37. Αν απαρνηθούμε τα πάντα και δαπανήσουμε τον εαυτό μας για τον Θεό πρέπει να ανταμειφθούμε με ευλογίες;
Το 2022, γνώρισα την αδελφή Γκουό Λι σε μια εκκλησία. Μέσα από τις συζητήσεις μας, έμαθα ότι είχε φύγει από το σπίτι για να κάνει το καθήκον της δέκα χρόνια πριν και ότι υπηρετούσε ως επικεφαλής ή εργάτρια όλα αυτά τα χρόνια. Όποτε μια εκκλησία χρειαζόταν πότισμα και στήριξη, εκείνη συνεργαζόταν πάντα ενεργά, και ήταν σε θέση να υπομένει κακουχίες και να πληρώνει τίμημα. Όμως, τα τελευταία χρόνια, είχε εμφανιστεί ένας κακοήθης όγκος στο χέρι της, και είχε κάνει τέσσερα χειρουργεία μέσα σε τρία χρόνια. Ανησύχησα πολύ όταν το άκουσα αυτό. «Αυτή η αδελφή πιστεύει αληθινά στον Θεό, και είναι σε θέση να απαρνηθεί πράγματα, να δαπανήσει τον εαυτό της, να υπομείνει κακουχίες και να πληρώσει τίμημα στο καθήκον της», σκέφτηκα. «Πώς γίνεται να μην τη φυλάει και να μην την προστατεύει ο Θεός, και αντ’ αυτού να επιτρέπει να παθαίνει μια τόσο τρομερή αρρώστια; Κι εγώ έχω απαρνηθεί πράγματα και έχω δαπανήσει τον εαυτό μου εδώ και χρόνια. Δεν παράτησα το καθήκον μου ούτε όταν με καταδίωξε ο σύζυγός μου. Τώρα είμαι σχεδόν 50, και τα προβλήματα στον αυχένα και ο πόνος στον ώμο μου χειροτερεύουν. Δεν ξέρω καν αν θα με κρατήσει ασφαλή ο Θεός στο μέλλον! Κι αν μια μέρα πάθω κι εγώ μια σοβαρή αρρώστια σαν τη δική της;» Δεν τολμούσα να το σκεφτώ άλλο και δεν μπορούσα παρά να νιώθω λίγο αποκαρδιωμένη. Εκείνη την περίοδο, ανησυχούσα συνεχώς για την ασθένεια της Γκουό Λι. Όταν έμαθα ότι, μέσα στον πόνο της, αναζητούσε την αλήθεια, έκανε αυτοκριτική και κατανοούσε τη διεφθαρμένη διάθεσή της, και ήταν σε θέση να υποτάσσεται στον Θεό αδιαμαρτύρητα, και εξακολουθούσε να κάνει το καθήκον της όσο καλύτερα μπορούσε, ήλπιζα πως ο Θεός, χάρη στην ειλικρινή της πίστη και σε όλα όσα είχε δαπανήσει για Εκείνον, θα την προστάτευε και θα θεράπευε την αρρώστια της. Μετά απ’ αυτό, κάθε φορά που συναντιόμασταν, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ρωτάω για την ασθένειά της. Μια φορά, η Γκουό Λι μού είπε πως ο γιατρός της τής είπε ότι δεν υπήρχε πια λόγος σοβαρής ανησυχίας. Στο άκουσμα αυτών των νέων χάρηκα ιδιαίτερα και σκέφτηκα: «Φαίνεται πως ο Θεός προστατεύει πραγματικά όσους δαπανούν ειλικρινά τον εαυτό τους για Εκείνον. Αν και το έργο του Θεού σ’ αυτό το στάδιο δεν είναι σαν το έργο του Κυρίου Ιησού την Εποχή της Χάριτος, όπου θεράπευε τους ασθενείς και εξέβαλλε δαιμόνια, το έργο της κρίσεως, της παίδευσης, των δοκιμασιών και του εξευγενισμού του Θεού συνοδεύεται, επίσης, από τις ευλογίες Του. Εφόσον οι άνθρωποι παίρνουν τα μαθήματά τους μέσα στην αρρώστια τους, δεν παραπονιούνται για τον Θεό, και μένουν σταθεροί στη μαρτυρία τους γι’ Αυτόν, Εκείνος θα συνεχίσει να τους κρατάει ασφαλείς. Είναι ακριβώς όπως όταν ο Ιώβ πέρασε τις δοκιμασίες του Θεού. Έχασε τη μεγάλη του περιουσία και όλα τα παιδιά του, και το σώμα του γέμισε με επώδυνα έλκη, κι όμως εξακολουθούσε να αινεί το όνομα του Θεού χωρίς να παραπονιέται και έμεινε σταθερός στη μαρτυρία του για τον Θεό. Στο τέλος, η αρρώστια του θεραπεύτηκε και ο Θεός τον ευλόγησε με ακόμα περισσότερα πλούτη από πριν. Τα παιδιά του ήταν πιο όμορφα και η διάρκεια της ζωής του διπλασιάστηκε. Ο Θεός είναι τόσο δίκαιος!» Όταν έκανα αυτές τις σκέψεις, η απελπισία μου εξαφανίστηκε αμέσως και ένιωσα και πάλι γεμάτη ενέργεια στο καθήκον μου.
Προς έκπληξή μου, λίγους μήνες αργότερα, έμαθα ότι ο καρκίνος της Γκουό Λι είχε υποτροπιάσει και έπρεπε να της ακρωτηριάσουν το χέρι. Η καρδιά μου σφίχτηκε. «Πώς γίνεται να είναι αυτό το αποτέλεσμα; Η Γκουό Λι πιστεύει αληθινά στον Θεό, έχει απαρνηθεί πράγματα και δαπανά τον εαυτό της εδώ και χρόνια, και ακόμα κι όταν αρρώστησε βαριά, δεν πρόδωσε τον Θεό και συνέχισε να κάνει το καθήκον της όσο μπορούσε. Γιατί δεν τη θεράπευσε πλήρως ο Θεός; Γιατί έπρεπε να υποστεί ακρωτηριασμό;» Δεν μπορούσα να το καταλάβω. «Έμεινε σταθερή στη μαρτυρία της, οπότε γιατί δεν την προστάτεψε ο Θεός; Φαίνεται πως το να απαρνείσαι πράγματα και να δαπανάς τον εαυτό σου δεν εγγυάται τη φροντίδα και την προστασία του Θεού! Ο Θεός δεν δίνει καν ειδικές ανταμοιβές ή ευλογίες σε όσους πιστεύουν αληθινά σ’ Αυτόν, απαρνούνται πράγματα και δαπανούν τον εαυτό τους. Αν η πίστη στον Θεό οδηγεί σε ένα τέλος σαν της Γκουό Λι, απλώς δεν αξίζει τον κόπο!» Δεν μπορούσα να αποδεχτώ ένα τέτοιο αποτέλεσμα εκείνη τη στιγμή. Οι αντιλήψεις, οι παρανοήσεις και οι επικρίσεις μου για τον Θεό ήρθαν μεμιάς στην επιφάνεια. Δεν ήξερα καν πάνω σε τι να συναναστραφώ στις συναθροίσεις. Ένιωθα την καρδιά μου άδεια, παγωμένη, και ο πόνος ήταν απερίγραπτος. Ένιωθα εξαιρετικά αποκαρδιωμένη. Σκεφτόμουν πως κι εγώ είχα αφήσει την οικογένειά μου και είχα παραιτηθεί από τη δουλειά μου για να κάνω το καθήκον μου εδώ και πολλά χρόνια. Τώρα ο σύζυγός μου είχε βρει άλλη γυναίκα, κι εγώ δεν είχα καν σπίτι για να γυρίσω. Τι θα έκανα αν αρρώσταινα βαριά μια μέρα και δεν με θεράπευε ο Θεός; Δεν μπορούσα παρά να αρχίσω να ανησυχώ και να αγωνιώ για το μέλλον μου και για το τι θα απέγινα. Εκείνη τη μέρα, δεν μπορούσα καν να φάω βραδινό και δεν είχα καμία διάθεση να λύσω τα προβλήματα που είχαν αναφέρει τα μέλη της ομάδας. Πήγα για ύπνο πολύ νωρίς εκείνο το βράδυ. Εκείνη την περίοδο, όποτε σκεφτόμουν την αρρώστια της Γκουό Λι, αποκαρδιωνόμουν πολύ και έχανα κάθε κίνητρο για το καθήκον μου. Δεν παρακολουθούσα και δεν έλυνα εγκαίρως τις δυσκολίες και τα προβλήματα των νεοφερμένων, με αποτέλεσμα να σταματήσουν κι άλλοι να έρχονται τακτικά στις συναθροίσεις. Αν και κατηγορούσα τον εαυτό μου μέσα μου, δεν μπορούσα να βρω τη δύναμη να κάνω το καθήκον μου. Όταν κρύωσε λίγο ο καιρός και έπρεπε να ταξιδέψω σε ένα μακρινό μέρος, δεν ήθελα να πάω. Σκεφτόμουν απλώς πως αφού το γεγονός ότι απαρνιόμουν πράγματα και δαπανούσα τον εαυτό μου δεν θα κέρδιζε απαραίτητα τη φροντίδα και την προστασία του Θεού, γιατί να συνεχίζω να προσπαθώ τόσο σκληρά; Μετάνιωσα ακόμα και που είχα απαρνηθεί τα πάντα για να βγω και να κάνω το καθήκον μου, με τον φόβο πως, αν κατέληγα σαν την Γκουό Λι με μια σοβαρή αρρώστια που δεν θα θεράπευε ο Θεός, όλα εκείνα τα χρόνια που προσπαθούσα θα πήγαιναν χαμένα. Η καρδιά μου ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι εκείνη την περίοδο και δεν ήξερα τι να πω όταν προσευχόμουν. Άρχισα να συλλογίζομαι γιατί είχα αποκαρδιωθεί τόσο πολύ όταν έμαθα για την υποτροπή της αρρώστιας της Γκουό Λι.
Μια μέρα, κατά τη διάρκεια των πνευματικών μου ασκήσεων, διάβασα ένα χωρίο των λόγων του Θεού και κατανόησα κάπως την κατάστασή μου. Ο Θεός λέει: «Κάποιοι άνθρωποι νομίζουν πως η πίστη στον Θεό πρέπει να φέρνει γαλήνη και χαρά και πως, αν έρθουν αντιμέτωποι με καταστάσεις, το μόνο που χρειάζεται να κάνουν είναι να προσευχηθούν στον Θεό κι ο Θεός θα τους εισακούσει, θα τους δώσει χάρη και ευλογίες και θα φροντίσει να τους πάνε όλα ήρεμα και απρόσκοπτα. Ο σκοπός τους ενώ πιστεύουν στον Θεό είναι να αναζητήσουν τη χάρη, να κερδίσουν ευλογίες και να απολαύσουν τη γαλήνη και την ευτυχία. Αυτές οι απόψεις είναι ο λόγος για τον οποίο απαρνούνται τις οικογένειές τους ή παραιτούνται απ’ τις δουλειές τους προκειμένου να δαπανήσουν τον εαυτό τους για τον Θεό και μπορούν να αντέξουν τις κακουχίες και να πληρώσουν ένα τίμημα. Πιστεύουν πως, εφόσον απαρνούνται κάποια πράγματα, δαπανούν τον εαυτό τους για τον Θεό, αντέχουν τις κακουχίες, εργάζονται επιμελώς και επιδεικνύουν εξαιρετική συμπεριφορά, θα κερδίσουν τις ευλογίες και την εύνοια του Θεού και πως, όποιες δυσκολίες κι αν αντιμετωπίσουν, εφόσον προσεύχονται στον Θεό, Εκείνος θα τους απαλλάξει από αυτές και θα τους ανοίξει ένα μονοπάτι σε κάθε περίσταση. Αυτήν την άποψη έχει η πλειοψηφία των ανθρώπων που πιστεύουν στον Θεό. Οι άνθρωποι θεωρούν πως αυτή η άποψη είναι θεμιτή και σωστή. Η ικανότητα πολλών ανθρώπων να διατηρούν την πίστη τους στον Θεό για χρόνια χωρίς να την εγκαταλείπουν σχετίζεται άμεσα με αυτήν την άποψη. Σκέφτονται: “Έχω δαπανήσει πάρα πολλά για τον Θεό, η συμπεριφορά μου έχει υπάρξει πολύ καλή, ενώ δεν έχω κάνει καμία κακή πράξη· ο Θεός σίγουρα θα με ευλογήσει. Επειδή έχω υποφέρει πολύ και έχω πληρώσει μεγάλο τίμημα για κάθε εργασία, κάνοντας τα πάντα σύμφωνα με τα λόγια και τις απαιτήσεις του Θεού και χωρίς κανένα λάθος, ο Θεός λογικά θα με ευλογήσει· θα φροντίσει να κυλήσουν όλα απρόσκοπτα για μένα, να έχω συχνά γαλήνη και χαρά μες στην καρδιά μου και να απολαμβάνω την παρουσία του Θεού”. Δεν είναι αυτό ανθρώπινη αντίληψη και φαντασιοκοπία; […] Όταν τα όσα κάνει ο Θεός δεν συμβαδίζουν με τις αντιλήψεις των ανθρώπων, τότε πολύ γρήγορα γεννιούνται στην καρδιά τους παράπονα και παρανοήσεις για Εκείνον. Αισθάνονται ακόμα και ότι έχουν αδικηθεί, κι έπειτα αρχίζουν να διαφωνούν με τον Θεό· μπορεί να φτάσουν ακόμα και στο σημείο να Τον κρίνουν και να Τον καταδικάσουν. Όποιες αντιλήψεις και παρανοήσεις κι αν αναπτύξουν οι άνθρωποι, απ’ την οπτική του Θεού Εκείνος ούτε ενεργεί ούτε αντιμετωπίζει ποτέ κανέναν σύμφωνα με τις ανθρώπινες αντιλήψεις ή επιθυμίες. Ο Θεός κάνει πάντα αυτό που επιθυμεί, με τον δικό Του τρόπο και με βάση τη δική Του διάθεση-ουσία. Ο Θεός έχει αρχές για το πώς θα αντιμετωπίσει τον καθέναν· τίποτα απ’ όσα κάνει σε κάθε άνθρωπο δεν βασίζεται σε ανθρώπινες αντιλήψεις, φαντασιοκοπίες ή προτιμήσεις —αυτή είναι η πτυχή του έργου του Θεού που έρχεται σε μεγαλύτερη αντίθεση με τις ανθρώπινες αντιλήψεις. […] Όταν οι άνθρωποι μένουν επίμονα προσκολλημένοι στις αντιλήψεις τους, αναπτύσσουν αντίσταση απέναντι στον Θεό· αυτό είναι κάτι που προκύπτει φυσικά. Πού είναι ριζωμένη αυτή η αντίσταση; Είναι ριζωμένη στο γεγονός ότι όσα έχουν συνήθως οι άνθρωποι μες στην καρδιά τους είναι αναμφίβολα οι αντιλήψεις κι οι φαντασιοκοπίες τους, όχι η αλήθεια. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι, όταν έρχονται αντιμέτωποι με το ότι το έργο του Θεού δεν συμβαδίζει με τις ανθρώπινες αντιλήψεις, μπορεί να αψηφήσουν και να κρίνουν τον Θεό. Αυτό αποδεικνύει μια θεμελιώδη έλλειψη των ανθρώπων: Δεν έχουν καρδιά που υποτάσσεται στον Θεό, η διεφθαρμένη διάθεσή τους απέχει πολύ από την κάθαρση και ουσιαστικά ζουν σύμφωνα με τη διεφθαρμένη διάθεσή τους. Ακόμα έχουν τεράστια απόσταση να διανύσουν προκειμένου να κερδίσουν τη σωτηρία» [«Ο Λόγος», τόμ. 5: «Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών», Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών (16)]. Μόνο αφού διάβασα τα λόγια του Θεού κατάλαβα τελικά πως αντέδρασα τόσο έντονα όταν άκουσα τα νέα ότι ο καρκίνος της Γκουό Λι είχε επιστρέψει και ότι της ακρωτηρίασαν το χέρι, επειδή η πίστη μου στον Θεό βασιζόταν ανέκαθεν στις δικές μου αντιλήψεις και φαντασιοκοπίες. Πίστευα πως, εφόσον κάποιος πίστευε ειλικρινά στον Θεό και ήταν σε θέση να απαρνηθεί πράγματα, να δαπανήσει τον εαυτό του, να υποφέρει και να πληρώσει τίμημα στο καθήκον του, ο Θεός θα του έδινε χάρη και ευλογίες, και θα τον κρατούσε σώο και αβλαβή, μακριά από αρρώστιες και συμφορές. Ακόμα κι αν τον έβρισκε κάποια δυστυχία, εφόσον προσευχόταν ειλικρινά και βασιζόταν στον Θεό και ενέμενε στο καθήκον του, Εκείνος θα τον κρατούσε ασφαλή. Όταν είδα ότι η Γκουό Λι είχε απαρνηθεί πράγματα, είχε δαπανήσει τον εαυτό της, είχε υπομείνει πολλές κακουχίες και είχε πληρώσει μεγάλο τίμημα για χρόνια, και ειδικά ότι μπορούσε ακόμα να προσεύχεται στον Θεό, να παίρνει τα μαθήματά της και να εμμένει στο καθήκον της μέσα στην αρρώστια, ένιωθα πως ο Θεός θα έπρεπε να την είχε ευλογήσει και προστατεύσει. Δεν περίμενα ποτέ να επιστρέψει η αρρώστια της και να υποστεί ακρωτηριασμό. Αυτό κατέφερε βαρύ πλήγμα στις αντιλήψεις μου και γκρέμισε την ελπίδα μου να κερδίσω ευλογίες από την πίστη στον Θεό. Σκέφτηκα αμέσως πως, αν αρρώσταινα βαριά σαν την Γκουό Λι μια μέρα και ο Θεός δεν με θεράπευε παρόλο που προσευχόμουν, τότε δεν θα είχε νόημα να πιστεύω στον Θεό. Ανέπτυξα αντιλήψεις και αντίσταση προς τον Θεό, κρίνοντάς Τον μέσα στην καρδιά μου ως άδικο. Έγινα τόσο αρνητική που έχασα κάθε επιθυμία να κάνω το καθήκον μου, άρχισα να ανησυχώ για το δικό μου μέλλον, και μετάνιωσα ακόμα και που είχα απαρνηθεί τα πάντα για να κάνω το καθήκον μου εξαρχής. Μόνο όταν με αποκάλυψε ο Θεός είδα ότι η πίστη μου σ’ Αυτόν ήταν απλώς μια προσπάθεια να κάνω παζάρια μαζί Του. Ήθελα να χρησιμοποιήσω το γεγονός ότι απαρνήθηκα πράγματα και δαπάνησα τον εαυτό μου για να απαιτήσω τη χάρη και τις ευλογίες Του. Δεν έκανα καθόλου το καθήκον ενός δημιουργήματος. Ακριβώς όπως ο Παύλος, ο οποίος πίστευε: «Τον αγώνα τον καλόν ηγωνίσθην, τον δρόμον ετελείωσα, την πίστιν διετήρησα· του λοιπού μένει εις εμέ ο της δικαιοσύνης στέφανος» (Προς Τιμόθεον Β΄ 4:7-8). Χρησιμοποιούσε το γεγονός ότι έτρεχε από δω κι από κει και δαπανούσε τον εαυτό του ως διαπραγματευτικό χαρτί για να απαιτήσει έναν στέφανο δικαιοσύνης από τον Θεό. Προσπαθούσε να διαπραγματευτεί μαζί Του σαν να το δικαιούταν, και προσπαθούσε να Τον χρησιμοποιήσει για να πετύχει τον δικό του ποταπό στόχο να κερδίσει ευλογίες και οφέλη. Ο Θεός δεν είπε ποτέ ότι οι άνθρωποι μπορούν να μπουν στη βασιλεία των ουρανών απλώς με το να τρέχουν εδώ κι εκεί και να δαπανούν τον εαυτό τους. Ο Παύλος, τρέφοντας ευσεβείς πόθους, αντιμετώπιζε τις δικές του αντιλήψεις και φαντασιοκοπίες ως την αλήθεια που έπρεπε να επιδιώξει. Δεν πίστευε καθόλου στον Θεό, αλλά στον εαυτό του. Το μονοπάτι που βάδισε ήταν μονοπάτι αντίστασης στον Θεό και, στο τέλος, υπέστη την τιμωρία του Θεού. Είχα αντιμετωπίσει τα πράγματα που απαρνήθηκα, τα βάσανα και το τίμημα που πλήρωσα ως διαπραγματευτικό χαρτί για να τα ανταλλάξω με τις ευλογίες του Θεού. Δεν αντιμετώπιζα καθόλου τον Θεό ως τον Δημιουργό. Τον εξαπατούσα και Τον χρησιμοποιούσα συνεχώς. Αυτό προσβάλλει τη διάθεση του Θεού και, αν δεν μετανοούσα, θα κατέληγα κι εγώ να αποκλειστώ. Μόνο τότε συνειδητοποίησα ότι είναι πολύ επικίνδυνο να πιστεύεις στον Θεό χωρίς να επιδιώκεις την αλήθεια και να αναζητάς τυφλά ευλογίες και χάρη. Μια μέρα, θα μπορούσε να έρθει μια μεγάλη δοκιμασία, και ίσως να πρόδιδα τον Θεό, να αποκαλυπτόμουν και να αποκλειόμουν.
Στη συνέχεια, στοχάστηκα κι άλλο. Πίστευα στον Θεό τόσο πολλά χρόνια και ήξερα σε επίπεδο δόγματος ότι δεν έπρεπε να κάνω συμφωνίες με τον Θεό, αλλά γιατί η επιθυμία μου για ευλογίες ήταν ακόμα τόσο βαθιά ριζωμένη; Κατά τη διάρκεια των πνευματικών μου ασκήσεων, διάβασα τα λόγια του Θεού: «Στα μάτια των αντίχριστων, καθώς και στις σκέψεις και στις απόψεις τους, πρέπει να κερδίζει κανείς κάποια προνόμια αν ακολουθεί τον Θεό· χωρίς προνόμια, δεν θα μπουν στον κόπο να κάνουν τίποτα. Αν δεν υπάρχει φήμη, κέρδος ή θέση για να απολαύσουν, αν τίποτα από το έργο που κάνουν ή από τα καθήκοντα που εκτελούν δεν τους εξασφαλίζει τον θαυμασμό των άλλων, τότε δεν ωφελεί σε τίποτα να πιστεύουν στον Θεό ούτε να κάνουν τα καθήκοντά τους. […] Οι αντίχριστοι, κατά την πίστη τους, θέλουν μόνο ευλογίες και δεν θέλουν να περάσουν κακουχίες. Όταν βλέπουν κάποιον που είναι ευλογημένος, που έχει ωφεληθεί, που έχει δεχτεί τη χάρη και έχει λάβει περισσότερες υλικές απολαβές και σπουδαία πλεονεκτήματα, τότε πιστεύουν πως αυτό το έκανε ο Θεός· κι αν εκείνοι δεν λάβουν τέτοιες υλικές ευλογίες, τότε αυτό δεν είναι πράξη του Θεού. Αυτό που υπονοούν είναι: “Αν είσαι στ’ αλήθεια θεός, τότε μπορείς μόνο να ευλογείς τους ανθρώπους· πρέπει να αποτρέπεις τις κακουχίες και να μην επιτρέπεις να τους τύχουν βάσανα. Μόνο τότε έχει αξία και νόημα να πιστεύουν οι άνθρωποι σ’ εσένα. Αν σ’ ακολουθήσουν και συνεχίσουν να βασανίζονται απ’ τις κακουχίες, αν συνεχίσουν να υποφέρουν, τότε τι νόημα έχει να πιστεύει κανείς σ’ εσένα;” Δεν παραδέχονται πως όλα τα πράγματα και τα γεγονότα είναι στο χέρι του Θεού, πως ο Θεός κυριαρχεί επί των πάντων. Και γιατί δεν το παραδέχονται αυτό; Επειδή οι αντίχριστοι φοβούνται να περάσουν κακουχίες. Θέλουν μόνο να ωφελούνται, να εκμεταλλεύονται, να απολαμβάνουν ευλογίες· δεν έχουν επιθυμία να αποδεχθούν την κυριαρχία ούτε την ενορχήστρωση του Θεού, παρά μόνο να λάβουν προνόμια από Εκείνον. Αυτή είναι η εγωιστική και ποταπή οπτική των αντίχριστων» [«Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο δέκατο: Περιφρονούν την αλήθεια, παραβιάζουν απροκάλυπτα τις αρχές και αψηφούν τις διευθετήσεις του οίκου του Θεού (Μέρος έκτο)]. «Όλοι οι διεφθαρμένοι άνθρωποι ζουν για τον εαυτό τους. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω —αυτό συνοψίζει την ανθρώπινη φύση. Όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν στον Θεό για χάρη του εαυτού τους· απαρνούνται πράγματα και δαπανούν τον εαυτό τους για να ευλογηθούν, και τα βάσανα που υπομένουν και το τίμημα που πληρώνουν κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους αποσκοπούν επίσης στο να ανταμειφθούν. Εν ολίγοις, όλα γίνονται με σκοπό να ευλογηθούν, να ανταμειφθούν και να εισέλθουν στη βασιλεία των ουρανών. Στον κόσμο, οι άνθρωποι εργάζονται για το δικό τους όφελος, και στον οίκο του Θεού, κάνουν ένα καθήκον προκειμένου να κερδίσουν ευλογίες. Προκειμένου να κερδίσουν ευλογίες, οι άνθρωποι απαρνούνται τα πάντα και μπορούν να υπομείνουν πολλά βάσανα. Όλα αυτά αποτελούν την πιο ξεκάθαρη απόδειξη ότι οι άνθρωποι διαθέτουν σατανική φύση» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μέρος τρίτο). Ο Θεός φανερώνει ότι οι αντίχριστοι πιστεύουν σ’ Αυτόν μόνο για να κερδίσουν ευλογίες και οφέλη απ’ Αυτόν και για να προστατευτούν από δυστυχίες. Αν δεν μπορούν να κερδίσουν ευλογίες, νιώθουν ότι η πίστη στον Θεό δεν έχει νόημα και Τον εγκαταλείπουν. Αυτό καθορίζεται εξ ολοκλήρου από την εγωιστική και ποταπή φύση των αντίχριστων. Κάνοντας αυτοκριτική, είδα ότι κι εγώ ζούσα με βάση σατανικά δηλητήρια όπως το «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω» και το «Ποτέ μη σηκώνεις δαχτυλάκι χωρίς ανταμοιβή». Ό,τι έκανα υποκινούνταν από το προσωπικό συμφέρον και έπρεπε να με ωφελεί. Πριν πιστέψω στον Θεό, ήμουν πάντα αδύναμη και φιλάσθενη. Αλλά αφότου άρχισα να πιστεύω και να κάνω το καθήκον μου, όλες οι αρρώστιες μου θεραπεύτηκαν. Μιας κι έλαβα τόσο μεγάλη χάρη από τον Θεό, αποφάσισα να πιστέψω ειλικρινά, και σκεφτόμουν ότι, εφόσον το έκανα αυτό και απαρνήθηκα και δαπάνησα τον εαυτό μου για τον Θεό, θα λάμβανα ακόμα περισσότερο τις ευλογίες και την προστασία Του. Γι’ αυτό έκανα ενεργά το καθήκον μου, άσχετα με το πώς με δίωκε ή προσπαθούσε να με σταματήσει ο σύζυγός μου, και γι’ αυτό ήμουν πρόθυμη να υπομείνω κάθε κακουχία. Όταν όμως είδα ότι η Γκουό Λι είχε αρρωστήσει τόσο βαριά μετά από τόσα χρόνια που έκανε το καθήκον της, ένιωσα ξαφνικά ότι το να απαρνούμαι και να δαπανώ τον εαυτό μου δεν έφερνε απαραίτητα τις ευλογίες και την προστασία του Θεού, οπότε ποιο το νόημα να κάνω το καθήκον μου; Έτσι, ζούσα μέσα στην αρνητικότητα και εναντιωνόμουν στον Θεό, έχασα κάθε επιθυμία να κάνω το καθήκον μου, και μετάνιωσα ακόμα και που είχα φύγει από το σπίτι για να το κάνω. Είδα ότι η φύση μου ήταν τόσο εγωιστική και δόλια· ήμουν απλώς ένας άνθρωπος που έβαζε το προσωπικό συμφέρον πάνω απ’ όλα! Με τη χάρη του Θεού μπόρεσα να έρθω στον οίκο Του και να κάνω ένα καθήκον. Ο Θεός ήλπιζε ότι θα επιδίωκα την αλήθεια για να αλλάξω τη διάθεσή μου, να απαλλαγώ εντελώς από τα δεσμά του Σατανά και να βιώσω την κανονική ανθρώπινη φύση. Αλλά δεν επιδίωκα την αλήθεια ούτε κατά διάνοια· σκεφτόμουν μόνο να κερδίσω ευλογίες και οφέλη. Όταν λάμβανα την προστασία και τη χάρη του Θεού, ήμουν πρόθυμη να απαρνηθώ πράγματα, να δαπανήσω τον εαυτό μου, ακόμα και να υποφέρω. Αλλά μόλις το έργο του Θεού δεν συμβάδιζε με τις αντιλήψεις μου και η επιθυμία μου για ευλογίες γκρεμίστηκε, η στάση μου απέναντι στο καθήκον μου άλλαξε αμέσως. Έγινα αρνητική, αντιστεκόμουν και ήμουν επιπόλαιη, και μετάνιωσα ακόμα και που έκανα το καθήκον μου. Έγινα εντελώς διαφορετικός άνθρωπος. Είδα ότι το να ζω με βάση τους σατανικούς κανόνες με είχε κάνει απίστευτα εγωίστρια, ποταπή, χωρίς ανθρώπινη φύση. Η πίστη μου ήταν μια απάτη, μια προσπάθεια να χρησιμοποιήσω τον Θεό, και βάδιζα στο μονοπάτι της αντίστασης σ’ Αυτόν. Αν δεν επέστρεφα, θα κατέληγα να αποκλειστώ. Σκέφτηκα τα λόγια του Θεού: «Γιατί είναι λάθος να κάνει κανείς σκοπό του την επιδίωξη της ευλογίας; Γιατί κάτι τέτοιο αψηφά εντελώς την αλήθεια και δεν συνάδει με την πρόθεση του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Η άσκηση της αλήθειας είναι η μόνη οδός για τη ζωή-είσοδο). Ο Θεός σώζει τους ανθρώπους για να εξαγνίσει τη διεφθαρμένη διάθεσή τους και τελικά να τους φέρει στη βασιλεία Του. Εγώ, όμως, εστίαζα μόνο στην άμεση χάρη και τις ευλογίες και δεν επιδίωκα την αλήθεια. Δεν παρέκκλινα έτσι από τις απαιτήσεις του Θεού; Στο τέλος, σίγουρα δεν θα κέρδιζα τίποτα.
Αργότερα, διάβασα άλλα δύο χωρία με τα λόγια του Θεού και κατανόησα κάπως τη δίκαιη διάθεσή Του. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Η δικαιοσύνη δεν είναι σε καμία περίπτωση αμεροληψία ή λογική· δεν είναι εξισωτισμός ούτε σημαίνει πως θα λάβεις αυτό που αξίζεις για το έργο σου, πως θα πληρωθείς για όσο έργο έχεις κάνει και θα σου δοθούν τα οφειλόμενα σύμφωνα με την προσπάθεια που καταβάλλεις. Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη, είναι απλώς να είσαι σωστός και λογικός. Πολύ λίγοι άνθρωποι είναι σε θέση να γνωρίζουν τη δίκαιη διάθεση του Θεού. Φανταστείτε ο Θεός να είχε καταστρέψει τον Ιώβ αφότου ο Ιώβ κατέθεσε μαρτυρία γι’ Αυτόν. Θα ήταν δίκαιο αυτό; Για να πούμε την αλήθεια, ναι, θα ήταν. Γιατί ονομάζεται αυτό δικαιοσύνη; Πώς βλέπουν οι άνθρωποι τη δικαιοσύνη; Αν κάτι συμβαδίζει με τις αντιλήψεις των ανθρώπων, τότε τους είναι πολύ εύκολο να πουν ότι ο Θεός είναι δίκαιος. Ωστόσο, αν δεν βλέπουν κάτι να εναρμονίζεται με τις αντιλήψεις τους —αν πρόκειται για κάτι που αδυνατούν να κατανοήσουν— τότε δυσκολεύονται να πουν ότι ο Θεός είναι δίκαιος. Αν ο Θεός είχε καταστρέψει τον Ιώβ τότε, οι άνθρωποι δεν θα έλεγαν ότι είναι δίκαιος. Στην πραγματικότητα, είτε οι άνθρωποι έχουν διαφθαρεί είτε όχι, και είτε έχουν διαφθαρεί βαθιά είτε όχι, οφείλει ο Θεός να δικαιολογηθεί όταν τους καταστρέφει; Οφείλει να εξηγήσει στους ανθρώπους πού βασίζεται και το κάνει αυτό; Πρέπει ο Θεός να πει στους ανθρώπους τους νόμους που έχει θεσπίσει; Δεν χρειάζεται. Στα μάτια του Θεού, κάποιος που είναι διεφθαρμένος και επιρρεπής στο να αντιστέκεται στον Θεό δεν έχει καμία αξία· όπως κι αν τον χειριστεί ο Θεός θα είναι ενδεδειγμένο, και όλα γίνονται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Θεού. Αν ήσουν δυσάρεστος στα μάτια του Θεού, και αν Εκείνος έλεγε ότι δεν σε χρειάζεται μετά τη μαρτυρία σου και γι’ αυτό σε κατέστρεφε, θα ήταν αυτό η δικαιοσύνη Του; Και αυτό θα ήταν δικαιοσύνη. […] Όλα όσα κάνει ο Θεός είναι δίκαια. Αν και οι άνθρωποι μπορεί να μην είναι σε θέση να το αντιληφθούν αυτό, δεν θα πρέπει να κρίνουν αυθαίρετα. Αν κάτι που κάνει Εκείνος φαίνεται στους ανθρώπους παράλογο ή έχουν αντιλήψεις γι’ αυτό, και μετά λένε ότι Εκείνος δεν είναι δίκαιος, τότε φέρονται εντελώς παράλογα» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μέρος τρίτο). «Ο Θεός δεν σφάλλει ποτέ κι εσύ πρέπει να δοξάσεις τη δικαιοσύνη Του. Ό,τι κι αν κάνει ο Θεός είναι πάντοτε σωστό και, ακόμη κι αν τρέφεις αντιλήψεις για όσα κάνει ο Θεός, αν θεωρείς ότι τα όσα κάνει δεν λαμβάνουν υπόψη τα ανθρώπινα αισθήματα, ότι δεν σου αρέσουν, και πάλι οφείλεις να δοξάσεις τον Θεό. Και γιατί να το κάνεις αυτό; Δεν ξέρετε γιατί, έτσι; Εξηγείται πολύ εύκολα, πάντως: Ο λόγος είναι ότι ο Θεός είναι ο Θεός κι εσύ είσαι άνθρωπος· Εκείνος είναι ο Δημιουργός κι εσύ είσαι δημιούργημα. Δεν δικαιούσαι να απαιτείς να ενεργεί ο Θεός με συγκεκριμένο τρόπο ούτε να σου φέρεται με συγκεκριμένο τρόπο· ο Θεός, όμως, δικαιούται να έχει απαιτήσεις από σένα. Οι ευλογίες, η χάρη, οι ανταμοιβές, τα στεφάνια —από τον Θεό εξαρτάται πώς θα δοθούν όλα αυτά και σε ποιον. […] Η ταυτότητα, η θέση και η ουσία του Θεού δεν γίνεται ποτέ να εξισωθούν με την ταυτότητα, τη θέση και την ουσία του ανθρώπου ούτε πρόκειται ποτέ ν’ αλλάξουν αυτά τα πράγματα —ο Θεός πάντα θα είναι Θεός και ο άνθρωπος πάντα θα είναι άνθρωπος. Αν ένας άνθρωπος είναι σε θέση να το καταλάβει αυτό, τι οφείλει να κάνει τότε; Οφείλει να υποταχθεί στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού· αυτός είναι ο πιο ορθολογικός τρόπος να ενεργεί κανείς και, εξάλλου, δεν υπάρχει κάποιο άλλο μονοπάτι που μπορεί να επιλέξει. Αν δεν υποταχθείς, είσαι επαναστατικός, κι αν δείχνεις απείθεια και φέρνεις αντιρρήσεις, είσαι εξωφρενικά επαναστατικός και πρέπει να καταστραφείς. Το να μπορείς να υποταχθείς στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού σημαίνει ότι διαθέτεις λογική· αυτήν τη στάση πρέπει να έχουν οι άνθρωποι και αυτή είναι η μόνη στάση που οφείλουν να έχουν τα δημιουργήματα» («Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο δωδέκατο: Θέλουν να αποσυρθούν όταν δεν έχουν καμία θέση ούτε καμία ελπίδα να κερδίσουν ευλογίες). Αφού διάβασα τα λόγια του Θεού, ένιωσα να μου τρυπούν την καρδιά, και είδα ότι δεν κατανοούσα καθόλου τη δίκαιη διάθεσή Του. Στις αντιλήψεις μου, η δικαιοσύνη του Θεού σήμαινε να είναι δίκαιος και λογικός· ότι αν κατέβαλλες προσπάθεια, θα ανταμειβόσουν. Πίστευα ότι ο Θεός έπρεπε να χορηγεί χάρη και ευλογίες σε όσους υποφέρουν και δαπανούν τον εαυτό τους για Εκείνον, και ότι, ειδικά όταν μένουν σταθεροί στη μαρτυρία τους κατά τη διάρκεια δοκιμασιών, Εκείνος θα έπρεπε να τους ευλογεί και να τους προστατεύει ακόμα περισσότερο, και να θεραπεύει τις αρρώστιες τους. Για παράδειγμα, εφόσον η Γκουό Λι είχε αφήσει την οικογένειά της και είχε παραιτηθεί από τη δουλειά της για να κάνει το καθήκον της εδώ και πολλά χρόνια, και τώρα είχε μια σοβαρή αρρώστια, σκεφτόμουν ότι ο Θεός θα έπρεπε, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα χρόνια που απαρνήθηκε πράγματα και δαπάνησε τον εαυτό της για Εκείνον, να την προστατεύσει και να θεραπεύσει την αρρώστια της. Αλλά στο τέλος, όχι μόνο δεν έγινε καλά, αλλά υπέστη και ακρωτηριασμό. Οπότε παραπονιόμουν ότι ο Θεός δεν ενδιαφερόταν για μένα και Τον έκρινα ως άδικο. Το μέτρο σύγκρισής μου για τη δικαιοσύνη του Θεού ήταν ότι, αν κάποιος κατέβαλλε προσπάθεια, έπρεπε να ανταμειφθεί, και ότι, όση προσπάθεια κι αν κατέβαλλε ή όσο κι αν δαπανούσε τον εαυτό του, ο Θεός έπρεπε να δώσει μια ανταμοιβή ίσης αξίας. Αυτή η άποψη είναι τόσο στρεβλή! Ο Θεός είναι ο Δημιουργός κι εγώ είμαι ένα δημιούργημα. Όλα όσα απολαμβάνω, καθώς και η ίδια μου η ζωή, έχουν δοθεί από τον Θεό. Είναι απολύτως φυσικό και δικαιολογημένο να ακολουθώ τον Θεό και να κάνω το καθήκον μου. Όσο για το αν ο Θεός μού χορηγεί χάρη και ευλογίες, αυτό είναι δική Του υπόθεση. Δεν έχω κανένα δικαίωμα να προβάλλω απαιτήσεις στον Θεό· θα πρέπει να αποδέχομαι την κυριαρχία και τις διευθετήσεις Του άνευ όρων, με καρδιά που υποτάσσεται. Επιπλέον, καθετί που κάνει ο Θεός στους ανθρώπους έχει νόημα και εμπεριέχει τη σοφία Του. Δεν θα πρέπει να κοιτάζω τα πράγματα με βάση την εξωτερική όψη, πόσο μάλλον να κρίνω όλα όσα κάνει ο Θεός με βάση τις δικές μου αντιλήψεις και φαντασιοκοπίες. Όπως ακριβώς έκανε κι ο Ιώβ. Είχε φόβο Θεού και απέφευγε το κακό, κι όμως ήρθε αντιμέτωπος με την απώλεια της περιουσίας του και τον θάνατο των παιδιών του, και το ίδιο του το σώμα γέμισε με επώδυνα έλκη. Στα μάτια του ανθρώπου, υπέφερε από κακοτυχία, αλλά ο Θεός χρησιμοποίησε αυτήν τη δοκιμασία για να οδηγήσει την αληθινή του πίστη σ’ Αυτόν στην τελείωση. Ο Ιώβ έγινε τέλειος άνθρωπος στα μάτια του Θεού, και ο Σατανάς δεν είχε πλέον κανένα δικαίωμα να τον κατηγορήσει ή να τον βάλει σε πειρασμό. Επίσης, η αρρώστια που βρήκε την Γκουό Λι περιείχε τις καλές προθέσεις του Θεού. Αν και αρρώστησε και η σάρκα της υπέφερε, αν μπορούσε να αναζητήσει την αλήθεια και να πάρει τα μαθήματά της, και να αποκτήσει αληθινή πίστη και υποταγή στον Θεό, τότε τα βάσανα θα άξιζαν τον κόπο. Δεν μπορούσα πια να κοιτάζω τα πράγματα με βάση τις δικές μου αντιλήψεις και φαντασιοκοπίες. Ο Θεός είναι πάντα δίκαιος, και ό,τι κι αν κάνει, εμπεριέχει τις καλές Του προθέσεις και τη σοφία Του. Όταν το κατάλαβα αυτό, η καρδιά μου φωτίστηκε πολύ.
Κατά τη διάρκεια των πνευματικών μου ασκήσεων, διάβασα τα λόγια του Θεού και κατέληξα να κατανοήσω τη σωστή οπτική που πρέπει να έχει κανείς όταν πιστεύει στον Θεό. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Το να βιώνεις το έργο του Θεού δεν έχει να κάνει με το να απολαμβάνεις χάρη, αλλά περισσότερο με το να υποφέρεις λόγω της αγάπης σου γι’ Αυτόν. Εφόσον απολαμβάνεις τη χάρη του Θεού, πρέπει να απολαμβάνεις και την παίδευσή Του· πρέπει να τα βιώσεις όλα αυτά. Μπορείς να βιώσεις τη διαφώτιση του Θεού μέσα σου, όπως και τον τρόπο με τον οποίο σε κλαδεύει και σε κρίνει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εμπειρία σου θα είναι ολοκληρωμένη. Ο Θεός έχει επιτελέσει σ’ εσένα το έργο της κρίσης Του και, επίσης, έχει επιτελέσει το έργο Του που έχει να κάνει με την παίδευση. Ο λόγος του Θεού σε έχει κλαδέψει, και όχι μόνο: Επιπλέον, σε έχει διαφωτίσει και σε έχει φωτίσει. Όταν είσαι αρνητικός και αδύναμος, ο Θεός ανησυχεί για σένα. Ολόκληρο το έργο αυτό γίνεται για να σε κάνει να δεις πως όλα όσα αφορούν τον άνθρωπο βρίσκονται εντός των ενορχηστρώσεων του Θεού. Μπορεί να νομίζεις πως το να πιστεύεις στον Θεό έχει να κάνει μόνο με το να υποφέρεις, ή να κάνεις πολλά πράγματα γι’ Αυτόν, ή να είναι γαλήνια η σάρκα σου, ή να κυλούν όλα ομαλά για σένα, και να είσαι άνετος και ήρεμος παντού. Κανένα απ’ αυτά δεν αποτελεί σκοπό που θα πρέπει να έχουν οι άνθρωποι κατά την πίστη τους στον Θεό. Αν πιστεύεις για χάρη αυτών των σκοπών, τότε η οπτική σου είναι εσφαλμένη και, απλούστατα, είναι αδύνατον να τελειωθείς. Οι ενέργειες του Θεού, η δίκαιη διάθεσή Του, η σοφία Του, ο λόγος Του, το ότι είναι θαυμαστός και ασύλληπτος είναι όλα πράγματα που οφείλουν να κατανοήσουν οι άνθρωποι. Μέσα από αυτήν την κατανόηση, θα πρέπει να καταφέρεις να απαλλαγείς από τις προσωπικές απαιτήσεις, ελπίδες και αντιλήψεις που έχεις μέσα σου. Μόνο εξαλείφοντας τα παραπάνω μπορείς να πληροίς τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο Θεός και μόνο κάνοντας αυτά μπορείς να αποκτήσεις ζωή και να ικανοποιείς τον Θεό. Η πίστη στον Θεό αποσκοπεί στο να Τον ικανοποιεί κανείς και να βιώνει τη διάθεση που Αυτός απαιτεί, έτσι ώστε οι ενέργειες και η δόξα Του να εκδηλωθούν μέσω αυτής της ομάδας ανάξιων ανθρώπων. Αυτή είναι η σωστή οπτική για να πιστεύει κανείς στον Θεό, καθώς και ο στόχος που θα πρέπει να επιδιώκεις. Θα πρέπει να πιστεύεις στον Θεό απ’ τη σωστή σκοπιά και να επιζητάς να λαμβάνεις τον λόγο του Θεού. Πρέπει να τρως και να πίνεις τον λόγο του Θεού, να είσαι σε θέση να βιώνεις την αλήθεια και, ειδικότερα, να μπορείς να δεις τις πρακτικές Του πράξεις, τις υπέροχες πράξεις Του σε όλο το σύμπαν, καθώς και το πρακτικό έργο που Αυτός επιτελεί στη σάρκα. Μέσω των πραγματικών τους εμπειριών, οι άνθρωποι μπορούν να εκτιμήσουν με ποιον ακριβώς τρόπο εκτελεί ο Θεός το έργο Του πάνω τους και ποιες είναι οι προθέσεις Του γι’ αυτούς. Όλα αυτά γίνονται ώστε να μπορέσουν ν’ αποτινάξουν τη διεφθαρμένη σατανική διάθεσή τους. Αφού αποτινάξεις όλη την ακαθαρσία και την αδικία μέσα σου, αφού απαλλαγείς από τις λαθεμένες σου προθέσεις και αναπτύξεις αληθινή πίστη στον Θεό —μόνο έχοντας πραγματική πίστη μπορείς να αγαπήσεις αληθινά τον Θεό» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Όσοι πρόκειται να οδηγηθούν στην τελείωση πρέπει να υποβληθούν σε εξευγενισμό). Από τα λόγια του Θεού είδα ότι δεν πρέπει να πιστεύει κανείς στον Θεό για να λαμβάνει ευλογίες απ’ Αυτόν. Το κυριότερο είναι να βιώνει την κρίση, την παίδευση, τις δοκιμασίες και τον εξευγενισμό του Θεού για να αποβάλει τη διεφθαρμένη διάθεσή του και να σωθεί. Όταν αναλογίστηκα τα χρόνια που πίστευα, είχα απολαύσει τόσο πολύ το πότισμα και τη θρέψη των λόγων του Θεού, αλλά δεν είχα επιδιώξει την αλήθεια. Ήμουν προσηλωμένη στο να απολαμβάνω τη χάρη και τις ευλογίες του Θεού, και η ζωή-διάθεσή μου δεν είχε αλλάξει ούτε κατά διάνοια. Η αρρώστια της Γκουό Λι λειτούργησε πραγματικά ως αποκάλυψη της δικής μου κατάστασης. Από εδώ και πέρα, πρέπει να εστιάσω στο να βιώνω το έργο του Θεού στα πράγματα που μου συμβαίνουν. Ειδικά σε ζητήματα που δεν συμβαδίζουν με τις δικές μου αντιλήψεις, πρέπει να αναζητώ την αλήθεια, να κάνω αυτοκριτική και να γνωρίζω τον εαυτό μου, και να απαλλάσσομαι από τις διεφθαρμένες διαθέσεις μου. Μόλις τα κατάλαβα αυτά, δεν ανησυχούσα πια για το αν θα λάμβανα ευλογίες στο μέλλον. Μπόρεσα, επίσης, να αφιερώσω την καρδιά μου στο καθήκον μου, και σκεφτόμουν πώς να ποτίσω καλά τους νεοφερμένους και να εκπληρώσω το καθήκον μου για να ικανοποιήσω τον Θεό. Όποια αρρώστια ή αντιξοότητα κι αν με βρει στο μέλλον, είμαι πρόθυμη να τη βιώσω με καρδιά που υποτάσσεται στον Θεό, να εστιάσω στην επιδίωξη της αλήθειας και στο να κάνω καλά το καθήκον μου.
Τον Ιούλιο του 2023, είδα ξανά την Γκουό Λι. Αν και το ένα της χέρι είχε ακρωτηριαστεί, εκείνη ενέμενε ακόμα στο καθήκον φιλοξενίας. Όταν μιλήσαμε για το πώς αντιμετώπισε τον ακρωτηριασμό, μου είπε ήρεμα και ψύχραιμα: «Δόξα τω Θεώ! Είμαι πάνω από εβδομήντα χρονών. Οι άλλοι που αρρώστησαν την ίδια εποχή με εμένα έχουν πεθάνει όλοι, αλλά εγώ είμαι ακόμα ζωντανή. Αυτή είναι η μεγαλύτερη προστασία του Θεού. Αν και πέρασα αυτήν τη σοβαρή αρρώστια, έχω κερδίσει τόσα πολλά απ’ αυτή. Σ’ αυτήν τη ζωή, το να μπορώ να ακούω τόσο πολλά λόγια του Θεού και να μπορώ να κάνω το καθήκον μου είναι αρκετό. Αυτή είναι η χάρη του Θεού! Δεν ζητάω τίποτα άλλο. Ζητάω μόνο, κάθε μέρα που ζω, να μπορώ να κάνω το καθήκον μου για να ικανοποιήσω τον Θεό!» Όταν άκουσα τα λόγια της Γκουό Λι, ένιωσα και ντροπή και μεγάλη έμπνευση, και δεν φοβόμουν, επίσης, να βιώσω το έργο του Θεού. Δόξα τω Θεώ!