονείς σου όπως αρμόζει, οι άνθρωποι θα σε κατακρίνουν πίσω από την πλάτη σου για έλλειψη συνείδησης και δεν θα μπορείς να περπατάς με το κεφάλι ψηλά. Όταν ήμουν 14 χρονών, ο πατέρας μου δυστυχώς σκοτώθηκε σε τροχαίο. Άρχισα να εκτιμώ ακόμα περισσότερο τον χρόνο που περνούσα με τη μητέρα μου και αποφάσισα πως, όταν μεγάλωνα, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να προσφέρω μια καλή ζωή στη μητέρα μου και ότι θα τη φρόντιζα όσο προσεκτικά με φρόντιζε κι εκείνη όταν ήμουν παιδί, ώστε να είναι ευτυχισμένη στα γεράματά της. Ένιωθα ότι, αν δεν μπορούσα να το κάνω αυτό, τότε θα ήμουν ασυνείδητη και δεν θα μου άξιζε καν να λέγομαι άνθρωπος.

Το 2011, είχα την τύχη να αποδεχθώ το έργο του Θεού τις έσχατες ημέρες. Το 2012, ενώ κήρυττα το ευαγγέλιο, με συνέλαβε η αστυνομία. Αφού αφέθηκα ελεύθερη, έπρεπε να πάω αλλού να κάνω το καθήκον μου, αφού δεν ήμουν ασφαλής σπίτι μου. Τα επόμενα χρόνια, παρόλο που δεν ήμουν στο πλευρό της μητέρας μου, πάντα ήλπιζα ότι, μια μέρα, θα βρισκόμουν ξανά μαζί της, θα τη φρόντιζα, θα την τιμούσα και θα εκπλήρωνα την επιθυμία που τόσον καιρό είχα.

Γύρω στον Μάρτιο του 2023, έλαβα ξαφνικά ένα γράμμα από την αδελφή μου, που μου έλεγε ότι, δυο χρόνια νωρίτερα, η μητέρα μου ξαφνικά είχε πάθει εγκεφαλική αιμορραγία και εγκεφαλικό έμφρακτο, και ότι είχε μείνει από τότε παράλυτη στο κρεβάτι και δεν ήταν αυτοεξυπηρετούμενη. Έπασχε, επίσης, από προχωρημένο διαβήτη, που είχε προκαλέσει διαβητικό πόδι και είχε έλκη στα δάχτυλα των ποδιών της. Προσφάτως, η κατάστασή της είχε επιδεινωθεί και ίσως να ήταν στα τελευταία της. Η αδελφή μου ήλπιζε ότι θα μπορούσα να γυρίσω σύντομα σπίτι για να δω μια τελευταία φορά τη μητέρα μου. Όταν διάβασα το γράμμα, ένιωσα σαν να μου είχε πέσει ο ουρανός στο κεφάλι. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Δεν μπορούσα να ελέγξω τα συναισθήματά μου και έβαλα τα κλάματα. Σκέφτηκα: «Πώς είναι δυνατόν να συνέβη αυτό στη μητέρα μου; Αλήθεια είναι; Τα τελευταία χρόνια που λείπω από το σπίτι, πάντα ήλπιζα ότι μια μέρα θα βρισκόμουν ξανά με τη μητέρα μου για να τη φροντίζω, να την τιμώ και να της δώσω τη δυνατότητα να ζήσει ευτυχισμένη τα στερνά της χρόνια». Αυτή η ξαφνική είδηση ήταν κεραυνός εν αιθρία και συνέτριψε όλες τις ελπίδες και τις προσδοκίες μου. Για ένα διάστημα, δεν μπορούσα να το αποδεχθώ και, μέσα μου, παραπονιόμουν για τον Θεό: «Γιατί δεν επέτρεψες στη μητέρα μου να έχει την υγεία της λίγα ακόμη χρόνια;» Μέχρι που σκέφτηκα να ζητήσω από τον Θεό να συντομέψει τη ζωή μου για να επεκτείνει τη ζωή της μητέρας μου, ώστε να μπορέσει να απολαύσει λίγες ημέρες ήρεμης ευτυχίας. Ας γινόταν αυτό κι ας ζούσα μερικά χρόνια λιγότερο. Η αδελφή μου έγραφε στο γράμμα της και ότι, λίγες μέρες αφότου αρρώστησε η μητέρα μου, ο πατριός μου είχε ζητήσει διαζύγιο, ότι η στάση του απέναντι στη μητέρα μου ήταν φριχτή, και ότι τη χτυπούσε και τη μάλωνε. Η μητέρα μου όχι μόνο υπέφερε εξαιτίας της αρρώστιας της, αλλά έπρεπε και να υπομένει τα βάσανα του πατριού μου κάθε μέρα. Έτσι, τελικά εμφάνισε βαριά κατάθλιψη. Αφού δεν υπήρχε άλλη επιλογή, η αδελφή μου αναγκάστηκε να συμφωνήσει ν’ αφήσει τον πατριό μου να χωρίσει τη μητέρα μου. Σκεφτόμουν ότι η μητέρα μου χρειαζόταν κάποιον να τη φροντίζει σε όλα. Όμως η αδελφή μου έπρεπε να πηγαίνει στη δουλειά, οπότε η μητέρα μου έμενε ολομόναχη στο σπίτι. Κι αν πεινούσε ή διψούσε; Ποιος θα τη φρόντιζε; Έτσι όπως αρρώστησε τόσο σοβαρά και τόσο ξαφνικά, η μητέρα μου, που είχε τόσο ισχυρή θέληση, πρέπει να ένιωθε πολύ στενοχωρημένη και καταπιεσμένη. Όταν ήταν πεσμένη, ποιος θα ήταν εκεί για να την παρηγορήσει και να της αναπτερώσει το ηθικό; Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο πιο αβάσταχτος γινόταν ο πόνος στην καρδιά μου. Ευχόμουν να μπορούσα να πετάξω και να βρεθώ αμέσως στο πλάι της μητέρας μου, για να μπορέσω να της μιλήσω, να την παρηγορήσω, να την ενθαρρύνω και να φροντίζω τις καθημερινές της ανάγκες. Όμως είχα συλληφθεί από την αστυνομία στο παρελθόν και, αν γύριζα τώρα, θα ήταν σαν να πήγαινα να πέσω σε παγίδα. Η επιθυμία μου να γυρίσω σπίτι για να φροντίσω τη μητέρα μου και να τη δω μια τελευταία φορά δεν γινόταν να εκπληρωθεί. Ένιωθα απόλυτα δυστυχισμένη, δεν μπορούσα να βρω κανένα κίνητρο και δεν είχα καμία όρεξη να κάνω τα καθήκοντά μου. Τη νύχτα, δεν μ’ έπιανε ύπνος και σκεφτόμουν διαρκώς: «Πώς να είναι η μητέρα μου, άραγε; Να έχει κοιμηθεί; Ή ακόμη στριφογυρίζει, πονάει και δεν την πιάνει ο ύπνος;» Το σκεφτόμουν και μ’ έπαιρναν τα κλάματα —ποτάμι έτρεχαν τα δάκρυά μου. Μια νύχτα, ονειρεύτηκα τη μητέρα μου: Ήταν νέα, με δυο μακριές κοτσίδες, και τριγύριζε χαρούμενη, κάνοντας κάποια δουλειά. Την κοιτούσα από κάπου κοντά, αλλά όσο κι αν τη φώναζα, εκείνη δεν απαντούσε. Δεν έδειχνε να μπορεί να με δει ή ν’ ακούσει τη φωνή μου. Όταν ξύπνησα, κατάλαβα ότι ήταν μόνο ένα όνειρο, αλλά όσο το σκεφτόμουν, τόσο μεγάλωνε η θλίψη μου, και στο τέλος έκλαψα πάλι πικρά.

Εκείνες οι μέρες ήταν γεμάτες πόνο· προσευχήθηκα, λοιπόν, στον Θεό να με καθοδηγήσει ώστε να κατανοήσω την πρόθεσή Του. Εκείνο το διάστημα, έρχονταν ξανά και ξανά στο μυαλό μου ορισμένα από τα λόγια του Θεού: «Η γέννηση, τα γεράματα, οι αρρώστιες και ο θάνατος είναι πράγματα που οφείλει ο κάθε άνθρωπος να αποδεχτεί. Εσύ, λοιπόν, γιατί δεν μπορείς να το αντέξεις; Γιατί θέλεις να παραβιάσεις τον νόμο που έχει ορίσει ο Θεός για τη γέννηση και τον θάνατο του ανθρώπου; Γιατί δεν τον αποδέχεσαι; Τι πρόθεση έχεις;» Βρήκα το χωρίο των λόγων του Θεού απ’ όπου προέρχονταν αυτές οι φράσεις και το διάβασα. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Κάποιοι λένε “Ξέρω ότι δεν πρέπει να αναλύω και να ερευνάω γιατί αρρώστησαν οι γονείς μου ή γιατί τους βρήκε μεγάλη συμφορά. Ξέρω ότι δεν έχει νόημα να το κάνω και ότι πρέπει να το προσεγγίσω με βάση τις αλήθεια-αρχές, αλλά δεν μπορώ να συγκρατηθώ και να μην το αναλύσω ή να το ερευνήσω”. Ας λύσουμε, λοιπόν, το πρόβλημα της αυτοσυγκράτησης, έτσι ώστε να μην αναγκάζεσαι πια να περιορίζεσαι. Πώς μπορείς να το πετύχεις; Σ’ αυτήν τη ζωή, οι άνθρωποι που έχουν υγιή οργανισμό αρχίζουν να εμφανίζουν τα πρώτα σημάδια γήρανσης μετά τα 50 ή τα 60 τους. Εξασθενούν οι μύες και τα οστά τους, μειώνεται η δύναμή τους, δεν μπορούν να κοιμηθούν καλά και να φάνε πολύ. Δεν έχουν πολλή ενέργεια για να δουλέψουν, να διαβάσουν ή να κάνουν οποιαδήποτε δουλειά. Αρχίζουν να εμφανίζουν διάφορες παθήσεις, όπως υψηλή πίεση, διαβήτη, καρδιοπάθεια, καρδιαγγειακές ή εγκεφαλικές παθήσεις και ούτω καθεξής. […] Όλοι οι άνθρωποι θα βρεθούν αντιμέτωποι με αυτές τις ασθένειες της σάρκας. Σήμερα είναι εκείνοι, αύριο θα είστε εσείς και εμείς. Με βάση την ηλικία και με τη σειρά, όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται, γερνάνε, αρρωσταίνουν και πεθαίνουν —από τα νιάτα θα περάσουν στα γηρατειά, στα γηρατειά θα αρρωστήσουν και θα πεθάνουν— είναι νόμος αυτό. Απλώς, όταν μάθεις ότι αρρώστησαν οι γονείς σου, επειδή είναι οι πιο κοντινοί σου άνθρωποι, εκείνοι για τους οποίους ανησυχείς περισσότερο και αυτοί που σε μεγάλωσαν, δεν θα καταφέρεις να υπερβείς το εμπόδιο των συναισθημάτων σου και θα σκεφτείς το εξής: “Όταν πεθαίνουν οι γονείς των άλλων, δεν νιώθω τίποτα. Όμως, δεν γίνεται να αρρωστήσουν οι δικοί μου γονείς, κάτι τέτοιο θα με στενοχωρούσε. Δεν το αντέχω, πονάει η καρδιά μου. Δεν μπορώ να προσπεράσω τα συναισθήματά μου!” Μόνο και μόνο επειδή είναι οι δικοί σου γονείς, θεωρείς ότι δεν πρέπει να γεράσουν, να αρρωστήσουν και ότι φυσικά δεν πρέπει να πεθάνουν —έχει νόημα αυτό; Δεν έχει νόημα ούτε ισχύει. Το καταλαβαίνεις; (Ναι.) Όλοι οι άνθρωποι θα δουν τους γονείς τους να γερνάνε, να αρρωσταίνουν, και σε σοβαρές περιπτώσεις βλέπουν τους γονείς τους να μένουν κατάκοιτοι ή να γίνονται φυτά. Οι γονείς κάποιων ανθρώπων έχουν υψηλή πίεση, μερική παράλυση, παθαίνουν εγκεφαλικά, ή πάσχουν από κάποια σοβαρή αρρώστια και πεθαίνουν. Όλοι οι άνθρωποι θα γίνουν αυτοπροσώπως μάρτυρες, θα δουν ή θα μάθουν ότι οι γονείς τους γερνάνε, αρρωσταίνουν και μετά πεθαίνουν. Απλώς κάποιοι το μαθαίνουν αυτό νωρίτερα, όταν οι γονείς τους είναι γύρω στα 50. Κάποιοι άλλοι το μαθαίνουν όταν οι γονείς τους είναι γύρω στα 60. Και άλλοι γονείς φτάνουν στα 80, στα 90 ή στα 100 μέχρι να πεθάνουν. Όποτε, όμως, κι αν ακούσεις αυτά τα νέα, μια μέρα, αργά ή γρήγορα, θα αποδεχτείς αυτό το γεγονός ως γιος ή ως κόρη. Αν είσαι ενήλικας, θα πρέπει να έχεις ώριμο τρόπο σκέψης και σωστή στάση απέναντι στη γέννηση, στα γηρατειά, στις αρρώστιες και στον θάνατο, και να μην είσαι παρορμητικός· πρέπει να μπορείς να αντέξεις όταν μαθαίνεις ότι οι γονείς σου αρρώστησαν ή ότι τους είπαν οι γιατροί πως η ασθένειά τους δεν θεραπεύεται. Η γέννηση, τα γεράματα, οι αρρώστιες και ο θάνατος είναι πράγματα που οφείλει ο κάθε άνθρωπος να αποδεχτεί. Εσύ, λοιπόν, γιατί δεν μπορείς να το αντέξεις; Γιατί θέλεις να παραβιάσεις τον νόμο που έχει ορίσει ο Θεός για τη γέννηση και τον θάνατο του ανθρώπου; Γιατί δεν τον αποδέχεσαι; Τι πρόθεση έχεις; Δεν θέλεις να πεθάνουν οι γονείς σου, δεν θέλεις να ζήσουν σύμφωνα με τον νόμο της γέννησης, των γηρατειών, της αρρώστιας και του θανάτου που έχει καθορίσει ο Θεός. Θέλεις να τους αποτρέψεις από το να αρρωστήσουν και να πεθάνουν. Τι θα ήταν τότε; Δεν θα ήταν φτιαγμένοι από πλαστικό; Θα παρέμεναν άνθρωποι σε μια τέτοια περίπτωση; Πρέπει, λοιπόν, να αποδεχτείς αυτό το γεγονός. Πριν μάθεις ότι οι γονείς σου έχουν γεράσει, έχουν αρρωστήσει ή ότι έχουν πεθάνει, πρέπει να προετοιμαστείς μέσα σου. Μια μέρα, αργά ή γρήγορα, όλοι οι άνθρωποι θα γεράσουν, θα φθαρούν και θα πεθάνουν. Γιατί να μη βιώσουν αυτό το στάδιο και οι γονείς σου ως κανονικοί άνθρωποι; Πρέπει να το βιώσουν, κι εσύ πρέπει να προσεγγίσεις σωστά το θέμα» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (17)]. Τα λόγια του Θεού σιγά σιγά με ησύχασαν. Η γέννηση, τα γηρατειά, η αρρώστια και ο θάνατος είναι ο νόμος της ζωής που έχει ορίσει ο Θεός για την ανθρωπότητα. Καθώς η μητέρα μου είχε περάσει τα 60, τα όργανά της και οι σωματικές λειτουργίες της σιγά σιγά έφθιναν, και ήταν φυσιολογικό ν’ αρχίσει ν’ αρρωσταίνει. Δεν έπρεπε να διαφωνώ με τον Θεό, προσπαθώντας να ανταλλάξω χρόνια της δικής μου ζωής για να χαρίσω στη μητέρα μου υγεία και μακροζωία. Κάτι τέτοιο δεν είναι υποταγή στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού. Είμαι ένα ασήμαντο δημιούργημα, και ο Θεός είναι ο Δημιουργός. Πρέπει να αποδεχθώ τον νόμο της ζωής που έχει ορίσει ο Θεός για την ανθρωπότητα και να βιώνω τα πράγματα όπως έρχονται. Δεν μπορώ καν να ελέγξω ή ν’ αλλάξω τα πράγματα που βιώνω κάθε μέρα, εντούτοις είχα τη μάταιη ελπίδα ν’ αλλάξω τη μοίρα της μητέρας μου. Πραγματικά, είχα αυταπάτες και παραλογιζόμουν! Έκλαψα και προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου, δεν μπορώ ν’ αποδεχθώ αυτήν την ξαφνική αλλαγή των περιστάσεών μου. Σε παρακαλώ, καθοδήγησέ με ώστε να μπορέσω να υποταχθώ και ν’ αντλήσω διδάγματα από αυτήν την περίσταση». Αργότερα, έψαξα επί τούτου κάποια λόγια του Θεού που να σχετίζονται με την κατάστασή μου.

Μια μέρα, στις πνευματικές ασκήσεις μου, διάβασα ένα χωρίο των λόγων του Θεού: «Οποιαδήποτε αρρώστια κι αν πάθουν οι γονείς σου, δεν θα οφείλεται στην εξάντλησή τους που σε μεγάλωσαν ή επειδή τους έλειψες. Δεν πρόκειται ιδιαίτερα να πάθουν κάποια μεγάλη, σοβαρή αρρώστια ή κάποια θανατηφόρα ασθένεια εξαιτίας σου. Αυτή είναι η μοίρα τους κι εσύ δεν έχεις καμία σχέση μ’ αυτό. Όσο σωστό παιδί κι αν είσαι, όσο στοργικά κι αν τους φροντίζεις, το πολύ πολύ να ελαττώσεις λίγο τα σωματικά βάσανα και φορτία τους. Όμως το πότε θα αρρωστήσουν, τι αρρώστια θα πάθουν ή το πότε και πού θα πεθάνουν —έχουν καμία σχέση όλα αυτά με το αν είσαι δίπλα τους και τους φροντίζεις; Όχι, δεν έχουν. Δεν πρόκειται να αρρωστήσουν αν εσύ είσαι σωστό παιδί, αν δεν είσαι αχάριστος ή αναίσθητος και περνάς όλη τη μέρα στο πλάι τους και τους φροντίζεις; Αν τα κάνεις όλα αυτά, δεν θα πεθάνουν; Αν είναι να αρρωστήσουν, δεν θα αρρωστήσουν έτσι κι αλλιώς; Αν είναι να πεθάνουν, δεν θα πεθάνουν έτσι κι αλλιώς; Σωστά δεν είναι όλα αυτά;» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (17)]. Από τα λόγια του Θεού κατάλαβα πως το αν οι γονείς αρρωστήσουν, το πόσο σοβαρή θα είναι η αρρώστια και το αν θα πεθάνουν είναι όλα πράγματα που προκαθορίζει και διευθετεί ο Θεός· τα παιδιά δεν έχουν καμία σχέση με αυτά. Είτε τα παιδιά βρίσκονται στο πλάι των γονιών τους είτε όχι, οι κακουχίες, οι αναποδιές και τα δεινά που αντιμετωπίζουν οι γονείς στη ζωή τους είναι αναπόφευκτα, και τα παιδιά τους δεν μπορούν ν’ αλλάξουν τίποτα. Σκέφτηκα τον παππού μου: Τα παιδιά του ήταν όλα στο πλάι του, κι εκείνος έμοιαζε υγιής· όταν, όμως, ήταν γύρω στα 60, προσβλήθηκε από μια σοβαρή ασθένεια, καθηλώθηκε στο κρεβάτι παράλυτος και έμεινε φυτό. Χρειαζόταν ανθρώπους για να φροντίζουν την κάθε του ανάγκη. Η μητέρα μου, ο θείος μου και η θεία μου έκαναν βάρδιες και τον φρόντιζαν νυχθημερόν. Του έκαναν μασάζ κάθε μέρα, του μιλούσαν και τον φρόντιζαν επιμελώς χρόνια ολόκληρα, όμως εκείνος δεν συνήλθε ποτέ. Τώρα η μητέρα μου είχε αρρωστήσει σοβαρά και ήταν παράλυτη στο κρεβάτι. Ακόμη κι αν ήμουν στο πλάι της και φρόντιζα τις καθημερινές της ανάγκες, απλώς το σώμα της θα ήταν λίγο πιο άνετα· δεν θα μπορούσα να την ανακουφίσω από τα βάσανα της αρρώστιας της. Το αν θα συνερχόταν ή θα πέθαινε δεν περνούσε απ’ το χέρι μου· είτε ήμουν στο πλάι της μητέρας μου και τη φρόντιζα είτε όχι, η αρρώστια της δεν θ’ άλλαζε. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, σταμάτησα ν’ ανησυχώ τόσο για τη μητέρα μου.

Αργότερα, όταν το σκέφτηκα αυτό, καθώς και όσα μου είχε πει η αδελφή μου στο γράμμα της, ένιωσα και πάλι θλιμμένη και αγχωμένη. Έγραφε η αδελφή μου: «“Τα κοράκια ξεπληρώνουν τη μητέρα τους ταΐζοντάς την, και τα αρνιά γονατίζουν για να πιουν γάλα από τη μητέρα τους”. Ακόμη και τα ζώα ξέρουν ότι πρέπει να τιμούν τους γονείς τους. Αν ένας άνθρωπος δεν το ξέρει αυτό, είναι χειρότερος κι από ζώο». Σκέφτηκα τα χρόνια που ήμουν μακριά από το σπίτι μου. Είχαν συμβεί τεράστια γεγονότα εκεί, όμως εγώ δεν είχα επιστρέψει. Δεν είχα ιδέα τι έλεγαν οι γείτονες, οι συγγενείς και οι φίλοι μας για μένα, αλλά σίγουρα θα με κουτσομπόλευαν πίσω από την πλάτη μου, λέγοντας ότι δεν ήμουν σωστή κόρη, καθώς δεν είχα γυρίσει σπίτι ούτε καν όταν η μητέρα μου αρρώστησε βαριά κι ήταν ετοιμοθάνατη. Η μητέρα μου μ’ είχε αναθρέψει από μωρό παιδί, κι αυτήν τη χάρη δεν θα μπορούσα ποτέ να την ξεπληρώσω. Συνεπώς, έπρεπε να κάνω ό,τι μπορώ για να παρέχω στη μητέρα μου την καλύτερη δυνατή ζωή, ώστε να μη χρειάζεται ν’ ανησυχεί για το φαγητό ή τα ρούχα, και ν’ απολαμβάνει ευτυχισμένα, γαλήνια γηρατειά. Τώρα, όμως, που είχε αρρωστήσει, δεν μπορούσα καν να τη φροντίσω. Ένιωθα ότι ήμουν στ’ αλήθεια χειρότερη κι από κτήνος. Ένιωθα σαν να μου μπήγουν ένα μαχαίρι στην καρδιά όταν το σκεφτόμουν αυτό, και συχνά έκλαιγα κρυφά. Ένιωθα ένοχη που δεν μπορούσα να ξεπληρώσω τη στοργική χάρη της μητέρας μου. Αργότερα, διάβασα τα λόγια του Θεού: «Ας εξετάσουμε το ότι οι γονείς σου σε γέννησαν. Ποιος πήρε την απόφαση αυτήν, εσύ ή εκείνοι; Αν το εξετάσουμε από την οπτική του Θεού, αυτή η επιλογή δεν επαφίεται στους ανθρώπους. Ούτε εσύ επέλεξες να σε γεννήσουν οι γονείς σου, αλλά ούτε κι εκείνοι το επέλεξαν. Αν εξετάσουμε το ζήτημα στον πυρήνα του, ο Θεός το έχει ορίσει αυτό. Προς το παρόν, θα παραμερίσουμε αυτό το θέμα, αφού αυτό το ζήτημα είναι εύκολο να το καταλάβει κανείς. Από τη δική σου οπτική, ο ρόλος σου ήταν παθητικός. Οι γονείς σου σε γέννησαν χωρίς να έχεις καμία επιλογή. Από την οπτική των γονιών σου, η δική τους υποκειμενική βούληση ήταν αυτή που τους υπαγόρευσε να κάνουν και να μεγαλώσουν παιδιά. Αν, δηλαδή, αγνοήσουμε το γεγονός ότι το έχει ορίσει ο Θεός, οι γονείς σου είναι αυτοί που είχαν όλη την εξουσία στο ζήτημα της γέννησης και της ανατροφής των παιδιών. Εκείνοι επέλεξαν να σε γεννήσουν. Εσύ είχες παθητικό ρόλο και δεν είχες καμία επιλογή επί του ζητήματος. Αφού, λοιπόν, οι γονείς σου είχαν όλη την εξουσία και σε γέννησαν, έχουν ευθύνη και υποχρέωση να σε αναθρέψουν μέχρι να ενηλικιωθείς. Είτε πρόκειται για τη μόρφωσή σου είτε για το φαγητό και τα ρούχα σου, είναι δική τους ευθύνη και υποχρέωση να σου τα προσφέρουν και οφείλουν να το κάνουν. Εσύ, από την άλλη, την περίοδο που σε μεγάλωναν, ήσουν πάντα παθητικός, δεν είχες το δικαίωμα της επιλογής —αναγκαστικά έπρεπε να σε μεγαλώσουν αυτοί. Ήσουν μικρός, συνεπώς δεν μπορούσες να φροντίσεις τον εαυτό σου και δεν είχες άλλη επιλογή από το να σε μεγαλώσουν οι γονείς σου κι εσύ να το δεχτείς παθητικά. Δεν περνούσε από το χέρι σου το πώς θα σε μεγάλωναν. Αν σου έδιναν ωραία πράγματα να τρως και να πίνεις, τότε έτρωγες και έπινες ωραία πράγματα. Αν σου έδιναν να φας άχυρα και αγριόχορτα, τότε έτσι θα επιβίωνες. Όπως και να έχει, όταν σε μεγάλωναν οι γονείς σου, εσύ το δεχόσουν παθητικά και οι γονείς σου εκπλήρωναν την ευθύνη τους. Είναι σαν να φρόντιζαν ένα λουλούδι. Έπρεπε να του βάλουν λίπασμα, να το ποτίζουν και να φροντίζουν να το βλέπει ο ήλιος. Όσον αφορά, λοιπόν, τους ανθρώπους, όσο περισσότερο και όσο πιο σχολαστικά κι αν σε φρόντιζαν οι γονείς σου, εν πάση περιπτώσει, εκπλήρωναν απλώς την ευθύνη και την υποχρέωσή τους. Για όποιον λόγο κι αν σε μεγάλωσαν, ήταν ευθύνη τους. Εφόσον σε γέννησαν, όφειλαν να αναλάβουν την ευθύνη να σε μεγαλώσουν. Από αυτήν την οπτική, θεωρούνται καλά όλα όσα έκαναν οι γονείς σου για σένα; Όχι βέβαια, σωστά; (Σωστά.) Εφόσον δεν λογίζεται ως καλό η εκπλήρωση της ευθύνης των γονιών σου απέναντί σου, μήπως λογίζεται ως καλό το να εκπληρώνουν την ευθύνη τους απέναντι σε ένα λουλούδι ή ένα φυτό, όταν το ποτίζουν και του βάζουν λίπασμα; (Όχι.) Αυτό απέχει ακόμη περισσότερο από το να θεωρείται καλό. Τα λουλούδια και τα φυτά αναπτύσσονται καλύτερα έξω. Όταν είναι στο έδαφος, ευδοκιμούν ακόμα περισσότερο με τον αέρα, τον ήλιο και το νερό της βροχής. Όταν τα φυτέψεις σε μια γλάστρα σε εσωτερικό χώρο δεν αναπτύσσονται ούτε καταλήγουν τόσο καλά! Σε όποιου είδους οικογένεια κι αν έχει γεννηθεί κανείς, αυτό ορίζεται από τον Θεό. Εσύ είσαι ένας άνθρωπος που διαθέτει ζωή, και ο Θεός έχει την ευθύνη για κάθε ζωή, επιτρέποντάς της να επιβιώσει και να τηρήσει τον νόμο που τηρούν όλα τα πλάσματα. Απλώς, εσύ, ως άνθρωπος, έζησες στο περιβάλλον όπου σε μεγάλωσαν οι γονείς σου, οπότε έπρεπε να μεγαλώσεις σ’ αυτό το περιβάλλον. Το γεγονός ότι γεννήθηκες σ’ αυτό το περιβάλλον οφείλεται στο ότι το έχει ορίσει ο Θεός· το γεγονός ότι σε ανέθρεψαν οι γονείς σου ως την ενηλικίωση οφείλεται κι αυτό στο ότι το έχει ορίσει ο Θεός. Όπως και να ’χει, η ανατροφή σου είναι ευθύνη και υποχρέωση των γονιών σου. Είναι ευθύνη και υποχρέωσή τους να σε μεγαλώσουν μέχρι να ενηλικιωθείς, και δεν μπορείς να πεις ότι σου κάνουν κάποιο καλό» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (17)]. «Στον άπιστο κόσμο υπάρχει ένα ρητό: “Τα κοράκια ξεπληρώνουν τη μητέρα τους ταΐζοντάς την, και τα αρνιά γονατίζουν για να πιουν γάλα από τη μητέρα τους”. Επίσης, υπάρχει και αυτό το ρητό: “Ένα παιδί που δεν σέβεται τους γονείς του είναι χειρότερο και από θηρίο”. Πόσο μεγαλειώδη μοιάζουν αυτά τα ρητά! Η αλήθεια είναι πως όσα περιγράφει το πρώτο ρητό, το ότι τα κοράκια ξεπληρώνουν τη μητέρα τους ταΐζοντάς την και τα αρνιά γονατίζουν για να πιουν γάλα από τη μητέρα τους, υπάρχουν πραγματικά, είναι γεγονότα. Ωστόσο, πρόκειται απλώς για φαινόμενα του κόσμου των ζωντανών όντων. Δεν είναι παρά ένας νόμος που έχει θεσπίσει ο Θεός για τα διάφορα ζωντανά πλάσματα. Όλα τα ζωντανά πλάσματα, ακόμη και οι άνθρωποι συμμορφώνονται σ’ αυτόν τον νόμο, κι αυτό αποτελεί ακόμα μία απόδειξη ότι ο Θεός έχει δημιουργήσει όλα τα ζωντανά πλάσματα. Κανένα ζωντανό πλάσμα δεν μπορεί να παραβεί ή να υπερβεί αυτόν τον νόμο. Ακόμη και τα άγρια σαρκοβόρα ζώα, όπως τα λιοντάρια και οι τίγρεις, μεγαλώνουν τα μικρά τους και δεν τα δαγκώνουν πριν φτάσουν στην ενηλικίωση. Αυτό είναι ζωώδες ένστικτο. Όλα τα ζώα το έχουν, ανεξαρτήτως είδους, είτε είναι άγρια είτε ήμερα. Για να συνεχίσει το κάθε πλάσμα να πολλαπλασιάζεται και να επιβιώνει, όπως και οι άνθρωποι, πρέπει να ακολουθούν αυτό το ένστικτο και αυτόν τον νόμο. Αν δεν τον τηρούσαν ή δεν είχαν καθόλου αυτόν τον νόμο και αυτό το ένστικτο, τότε δεν θα κατάφερναν να πολλαπλασιαστούν και να επιβιώσουν. Δεν θα υπήρχε η βιολογική αλυσίδα, δεν θα υπήρχε ο κόσμος έτσι όπως τον ξέρουμε. Δεν είναι αλήθεια αυτό; (Ναι.) Το ότι τα κοράκια ανταποδίδουν τη μητέρα τους ταΐζοντάς την, και τα αρνιά γονατίζουν για να πιουν γάλα από τη μητέρα τους δείχνει ακριβώς ότι ο κόσμος των ζωντανών όντων τηρεί τον συγκεκριμένο νόμο. Αυτό το ένστικτο το έχουν όλα τα ζωντανά πλάσματα. Μόλις γεννηθούν τα μικρά, τότε τα αρσενικά ή τα θηλυκά του είδους τα φροντίζουν και τα περιποιούνται μέχρι να ενηλικιωθούν. Όλα τα έμβια όντα εκπληρώνουν τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που έχουν απέναντι στα μικρά τους, δηλαδή μεγαλώνουν με ευσυνειδησία και αφοσίωση την επόμενη γενιά. Για τους ανθρώπους, κάτι τέτοιο θα πρέπει να ισχύει ακόμη πιο πολύ. Οι άνθρωποι αποκαλούν τον εαυτό τους ανώτερο ζώο —αν δεν μπορούν να υπακούσουν σ’ αυτόν τον νόμο και αν τους λείπει αυτό το ένστικτο, τότε δεν είναι χειρότεροι από τα ζώα, τελικά; Όσο, λοιπόν, κι αν σε φρόντιζαν οι γονείς σου και όσο κι αν εκπλήρωναν την ευθύνη που είχαν απέναντί σου καθώς σε μεγάλωναν, έκαναν απλώς ό,τι όφειλαν ανάλογα με τις ικανότητες του δημιουργημένου ανθρώπου· ήταν το ένστικτό τους» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (17)].

Όταν διάβασα τα λόγια του Θεού, η καρδιά μου φωτίστηκε κάπως. Η φροντίδα των παιδιών από τους γονείς είναι ένα φυσικό ένστικτο που έχει δώσει ο Θεός στα ζωντανά πλάσματα και ένας νόμος της ζωής που έχει καθιερώσει ο Θεός για όλα τα ζωντανά πλάσματα. Είναι, επίσης, ευθύνη και υποχρέωση των γονιών. Είτε πρόκειται για άγρια θηρία είτε για ευγενικά πλάσματα, όλα ακολουθούν αυτούς τους νόμους. Οι γονείς που επιλέγουν να κάνουν παιδιά πρέπει ν’ αναλαμβάνουν την ευθύνη και την υποχρέωση να τα μεγαλώσουν και να τα φροντίζουν. Αυτή είναι μια συνειδητή επιλογή που κάνουν οι γονείς, όχι κάτι που τους το επιβάλλουν οι άλλοι. «Τα κοράκια ξεπληρώνουν τη μητέρα τους ταΐζοντάς την, και τα αρνιά γονατίζουν για να πιουν γάλα από τη μητέρα τους»· αυτό δεν είναι παρά ένας νόμος και μια αρχή που έχει θεσπίσει ο Θεός γι’ αυτά τα πλάσματα, ένα φυσικό ένστικτο. Δεν είναι αυτό που λένε οι άνθρωποι, δηλαδή ότι τα ζώα ξέρουν πως πρέπει να τιμούν τους γονείς τους και να ανταποδίδουν την καλοσύνη τους. Ο Θεός έχει προικίσει διάφορα πλάσματα με το ένστικτο ν’ ανατρέφουν και να φροντίζουν τα παιδιά τους, ώστε όλα τα πλάσματα, μαζί και οι άνθρωποι, να αναπαράγονται και να πολλαπλασιάζονται. Επιφανειακά, φαίνεται ότι οι γονείς φροντίζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά τους· στην πραγματικότητα, όμως, ο Θεός είναι Αυτός που κυριαρχεί στη μοίρα του κάθε ανθρώπου και τη διευθετεί. Θυμάμαι κάτι που μου είχε πει κάποτε η μητέρα μου: Πριν γεννηθώ, είχε ήδη δύο κόρες, αλλά η μικρότερη ξαφνικά αρρώστησε και πέθανε όταν ήταν 3 ετών. Η μητέρα μου δεν μπορούσε να ξεπεράσει τον πόνο για τον χαμό της κόρης της, κι εμένα μ’ έκανε χρόνια αργότερα. Η μητέρα μου φρόντιζε με όλη της την καρδιά και τη μεγαλύτερη αδελφή μου, την οποία δεν είχα γνωρίσει ποτέ και η οποία είχε πεθάνει τόσο τραγικά νέα. Εγώ, από την άλλη, είχα μπορέσει να μεγαλώσω και να είμαι υγιής μέχρι και σήμερα. Είχαμε την ίδια μητέρα, όμως η μοίρα της καθεμιάς ήταν τελείως διαφορετική. Αυτό μ’ έκανε να δω ακόμα πιο ξεκάθαρα ότι η ανθρώπινη μοίρα υπόκειται στην κυριαρχία του Θεού και ότι οι γονείς μπορούν μόνο να είναι υπεύθυνοι για την ανατροφή και τη φροντίδα των παιδιών τους· δεν μπορούν ούτε να ελέγξουν ούτε ν’ αλλάξουν τη μοίρα των παιδιών τους, αφού η ανθρώπινη μοίρα υπόκειται ολοκληρωτικά στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού. Θυμήθηκα τις τόσες δυσκολίες και αναποδιές που είχα αντιμετωπίσει αφότου έφυγα από το σπίτι μου. Πάρα πολλές φορές ένιωσα ότι δεν άντεχα άλλο, αλλά ο Θεός διαρκώς με καθοδηγούσε και με βοηθούσε. Θυμήθηκα μια φορά που ήμουν σε πάρα πολύ κακή κατάσταση, όμως ο Θεός, μέσα από τους αδελφούς και τις αδελφές, συναναστράφηκε μαζί μου για την αλήθεια, με βοήθησε και με στήριξε, και μόνο τότε η απαθής καρδιά μου άρχισε σιγά σιγά να αφυπνίζεται, κι εγώ άρχισα να κάνω την αυτοκριτική μου και να επιστρέφω στον Θεό. Ο Θεός κανόνισε με προσοχή διάφορους ανθρώπους, γεγονότα και πράγματα σύμφωνα με τις ανάγκες μου· όχι μόνο μερίμνησε για τις υλικές ανάγκες μου, αλλά και ανέλαβε την ευθύνη της ζωής μου. Η καρδιά μου συγκινήθηκε πολύ όταν σκέφτηκα την αγάπη του Θεού. Όμως οι πλάνες μ’ είχαν επηρεάσει και μ’ είχαν εξαπατήσει, και όσα είχα λάβει από τον Θεό από παιδί τα απέδιδα στις προσπάθειες της μητέρας μου, θεωρώντας ότι, δίχως τη δική της φροντίδα, δεν θα είχα γίνει ο άνθρωπος που ήμουν. Πήρα, μάλιστα, την απόφαση να ξεπληρώσω τη στοργική χάρη της μητέρας μου, ενώ έφτασα μέχρι και να θέλω να εγκαταλείψω τα καθήκοντά μου για να γυρίσω σπίτι και να τη φροντίσω. Αυτό επηρέαζε όχι μόνο την κατάστασή μου, αλλά και τα αποτελέσματα του καθήκοντός μου. Αν δεν ήταν η έκθεση των λόγων του Θεού, ακόμη θα συνέχιζα να πιστεύω αυτήν την εσφαλμένη ιδέα και, πλέον, θα είχα καταστρέψει την ευκαιρία μου να σωθώ, και θα ήταν πολύ αργά για να το μετανιώσω. Καθώς το συνειδητοποίησα αυτό, η καρδιά μου πλημμύρισε ανακούφιση.

Αργότερα, διάβασα άλλο ένα χωρίο των λόγων του Θεού, και έγινε πιο ξεκάθαρο το πώς πρέπει ν’ αντιμετωπίζουμε τους γονείς μας. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Οι γονείς σου δεν είναι δανειστές σου· δηλαδή, δεν πρέπει να σκέφτεσαι διαρκώς πώς να τους ξεπληρώσεις μόνο και μόνο επειδή σε μεγάλωναν τόσο καιρό. Αν δεν μπορείς να τους το ανταποδώσεις, αν δεν έχεις την ευκαιρία ή τις προϋποθέσεις για να τους το ανταποδώσεις, θα νιώθεις πάντα λύπη και ενοχές, σε σημείο που θα λυπάσαι ακόμη και όποτε βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, να τους φροντίζει και να τους δείχνει την αφοσίωσή του ως παιδί. Ο Θεός όρισε οι γονείς σου να σε μεγαλώσουν, αλλά όχι για να περάσεις τη ζωή σου ανταποδίδοντάς τους αυτό το πράγμα. Σ’ αυτήν τη ζωή, έχεις ευθύνες και υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρώσεις, κι ένα μονοπάτι που πρέπει να διαβείς· έχεις τη δική σου ζωή. Στη ζωή σου, δεν θα πρέπει να διοχετεύεις όλη σου την ενέργεια στο να δείχνεις αφοσίωση στους γονείς σου και ν’ ανταποδίδεις την καλοσύνη τους. Η ευσέβεια προς τους γονείς σου είναι απλώς ένα πράγμα που σε συνοδεύει στη ζωή σου. Είναι κάτι αναπόφευκτο στις ανθρώπινες σχέσεις στοργής. Όσο για το τι είδους σχέση είναι γραφτό να έχεις με τους γονείς σου και πόσο καιρό θα μπορέσετε να ζήσετε μαζί, αυτό εξαρτάται από τις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις του Θεού. Αν ο Θεός έχει ενορχηστρώσει και διευθετήσει τα πράγματα έτσι ώστε εσύ και οι γονείς σου να βρίσκεστε σε διαφορετικά μέρη, να είστε πολύ μακριά ο ένας από τον άλλον και να μην μπορείτε να ζήσετε μαζί, τότε η εκπλήρωση αυτής της ευθύνης είναι, για σένα, απλώς ένα είδος πόθου. Αν ο Θεός έχει κανονίσει η κατοικία σου να είναι πολύ κοντά στους γονείς σου και να μπορείς να μένεις στο πλευρό τους, τότε το να εκπληρώνεις κάποιες ευθύνες απέναντι στους γονείς σου και να τους δείχνεις κάποια ευσέβεια ως παιδί τους είναι πράγματα που θα πρέπει να κάνεις —δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό σ’ αυτό. Αν, όμως, ζεις σε διαφορετικό μέρος απ’ ό,τι οι γονείς σου, και δεν έχεις ούτε τη δυνατότητα ούτε τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να τους δείξεις την ευσέβεια που αρμόζει σ’ ένα παιδί, τότε δεν υπάρχει λόγος να το θεωρείς ντροπή. Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι να τους αντικρίσεις επειδή δεν μπορείς να τους δείξεις ευσέβεια· απλώς δεν το επιτρέπουν οι συνθήκες. Πρέπει να καταλάβεις ως παιδί ότι οι γονείς σου δεν είναι δανειστές σου. Αν δίνεις προσοχή μόνο στο να ξεπληρώσεις την καλοσύνη των γονιών σου, αυτό θα σταθεί εμπόδιο σε πολλά απ’ τα καθήκοντα που πρέπει να κάνεις. Έχεις να κάνεις πολλά στη ζωή σου, κι αυτά τα καθήκοντα που πρέπει να κάνεις είναι πράγματα που πρέπει να κάνει ένα δημιούργημα, και τα οποία σου έχει εμπιστευτεί ο Δημιουργός, και δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το να ξεπληρώσεις το καλό που σου έκαναν οι γονείς σου. Το να δείχνεις στους γονείς σου ευσέβεια, το να τους ξεπληρώνεις και το να ανταποδίδεις το καλό που σου έκαναν δεν έχει καμία σχέση με την αποστολή που έχεις στη ζωή σου. Μπορεί και να πει κανείς ότι δεν χρειάζεται να δείχνεις στους γονείς σου ευσέβεια, να τους ξεπληρώσεις ή να εκπληρώσεις οποιαδήποτε ευθύνη σου απέναντί τους. Με απλά λόγια, όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες, μπορείς να κάνεις λίγα απ’ αυτά και να εκπληρώσεις κάποιες από τις ευθύνες σου· όταν, όμως, δεν το επιτρέπουν, δεν είναι ανάγκη να εξαναγκάζεσαι να το κάνεις. Αν δεν μπορείς να ανταποδώσεις την ευθύνη σου να δείξεις ευσέβεια στους γονείς σου ως παιδί τους, αυτό δεν είναι ένα τρομερό σφάλμα, απλώς αντιβαίνει κάπως στη συνείδηση και την ηθική δικαιοσύνη, και θα επικριθείς από κάποιους ανθρώπους —τίποτα παραπάνω. Αν μη τι άλλο, όμως, δεν αντιβαίνει στην αλήθεια. Αν είναι για χάρη της εκτέλεσης του καθήκοντός σου και της τήρησης του θελήματος του Θεού, τότε θα λάβεις ακόμη και την έγκριση του Θεού. Επομένως, όσον αφορά την αφοσίωση στους γονείς σου, εφόσον κατανοείς την αλήθεια και τις απαιτήσεις του Θεού από τους ανθρώπους, τότε ακόμη κι αν οι συνθήκες δεν σου επιτρέπουν να δείξεις ευσέβεια απέναντι στους γονείς σου, δεν θα νιώθεις τύψεις συνείδησης» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (17)]. Από τα λόγια του Θεού κατάλαβα ότι όλοι έρχονται σ’ αυτόν τον κόσμο καθένας με την αποστολή του, και ότι το να φροντίζει κανείς τους γονείς του και να τους ξεπληρώνει τη στοργική χάρη τους δεν έχει καμία σχέση με την αποστολή του. Αν ζούμε μαζί με τους γονείς μας, τότε πρέπει να τους περιποιούμαστε και να τους φροντίζουμε όσο καλύτερα μπορούμε. Αν, όμως, οι περιστάσεις δεν το επιτρέπουν και δεν έχουμε τη δυνατότητα να μένουμε με τους γονείς μας, δεν πρέπει να νιώθουμε ένοχοι ή υπόχρεοι απέναντί τους που δεν μπορούμε να τους φροντίζουμε, αλλά πρέπει να βάλουμε σε προτεραιότητα τα καθήκοντά μας. Είχα συλληφθεί από την αστυνομία επειδή κήρυττα το ευαγγέλιο και πλέον ήμουν φακελωμένη. Είπα μέσα μου: «Αν γυρίσω τώρα, θα είναι σαν να πάω να πέσω στην παγίδα. Όχι μόνο δεν θα μπορέσω να φροντίσω τη μητέρα μου, αλλά θα διακινδυνεύσω και την προσωπική μου ασφάλεια». Με δεδομένες αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορούσα να γυρίσω σπίτι, συνεπώς έπρεπε να γαληνέψω την καρδιά μου και να κάνω σωστά τα καθήκοντά μου. Αυτό είναι το σημαντικότερο. Καθώς η μητέρα μου γερνούσε, η αρρώστια και ο θάνατος ήταν ένα φυσιολογικό κομμάτι της ζωής. Δεν μπορούσα να την περιποιηθώ και να τη φροντίσω σαν καλή κόρη και, παρόλο που ένιωθα κάποιες τύψεις, ήμουν διατεθειμένη να υποταχθώ στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού. Ο Θεός έχει ήδη ορίσει τη μοίρα του καθενός, και η γέννηση, τα γηρατειά, η αρρώστια και ο θάνατος είναι όλα τους στα χέρια του Θεού. Όσο κι αν ανησυχούσα και αγχωνόμουν για τη μητέρα μου, ακόμη κι αν ήμουν στο πλάι της και τη φρόντιζα, δεν μπορούσα ν’ αλλάξω τη μοίρα της. Όταν το κατάλαβα αυτό, προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου, η αρρώστια της μητέρας μου είναι στα χέρια Σου· το αν θα ζήσει ή αν θα πεθάνει είναι στα χέρια Σου. Εσύ έχεις ήδη προκαθορίσει πόσα χρόνια θα ζήσει, και είμαι πρόθυμη να εμπιστευθώ τη μητέρα μου στα χέρια Σου. Όποια κι αν είναι η έκβαση, είμαι πρόθυμη να αποδεχθώ τις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις Σου και να υποταχθώ σ’ αυτές». Αφού προσευχήθηκα, ένιωσα την καρδιά μου πολύ πιο ήρεμη και απελευθερωμένη, και δεν ανησυχούσα πια γι’ αυτό το ζήτημα. Μπόρεσα να γαληνέψω την καρδιά μου και να κάνω τα καθήκοντά μου. Δόξα τω Θεώ!

Προηγούμενο: 32. Είναι σωστή η ιδέα πως «Μια κυρία θα γίνει όμορφη για όσους τη θαυμάζουν»;

Επόμενο: 43. Τι αποκόμισα καλλιεργώντας άλλους

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

44. Έχω έρθει σπίτι

Από τον Τσου Κιν Πονγκ, ΜαλαισίαΠίστευα στον Κύριο για πάνω από μια δεκαετία και υπηρετούσα στην εκκλησία για δύο χρόνια, και μετά άφησα...

Η εμφάνιση και το έργο του Θεού Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών Εκθέτοντας τους αντίχριστους Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας Η Κρίση ξεκινά από τον Οίκο του Θεού Ουσιώδη Λόγια του Παντοδύναμου Θεού, του Χριστού των Εσχάτων Ημερών Καθημερινά λόγια του Θεού Οι αλήθεια-πραγματικότητες στις οποίες πρέπει να εισέλθουν οι πιστοί στον Θεό Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια Οδηγίες για τη διάδοση του ευαγγελίου της βασιλείας Τα πρόβατα του Θεού ακούν τη φωνή του Θεού Άκου τη Φωνή του Θεού  Ιδού ο Θεός Εμφανίστηκε Κλασικές Ερωτήσεις και Απαντήσεις για το Ευαγγέλιο της Βασιλείας Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Α΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Β΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Γ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Δ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Ε΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος ΣΤ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Ζ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Η΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Θ΄) Πώς Στράφηκα στον Παντοδύναμο Θεό

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο

Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger