Η Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού Εφαρμογή

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Περιεχόμενα

Οι θρησκευτικοί πάστορες και πρεσβύτεροι στηρίζονται στα λόγια του Παύλου στη Βίβλο: «Όλη η γραφή είναι θεόπνευστος», πιστεύοντας ότι τα πάντα στη Βίβλο είναι λόγια του Θεού. Όμως, εσείς λέτε ότι τα λόγια της Βίβλου δεν είναι απολύτως τα λόγια του Θεού, οπότε τι σημαίνει αυτό;

Απαντήση:

Κατ’ αρχάς, πρέπει να κατανοήσουμε πώς πήρε μορφή η Βίβλος και πότε συντάχθηκε. Το πρωτότυπο βιβλίο της Βίβλου αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Οι Ισραηλίτες, δηλαδή, οι Ιουδαίοι, αποκαλούσαν Βίβλο μόνο την Παλαιά Διαθήκη. Και τότε, κατά την Εποχή της Χάριτος, ο Κύριος Ιησούς επιτέλεσε ένα στάδιο του έργου της λύτρωσης. Πάνω από τριακόσια χρόνια μετά τον Κύριο, οι εκκλησιαστικοί ηγέτες της εποχής συναντήθηκαν για να συγκαλέσουν μια συνάντηση. Πίστευαν ότι οι έσχατες ημέρες πλησίαζαν και ότι τα λόγια που είχε πει ο Κύριος Ιησούς, καθώς και οι επιστολές που είχαν γράψει οι μαθητές, έπρεπε να συνοψιστούν για να σχηματίσουν ένα βιβλίο παρόμοιο με την Παλαιά Διαθήκη, που, στη συνέχεια, θα αποστελλόταν σε όλες τις εκκλησίες παντού. Με αυτόν τον τρόπο, τα γραπτά θα ήταν σωστά προστατευμένα και η ζωή των εκκλησιών θα μπορούσε να μπει στον σωστό δρόμο. Γι’ αυτό, ταξινόμησαν και συγκέντρωσαν όλα τα γραπτά των αποστόλων και μαθητών του Κυρίου Ιησού και, τελικά, μετά από έρευνα, καθόρισαν μια επιλογή από είκοσι επτά συγγράμματα ως τον επίσημο κανόνα της Καινής Διαθήκης. Στη συνέχεια, συνένωσαν τα είκοσι επτά έργα του επίσημου κανόνα της Καινής Διαθήκης με την Παλαιά Διαθήκη, για να αποτελέσουν το σύνολο των περιεχομένων της Βίβλου. Τούτη είναι η βάση για τη δημιουργία ολόκληρου του βιβλίου της Νέας και της Παλαιάς Διαθήκης. Υπάρχουν μερικοί που πιστεύουν ότι όλη η Βίβλος είναι θεόπνευστη· ειδικότερα, ο Παύλος είπε τον καιρό εκείνον: «Όλη η γραφή είναι θεόπνευστος». Πίσω από τα λόγια αυτά υπάρχει ένα γεγονός. Την εποχή που ειπώθηκαν, δεν υπήρχε Καινή Διαθήκη, καθώς η Καινή Διαθήκη δεν είχε γίνει βιβλίο και ήταν ακόμα δεκάδες σκόρπια γράμματα υπό την επιμέλεια της κάθε εκκλησίας. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το συγκεκριμένο ιστορικό, σε τι αναφέρονταν, τελικά, τα λόγια του Παύλου; Αποτελούσαν, φυσικά, αναφορά στην Παλαιά Διαθήκη. Συνεπώς, η δήλωση του Παύλου στο 2 Τιμόθεος ότι «Όλη η γραφή είναι θεόπνευστος» απευθύνεται στην Παλαιά Διαθήκη, όχι στην Καινή Διαθήκη. Πρόκειται για γεγονός. Ωστόσο, οι άνθρωποι των εσχάτων ημερών εκλαμβάνουν τη «γραφή» για την οποία μίλησε ο Παύλος ως το σύνολο των Γραφών της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Τούτο έρχεται σε αντίθεση με τα γεγονότα της εν λόγω εποχής, αλλά και με το ιστορικό πλαίσιο αυτού που είπε ο Παύλος τότε. Επομένως, δεν συμφωνεί με τα γεγονότα και αποτελεί μια μεροληπτική και εσφαλμένη ερμηνεία. Πέραν τούτου, το να λεχθεί ότι η Παλαιά Διαθήκη ήταν θεόπνευστη είναι βάσιμο; Τι αντιπροσωπεύει η έκφραση «θεόπνευστος»; Τι σημαίνει «έμπνευση»; Κατά την Εποχή του Νόμου της Παλαιάς Διαθήκης, ο Μωυσής ήταν ηγέτης των Ισραηλιτών και διάκονος ορισμένος από τον Θεό, δηλαδή, ένας άνθρωπος που οδήγησε τον λαό του Ισραήλ έξω από την Αίγυπτο και μεταβίβασε τους νόμους του Θεού. Ο Θεός επιτέλεσε το έργο της Εποχής του Νόμου μέσω του Μωυσή. Ο Μωυσής είχε τη μέγιστη εξουσία να εξηγήσει την Παλαιά Διαθήκη, ενώ άλλοι δεν είχαν αυτό το προσόν. Μήπως σε κάποιο από τα πέντε βιβλία του Μωυσή είπε εκείνος ότι όσα έγραψε ήταν θεόπνευστα; Πρώτον, ο Μωυσής δεν είπε κάτι τέτοιο· δεύτερον, απ’ όλους τους προφήτες που χρησιμοποίησε ο Θεός κατά την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, κανένας από τους μεγαλύτερους προφήτες, ο Ησαΐας, ο Δανιήλ και ο Ιεζεκιήλ δεν είπε αυτά τα λόγια. Η φράση «Όλη η γραφή είναι θεόπνευστος» ελέχθη μονάχα αργότερα από τον Παύλο και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί απολύτως ως απόδειξη. Αν ο Θεός είχε πει ότι η Παλαιά Διαθήκη ήταν αποκλειστικά θεόπνευστη, έπρεπε να το είχε πει διά των προφητών, αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στα λόγια τους. Αν ο Μωυσής ήταν ικανός να πάρει τη συγκεκριμένη θέση, θα το είχε πει, αλλά δεν υπάρχουν τέτοια λόγια σε όσα είπε ο Μωυσής. Τούτη είναι η κατανόηση που πρέπει να έχουμε όσον αφορά στη δημιουργία της Βίβλου και στη δομή της. Μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για την πραγματική ιστορία της Βίβλου, που μας επιτρέπει να γνωρίζουμε πώς ακριβώς δημιουργήθηκε, ποιος την έγραψε και ποιος την κατέγραψε. Η Βίβλος είχε αρκετές δωδεκάδες συγγραφείς, που μοιράζονταν κοινές αντιλήψεις και απόψεις. Πόσοι από αυτούς είπαν ότι είναι αποκλειστικά θεόπνευστη; Εκείνη την εποχή, ο Παύλος είπε ότι όλη η γραφή ήταν θεόπνευστη, και απευθυνόταν στην Παλαιά Διαθήκη. Τι έχει ερμηνευθεί μερικές εκατοντάδες χρόνια αργότερα; Λέγεται ότι στο σύνολό τους η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη είναι θεόπνευστες. Μια τέτοια ερμηνεία δεν είναι κάπως τραβηγμένη και μη πειστική;

Μετά τη συνένωση της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης, όταν οι άνθρωποι διάβαζαν τα λόγια του Παύλου, πίστευαν ότι όσα έλεγε αναφέρονταν και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Αν ο Παύλος ήταν ακόμα εν ζωή και άκουγε μια τέτοια εξήγηση από τις επόμενες γενιές, θα άρχιζε αμέσως να δηλώνει: «Αυτό που είπα εκείνη την εποχή αναφερόταν στην Παλαιά Διαθήκη, δεν περιλάμβανε και την Καινή». Πέραν τούτου, τι θα δήλωνε ο Παύλος, ο Πέτρος και οι άλλοι που έγραψαν τις επιστολές της Καινής Διαθήκης, αν έβλεπαν τους ανθρώπους στα δόγματα των εσχάτων ημερών να μεταχειρίζονται τις επιστολές που είχαν γράψει ως τον λόγο του Θεού; Θα ήταν ικανοί να αποδεχθούν αυτό το γεγονός; Τι θα είχαν να πουν πάνω σε αυτό; Θα έλεγαν: «Αυτό δημιουργεί πρόβλημα. Όλοι σας κάνατε ένα μεγάλο λάθος και τώρα πράττετε αιρετικά. Είμαστε όλοι τα αδέλφια σας και όσα είπαμε δεν αντιπροσωπεύουν τον λόγο του Θεού. Πώς μπορέσατε να είστε τόσο τυφλοί, πώς μπορέσατε να εκλάβετε τα λόγια μας ως τον λόγο του Θεού;» Θα είχαν συνταραχτεί, έτσι δεν είναι; Ο Παύλος και ο Πέτρος δεν έγραψαν τις επιστολές τους αμέσως μετά την ανάληψη του Κυρίου Ιησού. Οι επιστολές άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους, η μία μετά την άλλη, τριάντα χρόνια μετά την ανάληψη του Κυρίου Ιησού. Ξεκίνησαν να γράφουν επισήμως τις επιστολές τους μόνον αφού είχαν κηρύξει προηγουμένως για είκοσι ή τριάντα χρόνια. Μετά την αποστολή εκείνων των γραμμάτων τους στις εκκλησίες, πώς τα εξέλαβαν, άραγε, οι αδελφοί και οι αδελφές στις εκκλησίες; Είναι δυνατόν να είπαν: «Αυτή είναι η φωνή του Θεού, αυτός είναι ο λόγος του Θεού!»; Είναι δυνατόν να είπαν κάτι τέτοιο; Θα είπαν: «Είναι μια επιστολή από τον Αδελφό Πέτρο, κοιτάξτε, αυτά που γράφει εδώ είναι πραγματικά καλά, είναι αληθινά εποικοδομητικά»· «είναι μια επιστολή από τον Αδελφό Παύλο»· «είναι μια επιστολή από τον Βαρνάβα»· «είναι μια επιστολή από τον Ματθαίο»... Μπορούσε κανείς, τον καιρό εκείνον, να θεωρήσει τις επιστολές από τους μαθητές ως τον λόγο του Θεού; Εκατό τοις εκατό όχι, επειδή ο Πέτρος, ο Ματθαίος και οι άλλοι δεν είχαν πει ποτέ ότι ήταν ο Θεός, ούτε είχαν πει ποτέ ότι ήταν ο ενσαρκωμένος Θεός. Όλοι τους αναγνώριζαν ότι πίστευαν στον Κύριο Ιησού, ότι ήταν μαθητές του Κυρίου Ιησού. Ως εκ τούτου, οι αδελφοί και οι αδελφές των εκκλησιών της εποχής τούς θεωρούσαν αδελφούς και εκλάμβαναν τις επιστολές τους και αυτά που έλεγαν ως τα λόγια, την επικοινωνία και τις μαρτυρίες αδελφών. Αυτό είναι απόλυτα σωστό και σύμφωνο με το ιστορικό πλαίσιο. Ωστόσο, οι άνθρωποι σήμερα θεωρούν τα λόγια αυτών των μαθητών ως τον λόγο του Θεού και τα εξισώνουν με τον λόγο του Θεού· τούτο δεν αντιβαίνει τα ιστορικά γεγονότα της εποχής; Απολύτως συνειδητά, οι σημερινοί άνθρωποι τολμούν να αντιτάσσονται στα γεγονότα της ιστορίας και εκλαμβάνουν τα λόγια των ανθρώπων εκείνων ως τον λόγο του Θεού, χωρίς να αισθάνονται ότι κάνουν κάποιο λάθος. Αν κάποιος εκθέσει το εν λόγω γεγονός, θα επικαλεστούν τα λόγια της Βίβλου προς υπεράσπισή τους. Υπάρχει κάποια βάση γι’ αυτά τα λόγια; Σε τι αναφέρονται; Εσείς τα καταλαβαίνετε; Υπάρχουν λόγια για τον σκοπό αυτόν στα γράμματα των μαθητών: Ο Πέτρος ανέφερε ότι τα λόγια, οι επιστολές του Αδελφού Παύλου περιείχαν τη διαφώτιση και το έργο του Αγίου Πνεύματος. Αλλά ο Πέτρος δεν είπε ότι τα λόγια του Παύλου ήταν ο λόγος του Θεού. Ο Πέτρος δεν είπε ότι όλα τα λόγια του Παύλου δόθηκαν με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος και ότι πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ο λόγος του Θεού — το να το πει αυτό θα ήταν εσφαλμένο. Ούτε ο Παύλος αποτόλμησε να πει ότι τα λόγια του αποκαλύφθηκαν από τον Θεό, ότι ήταν θεόπνευστα. Ούτε ο Παύλος ούτε ο Πέτρος τόλμησαν να γίνουν μάρτυρες του γεγονότος ότι όσα είπαν ήταν ο λόγος του Θεού, άρα πώς μπορούν οι πιστοί κατά τις έσχατες ημέρες να μεταχειρίζονται τα λόγια τους ως τον λόγο του Θεού; Ποιο είναι το λάθος τους; Εσείς θα λέγατε ότι οι ερμηνευτές των Γραφών σε ολόκληρο τον θρησκευτικό κόσμο τις έχουν κατανοήσει σωστά ή όχι; Παρά το γεγονός ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα τόσο τεράστιο, παράλογο λάθος, δεν το αντιλαμβάνονται, δεν το κατανοούν καθόλου και αδυνατούν να το δουν. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι δεν κατέχουν την αλήθεια και αδυνατούν να διακρίνουν τα πράγματα· ωστόσο, άλλοι άνθρωποι τούς λατρεύουν τυφλά. Στην πίστη τους, οι άνθρωποι πιστεύουν τυφλά στον άνθρωπο· πιστεύουν σε ό,τι τους λένε. Οι θρησκευόμενοι άνθρωποι είναι δεισιδαίμονες ως προς τη Βίβλο, τη λατρεύουν και τη βάζουν πάνω από τον Θεό, πιστεύοντας ότι η Βίβλος αντιπροσωπεύει τον Θεό και ότι όλα πρέπει να είναι σύμφωνα με αυτήν. Το να έχει κανείς τέτοιες τυφλές πεποιθήσεις και λατρεία για τη Βίβλο δεν είναι επίδειξη παραλογισμού; Με ποιους τρόπους διατηρούν οι άνθρωποι τυφλές πεποιθήσεις για τη Βίβλο; Δεν τη μεταχειρίζονται σύμφωνα με τα ιστορικά γεγονότα. Δεν επιδιώκουν πραγματικά την αλήθεια, ούτε προσεγγίζουν τη Βίβλο σύμφωνα με τη διαφώτιση και τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος, αλλά, αντ’ αυτού, λατρεύουν τυφλά διάσημους ανθρώπους. Ανεξάρτητα από το ποιος είπε τι, θεωρούν τα πάντα σωστά, τα αποδέχονται όλα και τα εφαρμόζουν αδιακρίτως. Μήπως ο Παύλος ήταν αλάθητος; Ήταν ακριβές αυτό που είπε; Ήταν επίσης άνθρωπος, επομένως πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να είναι απαλλαγμένος από ρυπαρά στοιχεία; Επομένως, δεν είναι λάθος το ότι, κατά τη διάρκεια της Εποχής της Χάριτος, οι άνθρωποι συνένωσαν τα γράμματα των μαθητών με τον λόγο του Θεού; Τα λόγια του Θεού μέσα στη Βίβλο είναι ο λόγος του Θεού, ενώ όσα λέγονται από τον άνθρωπο είναι ο λόγος του ανθρώπου. Ποια λόγια στη Βίβλο είναι ο λόγος του Θεού; Θα πρέπει να μπορούμε να τα διακρίνουμε. Μόνο όσα είπε ο ίδιος ο Ιεχωβά Θεός, όσα ο Ιεχωβά Θεός παρήγγειλε στον Μωυσή να πει, όσα ο Ιεχωβά Θεός παρήγγειλε στους προφήτες να πουν, όσα ζητήθηκε από τους προφήτες να μεταφέρουν και, επίσης, όσα είπε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς αποτελούν τον γνήσιο λόγο του Θεού. Έχετε δει κάτι στα λόγια των προφητών που να είναι ιδιαιτέρως συμβολικό; Λένε: «Έτσι είπε ο Ιεχωβά», «αυτό λέει ο Ιεχωβά» και όχι: «Έτσι λέω εγώ, ο Δανιήλ (εγώ, ο Ησαΐας)». Τούτο αποσαφηνίζει στους ανθρώπους ότι οι προφήτες μετέφεραν τα αρχικά λόγια του Θεού. Επομένως, όλα τα αρχικά λόγια του Θεού που μετέφεραν οι προφήτες είναι ο αληθινός λόγος του Θεού, όλα όσα καταγράφηκαν ως λεχθέντα του ίδιου του Ιεχωβά Θεού είναι ο αληθινός λόγος του Θεού και όλα όσα κατέγραψαν οι μαθητές ως λεχθέντα του ίδιου του Κυρίου Ιησού είναι ο λόγος του Θεού. Μόνο αυτά τα τμήματα της Βίβλου είναι ο αληθινός λόγος του Θεού και, πέραν αυτών, όλα όσα είπαν οι μαθητές και τα πράγματα που κατέγραψαν οι υπηρέτες του Θεού αποτελούν ανθρώπινες μαρτυρίες. Μόλις μιλάμε για ανθρώπινες μαρτυρίες, δημιουργείται ένα πρόβλημα. Μερικές φορές, όσα λένε δεν είναι πλήρη ούτε απτά — κάτι τους λείπει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Θεός αποκαλύπτει κάποια γεγονότα από τον καιρό εκείνο στο έργο Του των εσχάτων ημερών. Για παράδειγμα, ποιες ήταν οι περιστάσεις του Παύλου, ποιες ήταν οι περιστάσεις του Πέτρου και ούτω καθεξής. Ο Θεός τις συμπληρώνει στο έργο Του των εσχάτων ημερών. Επομένως, μπορούμε να δούμε από αυτό ότι τα λεχθέντα του ανθρώπου δεν συμμορφώνονται τελείως με το πραγματικό πλαίσιο· αυτό είναι ένα ζήτημα που αποκαλύπτει ο Θεός στο έργο Του των εσχάτων ημερών.

από τη Συναναστροφή εκ του Άνωθεν

Η Αγία Γραφή

Επειδή στις επιστολές ο Παύλος κάποτε δήλωνε ότι όλες οι γραφές δίδονται από την έμπνευση του Θεού, αργότερα οι θρησκευτικοί κύκλοι ξεκίνησαν να οριοθετούν όλα όσα ήταν γραμμένα στη Βίβλο ως έμπνευση του Θεού και ως λόγια του Θεού. Αυτό που είπε ο Παύλος δεν είχε καμία βάση, επειδή ο Θεός δεν είχε γίνει ποτέ μάρτυρας της Βίβλου κατ’ αυτόν τον τρόπο, ούτε ο Κύριος Ιησούς είχε πει ποτέ ότι η Βίβλος δόθηκε από την έμπνευση του Θεού και αποτελεί εξ ολοκλήρου τον λόγο του Θεού. Η μαρτυρία του Παύλου για τη Βίβλο βασιζόταν απλώς στη σχετική προσωπική του γνώση. Δεν μιλούσε επ’ ουδενί για λογαριασμό του Θεού. Μόνον το Άγιο Πνεύμα και ο Θεός ενσαρκωμένος γνωρίζουν την αληθινή ουσία της ιστορίας που πραγματεύεται η Βίβλος, οι δε άνθρωποι της δημιουργίας δεν κατάφεραν να την κατανοήσουν διεξοδικά. Αυτό είναι γεγονός. Ο Κύριος Ιησούς είπε απλά ότι η Βίβλος είναι μαρτυρία του Θεού. Δεν είπε ότι τα πάντα ήταν εμπνευσμένα από τον Θεό και ήταν ο λόγος του Θεού. Ούτε το Άγιο Πνεύμα κατέθεσε ποτέ τέτοια μαρτυρία για τη Βίβλο σε κανέναν. Άρα, αυτό που είπε ο Παύλος δεν είχε καμία βάση. Δεν μιλούσε εξ ονόματος του Θεού, πόσο μάλλον του Αγίου Πνεύματος. Όλα όσα περιέχονται στη Βίβλο είναι καταγραφές πραγματικών γεγονότων και μαρτυρίες εμπειριών που σχετίζονται με το έργο του Θεού, γραμμένες από ανθρώπους που Τον υπηρετούσαν. Κανένα από τα κεφάλαια δεν γράφτηκε από τον ίδιο τον Θεό: οι συγγραφείς τους απλά μετέφεραν τον λόγο του Θεού ή περιέγραφαν τις δικές τους εμπειρίες και κατανόηση, διαφωτισμένοι από τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος, ώστε να γίνουν μάρτυρες για το όνομα και το έργο του Θεού. Αυτό είναι γεγονός. Αν και οι γραπτές αφηγήσεις και οι επιστολές των αποστόλων είχαν τη διαφώτιση του Αγίου Πνεύματος, δεν αντιπροσωπεύουν τον λόγο του Θεού, διότι το Άγιο Πνεύμα φωτίζει, διαφωτίζει και καθοδηγεί κάθε άτομο σύμφωνα με την ατομική του κατάσταση έτσι ώστε να μπορεί να φτάσει στην κατανόηση της αλήθειας και να επιτύχει τη γνώση του Θεού. Αυτό είναι το αποτέλεσμα του έργου του Αγίου Πνεύματος. Άρα, αυτή η διαφώτιση και φώτιση που απέφερε το έργο του Αγίου Πνεύματος δεν είναι το ισοδύναμο του λόγου του Θεού. Οι ομιλίες του Θεού αντιπροσωπεύουν τη διάθεση της ζωής του Θεού και φέρουν την ουσία της αλήθειας της διάθεσης της ζωής Του. Καμία φράση του Θεού δεν μπορεί ποτέ να βιωθεί πλήρως από τον άνθρωπο, επειδή οι ομιλίες Του περιέχουν πάρα πολλή ουσία αλήθειας για να τις βιώσουμε μέσα στην περιορισμένη εμπειρία μίας και μόνο ζωής. Εξαιτίας αυτού, ανεξάρτητα από το πόσο οι άνθρωποι κατανοούν την αλήθεια ή γνωρίζουν τον Θεό, δεν θα μπορέσουν ποτέ να εκφράσουν τον λόγο Του. Προφανώς, η διαφώτιση και φώτιση του Αγίου Πνεύματος απλώς παρέχει στους ανθρώπους κάποιο φως και καθοδήγηση για να κατανοήσουν την αλήθεια. Ανεξάρτητα από το πόσο εμπεριστατωμένες μπορεί να είναι οι εμπειρίες και οι μαρτυρίες τους, δεν θα πρέπει ούτε καν να εξισώνονται με τις ομιλίες του Θεού. Επειδή η ουσία του ανθρώπου και η ουσία του Θεού διαφέρουν όσο η νύχτα με την ημέρα, οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουν ποτέ να εκφράσουν τον λόγο του Θεού. Μόνον ο Χριστός που είναι προικισμένος με τη θεϊκή φύση μπορεί να το κάνει. Οι προφήτες μπορούν απλά να μεταφέρουν τον λόγο του Θεού. Ακόμη και οι άνθρωποι πουχρησιμοποιεί το Άγιο Πνεύμα μπορούν να μιλήσουν μόνο για τις δικές τους εμπειρίες και για αυτά στα οποία υπήρξαν οι ίδιοι μάρτυρες. Οι άνθρωποι μπορούν να εκφραστούν μόνο σύμφωνα με τη δική τους ουσία.Τα βιώματάτους, με τη σειρά τους, καθορίζουν τις μαρτυρίες τους. Ο Θεός κατέχει την ουσία της θεϊκής φύσης, και έτσι εκφράζει φυσικά τον λόγο του Θεού.Εμείς οι άνθρωποι κατέχουμε την ουσία της ανθρώπινης φύσης μας, επομένως αυτό που εκφράζουμε στηρίζεται φυσικά στις εμπειρίες μας και σε αυτά στα οποία υπήρξαμε μάρτυρες. Ως εκ τούτου, εκτός από τα τμήματα που μεταφέρονται από τον άνθρωπο και είναι λόγια του Θεού, τα υπόλοιπα είναι αναμφίβολα αφηγήσεις ανθρώπινων εμπειριών και ανθρώπινης κατανόησης. Ακόμη και ανσυμβαδίζουν με την αλήθεια, δεν μπορούν επ’ ουδενί να συγκριθούν με τον λόγο του Θεού, γιατί η ουσία της ανθρώπινης φύσης απέχει μακράν από την ουσία του Θεού. Ως εκ τούτου, κατά την ανάγνωση της Βίβλου, πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των τμημάτων που περιέχουν τον λόγο του Θεού και όσων είναι λόγια του ανθρώπου. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να εξετάσουμε τη Βίβλο με υπευθυνότητα και κατά τρόπο που συμμορφώνεται με το θέλημα του Θεού. Επιπλέον, όταν η θρησκευτική κοινότητα ισχυρίζεται ότι όλα όσα είναι γραμμένα στη Βίβλο είναι ο λόγος του Θεού, αυτό δεν συμφωνεί με τα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Για παράδειγμα, στην Εποχή της Χάριτος, το Άγιο Πνεύμα δεν έχει γίνει ποτέ μάρτυρας για να πει ότι τα γράμματα και οι μαρτυρίες που έγραψαν οι απόστολοι είναι η έμπνευση του Θεού. Εκτός αυτού, ούτε οι ίδιοι οι απόστολοι δεν δήλωσαν ποτέ ότι όσα έγραφαν προέρχονταν από την έμπνευση του Θεού,ούτε και θα τολμούσαν να ισχυριστούν ότι ήταν ο πραγματικός λόγος του Θεού. Οι επιστολές που αποστέλλονταν στις εκκλησίες εκείνη την εποχή θεωρούνταν όλες γράμματα που είχαν συντάξει οι αποστολικοί αδελφοί, κανείς απολύτως δεν δήλωνε ότι ήταν ο λόγος του Θεού εμπνευσμένος από τον Θεό. Αυτή ήταν η αλήθεια εκείνη την εποχή.Δεν είναι πλέον η αλήθεια σήμερα; Τώρα, κατά τις έσχατες ημέρες, οι άνθρωποι που επιμένουν ότι οι επιστολές είναι ο λόγος του Θεού, αντιτάσσονται στα ιστορικά γεγονότα! Ούτε στην Εποχή του Νόμου, οι δούλοι και οι προφήτες του Θεού δεν έλεγαν ότι τα λόγια τους ήταν εμπνεύσεις του Θεού, ούτε ότι ήταν ο λόγος του Θεού. Όσο για τα βιβλία που έγραψαν, οι Ισραηλίτες της εποχής σίγουρα θα θεωρούσαν ότι έχουν γραφεί από τους υπηρέτες ή τους προφήτες του Θεού. Εκτός από τα λόγια του Θεού που μεταβίβαζαν, τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως καταγραφές του έργου του Θεού. Εάν οι Ισραηλίτες δεν κατέθεσαν ποτέ μαρτυρία ότι τα βιβλία που γράφτηκαν από αυτούς τους υπηρέτες και τους προφήτες ήταν όλα εμπνεύσεις και ομιλίες του Θεού, τότε πώς μπορούν άνθρωποι που ζουν δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα να αντιτάσσονται στα ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής; Πώς μπορούν να επιμένουν κατηγορηματικά ότι τα λόγια της Βίβλου που έχουν γραφεί από ανθρώπους είναι στην πραγματικότητα ο λόγος του Θεού; Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τα ιστορικά γεγονότα! Η δεισιδαιμονία και η ειδωλολατρία με την οποία οι άνθρωποι βλέπουν τη Βίβλο τις έσχατες ημέρες απορρέουν εξ ολοκλήρου από ανθρώπινες αντιλήψεις και την ανθρώπινη φαντασία. Δεν έχουν καμία απολύτως βάση στον λόγο του Θεού. Αυτή η πρακτική της θρησκευτικής κοινότητας να ακολουθεί τυφλά τη Βίβλο είναι παραπλανητική και αντιτίθεται στον Θεό. Έτσι η δύναμη του αντίχριστου παραπλανά τους ανθρώπους και τους περιπλέκει στη δεισιδαιμονία και την ψεύτικη λατρεία της Βίβλου. Αυτό έχει προκαλέσει ήδη τον σχηματισμό πλήθους δογμάτων, βυθίζοντας σε χάος τη ζωή της εκκλησίας και την είσοδο των ανθρώπων στη ζωή και προκαλώντας πολλές αρνητικές επιπτώσεις. Σε αυτό το σημείο, όλοι πρέπει να προβληματιστούν για τον εαυτό τους, να αναγνωρίσουν το τι συμβαίνει και να αναζητήσουν την αλήθεια ώστε να επιλύσουν το συγκεκριμένο πρόβλημα και να μην απομακρυνθούν από τον σωστό δρόμο.

από «Όλοι όσοι δεν καταφέρνουν να γνωρίσουν τον Χριστό ως την αλήθεια, την οδό και τη ζωή δεν θα εισέλθουν ποτέ στη βασιλεία των ουρανών» στο βιβλίο «Συλλογή Κηρυγμάτων — Προσφορά Ζωής»

Βασιζόμενη στα λόγια του Παύλου πως «Όλη η γραφή είναι θεόπνευστος» (2Τιμ. 3:16), η πλειονότητα του θρησκευτικού κόσμου θεωρεί πως όσα καταγράφονται στη Βίβλο είναι λόγια του Θεού, και πως αν κανείς μένει προσκολλημένος στη Βίβλο, θα ανυψωθεί στη βασιλεία των ουρανών. Ειδικά τις έσχατες ημέρες, οι περισσότεροι πιστοί του Κυρίου εξακολουθούν να το πιστεύουν αυτό. Μα, είναι αυτή η άποψη συμβατή με την αλήθεια και τα δεδομένα; Είπε ποτέ ο Κύριος Ιησούς ότι όλη η Γραφή είναι θεόπνευστη; Είπε κάτι τέτοιο το Άγιο Πνεύμα; Δεν το έκαναν. Αυτό το είπε ο Παύλος. Με αυτά τα λόγια του Παύλου, πολλοί πιστοί τεκμηριώνουν την πεποίθησή τους ότι κάθε λέξη της Βίβλου είναι εμπνευσμένη από τον Θεό και τον λόγο Του. Δεν είναι τεράστιο λάθος αυτό; Κάποιοι πιστεύουν επίσης ότι ακόμα κι αν ειπώθηκε από ανθρώπους, πάλι πρόκειται για τον λόγο του Θεού, αφού καταγράφεται στη Βίβλο. Δεν είναι εσφαλμένη και παράλογη αυτή η άποψη; Οι πιστοί του Κυρίου πρέπει να γνωρίζουν καλά ότι η Βίβλος είναι μοναχά μια μαρτυρία του Θεού και ένα αρχείο του έργου Του. Η δημιουργία της Βίβλου βασίστηκε στο θείο έργο της σωτηρίας της ανθρωπότητας. Κάθε στάδιο του έργου του Θεού σφύζει από αναφορές της μάχης μεταξύ του Θεού και των σκοτεινών δυνάμεων του Σατανά. Γι' αυτό στη Βίβλο δεν καταγράφεται μόνο ο λόγος του Θεού, αλλά και λόγια διαφόρων ανθρώπων, ακόμα και του Σατανά. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Είναι βάσιμο το επιχείρημα ότι όλα τα λόγια στη Βίβλο είναι λόγια του Θεού; Δεν διαστρεβλώνει την αλήθεια και συγχέει το άσπρο με το μαύρο; Πώς εμμένουν ακόμα κάποιοι σε τέτοιες εσφαλμένες απόψεις; Γιατί δεν μιλούν σύμφωνα με τα δεδομένα; Όποιος έχει διαβάσει τη Βίβλο γνωρίζει πως περιέχει συνομιλίες μεταξύ του Θεού και του Μωυσή, του Θεού και του Ιώβ, του Θεού και του εκλεκτού λαού, του Θεού και του Σατανά. Μπορούν τα λόγια ενός συνομιλητή του Θεού να γίνουν λόγια του Θεού; Δεν είναι εντελώς παράλογο; Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι «Όλη η Γραφή είναι θεόπνευστος» και είναι ο λόγος του Θεού δεν μπορεί να είναι βάσιμος! Κάποιοι παράλογοι επιμένουν αυθαίρετα ότι λόγια ανθρώπων που περιέχονται στη Βίβλο είναι λόγια του Θεού. Αυτό αντιτίθεται πλήρως στην αλήθεια. Αμαυρώνει τον Θεό, Τον βλασφημάει και προσβάλλει τη διάθεσή Του! Τα λόγια του Θεού είναι του Θεού, τα λόγια του ανθρώπου είναι του ανθρώπου, και τα λόγια του Σατανά είναι του Σατανά. Γιατί τα συγχέουν οι άνθρωποι; Τα λόγια του Θεού θα είναι πάντοτε η αλήθεια. Τα λόγια του ανθρώπου δεν μπορούν να είναι η αλήθεια. Μόνο συμβατά με την αλήθεια μπορούν να είναι. Τα λόγια του Σατανά θα είναι πάντοτε ψεύδη και αναλήθειες. Και δέκα χιλιάδες φορές να ειπωθούν, πάλι θα είναι ψεύδη και αναλήθειες. Οι σοφοί άνθρωποι δεν πρέπει να το αμφισβητούν αυτό. Μόνο οι ανόητοι θα εμμένουν σε εσφαλμένες απόψεις.

Για το ζήτημα αυτό, ας διαβάσουμε δύο περικοπές από τον λόγο του Παντοδύναμου Θεού, ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα τα πράγματα. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Την σήμερον ημέρα, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η Βίβλος είναι ο Θεός και ότι ο Θεός είναι η Βίβλος. Επίσης, πιστεύουν ότι όλα όσα λέει η Βίβλος ήταν τα μόνα λόγια που εξέφρασε ο Θεός και ότι όλα ειπώθηκαν από τον Θεό. Όσοι πιστεύουν στον Θεό πιστεύουν ακόμη ότι παρόλο που και τα εξήντα έξι βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης γράφτηκαν από ανθρώπους, όλα αυτά δόθηκαν με την έμπνευση του Θεού και αποτελούν καταγραφή των ομιλιών του Αγίου Πνεύματος. Αυτό αποτελεί τη λανθασμένη ερμηνεία των ανθρώπων και δεν συνάδει απόλυτα με τα γεγονότα. Στην πραγματικότητα, εκτός από τα βιβλία των προφητειών, το μεγαλύτερο μέρος της Παλαιάς Διαθήκης αποτελεί ιστορικό αρχείο. Ορισμένες από τις επιστολές της Καινής Διαθήκης προέρχονται από τις εμπειρίες των ανθρώπων και ορισμένες προέρχονται από τη διαφώτιση του Αγίου Πνεύματος. Οι επιστολές του Παύλου, παραδείγματος χάριν, προέκυψαν από το έργο ενός ανθρώπου, ήταν όλες το αποτέλεσμα της διαφώτισης του Αγίου Πνεύματος και γράφτηκαν για τις εκκλησίες, ήταν λόγια προτροπής και ενθάρρυνσης για τους αδελφούς και τις αδελφές των εκκλησιών. Δεν ήταν λόγια που εξέφρασε το Άγιο Πνεύμα — ο Παύλος δεν μπορούσε να μιλήσει εξ ονόματος του Αγίου Πνεύματος, ούτε ήταν προφήτης, πολύ λιγότερο δε, είδε τα οράματα που είδε ο Ιωάννης. Οι επιστολές του γράφτηκαν για τις εκκλησίες της Εφέσου, της Θεσσαλονίκης, της Γαλατίας και άλλων εκκλησιών. Έτσι, οι επιστολές του Παύλου στην Καινή Διαθήκη είναι επιστολές, τις οποίες έγραψε ο Παύλος για τις εκκλησίες και όχι έμπνευση από το Άγιο Πνεύμα, ούτε είναι οι άμεσες ομιλίες του Αγίου Πνεύματος. […] Εάν οι άνθρωποι βλέπουν τις επιστολές ή τα λόγια του Παύλου ως τις ομιλίες του Αγίου Πνεύματος και τα λατρεύουν ως Θεό, τότε μπορεί να ειπωθεί ότι δεν ξέρουν να κάνουν καμιά διάκριση. Για να μιλήσουμε πιο σκληρά, δεν είναι αυτό σαφώς βλασφημία; Πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος να μιλήσει εξ ονόματος του Θεού; Και πώς θα μπορούσαν οι άνθρωποι να προσκυνήσουν ενώπιον των καταγραφών των επιστολών του και όσων εξέφρασε σαν να ήταν ένα ιερό βιβλίο ή ένα θεϊκό βιβλίο; Θα μπορούσε ο λόγος του Θεού τυχόν να εκφραστεί από έναν άνθρωπο; Πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος να μιλήσει εξ ονόματος του Θεού;» (από «Σχετικά με τη Βίβλο (3)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»).

«Δεν αποτελούν όλα όσα περιέχονται στη Βίβλο καταγραφή όσων έχει εκφράσει ο ίδιος ο Θεός. Η Βίβλος απλά τεκμηριώνει τα δύο προηγούμενα στάδια του έργου του Θεού, εκ των οποίων ένα μέρος είναι η καταγραφή των προβλέψεων των προφητών και άλλο ένα μέρος είναι οι εμπειρίες και η γνώση που αποτυπώθηκαν από ανθρώπους που χρησιμοποίησε ο Θεός στην πορεία του χρόνου. Οι ανθρώπινες εμπειρίες αλλοιώνονται από ανθρώπινες απόψεις και γνώσεις, κάτι που είναι αναπόφευκτο. Πολλά από τα βιβλία της Βίβλου περικλείουν ανθρώπινες αντιλήψεις, ανθρώπινες προκαταλήψεις και ανθρώπινες παράλογες ερμηνείες. Βεβαίως, τα περισσότερα από όσα έχουν λεχθεί είναι το αποτέλεσμα της διαφώτισης και της φώτισης του Αγίου Πνεύματος και αποτελούν σωστές ερμηνείες — εντούτοις, και πάλι δεν μπορούμε να πούμε ότι εκφράζουν την αλήθεια με απόλυτη ακρίβεια» (από «Σχετικά με τη Βίβλο (3)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»).

Όλοι έχουμε διαβάσει αυτά τα λόγια και μπορούμε να δούμε ότι η Βίβλος δεν είναι εμπνευσμένη από τον Θεό ούτε είναι όλος ο λόγος του Θεού. Όσο για τα ποια μέρη της Βίβλου είναι ο λόγος του Θεού και ποια προέρχονται από τους ανθρώπους είναι σαφές σε όσους διακρίνουν. Ο συγγραφέας ονομάζεται για κάθε γραφή και διευκρινίζεται σαφώς ποια μέρη της Βίβλου περιέχουν τον λόγο του Θεού. Πώς γίνεται, έτσι αβίαστα, να θεωρούμε ότι ο λόγος του ανθρώπου και ο λόγος του Σατανά είναι ο λόγος του Θεού; Είναι λογικό αυτό; Αν οι πιστοί επιμένουν ότι τα λόγια των ανθρώπων στη Βίβλο είναι ο λόγος του Θεού, πώς πιστεύετε ότι θα νιώθει ο Θεός; Είναι δίκαιο για τον Θεό; Δεν είναι βλασφημία και δυσφήμηση του Θεού; Ποιο είναι το βάρος του λόγου του ανθρώπου στα μάτια του Θεού; Γιατί δεν αφιερώνουμε μια στιγμή να το σκεφτούμε; Πώς μπορεί να συγκριθεί ο λόγος του ανθρώπου με τον λόγο του Θεού; Η ουσία του ανθρώπου διαφέρει από του Θεού, έτσι και τα λόγια του ανθρώπου διαφέρουν από τον λόγο του Θεού. Αν η διαφώτιση του λόγου του ανθρώπου μπορεί να συμφωνήσει με την αλήθεια, είναι μεγάλο επίτευγμα. Αν ο λόγος του ανθρώπου δεν καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα, δεν είναι πλάνη και ψέμα; Αν όσοι πιστεύουν στον Θεό δεν μπορούν να το δουν αυτό, τότε φοβάμαι ότι είναι πολύ ανόητοι και αδαείς! Σήμερα ο θρησκευόμενος κόσμος θεωρεί τα λόγια των ανθρώπων στη Βίβλο ως λόγο του Θεού. Αυτό δείχνει ότι κανείς δεν ξέρει πραγματικά τον Θεό. Οι περισσότεροι ηγέτες στον θρησκευόμενο κόσμο είναι υποκριτές Φαρισαίοι. Όσοι γνωρίζουν πραγματικά τον Θεό δεν πιστεύουν ότι η Βίβλος είναι εμπνευσμένη από τον Θεό και ότι είναι ο λόγος του Θεού. Σίγουρα δεν θα λάτρευαν τη Βίβλο σαν να ήταν ο Θεός. Ο θρησκευόμενος κόσμος πιστεύει ότι η Βίβλος είναι εμπνευσμένη από τον Θεό και είναι ο λόγος του Θεού, ότι αντιπροσωπεύει τον Θεό. Αυτή είναι η πιο ψευδής ιδέα στον θρησκευόμενο κόσμο.

από το βιβλίο «Κλασικές Ερωτήσεις και Απαντήσεις για το Ευαγγέλιο της Βασιλείας»

Σχετικό περιεχόμενο