20. Απέβαλα τις έγνοιες και τις ανησυχίες μου για την αρρώστια
Τον Απρίλιο του 2024, οι πονοκέφαλοί μου έγιναν πιο έντονοι και, όταν ξυπνούσα το πρωί, είχα πρήξιμο και πόνο στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να νιώθω μια θολούρα και ζαλάδα. Το βράδυ, ένιωθα συχνά μούδιασμα στα χέρια και τα μπράτσα μου, ενώ ο αυχένας μου πονούσε τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να γυρίσω το κεφάλι μου. Σκεφτόμουν: «Είχα και παλιά πονοκεφάλους, αλλά συνήθως ήμουν καλύτερα το πρωί. Γιατί όταν ξυπνάω τώρα τελευταία, νιώθω το κεφάλι μου πρησμένο και βαρύ;» Πήγα στο νοσοκομείο για εξετάσεις, και ο γιατρός είπε πως ο εγκέφαλός μου δεν αιματωνόταν επαρκώς και είχα υψηλή πίεση. Πρόκειται για μια κοινή ασθένεια στους ηλικιωμένους που μπορεί να καταλήξει σε θανατηφόρα, και, αν ο ασθενής δεν λάβει θεραπεία, μπορεί να αποβεί μοιραία. Ο γιατρός μού έδωσε να πιω κατευθείαν ένα υγρό. Καθώς πήρα το φάρμακο, ένιωθα κάποια νευρικότητα, αφού σκεφτόμουν: «Είναι όντως τόσο σοβαρό; Πώς γίνεται αυτό; Μήπως ο γιατρός πάει να με τρομάξει; Εξάλλου, πιστεύω στον Θεό, κι Εκείνος με προσέχει και με προστατεύει!» Πήρα, λοιπόν, μόνο λίγο από το φάρμακο.
Πέρασε λίγος καιρός, αλλά οι πονοκέφαλοί μου δεν καλυτέρευσαν. Έψαξα κάποιες πληροφορίες στο διαδίκτυο και βρήκα πως, η υψηλή πίεση μπορεί να οδηγήσει σε εγκεφαλική αιμορραγία, ενώ η ανεπαρκής αιμάτωση του εγκεφάλου μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο. Αυτή η ασθένεια έχει πολύ υψηλό ποσοστό θνησιμότητας. Όταν το είδα αυτό, ένα κύμα ανησυχίας πλημμύρισε την καρδιά μου. Η θολούρα και οι ζαλάδες μου συνεχίζονταν. Εκτός αυτού, νύσταζα συνεχώς και δεν είχα ποτέ ενέργεια. Μέχρι και η ταχύτητα πληκτρολόγησής μου μειώθηκε πολύ, και οι αντιδράσεις μου έγιναν πιο αργές. Θυμήθηκα πως, όταν ήμουν οχτώ χρόνων, ο πατέρας μου έπαθε εγκεφαλική αιμορραγία. Ξεκίνησε με έναν πονοκέφαλο όταν αρρώστησε και, λίγες ημέρες αργότερα, άρχισε να δείχνει σημάδια άνοιας, και ένιωθε μούδιασμα στα χέρια και τα πόδια του. Λίγες ακόμη ημέρες μετά, έπαθε εγκεφαλικό και παρέλυσε από τη μία πλευρά. Μετά από αρκετούς μήνες θεραπείας, πέθανε. Αναδύθηκαν ξαφνικά οι έγνοιες και οι ανησυχίες μου, και αναρωτήθηκα: «Θα πάθω εγκεφαλικό σαν τον πατέρα μου; Αν γίνει κάτι τέτοιο, δεν θα είναι το τέλος μου; Πώς θα επιδίωκα την αλήθεια και θα έκανα το καθήκον μου τότε; Αν καταλήξω ημιπαράλυτη σαν τον πατέρα μου, όχι μόνο δεν θα μπορώ να κάνω το καθήκον μου, αλλά μπορεί ακόμη και να χάσω τη ζωή μου μια μέρα. Μετά από τόσα χρόνια πίστης στον Θεό, δεν θα χάσω στο τέλος τη σωτηρία; Κοντεύω τα εξήντα και έχω χρόνιες παθήσεις, όπως ρευματοειδή αρθρίτιδα, καθώς και προβλήματα στον τράχηλο και την οσφυϊκή μοίρα. Είμαι υπεύθυνη για το ευαγγελικό έργο σε αρκετές εκκλησίες. Όμως, με τόσα που έχω να κάνω, αν συνεχίσω να αγχώνομαι, θα χειροτερέψει η κατάσταση της υγείας μου;» Τότε θυμήθηκα έναν άντρα με τον οποίο δούλευα όταν ήμουν νέα, ο οποίος έλεγε τη μοίρα. Μου διάβασε την παλάμη, και είπε ότι θα πέθαινα από κάποια αρρώστια στα εξήντα. Τότε, δεν το πήρα σοβαρά. Πλέον, όμως, πλησίαζα σ’ αυτήν την ηλικία. Μήπως ήταν όντως αλήθεια πως θα ζούσα μόνο μέχρι τα εξήντα; Θεωρούσα πως, αν πράγματι πέθαινα, δεν θα μπορούσα να γίνω μάρτυρας της ομορφιάς της βασιλείας του Θεού. Αυτές οι σκέψεις με διατάραζαν και με αναστάτωναν, και μάλιστα παραπονιόμουν: «Κάνω το καθήκον μου τόσα χρόνια, παρόλο που πάσχω από τόσες ασθένειες. Γιατί δεν με έχει γιατρέψει ο Θεός;» Όσο το σκεφτόμουν, τόσο περισσότερο βυθιζόμουν στην απόγνωση. Προσάρμοσα, λοιπόν, τις ώρες που κοιμόμουν, και προσπάθησα να ξεκουράζομαι όσο το δυνατόν περισσότερο. Εκτός αυτού, έκανα γυμναστική και έψαχνα λαϊκά γιατροσόφια ως συμπλήρωμα της θεραπείας μου. Προτού καλά καλά το καταλάβω, κάθε μου σκέψη επικεντρωνόταν στη σωματική μου φροντίδα, και δεν ένιωθα πια αίσθημα φορτίου απέναντι στα καθήκοντά μου. Απλώς ανησυχούσα πως η πολλή δουλειά θα οδηγούσε πραγματικά στον θάνατό μου. Επειδή αργούσα τόσο πολύ να παρακολουθήσω το έργο, η αποτελεσματικότητα του ευαγγελικού έργου μειώθηκε σταδιακά. Παρ’ όλα αυτά, δεν ένιωθα πως ήταν επείγον να λύσω τα προβλήματα, με αποτέλεσμα το ευαγγελικό έργο σε αρκετές εκκλησίες να μείνει σχεδόν στάσιμο. Σκεφτόμουν, μάλιστα: «Μεγαλώνω, και πάσχω από τόσες ασθένειες. Ίσως να πρέπει να πω στους επικεφαλής πως θα πάω να κάνω τα καθήκοντά μου από το σπίτι, ώστε, αν χειροτερέψει η κατάσταση της υγείας μου, να με φροντίζει η οικογένειά μου». Στη συνέχεια, αρκετοί εργάτες του ευαγγελίου υπό την επίβλεψή μου ήταν σε κακή κατάσταση, κι η αποτελεσματικότητα του ευαγγελικού έργου όλο και μειωνόταν. Φοβήθηκα λιγάκι, συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν στη σωστή κατάσταση, κι έπειτα προσήλθα γρήγορα ενώπιον του Θεού για να προσευχηθώ: «Θεέ μου, επειδή διαγνώστηκα με ανεπαρκή αιμάτωση του εγκεφάλου και υψηλή πίεση, φοβάμαι πως θα πάθω εγκεφαλικό, θα μείνω παράλυτη και θα πεθάνω, όπως ο πατέρας μου. Αυτό με έχει κάνει να μη θέλω να καταβάλω προσπάθεια ούτε να αγχώνομαι για τα καθήκοντά μου, με αποτέλεσμα να μειωθεί σοβαρά η αποτελεσματικότητα του ευαγγελικού έργου. Θεέ μου, είμαι πρόθυμη να μετανοήσω και να αναζητήσω την αλήθεια για να αποβάλω τις έγνοιες και τις ανησυχίες που έχω για την αρρώστια. Σε παρακαλώ, καθοδήγησέ με».
Αργότερα, έψαξα συνειδητά να διαβάσω λόγια του Θεού που μιλούν για τις ασθένειες. Διάβασα τα εξής λόγια του Θεού: «Έπειτα υπάρχουν κι εκείνοι που αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας, έχουν αδύναμη κράση και τους λείπει ενέργεια, αρρωσταίνουν συχνά, είτε βαριά είτε ελαφριά, δεν μπορούν να κάνουν ούτε τα βασικά στην καθημερινότητά τους, ή να ζήσουν ή να ενεργούν σαν κανονικοί άνθρωποι. Τέτοιοι άνθρωποι συχνά νιώθουν άβολα και δεν αισθάνονται καλά ενώ κάνουν τα καθήκοντά τους· κάποιοι είναι σωματικά αδύναμοι, άλλοι έχουν κάποια πραγματική ασθένεια, ενώ άλλοι πάσχουν από κάποιου είδους γνωστή ή δυνητική αρρώστια. Βυθίζονται συχνά σε αρνητικά συναισθήματα και νιώθουν αγωνία, άγχος και ανησυχία λόγω των πρακτικών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν. Γιατί νιώθουν αγωνία, άγχος και ανησυχία; Ανησυχούν για το εξής: “Μήπως η υγεία μου θα πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο αν συνεχίσω να κάνω έτσι το καθήκον μου, να δαπανώ έτσι τον εαυτό μου και να τρέχω δεξιά κι αριστερά για τον Θεό, με αποτέλεσμα να νιώθω μονίμως τόσο κουρασμένος; Όταν γίνω σαράντα ή πενήντα χρονών, θα είμαι καθηλωμένος στο κρεβάτι;” Ευσταθούν αυτές οι ανησυχίες; Αν ναι, προσφέρει κανείς έναν τρόπο να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα; Ποιος θα πάρει την ευθύνη γι’ αυτό; Ποιος θα λογοδοτήσει; Οι άνθρωποι που είναι σωματικά αδύναμοι και έχουν κακή κράση νιώθουν αγωνία, άγχος και ανησυχία για τέτοια πράγματα» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (3)]. «Αν και η γέννηση, τα γηρατειά, η αρρώστια και ο θάνατος είναι όλα τους μέσα στη ζωή και αναπόφευκτα για όλους τους ανθρώπους, κάποιοι που πάσχουν μια κάποια ιδιαίτερη ασθένεια ή έχουν συγκεκριμένη κράση βυθίζονται στην αγωνία, το άγχος και την ανησυχία για τις δυσκολίες και τις ασθένειες της σάρκας, είτε εκτελούν τα καθήκοντά τους είτε όχι. Ανησυχούν για την αρρώστια τους, για τις πολλές ταλαιπωρίες που μπορεί να τους προκαλέσει, για το αν θα επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας τους, για τις συνέπειες που θα υπάρξουν αν συμβεί αυτό και για το αν θα πεθάνουν απ’ αυτήν την αρρώστια. Σε ειδικές καταστάσεις και υπό ορισμένες συνθήκες, αυτά τα ερωτήματα τους κάνουν να βυθίζονται στην αγωνία, το άγχος και την ανησυχία και να μην μπορούν να απελευθερωθούν. Ορισμένοι άνθρωποι, μάλιστα, ζουν μες στην αγωνία, το άγχος και την ανησυχία εξαιτίας μιας σοβαρής αρρώστιας που ξέρουν ότι ήδη έχουν ή κάποιας λανθάνουσας νόσου που δεν μπορούν με τίποτα να αποφύγουν. Αυτά τα αρνητικά συναισθήματα τους επηρεάζουν, τους ελέγχουν και έχουν επίδραση πάνω τους» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (3)]. Ο Θεός εξέθεσε ακριβώς την κατάστασή μου. Είδα ότι έπασχα από πολλές αρρώστιες, κι ο γιατρός είπε, επίσης, πως έπασχα και από μια ίσως θανατηφόρα ασθένεια, ενώ διαπίστωσα πως τα φάρμακα δεν βοηθούσαν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να με τρώνε διαρκώς οι έγνοιες και οι ανησυχίες, και κάθε μου σκέψη να επικεντρώνεται στη σωματική μου φροντίδα. Δεν ένιωθα πια αίσθημα φορτίου απέναντι στα καθήκοντά μου ούτε ήμουν πρόθυμη να καταβάλω προσπάθεια ή να κάνω θυσίες. Φοβόμουν πως, όσο περισσότερη προσπάθεια κατέβαλλα, τόσο θα επιδεινώνονταν οι παθήσεις μου, δηλαδή η ανεπαρκής αιμάτωση του εγκεφάλου και η υψηλή μου πίεση, και πως, αν πάθαινα ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, δεν θα μπορούσα να κάνω τα καθήκοντά μου. Εκείνη την περίοδο, ένιωθα μούδιασμα στα χέρια και τα μπράτσα κάθε μέρα, και ανησυχούσα πως, αν χειροτέρευαν αυτά τα συμπτώματα, θα έμενα ημιπαράλυτη σαν τον πατέρα μου, και στο τέλος, μάλιστα, θα πέθαινα. Ακόμη κι αν δεν πέθαινα και έμενα φυτό, πώς θα μπορούσα να κάνω τα καθήκοντά μου και να ετοιμάσω καλές πράξεις για να σωθώ και να εισέλθω στη βασιλεία των ουρανών; Θυμήθηκα, επίσης, πως όταν ήμουν νέα, κάποιος μου είχε πει τη μοίρα και είχε πει πως θα πέθαινα στα 60 από κάποια αρρώστια. Εφόσον πλησίαζα τα εξήντα, φοβόμουν ακόμη περισσότερο για το αν όντως θα πέθαινα. Μ’ έτρωγαν διαρκώς οι έγνοιες και οι ανησυχίες, και δεν ήμουν επικεντρωμένη στα καθήκοντά μου. Όταν προέκυπταν προβλήματα στο έργο μου, δεν ένιωθα πως ήταν επείγον να τα λύσω, πράγμα που οδήγησε σε σοβαρή μείωση της αποτελεσματικότητας του ευαγγελικού έργου. Προσήλθα γρήγορα ενώπιον του Θεού για να αναζητήσω την αλήθεια, ώστε να απαλλαγώ απ’ τις έγνοιες και τις ανησυχίες μου.
Διάβασα τα λόγια του Θεού: «Όταν αρρωσταίνεις, από τη μία πλευρά, αυτό έχει σκοπό να αποκαλύψει όλες τις παράλογες απαιτήσεις σου και τις μη ρεαλιστικές φαντασιοκοπίες και αντιλήψεις σου για τον Θεό, και από την άλλη πλευρά, έχει σκοπό να δοκιμάσει την πίστη σου στον Θεό και την υποταγή σου σε Εκείνον. Αν περάσεις τη δοκιμασία σε αυτά τα ζητήματα, τότε έχεις αληθινή μαρτυρία και πραγματική απόδειξη της πίστης σου στον Θεό, της αφοσίωσής σου στον Θεό και της υποταγής σου σε Εκείνον. Αυτό ακριβώς θέλει ο Θεός, και είναι αυτό που θα πρέπει να διαθέτει και να βιώνει ένα δημιουργημένο ον. Δεν είναι όλα αυτά θετικά πράγματα; (Είναι.) Όλα αυτά είναι πράγματα που θα πρέπει να επιδιώκουν οι άνθρωποι. Επιπλέον, αν ο Θεός μπορεί να σε αφήσει να αρρωστήσεις, δεν μπορεί επίσης να απομακρύνει την αρρώστια σου ανά πάσα στιγμή και οπουδήποτε; (Μπορεί.) Δεν μπορεί, λοιπόν, επίσης να κάνει την αρρώστια να παραμείνει σε εσένα και να μην υποχωρήσει; (Μπορεί.) Κι αν ο Θεός κάνει την αρρώστια σου να παραμείνει σε εσένα, θα εξακολουθείς να είσαι σε θέση να κάνεις το καθήκον σου; Θα εξακολουθείς να είσαι σε θέση να παραμείνεις σταθερός στην πίστη σου στον Θεό; Δεν θα είναι αυτό μια δοκιμασία για σένα; (Θα είναι.) Αν αρρωστήσεις και αναρρώσεις μετά από λίγες μέρες ή έναν με δύο μήνες, και δεν έχει αποκαλυφθεί πώς είναι η πίστη σου στον Θεό και η αφοσίωση και η υποταγή σου σε Εκείνον, τότε δεν μπορεί να προσδιοριστεί αν έχεις μαρτυρία ή όχι. Είναι εύκολο για έναν άνθρωπο να ανεχτεί μια αρρώστια που διαρκεί μόνο λίγες μέρες ή έναν με δύο μήνες. Αν, όμως, η αρρώστια συνεχιστεί για δύο ή τρία χρόνια, και η πίστη σου και η υποταγή και η αφοσίωσή σου στον Θεό δεν αλλάξουν, αλλά αντ’ αυτού γίνουν ολοένα και πιο πρακτικές, δεν θα έχεις τότε μαρτυρία; (Ναι.) Αυτό είναι ανάπτυξη στη ζωή, και αυτό είναι ένα κέρδος. Επομένως, όσο κάποιος που επιδιώκει αληθινά την αλήθεια είναι άρρωστος, βιώνει τα διάφορα οφέλη που επιφέρει η αρρώστια του, και δεν βιάζεται να απαλλαγεί από αυτή. Δεν ανησυχεί για το τι συνέπειες ή προβλήματα θα προκληθούν αν η αρρώστια του τραβήξει σε μάκρος, αν θα χειροτερέψει ή αν θα πεθάνει. Ενώ δεν ανησυχεί γι’ αυτά τα πράγματα, είναι επίσης σε θέση να εισέλθει ενεργά, και να αναζητήσει την αλήθεια για να εξαλείψει τις διεφθαρμένες διαθέσεις του και τις παράλογες απαιτήσεις του από τον Θεό, και με αυτόν τον τρόπο να επιτύχει αληθινή πίστη, αφοσίωση και υποταγή στον Θεό. Φτάνει στο σημείο να έχει μαρτυρία, και επίσης κερδίζει πάρα πολλά όσον αφορά τη ζωή-είσοδό του και την αλλαγή της διάθεσής του, και χτίζει ένα γερό θεμέλιο προκειμένου να φτάσει στη σωτηρία. Πόσο υπέροχο είναι αυτό!» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (4)]. «Ο Θεός θέλει να σε σώσει και να σε καθάρει μέσω της αρρώστιας. Τι θέλει να καθάρει σ’ εσένα; Θέλει να καθάρει όλες τις εξωφρενικές επιθυμίες και απαιτήσεις που προβάλλεις στον Θεό, και ακόμα να καθάρει τους διάφορους υπολογισμούς, κρίσεις και σχέδια που κάνεις πάση θυσία για να επιβιώσεις και να κρατηθείς στη ζωή. Ο Θεός δεν σου επιτρέπει να κάνεις σχέδια, δεν σου επιτρέπει να κρίνεις και δεν σου επιτρέπει να επιθυμείς τίποτα εξωφρενικό από Αυτόν· απαιτεί μόνο να υποτάσσεσαι σε Αυτόν και, κατά την άσκηση και την εμπειρία της υποταγής, να καταφέρεις να γνωρίσεις τη δική σου στάση απέναντι στην αρρώστια, και τη στάση σου απέναντι σ’ αυτές τις σωματικές καταστάσεις που σου δίνει Εκείνος, καθώς και τις προσωπικές σου επιθυμίες. Όταν γνωρίσεις αυτά τα πράγματα, τότε μπορείς να εκτιμήσεις πόσο ωφέλιμες είναι για σένα οι συνθήκες της ασθένειας που διαμόρφωσε για σένα ο Θεός ή οι σωματικές συνθήκες που σου έδωσε. Μπορείς να κατανοήσεις πόσο ωφέλιμες είναι για την αλλαγή της διάθεσής σου, για την επίτευξη της σωτηρίας σου και για τη ζωή-είσοδό σου. Γι’ αυτό και, όταν σου έρθει η αρρώστια, δεν πρέπει να αναρωτιέσαι συνεχώς πώς μπορείς να την ξεφορτωθείς ή να γλιτώσεις απ’ αυτήν, ή να την απορρίψεις» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (3)]. Από τα λόγια του Θεού, κατάλαβα την πρόθεσή Του. Ο Θεός, κάνοντάς με να βιώσω αυτήν την αρρώστια, είτε μου έπαιρνε πολύ είτε λίγο καιρό να αναρρώσω απ’ αυτήν, και είτε Εκείνος με γιάτρευε είτε όχι, ήθελε να δει αν είχα αληθινή υποταγή ενώ ήμουν άρρωστη. Ο Θεός ήθελε να εξετάσει αν ήμουν αφοσιωμένη στα καθήκοντά μου και, το σημαντικότερο, να εξαγνίσει και να αλλάξει τη διεφθαρμένη διάθεσή μου. Όταν άκουσα, όμως, τον γιατρό να λέει πως είχα μια επικίνδυνη ασθένεια, με κατέκλυσαν αμέσως έγνοιες και ανησυχίες. Φοβόμουν πως η υγεία μου θα χειροτέρευε ή πως η αρρώστια μου θα οδηγούσε μέχρι και σε μερική παράλυση, όπως και φοβόμουν πως, αν η υγεία μου χειροτέρευε και πέθαινα, δεν θα σωζόμουν ούτε θα εισερχόμουν στη βασιλεία των ουρανών. Όχι μόνο δεν είχα πίστη και υποταγή στον Θεό, αλλά χρησιμοποίησα και το γεγονός πως έφυγα από το σπίτι μου για να κάνω τα καθήκοντά μου ως διαπραγματευτικό χαρτί για να προσπαθήσω να επιχειρηματολογήσω με τον Θεό. Παραπονιόμουν για τον Θεό επειδή δεν με απάλλαξε από την αρρώστια μου, ενώ σκέφτηκα μέχρι και να εγκαταλείψω το έργο της εκκλησίας που είχα να κάνω και να πάω να κάνω τα καθήκοντά μου από το σπίτι. Είχα καθόλου υποταγή ή αφοσίωση στον Θεό; Παλιά, όταν οι πονοκέφαλοί μου διαρκούσαν λίγη ώρα και ήταν ήπιοι, μπορούσα να επιμείνω στα καθήκοντά μου και ένιωθα πως ήμουν πολύ αφοσιωμένη στον Θεό. Τη χρονιά εκείνη, όμως, που έκανα εξετάσεις και διαπιστώθηκε πως, αν δεν λάμβανα θεραπεία για την πάθησή μου, μπορεί να απέβαινε μοιραία, δεν ήθελα να κάνω θυσίες στα καθήκοντά μου, και τα έκανα με το πάσο μου και επιπόλαια, πράγμα που καθυστέρησε σοβαρά το ευαγγελικό έργο πολλών εκκλησιών. Είδα ότι ήμουν τελείως εγωίστρια και ποταπή, καθώς και ότι δεν είχα αληθινή υποταγή στον Θεό. Αυτή η αρρώστια με αποκάλυψε τελείως. Αν δεν μου είχε συμβεί αυτό, θα είχα τοποθετήσει ξεδιάντροπα στο κεφάλι μου έναν στέφανο αφοσίωσης και υποταγής στον Θεό. Ο Θεός χρησιμοποιούσε την αρρώστια μου για να με εξαγνίσει και να με σώσει. Αυτή η αρρώστια ήταν ένα πλουσιοπάροχο γεύμα που είχε θέσει μπροστά μου ο Θεός! Όταν κατάλαβα την πρόθεση του Θεού, ένιωσα πολύ πιο ήρεμη μέσα μου. Προσευχήθηκα, λοιπόν, στον Θεό: «Θεέ μου, είτε η κατάσταση της υγείας μου βελτιωθεί είτε χειροτερέψει, είμαι πρόθυμη να κάνω πέρα τις έγνοιες και τις ανησυχίες μου, να υποταχθώ στις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις Σου, και να κάνω γρήγορα τα καθήκοντά μου με όλη την καρδιά μου. Σε παρακαλώ, να με καθοδηγείς ώστε να συνεχίσω να κάνω αυτοκριτική και να παίρνω μαθήματα».
Έκανα πάλι την αυτοκριτική μου. Διερωτήθηκα γιατί μετά από τόσα χρόνια πίστης στον Θεό, όταν δεν βελτιώθηκε η υγεία μου, έχασα την πίστη μου στον Θεό και δεν είχα κίνητρο να κάνω τα καθήκοντά μου. Κατά την αυτοκριτική μου, σκέφτηκα τα λόγια του Θεού: «Η αφοσίωσή σας είναι μόνο στα λόγια, η γνώση σας είναι απλώς αυτή των σκέψεων και των αντιλήψεων, οι κόποι σας είναι για να κερδίσετε τις ευλογίες του ουρανού, κι έτσι, πώς είναι άραγε η πίστη σας; Ακόμη και σήμερα κωφεύετε σε κάθε λέξη της αλήθειας» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Όταν πλέον δεις το πνευματικό σώμα του Ιησού, ο Θεός θα έχει φτιάξει εκ νέου ουρανό και γη). Τα λόγια του Θεού πέτυχαν διάνα σε ό,τι αφορά τις ποταπές προθέσεις μου. Φαινόταν πως έκανα τα καθήκοντά μου, θυσίαζα πράγματα και δαπανούσα τον εαυτό μου για τον Θεό πολλά χρόνια, αλλά μέσα μου είχα την πρόθεση να λάβω ευλογίες. Σκεφτόμουν πως, εφόσον είχα επιμείνει στα καθήκοντά μου ενώ ήμουν άρρωστη τόσα χρόνια, ακόμη κι αν δεν είχα αξία, τουλάχιστον είχα δουλέψει σκληρά, και προσπάθησα να χρησιμοποιήσω αυτά τα πράγματα ως κεφάλαιο για να κάνω παζάρια με τον Θεό για τις ευλογίες της βασιλείας των ουρανών. Όταν είδα πως η πάθησή μου μπορεί να οδηγήσει σε παράλυση ή ακόμα και σε θάνατο, και οι ελπίδες μου να εισέλθω στη βασιλεία των ουρανών κόντευαν να γκρεμιστούν, εκτέθηκε πλήρως η φύση μου, ότι πρόδιδα, δηλαδή, τον Θεό. Άρχισα να χάνω το αίσθημα φορτίου που είχα απέναντι στα καθήκοντά μου και οι σκέψεις μου επικεντρώνονταν στο να βρω λαϊκά γιατροσόφια για την αρρώστια μου. Δεν ήθελα να μπω στον κόπο να διορθώσω την πτωτική πορεία της αποτελεσματικότητας του ευαγγελικού έργου και απλώς φοβόμουν πως, αν δούλευα πολύ σκληρά και πέθαινα δεν θα λάμβανα τις ευλογίες της βασιλείας των ουρανών. Σκέφτηκα μέχρι κι ένα εφεδρικό σχέδιο: να παρατήσω τις εργασίες που είχα να κάνω και να πάω σπίτι. Είδα πως πραγματικά δεν ήμουν καθόλου αφοσιωμένη και πως έκανα τα καθήκοντά μου μόνο για να λάβω ευλογίες. Αν δεν είχα αποκαλυφθεί μέσα απ’ αυτήν την αρρώστια, δεν θα είχα αντιληφθεί τις ποταπές προθέσεις αναζήτησης ευλογιών που είχα στην πίστη μου ούτε τις παράλογες απαιτήσεις που έθετα στον Θεό. Ήταν πραγματικά ξεδιάντροπο ένας άνθρωπος σαν εμένα, γεμάτος διεφθαρμένες διαθέσεις, να εξακολουθεί να θέλει να εισέλθει στη βασιλεία και να απολαύσει τις ευλογίες του Θεού! Ένιωσα χρέος κι ενοχές. Είμαι ένα δημιούργημα, και είναι απόλυτα φυσιολογικό και δικαιολογημένο να κάνω τα καθήκοντά μου. Είχα απολαύσει πάρα πολλή παροχή της αλήθειας από τον Θεό, οπότε έπρεπε να εκπληρώσω άνευ όρων τα καθήκοντά μου για να ανταποδώσω την αγάπη του Θεού.
Αργότερα, μέσα από την ανάγνωση των λόγων του Θεού, κατάλαβα πιο καθαρά τον θάνατο. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Το ζήτημα του θανάτου είναι ίδιο στη φύση του με οποιοδήποτε άλλο σημαντικό γεγονός στη ζωή· κανένα από αυτά τα πράγματα δεν εξαρτάται από την ανθρώπινη επιλογή, πόσο μάλλον μπορεί να αλλάξει από την ανθρώπινη θέληση· αντιθέτως, όλα βρίσκονται υπό τον προκαθορισμό και την κυριαρχία του Δημιουργού. Αν κάποιος παρακαλούσε να πεθάνει, δεν θα πέθαινε απαραίτητα· αν παρακαλούσε να ζήσει, δεν θα ζούσε απαραίτητα. Όλα αυτά υπόκεινται στην κυριαρχία και τον προκαθορισμό του Θεού, αλλάζουν και αποφασίζονται με την εξουσία του Θεού, τη δίκαιη διάθεσή Του και την κυριαρχία και τις διευθετήσεις Του. Αν, λοιπόν, σε βρει μια σοβαρή αρρώστια, μια ενδεχομένως θανατηφόρα ασθένεια, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα πεθάνεις. Ποιος αποφασίζει αν θα πεθάνεις ή όχι; (Ο Θεός.) Το αποφασίζει ο Θεός. Και εφόσον το αποφασίζει ο Θεός και οι άνθρωποι δεν μπορούν να αποφασίσουν κάτι τέτοιο, για ποιο λόγο νιώθουν άγχος και οδύνη; Είναι σαν τα υπόλοιπα πράγματα που δεν μπορείς να επιλέξεις, όπως ποιοι θα είναι οι γονείς σου και πότε και πού θα γεννηθείς. Η σοφότερη επιλογή σ’ αυτά τα θέματα είναι να αφήσεις τα πράγματα να ακολουθήσουν τη φυσική τους πορεία, να υποταχθείς και να μην κάνεις τις δικές σου επιλογές, να μην αφιερώνεις σκέψη ή ενέργεια σ’ αυτό το ζήτημα, και να μη νιώθεις οδύνη, άγχος και ανησυχία γι’ αυτό. Εφόσον οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν τις δικές τους επιλογές, θα ήταν ανόητο και ασύνετο να αφιερώνουν πολλή ενέργεια και σκέψη σ’ αυτό το ζήτημα. Αυτό που οφείλουν να κάνουν όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με το άκρως σημαντικό ζήτημα του θανάτου δεν είναι να νιώσουν οδύνη, άγχος και φόβο γι’ αυτό, αλλά τι; Θα πρέπει να περιμένουν, έτσι δεν είναι; (Ναι.) Σωστά; Το ότι περιμένουν σημαίνει ότι περιμένουν τον θάνατο; Ότι περιμένουν να πεθάνουν ενώ αντιμετωπίζουν τον θάνατο; Είναι σωστό αυτό; (Όχι, θα πρέπει να τον αντιμετωπίζουν θετικά και να υποτάσσονται.) Σωστά, δεν σημαίνει ότι περιμένουν τον θάνατο. Μη σε παραλύει ο θάνατος και μη χρησιμοποιείς όλη σου την ενέργεια στο να σκέφτεσαι τον θάνατο. Μην κάθεσαι και σκέφτεσαι όλη μέρα: “Θα πεθάνω; Πότε θα πεθάνω; Τι θα κάνω αφού πεθάνω;” Μην το σκέφτεσαι καθόλου. Κάποιοι άνθρωποι λένε: “Γιατί να μην το σκέφτομαι; Γιατί να μην το σκέφτομαι όταν πρόκειται να πεθάνω;” Επειδή δεν ξέρεις αν θα πεθάνεις ή όχι, ούτε ξέρεις αν ο Θεός θα σου επιτρέψει να πεθάνεις· αυτά τα πράγματα σου είναι άγνωστα. Ειδικότερα, δεν ξέρεις πότε θα πεθάνεις, πού θα πεθάνεις, τι ώρα θα πεθάνεις ή πώς θα νιώθεις σωματικά όταν πεθάνεις. Αν σπας το κεφάλι σου και σκέφτεσαι και συλλογίζεσαι πράγματα που δεν γνωρίζεις, αν ανησυχείς και αγχώνεσαι γι’ αυτά, αυτό δεν σημαίνει πως είσαι ανόητος; Εφόσον σημαίνει πως είσαι ανόητος, δεν θα πρέπει να σπας το κεφάλι σου γι’ αυτά τα πράγματα» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (4)]. «Ναι μεν ακολουθείς τον Θεό και λες ότι πιστεύεις σ’ Αυτόν, αλλά ταυτόχρονα σε ελέγχουν και σε αναστατώνουν οι προκαταλήψεις. Είσαι ικανός μέχρι και να ακολουθήσεις τις σκέψεις που εμφυσούν στους ανθρώπους οι προκαταλήψεις, και το πιο σοβαρό είναι ότι κάποιοι από σας φοβάστε αυτές τις σκέψεις και τα γεγονότα που έχουν σχέση με τις προκαταλήψεις, πράγμα που αποτελεί τη μεγαλύτερη βλασφημία του Θεού. Όχι μόνο δεν μπορείς να καταθέσεις μαρτυρία για τον Θεό, αλλά και ακολουθείς τον Σατανά και αντιστέκεσαι μαζί του στην κυριαρχία του Θεού, πράγμα που αποτελεί βλασφημία εναντίον Του» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (16)]. Η κρίση των λόγων του Θεού με έκανε να νιώσω φόβο. Σκέφτηκα ότι η υγεία μου είχε επιδεινωθεί τον τελευταίο καιρό και ότι ο γιατρός είχε πει πως έπασχα από μια επικίνδυνη ασθένεια, και θυμήθηκα κι αυτό που μου είχε πει κάποτε ένας χειρομάντης, ότι δηλαδή θα πέθαινα από μια αρρώστια στην ηλικία των εξήντα, και με κατέκλυσαν κατευθείαν έγνοιες και ανησυχίες. Φοβόμουν πως μπορεί όντως να πέθαινα, οπότε δοκίμασα κάθε λογής θεραπείες, ελπίζοντας να απαλλαγώ γρήγορα απ’ αυτήν την ασθένεια. Τώρα που το σκέφτομαι, βλέπω πως ήμουν πραγματικά τυφλή και αδαής! Η ζωή και ο θάνατός μου βρίσκονται στα χέρια του Θεού, και το πότε και το πώς θα πεθάνω υπόκεινται στον προκαθορισμό και την κυριαρχία του Θεού. Είτε είμαι άρρωστη είτε όχι, όταν έρθει η προκαθορισμένη ώρα μου, θα πεθάνω ακόμη κι αν δεν είμαι άρρωστη. Δεν έχει φτάσει, όμως, ακόμα η προκαθορισμένη ώρα και, ακόμη κι αν αρρωστήσω βαριά, δεν θα πεθάνω. Δεν καταλάβαινα, ωστόσο, την εξουσία και την κυριαρχία του Θεού, με επηρέαζαν και με αναστάτωναν τα λόγια ενός χειρομάντη, και φοβόμουν μη βγουν όντως αληθινά τα λόγια του. Ποια ήταν η θέση του Θεού μες στην καρδιά μου; Δεν αρνούμουν έτσι τον προκαθορισμό και την κυριαρχία του Θεού; Αυτό συνιστούσε βλασφημία κατά του Θεού! Ήμουν πολύ μπερδεμένη και ήθελα μέχρι και να με χαστουκίσω. Σκέφτηκα τον πατέρα μου, ο οποίος ξόδεψε πολλά χρήματα σε θεραπείες, αλλά δεν κατάφερε να γιατρευτεί. Πέθανε στην ηλικία των σαράντα. Αυτή ήταν η μοίρα του. Όταν ήρθε η προκαθορισμένη ώρα του, κανείς δεν μπορούσε να τον κρατήσει ζωντανό. Από την άλλη, είχα δει και τον παππού μιας αδελφής, ο οποίος είχε καρκίνο πάνω από δέκα χρόνια. Οι γιατροί είπαν πως δεν του απόμενε πολύς χρόνος, αλλά έζησε πολλά χρόνια ακόμα μετά τη διάγνωσή του, χωρίς θεραπεία. Πήγαινε τακτικά στην αγορά ακόμη και αφού πέρασε τα εβδομήντα. Αν και πάσχω από αρκετές αρρώστιες, το αν θα επιδεινωθεί η υγεία μου, το αν οι παθήσεις μου προκαλέσουν εγκεφαλικό ή ακόμη και παράλυση και θάνατο, είναι πράγματα που δεν μπορώ να προβλέψω ή να ελέγξω. Βρέθηκα, όμως, παγιδευμένη στις έγνοιες και τις ανησυχίες, χωρίς να θέλω να κάνω τα καθήκοντά μου με την καρδιά μου. Δεν ήταν ανόητο αυτό εκ μέρους μου; Είτε ζήσω είτε πεθάνω, θα πρέπει να υποταχθώ στον προκαθορισμό και τις διευθετήσεις του Θεού, και να μην ανησυχώ ούτε να προβληματίζομαι για πράγματα που δεν μπορώ να προβλέψω ή να ελέγξω. Εφόσον το μυαλό μου δουλεύει κανονικά και έχω ακόμα την ενέργεια να κάνω τα καθήκοντά μου, έπρεπε να αλλάξω γρήγορα την κατάστασή μου, να προσαρμόσω τη νοοτροπία μου, να αφοσιωθώ στα καθήκοντά μου, να κάνω ό,τι μπορώ για να λύσω τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ευαγγελικό έργο, να διορθώσω την αρνητική κατάσταση των αδελφών, να τους παρακινήσω να κηρύττουν το ευαγγέλιο και να καταθέτουν μαρτυρία στον Θεό, και να φέρω στον οίκο του Θεού περισσότερους ανθρώπους που διψούν για την εμφάνιση του Θεού, ώστε να λάβουν τη σωτηρία Του. Έτσι, ακόμη κι αν πεθάνω, δεν θα μετανιώνω για τίποτα.
Αργότερα, διάβασα κι άλλα λόγια του Θεού: «Ποια είναι η αξία της ζωής ενός ανθρώπου; Είναι απλώς για χάρη των σαρκικών απολαύσεων, όπως το φαγητό, το ποτό και η διασκέδαση; (Όχι, δεν είναι αυτή.) Τότε, ποια είναι; Μοιραστείτε τις σκέψεις σας. (Το να εκπληρώνει το καθήκον ενός δημιουργήματος. Αυτό είναι το ελάχιστο που οφείλει να καταφέρει κάποιος στη ζωή του.) Σωστά. […] Από μία άποψη, έχει να κάνει με την εκπλήρωση του καθήκοντος ενός δημιουργήματος. Από μία άλλη άποψη, αφορά το να κάνεις καλά όλα όσα είσαι ικανός να κάνει και όλα όσα μπορείς να κατορθώσεις, φτάνοντας τουλάχιστον στο σημείο όπου δεν σε τύπτει η συνείδησή σου, έχεις καθαρή τη συνείδησή σου και οι άλλοι σε θεωρούν αποδεκτό. Αν το πάμε ένα βήμα παραπέρα, σε όποια οικογένεια κι αν γεννήθηκες και όποιο κι αν είναι το μορφωτικό σου υπόβαθρο και το επίπεδό σου, πρέπει να αναλογιστείς ποιες είναι οι πιο σημαντικές αλήθειες για να κατανοήσουν οι άνθρωποι στη ζωή. Για παράδειγμα, ποιο μονοπάτι οφείλουν να ακολουθήσουν, καθώς και πώς πρέπει να ζουν μια ζωή με νόημα· δεν μπορείς να ζεις μάταια ούτε πρέπει να έρχεσαι μάταια σ’ αυτόν τον κόσμο. Από μία άλλη άποψη, πρέπει κατά τη διάρκεια της ζωής σου να εκπληρώσεις την αποστολή σου· αυτό είναι το πιο σημαντικό. Δεν θα πω ότι πρέπει να ολοκληρώσεις κάποια σπουδαία αποστολή ή ευθύνη, ή κάποιο σπουδαίο καθήκον. Πρέπει όμως να καταφέρεις τουλάχιστον κάτι. Στην εκκλησία, για παράδειγμα, κάποιοι άνθρωποι καταβάλλουν κάθε προσπάθεια στο καθήκον του κηρύγματος του ευαγγελίου, αφιερώνουν σ’ αυτό όλη τους την ενέργεια και τη ζωή τους, πληρώνουν μεγάλο τίμημα και κερδίζουν πολλούς ανθρώπους. Λόγω αυτού, νιώθουν πως η ζωή τους δεν ήταν μάταιη, και πως έχει αξία και τους φέρνει παρηγοριά. Όταν αντιμετωπίζουν την ασθένεια και τον θάνατο ή όταν κάνουν τον απολογισμό ολόκληρης της ζωής τους, ανατρέχουν σε όλα όσα έκαναν, στο μονοπάτι που ακολούθησαν, και βρίσκουν παρηγοριά στην καρδιά τους· δεν κατηγορούν τον εαυτό τους και δεν μετανιώνουν για τίποτα. […] Η αξία της ανθρώπινης ζωής και το σωστό μονοπάτι που πρέπει να ακολουθεί κανείς έγκεινται στο να κατορθώσει κάτι που έχει αξία και να ολοκληρώσει ένα ή κάμποσα αντικείμενα του έργου που έχουν αξία. Αυτό δεν μπορεί να αποκληθεί “καριέρα”· αποκαλείται αλλά “το σωστό μονοπάτι” και “η σωστή εργασία”. Πείτε Μου, αξίζει να πληρώσει ένας άνθρωπος το τίμημα ώστε να ολοκληρώσει κάποιο έργο που έχει αξία, να ζήσει μια ζωή που έχει νόημα και αξία, και να επιδιώξει και να κερδίσει την αλήθεια; (Ναι.) Αν επιθυμείς πραγματικά να επιδιώξεις να κατανοήσεις την αλήθεια, να αρχίσεις να βαδίζεις στο σωστό μονοπάτι στη ζωή, να εκπληρώσεις καλά το καθήκον σου και να ζήσεις μια ζωή που έχει νόημα και αξία, τότε δεν θα διστάσεις να δώσεις όλη την ενέργειά σου, να πληρώσεις κάθε τίμημα, και να αφιερώσεις όλον τον χρόνο σου και την κάθε μέρα σου σ’ αυτό. Αν αντιμετωπίσεις κάποια μικροασθένεια κατά την περίοδο αυτή, δεν έχει σημασία· δεν θα σε καταβάλει. Κάτι τέτοιο δεν είναι μακράν ανώτερο από μια ζωή ευκολίας, ελευθερίας και απραξίας, μια ζωή όπου φροντίζεις το σώμα σου και το κρατάς καλοθρεμμένο και υγιές, για να πετύχεις τελικά τη μακροζωία; (Ναι.) Ποια από τις δύο αυτές επιλογές είναι μια ζωή που έχει αξία; Ποια μπορεί να φέρει παρηγοριά στους ανθρώπους και να τους γλιτώνει από τύψεις όταν αντιμετωπίσουν στο τέλος της ζωής τους τον θάνατο; (Το να ζήσουν μια ζωή με νόημα.) Το να ζήσεις μια ζωή με νόημα σημαίνει ότι θα έχεις κερδίσει την αλήθεια· μέσα σου θα νιώθεις παρηγοριά και θα χαίρεσαι» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (6)]. Υπό την καθοδήγηση των λόγων του Θεού, κατάλαβα πώς μπορεί να ζει κανείς μια ζωή με νόημα και αξία, και η καρδιά μου πήρε πολύ κουράγιο. Είμαι ένας άνθρωπος που έχει διαφθαρεί από τον Σατανά. Σήμερα, όμως, με έχει εξυψώσει ο Θεός, και μπορώ να κάνω το καθήκον μου ως δημιούργημα, να ζω για να κηρύττω το ευαγγέλιο και να καταθέτω μαρτυρία στον Δημιουργό, και να οδηγήσω στον Θεό όσους ζουν μες στα βάσανα και το σκοτάδι, ώστε να λάβουν τη σωτηρία Του. Αυτό έχει τεράστια αξία και σημασία! Είμαστε κατώτεροι κι απ’ το χώμα, κι όμως ο Θεός μάς φέρεται με χάρη. Απολαμβάνουμε την παροχή πάρα πολλών λόγων του Θεού, κατανοούμε πάρα πολλές αλήθειες και μυστήρια, κάνουμε το καθήκον μας ως δημιουργήματα, και μπορούμε να λάβουμε τη σωτηρία του Θεού και να επιζήσουμε από τις μεγάλες καταστροφές. Πρόκειται για τεράστια ευλογία! Αν χάναμε αυτήν την άκρως σπάνια ευκαιρία, θα το μετανιώναμε φριχτά. Αν φροντίζω μόνο το σώμα μου και δεν θέλω να καταβάλω προσπάθεια για το καθήκον μου ούτε να κάνω θυσίες γι’ αυτό, τότε, ακόμη κι αν γίνω καλά στην υγεία μου, αν δεν έχω κάνει καλά το καθήκον μου και δεν λειτουργώ πια ως δημιούργημα, δεν θα ζω σαν ζωντανός νεκρός; Ο ψυχικός πόνος δεν αντισταθμίζεται με τίποτα. Μετά απ’ αυτό, συναναστράφηκα γρήγορα με τους εργάτες του ευαγγελίου πάνω στις προθέσεις του Θεού και, όταν εντόπιζα προβλήματα και αποκλίσεις στο ευαγγελικό τους έργο, συναναστρεφόμουν άμεσα πάνω σε λύσεις. Έτσι, το ευαγγελικό έργο άρχισε σταδιακά να βελτιώνεται. Δύο μήνες μετά, τα αποτελέσματα του ευαγγελικού έργου σ’ αυτές τις εκκλησίες έγιναν δύο φορές καλύτερα. Μετά απ’ αυτό, σταμάτησα να παίρνω φάρμακα, η πίεσή μου επέστρεψε σε φυσιολογικά επίπεδα, και δεν ένιωθα πια πρήξιμο και πόνο στο κεφάλι. Όταν δεν είχα πολλή δουλειά, ξεκουραζόμουν λίγο παραπάνω και, πού και πού, όταν είχα πολλά να κάνω και έπρεπε να ξενυχτήσω, το επόμενο πρωί που ξυπνούσα, δεν ένιωθα τόσο πρήξιμο και πόνο στο κεφάλι όπως παλιά. Σταμάτησε και το μούδιασμα που ένιωθα στα χέρια και τα μπράτσα το βράδυ, κι ευγνωμονούσα αληθινά τον Θεό.
Αργότερα, έλαβα ένα γράμμα από τους ανώτερους επικεφαλής, στο οποίο μου ζητούσαν να γίνω υπεύθυνη για την παρακολούθηση του ευαγγελικού έργου πάνω από δέκα εκκλησιών. Όταν διάβασα το γράμμα, σκέφτηκα: «Για να παρακολουθώ το ευαγγελικό έργο τόσων εκκλησιών, θα χρειαστεί να πληρώσω μεγαλύτερο τίμημα, να καταβάλω περισσότερη προσπάθεια και να αφιερώσω περισσότερη ψυχική ενέργεια. Μήπως θα υποτροπιάσω αν εξουθενωθώ νοητικά;» Όταν το σκέφτηκα αυτό, συνειδητοποίησα πως κάτι δεν πήγαινε καλά με την κατάστασή μου. Δεν είχα μόλις αφήσει πίσω μου τις έγνοιες και τις ανησυχίες μου για την αρρώστια; Γιατί ανησυχούσα πάλι; Προσευχήθηκα, λοιπόν, στον Θεό, πρόθυμη να υποταχθώ. Στη συνέχεια, διάβασα τα λόγια του Θεού: «Είτε είσαι άρρωστος είτε πονάς, εφόσον σου απομένει έστω και μία πνοή, εφόσον είσαι ακόμα ζωντανός και μπορείς να μιλάς και να περπατάς, τότε έχεις την ενέργεια να κάνεις το καθήκον σου και θα πρέπει να είσαι σοβαρός και προσγειωμένος καθώς το εκτελείς. Δεν πρέπει να εγκαταλείψεις το καθήκον που έχεις ως δημιούργημα ούτε την ευθύνη που σου έχει αναθέσει ο Δημιουργός. Εφόσον δεν έχεις πεθάνει ακόμα, θα πρέπει να ολοκληρώσεις το καθήκον σου και να το εκπληρώσεις» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (3)]. Τα λόγια του Θεού μού έδωσαν πίστη και δύναμη. Όσο ζω, και μπορώ να μιλάω και να περπατάω, πρέπει να είμαι υπάκουη και προσγειωμένη, καθώς και να εκπληρώνω το καθήκον μου ως δημιούργημα. Καθώς το σκεφτόμουν, είδα πως είχα ουσιαστικά ξεπεράσει τις αρρώστιες μου και, αν και ο φόρτος εργασίας ήταν κάπως μεγαλύτερος, μπορούσα να κανονίζω λογικά το πρόγραμμά μου. Επιπλέον, είτε υποτροπίαζαν είτε όχι οι ασθένειές μου στο μέλλον, θα άφηνα τον Θεό να με ενορχηστρώσει και να με διευθετήσει όπως ήθελε Εκείνος. Έστειλα, λοιπόν, την απάντησή μου στους επικεφαλής, και τους είπα πως ήμουν πρόθυμη να υπακούσω στις διευθετήσεις της εκκλησίας, καθώς και να συνεργαστώ αρμονικά με όλους τους άλλους για να κάνω καλά το καθήκον.