52. Απαλλαγή απ’ τα καθήκοντά μου: Ένα κάλεσμα αφύπνισης που χρειαζόμουν
Αποδέχτηκα το έργο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες το 2008. Μέσα από την ανάγνωση του λόγου του Θεού, τις συναθροίσεις και τη συναναστροφή, έμαθα ότι για να σωθούμε και να επιτύχουμε έναν υπέροχο προορισμό, δεν πρέπει μόνο να αναζητούμε την αλήθεια, αλλά και να εκπληρώνουμε τα καθήκοντά μας ως δημιουργημένα όντα. Έδωσα, λοιπόν, σιωπηλό όρκο ν’ αναζητώ την αλήθεια και να εκπληρώνω το καθήκον μου. Παρατήρησα ότι ορισμένοι αδελφοί και αδελφές που υπηρετούσαν ως επικεφαλής εκκλησίας ή επικεφαλής ομάδας συναναστρέφονταν συχνά πάνω στον λόγο του Θεού για να λύσουν προβλήματα στις συναθροίσεις και ήταν πάντα απασχολημένοι με το έργο της εκκλησίας. Σκεφτόμουν ότι λογικά θα είχαν λάβει την έγκριση του Θεού και θα ήταν άνθρωποι που επιδίωκαν την αλήθεια για να τους ανατεθούν τόσο σημαντικά καθήκοντα, οπότε τους θαύμαζα βαθιά. Αντίθετα, ένιωθα ότι όσοι εκτελούσαν συνηθισμένα καθήκοντα που δεν απαιτούν να συναναστρέφεσαι πάνω στην αλήθεια για να λύνεις προβλήματα —όπως η φιλοξενία άλλων αδελφών ή η απασχόληση με άλλες γενικές υποθέσεις— δεν κέρδιζαν τον θαυμασμό των άλλων, ενώ είχαν και πολύ λίγες πιθανότητες να σωθούν στο μέλλον. Αργότερα, ενώ φιλοξενούσα μια επικεφαλής εκκλησίας, είδα ότι συναναστρεφόταν συχνά πάνω στον λόγο του Θεού για να επιλύει τα προβλήματα των αδελφών, οπότε σκέφτηκα ότι σίγουρα θα κατανοούσε ένα σημαντικό μέρος της αλήθειας. Όταν παρατήρησα επίσης ότι πιο υψηλόβαθμοι επικεφαλής συναθροίζονταν συχνά μαζί της για συναναστροφή ως προς τον λόγο του Θεού, σκέφτηκα ότι η εκκλησία λογικά την καλλιεργούσε κι ότι είχε πολύ μεγάλες πιθανότητες να σωθεί. Πλημμυρισμένη από φθόνο, ένιωσα ακόμη δυνατότερη την επιθυμία να γίνω επικεφαλής και ορκίστηκα στον εαυτό μου ότι θ’ αναλάμβανα ένα σημαντικό καθήκον στο μέλλον.
Αργότερα, έγινα επικεφαλής ομάδας ποτίσματος, υπεύθυνη για την επίβλεψη του έργου πολλών ομάδων. Ήμουν πολύ ευχαριστημένη με αυτό και σκεφτόμουν μέσα μου: «Εφόσον η επικεφαλής μού ανέθεσε να εκτελέσω ένα τόσο σημαντικό καθήκον, πρέπει να σημαίνει ότι έχω κάποια αλήθεια-πραγματικότητα κι ότι είμαι άτομο που επιδιώκει την αλήθεια. Τελικά, φαίνεται ότι έχω την ευκαιρία να σωθώ». Συνειδητοποιώντας το αυτό, ευχαριστούσα συνεχώς τον Θεό. Έπειτα, έτρεχα κάθε μέρα πέρα-δώθε βιαστική στην εκκλησία, προσπαθώντας να φροντίσω να θέσουν οι νεοφώτιστοι το συντομότερο δυνατό γερά θεμέλια στην αληθινή οδό. Όμως, επειδή δεν συναναστρεφόμουν ξεκάθαρα πάνω στην αλήθεια, στο έργο του ποτίσματος αποτυγχάναμε συνεχώς να φέρουμε αποτελέσματα και πολλοί νεοφώτιστοι εξακολουθούσαν να μην παρίστανται τακτικά στις συναθροίσεις. Ανησύχησα ακόμη περισσότερο όταν είδα ότι οι περισσότεροι από τους νεοφώτιστους για τους οποίους ήταν υπεύθυνη μια άλλη επικεφαλής ομάδας παρευρίσκονταν τακτικά στις συναθροίσεις και εκτελούσαν ενεργά τα καθήκοντά τους. Σκέφτηκα: «Όταν η επικεφαλής μας δει ότι δεν έχω καλά αποτελέσματα στο καθήκον μου, δεν θα σκεφτεί ότι δεν έχω την αλήθεια-πραγματικότητα και δεν μπορώ να κάνω πραγματικό έργο; Εάν απαλλαγώ απ’ τα καθήκοντά μου, πώς θα καταφέρω ποτέ να εκπληρώσω ένα άλλο τόσο σημαντικό καθήκον; Δεν θα τελειώσουν όλα για μένα αν η επικεφαλής με μεταθέσει σε κάποιες ασήμαντες γενικές υποθέσεις; Δεν είναι και μεγάλη υπόθεση αν οι αδελφοί κι οι αδελφές μου δεν με θαυμάζουν, εάν όμως χάσω την ευκαιρία μου για έναν υπέροχο προορισμό κι ένα υπέροχο αποτέλεσμα, το θέμα είναι σοβαρό! Δεν γίνεται αυτό —πρέπει να συγκεντρώσω όλους τους ποτιστές και να βρω έναν τρόπο να επιλύσω αυτό το πρόβλημα το συντομότερο δυνατό!» Μετά από αυτό, άρχισα να παρέχω συναναστροφή σε κάθε ομάδα ποτίσματος, καθοδηγώντας τους να παρέχουν στήριξη σε όλους τους νεοφώτιστους που δεν έρχονταν στις συναθροίσεις και να τους κάνουν να έρχονται τακτικά μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες. Ωστόσο, δεν συναναστράφηκα σωστά ως προς το πώς να λύνονται τα πραγματικά προβλήματα και δυσκολίες που αντιμετωπίζαμε εξαρχής στο έργο του ποτίσματος. Αργότερα, άκουσα ότι μία από τις αδελφές είχε ξεσπάσει σε κλάματα, λέγοντας ότι η συναναστροφή μου δεν της είχε δώσει μονοπάτι άσκησης κι ένιωθε να την περιορίζω πολύ. Όταν το είπε αυτό, όχι μόνο δεν αφιέρωσα χρόνο σε αυτοκριτική, αλλά και συνέχισα να πιστεύω ότι έχω δίκιο. Μετά από τρεις μήνες, οι ομάδες που επέβλεπα εξακολουθούσαν να μην έχουν καλά αποτελέσματα και ανησυχούσα ότι η επικεφαλής θα με απάλλασσε απ’ τα καθήκοντά μου. Σκεφτόμουν ότι μόλις απαλλασσόμουν, όλα θα τελείωναν για μένα. Το έργο του Θεού προφανώς πλησίαζε στο τέλος του —αν απαλλασσόμουν και αποκλειόμουν, πώς θα μπορούσα να επιτύχω έναν ευνοϊκό προορισμό και μια ευνοϊκή έκβαση; Θα μπορούσα και πάλι να σωθώ; Δεν θα ήταν μάταια όλα τα χρόνια της πίστης μου; Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο πιο μεγάλο πανικό ένιωθα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τελικά, απλώς δεν ήμουν φτιαγμένη για τη δουλειά και με απάλλαξαν. Η επικεφαλής μού ανέθεσε διαφορετικό καθήκον, να φιλοξενώ αδελφούς και αδελφές με βάση τις τότε ανάγκες της εκκλησίας.
Απογοητεύθηκα εντελώς όταν η επικεφαλής μού ανακοίνωσε τα νέα μου καθήκοντα. «Να φιλοξενώ αδελφούς και αδελφές; Είμαι πραγματικά τόσο κακή; Μπορεί να μην έκανα την καλύτερη δουλειά στο έργο του ποτίσματος, όμως δεν γίνεται να ήταν και τόσο κακή ώστε να μου αναθέσουν τη φιλοξενία. Τι θα σκεφτούν οι αδελφοί κι οι αδελφές για μένα;» Όταν θυμήθηκα πως είχαν αλλάξει καθήκοντα σε μία αδελφή που πήγε στη φιλοξενία τα τελευταία επτά χρόνια χωρίς να πάρει ποτέ άλλη προαγωγή, ένιωσα ακόμα μεγαλύτερη αντίσταση, νομίζοντας ότι δεν θα είχα καμία ευκαιρία να διακριθώ σ’ ένα τόσο συνηθισμένο καθήκον και δεν θα σωζόμουν ποτέ. Με τόσο που είχα δαπανήσει εαυτόν, με τόσα που είχα υποφέρει και θυσιάσει όσα χρόνια ήμουν πιστή, δεν πίστευα ποτέ ότι θα κατέληγα να φιλοξενώ. Τι θα μπορούσα να περιμένω στο μέλλον; Παρά ταύτα, θα ήταν εντελώς παράλογο ν’ απορρίψω την ανάθεσή μου, έπρεπε, επομένως, απλώς να υποταχθώ. Έγινα εντελώς παθητική, όμως —όταν ήρθε η ώρα να βρω ένα κατάλληλο διαμέρισμα προς ενοικίαση, ένιωσα τόσο βαριά τα πόδια μου, που μετά βίας μπορούσα να περπατήσω. Μέσα στα βάσανά μου, προσευχήθηκα πολλές φορές στον Θεό: «Αγαπημένε μου Θεέ! Ξέρω ότι με την άδειά Σου μου ανέθεσε η εκκλησία τη φιλοξενία αδελφών, όμως απ’ ό,τι φαίνεται δεν μπορώ να υποταχθώ. Δεν είμαι ακόμη πρόθυμη να κάνω αυτό το καθήκον και νιώθω αδύναμη κι αρνητική. Αχ Θεέ μου! Ξέρω ότι είμαι σε επισφαλή κατάσταση, σώσε με, Σε παρακαλώ! Δεν θέλω να συνεχίσω έτσι». Όταν ολοκλήρωσα την προσευχή, διάβασα μερικά από τα λόγια του Θεού: «Στις μέρες μας, οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται στην εξής κατάσταση: Προκειμένου να αποκτήσω ευλογίες, πρέπει να δαπανήσω τον εαυτό μου για τον Θεό και να πληρώσω κάποιο τίμημα γι’ Αυτόν. Προκειμένου να αποκτήσω ευλογίες, πρέπει να απαρνηθώ τα πάντα για τον Θεό· πρέπει να ολοκληρώσω αυτά που μου έχει εμπιστευθεί και να εκτελέσω καλά το καθήκον μου. Σε αυτήν την κατάσταση κυριαρχεί η πρόθεση του να κερδίσει κανείς ευλογία, πράγμα που αποτελεί παράδειγμα του να δαπανά κανείς τον εαυτό του για τον Θεό αποκλειστικά για την απόκτηση ανταμοιβών από Εκείνον και για να κερδίσει ένα στέμμα. Τέτοιου είδους άνθρωποι δεν κατέχουν την αλήθεια στην καρδιά τους και είναι σίγουρο ότι η κατανόησή τους αποτελείται απλώς από μερικά λόγια και δόγματα τα οποία οι ίδιοι επιδεικνύουν όπου πάνε. Το μονοπάτι τους είναι το μονοπάτι του Παύλου. Η πίστη τέτοιου είδους ανθρώπων αποτελεί πράξη ενός αδιάκοπου μόχθου, και βαθιά μέσα τους νιώθουν πως όσο περισσότερα πράττουν, τόσο περισσότερο θα αποδειχθεί η αφοσίωσή τους στον Θεό· πως όσο περισσότερα πράττουν, τόσο περισσότερο θα ικανοποιηθεί σίγουρα Αυτός· πως όσο περισσότερα πράττουν, τόσο περισσότερο θα αξίζουν να τους παραχωρηθεί το στέμμα ενώπιον του Θεού και τόσο σπουδαιότερες θα είναι οι ευλογίες που θα λάβουν. Πιστεύουν πως αν μπορούν να υπομείνουν βάσανα, να κηρύξουν και να πεθάνουν για τον Χριστό, αν μπορούν να θυσιάσουν την ίδια τους τη ζωή κι αν μπορούν να ολοκληρώσουν όλα τα καθήκοντα τα οποία τους έχει εμπιστευθεί ο Θεός, τότε θα κερδίσουν τις σπουδαιότερες ευλογίες και σίγουρα θα τους παραχωρηθούν στέμματα» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Πώς να περπατήσει κανείς στο μονοπάτι του Πέτρου). «Ένας αντίχριστος θεωρεί ότι το να ευλογηθεί είναι σπουδαιότερο κι από τους ουρανούς, σπουδαιότερο από τη ζωή, πιο σημαντικό από την επιδίωξη της αλήθειας, την αλλαγή διάθεσης ή την προσωπική σωτηρία και πιο σημαντικό από το να κάνει καλά το καθήκον του και να είναι ένα δημιουργημένο ον που ανταποκρίνεται στα πρότυπα. Νομίζει ότι το να είναι κανείς ένα δημιουργημένο ον που ανταποκρίνεται στα πρότυπα, να κάνει καλά το καθήκον του και να σωθεί είναι όλα ασήμαντα πράγματα που δεν χρήζουν ιδιαίτερης αναφοράς ή σχολιασμού, ενώ η απόκτηση ευλογιών είναι το μόνο πράγμα σε ολόκληρη τη ζωή του που δεν μπορεί ποτέ να ξεχαστεί. Ό,τι κι αν συναντήσει, όσο μεγάλο ή μικρό κι αν είναι, το συσχετίζει με το να ευλογηθεί, είναι απίστευτα επιφυλακτικός και προσεκτικός και πάντα αφήνει μια διέξοδο για τον εαυτό του. Έτσι, όταν προσαρμόζεται το καθήκον που του έχει ανατεθεί, αν πρόκειται για προαγωγή, ένας αντίχριστος θα σκεφτεί ότι έχει ελπίδα να ευλογηθεί. Αν πρόκειται για υποβιβασμό, από επικεφαλής ομάδας σε βοηθό επικεφαλής ομάδας ή από βοηθό επικεφαλής ομάδας σε απλό μέλος της ομάδας, προβλέπει ότι αυτό αποτελεί μεγάλο πρόβλημα και πιστεύει ότι οι ελπίδες του να κερδίσει ευλογίες είναι ελάχιστες. Τι είδους οπτική είναι αυτή; Είναι μια σωστή οπτική; Σε καμία περίπτωση. Αυτή η άποψη είναι παράλογη!» («Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο δωδέκατο: Θέλουν να αποσυρθούν όταν δεν έχουν καμία θέση ούτε καμία ελπίδα να κερδίσουν ευλογίες). Μέσα από την έκθεση του λόγου του Θεού, συνειδητοποίησα ότι ζούσα και αναζητούσα μόνο για να κερδίζω ευλογίες. Μόνο για να κερδίζω ευλογίες δαπανούσα εαυτόν για τον Θεό και δεν φειδόμουν προσπαθειών για να εκτελέσω το καθήκον μου. Οι πεποιθήσεις μου δεν διέφεραν από ενός αντίχριστου —νόμιζα ότι είχα καλές πιθανότητες να κερδίσω ευλογίες ως επικεφαλής, ενώ εάν με μετέθεταν από ένα σημαντικό καθήκον σε κάποιο ασήμαντο, οι πιθανότητές μου να κερδίσω ευλογίες θα ήταν ελάχιστες. Αναλογίστηκα ότι την εποχή που ξεκίνησα να πιστεύω στον Θεό. Ζήλευα πραγματικά τους επικεφαλής, νομίζοντας ότι όλοι κάνουν σημαντικά καθήκοντα, είχαν καλό επίπεδο και επιδίωκαν την αλήθεια. Πίστευα ότι θα σώζονταν και θα οδηγούνταν στην τελείωση από τον Θεό, και σίγουρα θα κέρδιζαν μεγάλες ευλογίες στο μέλλον. Όσο για εκείνους που εκτελούσαν ασήμαντα καθήκοντα, νόμιζα ότι τους έλειπε η αλήθεια-πραγματικότητα, και είχαν ελάχιστη ευκαιρία να σωθούν και να κερδίσουν ευλογίες. Καθώς οι σκέψεις μου κυριαρχούνταν απ’ αυτήν την ιδέα, επιδίωκα συνεχώς να γίνω επικεφαλής. Ως επικεφαλής ομάδας, όταν δεν είχα αποτελέσματα στο καθήκον μου, δεν έκανα την αυτοκριτική μου, αλλά ανησυχούσα μήπως απαλλαγώ απ’ τα καθήκοντά μου. Προκειμένου να διατηρήσω τη θέση μου και να φτάσω σε μια γρήγορη επιτυχία, χρησιμοποιούσα ακόμη και την εξουσία μου για να περιορίζω τους αδελφούς και τις αδελφές μου. Όταν η εκκλησία μού ανέθεσε να φιλοξενώ αδελφούς και αδελφές μετά την απαλλαγή μου, ήμουν εντελώς αντίθετη με την απόφαση αυτή. Έγινα αρνητική και κωλυσιεργούσα στο καθήκον μου, νομίζοντας ότι οι μελλοντικές μου προοπτικές θα ήταν ζοφερές μετά την ανάληψη ενός τέτοιου ρόλου. Κάθε μία από αυτές τις καταστάσεις εξέθετε ξεκάθαρα την πρόθεση και επιθυμία μου για να κερδίζω ευλογίες. Συνειδητοποίησα ότι πίστευα στον Θεό, έκανα θυσίες και δαπανούσα εαυτόν μόνο για να κερδίζω ευλογίες. Δεν υποτασσόμουν στον Θεό ούτε έκανα το καθήκον μου ως δημιουργημένο ον, ούτε στο ελάχιστο. Η σχέση μου με τον Θεό στο καθήκον μου ήταν καθαρά συναλλακτική και βάδιζα τον δρόμο ενός αντίχριστου.
Αργότερα, είδα τα εξής λόγια του Θεού: «Στον οίκο του Θεού, γίνεται συνεχώς λόγος για την αποδοχή της ανάθεσης από τον Θεό και για τη σωστή εκτέλεση του καθήκοντος. Πώς, λοιπόν, προκύπτει το καθήκον; Γενικά μιλώντας, προκύπτει ως αποτέλεσμα του έργου διαχείρισης του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Συγκεκριμένα, καθώς το έργο διαχείρισης του Θεού εκτελείται ανάμεσα στην ανθρωπότητα, προκύπτουν διάφορα είδη έργου, και όλα αυτά απαιτούν από τους ανθρώπους να κάνουν αυτό που τους αναλογεί για να τα ολοκληρώσουν. Με αυτόν τον τρόπο, προκύπτουν οι ευθύνες και οι αποστολές των ανθρώπων, και αυτές οι ευθύνες και οι αποστολές είναι τα καθήκοντα που δίνει στους ανθρώπους ο Θεός. Στον οίκο του Θεού, οι εργασίες που απαιτούν τη συνεργασία να κάνουν οι άνθρωποι αυτό που τους αναλογεί είναι τα καθήκοντα που εκείνοι οφείλουν να εκτελέσουν. Μήπως υπάρχουν, λοιπόν, διαφορές μεταξύ καθηκόντων ως προς το ποιο είναι καλύτερο και ποιο χειρότερο, ποιο είναι μεγαλόπνοο και ποιο ταπεινό ή ποιο είναι σπουδαίο και ποιο ασήμαντο; Δεν υπάρχουν τέτοιες διαφορές· εφόσον κάτι έχει να κάνει με το έργο διαχείρισης του Θεού, και απαιτείται από τη διάδοση του ευαγγελίου του Θεού, τότε αποτελεί το καθήκον ενός ατόμου. Αυτή είναι η προέλευση και ο ορισμός του καθήκοντος» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Ποια είναι η εκτέλεση του καθήκοντος σύμφωνα με τα πρότυπα;). «Αν ένα δημιούργημα μπορέσει να εκτελέσει το καθήκον του ως δημιούργημα, μπορέσει να ικανοποιήσει τον Δημιουργό, είναι ό,τι πιο όμορφο υπάρχει στην ανθρωπότητα και κάτι που πρέπει να διαδοθεί ανάμεσα στους ανθρώπους σαν μια ιστορία που αξίζει τον έπαινο. Τα δημιουργήματα πρέπει να αποδέχονται χωρίς όρους οτιδήποτε τους εμπιστεύεται ο Δημιουργός· για την ανθρωπότητα, είναι ζήτημα και ευτυχίας και προνομίου, ενώ για όλους εκείνους που εκτελούν το καθήκον ενός δημιουργήματος, τίποτα δεν είναι πιο όμορφο ή περισσότερο άξιο να το θυμούνται· είναι κάτι θετικό. Κι όσο για το πώς μεταχειρίζεται ο Δημιουργός όσους μπορούν να εκτελέσουν το καθήκον ενός δημιουργήματος και τι τους υπόσχεται, αυτό είναι ζήτημα που αφορά τον Δημιουργό· δεν είναι δουλειά της δημιουργημένης ανθρωπότητας. Για να το πω με πιο απλά και ξεκάθαρα λόγια, κάτι τέτοιο εξαρτάται από τον Θεό και οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα δικαίωμα να ανακατευτούν. Θα πάρεις ό,τι σου δώσει ο Θεός, κι αν δεν σου δώσει τίποτα, τότε δεν σου πέφτει λόγος. Όταν ένα δημιούργημα αποδέχεται την ανάθεση από τον Θεό και συνεργάζεται με τον Δημιουργό για να εκτελέσει το καθήκον του και να βάλει τα δυνατά του, δεν πρόκειται για συναλλαγή ούτε για εμπόριο· δεν πρέπει οι άνθρωποι να προσπαθούν να ανταλλάξουν οποιεσδήποτε στάσεις ή πράξεις και συμπεριφορές τους για χάρη οποιωνδήποτε υποσχέσεων ή ευλογιών απ’ τον Θεό. Όταν σας εμπιστεύεται ο Δημιουργός αυτό το έργο, είναι σωστό και πρέπον, ως δημιουργήματα, να αποδεχτείτε αυτά τα καθήκοντα και αυτές τις αναθέσεις. Υπάρχει κανένα στοιχείο συναλλαγής σ’ αυτό; (Όχι.) Ο Δημιουργός, από τη μεριά Του, είναι πρόθυμος να εμπιστευτεί στον καθένα σας το καθήκον που οφείλει να εκτελεί ένας άνθρωπος· και, από την πλευρά της δημιουργημένης ανθρωπότητας, οι άνθρωποι πρέπει να αποδέχονται με χαρά αυτά τα καθήκοντα, και να τα θεωρούν ως υποχρέωση της ζωής τους, ως την αξία που πρέπει να βιώσουν σ’ αυτήν τη ζωή. Δεν υπάρχει εδώ καμία συναλλαγή, δεν είναι μια ισότιμη ανταλλαγή, πόσο μάλλον αφορά κάποια ανταμοιβή ή κάποιες άλλες δηλώσεις που φαντάζονται οι άνθρωποι. Δεν είναι σε καμία περίπτωση εμπόριο· δεν αφορά την ανταλλαγή του τιμήματος που πληρώνουν οι άνθρωποι ή της σκληρής δουλειάς που καταβάλλουν όταν εκτελούν το καθήκον τους με κάτι άλλο. Ο Θεός δεν έχει πει ποτέ αυτό το πράγμα, και οι άνθρωποι δεν πρέπει να το εκλαμβάνουν έτσι» [«Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο ένατο (Μέρος έβδομο)]. Μέσω του λόγου του Θεού, συνειδητοποίησα ότι τα καθήκοντα είναι αναθέσεις που εμπιστεύεται ο Θεός στους ανθρώπους. Η εκκλησία αναθέτει στους πιστούς καθήκοντα με βάση τις τρέχουσες απαιτήσεις της, καθώς και το επίπεδο και τα ταλέντα του καθενός. Κάθε καθήκον είναι σημαντικό, εφόσον το καθένα παίζει ρόλο στη διακήρυξη και τη μαρτυρία για το έργο του Θεού τις έσχατες ημέρες. Κανενός το καθήκον δεν είναι σημαντικότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο —κάθε καθήκον είναι απαραίτητο για το έργο της εκκλησίας. Ως εκ τούτου, θα πρέπει ν’ αποδεχτώ το καθήκον μου άνευ όρων και να το κάνω όσο καλύτερα μπορώ. Αυτή είναι η συνείδηση κι η λογική που θα πρέπει να έχει ένα δημιουργημένο ον. Ο Θεός μού είχε προσφέρει την ευκαιρία να κάνω το καθήκον μου, ώστε να επιδιώκω την αλήθεια ενώ το εκτελώ, να βιώνω τον λόγο και το έργο του Θεού, να αναγνωρίζω και να διορθώνω τη διεφθαρμένη μου διάθεση και, τελικά, να έχω φόβο Θεού και να υποτάσσομαι σ’ Αυτόν χωρίς να εξαρτώμαι από τα δεσμά και τη φθορά της σατανικής μου διάθεσης. Εγώ, ωστόσο, δεν κατάλαβα την πρόθεση του Θεού, και κατέτασσα τα καθήκοντα σε καλύτερα ή χειρότερα κι έβλεπα το δικό μου καθήκον ως ένα μέσο για να κερδίσω ευλογίες. Προσπάθησα να εξαπατήσω και να χρησιμοποιήσω τον Θεό, με το όνειρο να κερδίσω ευλογίες ως ανταπόδοση για την εκτέλεση του καθήκοντός μου. Πόσο εγωίστρια και απεχθής ήμουν! Έβλεπα ξεκάθαρα ότι, αν δεν διόρθωνα τη λανθασμένη μου προοπτική πίσω απ’ την επιδίωξή μου και τη διεφθαρμένη μου διάθεση, τότε, όσο σημαντικό κι αν ήταν το καθήκον μου ή όσο κι αν δαπανούσα εαυτόν και έκανα θυσίες, δεν θα κέρδιζα ποτέ την έγκριση του Θεού και, τελικά, θα αποκλειόμουν και θα τιμωρούμουν. Αφού τα αναγνώρισα όλα αυτά, συνειδητοποίησα σε τι επισφαλή κατάσταση βρισκόμουν κι ήμουν έτοιμη να διορθώσω τις προθέσεις μου και να κάνω καλά το καθήκον μου.
Αργότερα, διάβασα τα εξής χωρία του λόγου του Θεού: «Δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του καθήκοντος του ανθρώπου και του αν αυτός θα λάβει ευλογίες ή θα έρθει αντιμέτωπος με δεινά. Καθήκον είναι αυτό που ο άνθρωπος οφείλει να εκπληρώσει· είναι η αποστολή που του στάλθηκε από τον ουρανό και πρέπει να το κάνει χωρίς να επιζητά ανταμοιβή και χωρίς όρους ή δικαιολογίες. Μόνο αυτό ονομάζεται εκτέλεση του καθήκοντος. Το να λαμβάνει κανείς ευλογίες αναφέρεται στις ευλογίες που απολαμβάνει ένας άνθρωπος όταν οδηγείται στην τελείωση αφότου βιώσει την κρίση. Το να έρχεται αντιμέτωπος με δεινά αναφέρεται στην τιμωρία που λαμβάνει ένας άνθρωπος όταν δεν αλλάζει η διάθεσή του αφότου υποβληθεί σε παίδευση και κρίση —όταν, με άλλα λόγια, δεν οδηγείται στην τελείωση. Όμως, ανεξάρτητα από το αν λαμβάνουν ευλογίες ή έρχονται αντιμέτωπα με δεινά, τα δημιουργημένα όντα οφείλουν να εκπληρώνουν το καθήκον τους, κάνοντας αυτά που οφείλουν να κάνουν και κάνοντας αυτά που μπορούν να κάνουν· αυτό είναι το ελάχιστο που οφείλει να κάνει ένας άνθρωπος που αναζητά τον Θεό. Δεν θα έπρεπε να εκτελείς το καθήκον σου για χάρη του να λάβεις ευλογίες και δεν θα έπρεπε να αρνείσαι να εκτελέσεις το καθήκον σου από φόβο μην έρθεις αντιμέτωπος με δεινά. Επιτρέψτε Μου να σας πω το εξής: Το να εκτελεί ο άνθρωπος το καθήκον του είναι αυτό που οφείλει να κάνει, και αν δεν εκτελεί το καθήκον του, τότε αυτό συνιστά την επαναστατικότητά του» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Η διαφορά μεταξύ της διακονίας του ενσαρκωμένου Θεού και του καθήκοντος του ανθρώπου). «Καθορίζω τον προορισμό του κάθε ανθρώπου όχι με βάση την ηλικία, την παλαιότητα ή τον βαθμό στον οποίο υπέφερε, πόσο μάλλον με βάση το πόσο αξιολύπητος είναι, αλλά σύμφωνα με το αν κατέχει την αλήθεια. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή, μόνο αυτή. Πρέπει να καταλάβετε ότι όλοι όσοι δεν ακολουθούν το θέλημα του Θεού θα τιμωρηθούν ανεξαιρέτως. Αυτό είναι κάτι που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Προετοίμασε αρκετές καλές πράξεις για τον προορισμό σου). Ο λόγος του Θεού με δίδαξε ότι το καθήκον που εκτελείς δεν έχει καμία σχέση με το αν θα κερδίσεις ευλογίες ή θα σε βρει κακοτυχία. Το καθήκον είναι μια ανάθεση από τον Θεό, είναι ευθύνη του ανθρώπου —είναι απόλυτα φυσικό και δικαιολογημένο να κάνει κάποιος το καθήκον του. Το κλειδί για να σωθείς είναι ν’ αναζητάς την αλήθεια, ν’ αποκτήσεις την αλήθεια και καταφέρεις ν’ αλλάξεις τη διάθεσή σου. Δεν έχει να κάνει με το τι καθήκον κάνει κάποιος. Το ότι εκτελείς ένα σημαντικό καθήκον κι έχεις υψηλή θέση δεν σημαίνει ότι κατέχεις την αλήθεια-πραγματικότητα. Αν δεν αναζητάς την αλήθεια ούτε αλλάξεις τη διάθεσή σου και μάλιστα κάνεις συναλλαγές με τον Θεό για να κερδίσεις ευλογίες, και Τον εξαπατάς, Τον χρησιμοποιείς και διαταράσσεις το έργο της εκκλησίας, τότε και εσύ θα αποκαλυφθείς και θ’ αποκλειστείς, και δεν θα σωθείς ποτέ από τον Θεό. Ακόμη κι αν έχεις επιφορτιστεί μ’ ένα φαινομενικά ασήμαντο καθήκον, εφόσον προσπαθείς όσο πιο πολύ γίνεται, κι αναζητάς την αλήθεια και αλλάξεις τη διάθεσή σου, θα σωθείς. Σκέφτηκα τους διάφορους ψευδοεπικεφαλής που είχαν εκτεθεί και αποκλειστεί —εκτελούσαν σημαντικά καθήκοντα, πήγαιναν σε συναθροίσεις και συναναστρέφονταν, δαπανούσαν εαυτούς, υπέμεναν δεινά, και όλοι οι αδελφοί κι οι αδελφές τούς θαύμαζαν. Όμως δεν επιδίωκαν την αλήθεια, μόνο παρείχαν στους ανθρώπους δογματικές γνώσεις. Δεν έκαναν πράξη ούτε βίωναν τον λόγο του Θεού στο ελάχιστο. Δαπανούσαν εαυτούς και έκαναν θυσίες μόνο για να κερδίζουν ευλογίες και να προστατεύουν τη θέση και τη φήμη τους. Παρά το γεγονός ότι πιστεύουν στον Θεό επί χρόνια, εξακολουθούν να μη γνωρίζουν τον εαυτό τους και να μην έχουν αλλάξει τις διαθέσεις τους, με αποτέλεσμα, επειδή βαδίζουν σε λάθος μονοπάτι, να αποπέμπονται. Συνειδητοποίησα ότι ήταν παράλογο και σε αντίθεση με την αλήθεια του λόγου του Θεού να πιστεύουμε ότι όσοι υπέμεναν βάσανα, και δαπανούσαν εαυτούς, κι είχαν υψηλή θέση κι εκτελούσαν σημαντικά καθήκοντα θα σώζονταν και θα ανταμείβονταν μ’ έναν υπέροχο προορισμό και έκβαση, ενώ όσοι έκαναν μέτρια, ασήμαντα καθήκοντα είχαν ελάχιστες πιθανότητες να σωθούν ή να κερδίσουν ευλογίες. Σκέφτηκα τον Παύλο, ο οποίος είχε υψηλή θέση στην εκκλησία, και κήρυξε το ευαγγέλιο παντού στον κόσμο, υπέμεινε μεγάλα βάσανα, και κέρδισε τον θαυμασμό και τον σεβασμό των πάντων, μεταξύ άλλων και του σύγχρονου θρησκευτικού κόσμου, που τον βλέπει ως πρότυπο για να μαθαίνει κανείς. Ωστόσο, ο Παύλος δεν αναζήτησε ποτέ την αλήθεια, και πολύ περισσότερο δεν προσπάθησε να αλλάξει τη διάθεσή του, και δαπανούσε εαυτόν μόνο για να κερδίσει ευλογίες κι ένα στέμμα. Βάδιζε το μονοπάτι της αντίστασης προς τον Θεό και τελικά τιμωρήθηκε από Εκείνον. Αντίθετα, το έργο του Πέτρου δεν ήταν φαινομενικά τόσο εντυπωσιακό όσο του Παύλου, όμως εκείνος επιδίωκε την αλήθεια και την αγάπη του Θεού στο καθήκον του, έδινε σημασία στο να γνωρίσει τον εαυτό του και τον Θεό στην κρίση και στην παίδευση του Θεού για κείνον. Τελικά, σταυρώθηκε ανάποδα για τον Θεό, επιτυγχάνοντας υποταγή και αγάπη προς τον Θεό στο έπακρο, και μέσα απ’ αυτά οδηγήθηκε στην τελείωση από Εκείνον. Ο Θεός είναι άγιος και δίκαιος —δεν θα φέρει στη βασιλεία όσους κάνουν συναλλαγές μαζί Του, Τον εξαπατούν και Του αντιστέκονται, πόσο μάλλον θα επιτρέψει να παραμείνει το σινάφι του Σατανά που είναι διαποτισμένοι από διεφθαρμένες διαθέσεις. Μόνον όσοι επιδιώκουν την αλήθεια και την αλλαγή της διάθεσης και που, τελικά, κατακτούν την αλήθεια και υποτάσσονται στον Θεό κι ακολουθούν το θέλημά Του, μπορούν να εισέλθουν στη βασιλεία του Θεού. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, ένιωσα πολύ πιο απελευθερωμένη κι ήμουν έτοιμη να υποταχθώ στον Θεό και να κάνω ό,τι καλύτερο μπορούσα για να φιλοξενώ αδελφούς και αδελφές. Ωστόσο, μόλις ετοιμαζόμουν ν’ αρχίσω να φιλοξενώ, έλαβα μήνυμα από την επικεφαλής μου που έλεγε ότι, με βάση τις ανάγκες του εκκλησιαστικού έργο, μου είχε ορίσει νέα καθήκοντα σε άλλη εκκλησία, να ποτίζω νεοφώτιστους. Όταν έλαβα το μήνυμα, δεν μπορούσα παρά να ευχαριστήσω τον Θεό. Προσευχήθηκα στον Θεό, λέγοντάς Του ότι είμαι έτοιμη να ριχτώ στη δουλειά και ν’ αναζητήσω την αλήθεια, να επικεντρωθώ στο ν’ αλλάξω τη διάθεσή μου και να εκτελώ προσγειωμένα το καθήκον μου.
Σήμερα, έχω αναγνωρίσει κάπως την επιθυμία μου για ευλογίες και να έχω μια σχέση συναλλαγής με τον Θεό. Βλέπω πόσο εγωίστρια και ποταπή ήμουν, κι είμαι πρόθυμη να υποταχθώ και να εκπληρώσω ειλικρινά το καθήκον μου ως δημιουργημένο ον. Όλα αυτά οφείλονται στη σωτηρία του Θεού, και Τον ευχαριστώ πολύ.