Η Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού Εφαρμογή

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Μετά την επανειλημμένη αντίσταση και εχθρότητα των Σοδόμων προς Εκείνον, ο Θεός τα ισοπεδώνει

3

Έχοντας, πλέον, μια γενική κατανόηση της δίκαιης διάθεσης του Θεού, μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή μας στην πόλη των Σοδόμων – την οποία ο Θεός θεωρούσε αμαρτωλή. Κατανοώντας την ουσία της πόλης αυτής, μπορούμε πλέον να καταλάβουμε γιατί ο Θεός επιθυμούσε να την καταστρέψει και γιατί την κατέστρεψε τόσο ολοκληρωτικά. Μέσα από αυτό, μπορούμε να γνωρίσουμε τη δίκαιη διάθεση του Θεού.

Από ανθρώπινη άποψη, τα Σόδομα ήταν μια πόλη που μπορούσε να ικανοποιήσει πλήρως την επιθυμία του ανθρώπου και την κακία του. Θελκτική και μαγευτική, με μουσική και χορό τη μια νύχτα μετά την άλλη, η ευημερία της οδήγησε τους ανθρώπους στην εμμονή και την τρέλα. Το κακό της διέβρωσε τις καρδιές των ανθρώπων και τους προσέλκυσε στον εκφυλισμό. Ήταν μια πόλη, όπου τα ακάθαρτα και τα κακά πνεύματα δρούσαν ξέφρενα· ξεχείλιζε από αμαρτία και φόνο και ήταν γεμάτη από μια αιματηρή, σάπια οσμή. Ήταν μια πόλη που πάγωνε τους ανθρώπους ως το κόκαλο, μια πόλη από την οποία θα αποχωρούσαμε τρομοκρατημένοι. Κανείς στην πόλη αυτή – ούτε άντρας ούτε γυναίκα, ούτε νέος ούτε γέρος – δεν αναζητούσε τον αληθινό δρόμο· κανείς δεν λαχταρούσε το φως ούτε επιθυμούσε να απομακρυνθεί από την αμαρτία. Ζούσαν υπό τον έλεγχο, τη διαφθορά και τον δόλο του Σατανά. Είχαν χάσει την ανθρώπινη φύση τους· είχαν χάσει τα λογικά τους και είχαν χάσει τον πρωταρχικό στόχο της ύπαρξης του ανθρώπου. Διέπραξαν αναρίθμητες αμαρτίες αντίστασης κατά του Θεού· αρνήθηκαν την καθοδήγησή Του και εναντιώθηκαν στο θέλημά Του. Οι κακές τους πράξεις ήταν εκείνες που οδήγησαν αυτούς τους ανθρώπους, την πόλη και όλα τα ζωντανά μέσα σε αυτήν, βήμα προς βήμα, στο κατηφορικό μονοπάτι της καταστροφής.

Μετά την επανειλημμένη αντίσταση και εχθρότητα των Σοδόμων προς Εκείνον, ο Θεός τα ισοπεδώνει

Αν και αυτά τα δύο χωρία δεν καταγράφουν τις λεπτομέρειες που περιγράφουν την έκταση της διαφθοράς του λαού των Σοδόμων, αλλά, αντίθετα καταγράφουν τη συμπεριφορά τους προς τους δύο υπηρέτες του Θεού αμέσως μετά την άφιξη των τελευταίων στην πόλη, μια απλή αλήθεια μπορεί να αποκαλύψει την έκταση της διαφθοράς, της κακίας και της αντίστασης στον Θεό του λαού των Σοδόμων. Μέσα από αυτό, εκτίθενται επίσης το αληθινό πρόσωπο και η ουσία του λαού της πόλης. Όχι μόνο δεν αποδέχτηκαν τις προειδοποιήσεις του Θεού, αλλά ούτε και φοβήθηκαν την τιμωρία Του. Αντιθέτως, χλεύαζαν τον θυμό του Θεού. Του αντιστάθηκαν χωρίς να καταλαβαίνουν. Ό,τι και αν έπραττε ή όπως και αν το έπραττε Εκείνος, η φαύλη φύση τους απλώς εντεινόταν, και εναντιώνονταν επανειλημμένα στον Θεό. Ο λαός των Σοδόμων ήταν εχθρικός προς την ύπαρξη του Θεού, τον ερχομό Του, την τιμωρία Του και, ακόμα περισσότερο, στις προειδοποιήσεις Του. Δεν έβλεπαν τίποτα άλλο γύρω τους που να αξίζει τον κόπο. Καταβρόχθιζαν και έβλαπταν όλους τους ανθρώπους που ήταν δυνατόν να καταβροχθιστούν και να βληθούν, και δεν αντιμετώπισαν διαφορετικά ούτε τους υπηρέτες του Θεού. Σε σχέση με το σύνολο των αισχρών πράξεων που διέπραξε ο λαός των Σοδόμων, η πρόκληση κακού στους υπηρέτες του Θεού αποτελούσε μόνο την κορυφή του παγόβουνου, και η κακή φύση τους που αυτό αποκάλυψε, στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μια σταγόνα στον ωκεανό. Ως εκ τούτου, ο Θεός επέλεξε να τους καταστρέψει με φωτιά. Ο Θεός δεν χρησιμοποίησε πλημμύρα, ούτε τυφώνα, σεισμό, τσουνάμι ή οποιαδήποτε άλλη μέθοδο για να καταστρέψει την πόλη. Τι δηλώνει η χρήση της φωτιάς από τον Θεό, για να καταστρέψει την πόλη; Σήμαινε την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης· σήμαινε ότι η πόλη εξαφανίστηκε εξ ολοκλήρου από προσώπου γης και από την ύπαρξη. Εδώ, η λέξη «καταστροφή» δεν αναφέρεται μόνο στην εξαφάνιση της μορφής και της δομής της πόλης ή της εξωτερικής εμφάνισής της· σημαίνει επίσης και ότι οι ψυχές των ανθρώπων μέσα στην πόλη έπαψαν να υπάρχουν, έχοντας εξαλειφθεί απόλυτα. Με απλά λόγια, όλοι οι άνθρωποι, τα γεγονότα και τα πράγματα που σχετίζονταν με την πόλη, καταστράφηκαν. Δεν θα υπήρχε μεταθανάτια ζωή ή μετενσάρκωση γι’ αυτούς· ο Θεός τους είχε εξαλείψει από την ανθρωπότητα, από τη δημιουργία Του, μια για πάντα. Η «χρήση της φωτιάς» σήμαινε παύση της αμαρτίας και σήμαινε το τέλος της αμαρτίας· η αμαρτία αυτή θα έπαυε να υπάρχει και να εξαπλώνεται. Σήμαινε ότι το κακό του Σατανά είχε χάσει το έδαφος που τον εξέτρεφε, καθώς και το νεκροταφείο που του παρείχε ένα μέρος για να μένει και να ζει. Στον πόλεμο μεταξύ Θεού και Σατανά, η χρήση της φωτιάς από τον Θεό είναι η σφραγίδα της νίκης Του, η οποία σημαδεύει τον Σατανά. Η καταστροφή των Σοδόμων αποτελεί σπουδαίο παραπάτημα στη φιλοδοξία του Σατανά να εναντιωθεί στον Θεό διαφθείροντας και καταβροχθίζοντας τους ανθρώπους, και αποτελεί επίσης ταπεινωτικό σημάδι μιας εποχής στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, όταν ο άνθρωπος απέρριψε την καθοδήγηση του Θεού και εγκατέλειψε εαυτόν στη φαυλότητα. Επιπλέον, είναι καταγραφή μιας πραγματικής αποκάλυψης της δίκαιης διάθεσης του Θεού.

Όταν η φωτιά που έστειλε ο Θεός από τον ουρανό είχε μετατρέψει τα Σόδομα σε τίποτα περισσότερο από στάχτες, τούτο σήμαινε ότι η πόλη με το όνομα Σόδομα θα έπαυε να υπάρχει, όπως και τα πάντα μέσα στην ίδια την πόλη. Καταστράφηκε από τον θυμό του Θεού· εξαφανίστηκε κάτω από την οργή και τη μεγαλοπρέπεια του Θεού. Χάρη στη δίκαιη διάθεση του Θεού, τα Σόδομα έλαβαν τη δίκαιη τιμωρία τους· χάρη στη δίκαιη διάθεση του Θεού, έλαβαν το δίκαιο τέλος τους. Το τέλος της ύπαρξης των Σοδόμων οφειλόταν στο κακό τους, και οφειλόταν επίσης στην επιθυμία του Θεού να μην κοιτάξει ποτέ ξανά αυτήν την πόλη, ούτε και κανέναν από τους ανθρώπους που είχαν ζήσει σε αυτήν ή και οποιαδήποτε ζωή που είχε ανατραφεί μέσα στην πόλη. Η «επιθυμία του Θεού να μην κοιτάξει ποτέ ξανά την πόλη» είναι η οργή Του, καθώς και η μεγαλοπρέπειά Του. Ο Θεός έκαψε την πόλη, επειδή η ανομία και η αμαρτία της Τον έκαναν να νοιώθει θυμό, αηδία και απέχθεια προς αυτήν, και να επιθυμεί να μην την κοιτάξει ποτέ ξανά, ούτε και κανέναν από τους ανθρώπους και τα έμβια όντα μέσα σε αυτήν. Μόλις η πόλη σταμάτησε πια να καίγεται, αφήνοντας μόνο στάχτες πίσω της, έπαψε και να υπάρχει στα μάτια του Θεού· ακόμη και οι αναμνήσεις Του από αυτήν είχαν χαθεί, σβηστεί. Τούτο σημαίνει ότι η φωτιά που εστάλη από τον ουρανό, δεν κατέστρεψε μονάχα ολόκληρη την πόλη των Σοδόμων και τους γεμάτους ανομία ανθρώπους μέσα σε αυτήν, ούτε κατέστρεψε απλώς ό,τι είχε κηλιδωθεί από την αμαρτία μέσα στην πόλη· περισσότερο ακόμα, η φωτιά αυτή κατέστρεψε τις αναμνήσεις του κακού και της αντίστασης της ανθρωπότητας ενάντια στον Θεό. Τούτο ήταν ο σκοπός του Θεού, όταν κατέκαψε την πόλη.

Μια ανθρωπότητα είχε διαφθαρεί στο έπακρο. Δεν γνώριζαν ποιος ήταν ο Θεός ή από πού προέρχονταν οι ίδιοι. Αν ανέφερες τον Θεό, αυτοί οι άνθρωποι θα επιτίθονταν, θα συκοφαντούσαν και θα βλασφημούσαν. Ακόμη και όταν οι υπηρέτες του Θεού ήρθαν να διαδώσουν την προειδοποίησή Του, οι διεφθαρμένοι αυτοί άνθρωποι όχι μόνο δεν επέδειξαν κανένα σημάδι μετάνοιας ούτε και εγκατέλειψαν την κακή συμπεριφορά τους. Αντιθέτως, έβλαψαν θρασύτατα τους υπηρέτες του Θεού. Αυτά που εξέφρασαν και αποκάλυψαν, ήταν η φύση και η ουσία της ακραίας εχθρότητάς τους προς τον Θεό. Μπορούμε να καταλάβουμε ότι η αντίσταση των διεφθαρμένων αυτών ανθρώπων ενάντια στον Θεό ήταν κάτι περισσότερο από μια αποκάλυψη της διεφθαρμένης διάθεσής τους, ακριβώς όπως ήταν και κάτι περισσότερο από ένα περιστατικό συκοφαντίας ή χλευασμού, που απέρρεε από την έλλειψη κατανόησης της αλήθειας. Ούτε η βλακεία ούτε η άγνοια προκάλεσαν την κακή συμπεριφορά τους· δεν ήταν επειδή οι άνθρωποι αυτοί είχαν εξαπατηθεί, ούτε, βεβαίως, επειδή τους είχαν παραπλανήσει. Η συμπεριφορά τους είχε φτάσει στο επίπεδο του καταφανώς θρασύ ανταγωνισμού, της εναντίωσης και της οχλοβοής κατά του Θεού. Αναμφίβολα, η συγκεκριμένη ανθρώπινη συμπεριφορά εξόργισε τον Θεό και εξόργισε τη διάθεσή Του – μια διάθεση που δεν πρέπει να υβρίζεται. Γι’ αυτό και ο Θεός απελευθέρωσε άμεσα και ανοιχτά την οργή και τη μεγαλοπρέπειά Του· τούτη αποτελεί μια αληθινή αποκάλυψη της δίκαιης διάθεσής Του. Ευρισκόμενος αντιμέτωπος με μια πόλη που ξεχείλιζε από αμαρτία, ο Θεός επιθύμησε να την καταστρέψει με τον ταχύτερο δυνατό τρόπο· θέλησε να εξαφανίσει τους ανθρώπους μέσα σε αυτήν και το σύνολο των αμαρτιών τους με τον πλέον ολοκληρωτικό τρόπο, να κάνει τους ανθρώπους της πόλης να πάψουν να υπάρχουν και να σταματήσει τον πολλαπλασιασμό της αμαρτίας σε αυτόν τον τόπο. Ο ταχύτερος και πλέον ολοκληρωτικός τρόπος να το πράξει, ήταν να την κατακάψει με φωτιά. Η στάση του Θεού απέναντι στον λαό των Σοδόμων δεν ήταν η εγκατάλειψη ή η αμέλεια· αντίθετα, χρησιμοποίησε την οργή, τη μεγαλοπρέπεια και την εξουσία Του για να τιμωρήσει, να πλήξει και να καταστρέψει απόλυτα τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Η στάση Του απέναντί τους δεν ήταν μόνο η φυσική καταστροφή, αλλά και η καταστροφή της ψυχής, μια αιώνια εξάλειψη. Τούτη είναι και η πραγματική συνέπεια της επιθυμίας του Θεού να «πάψουν να υπάρχουν».

από το βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»