Η Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού Εφαρμογή

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Μαρτυρία πίστης: η ηπατική ασκίτιδα μιας ηλικιωμένης γυναίκας θεραπεύεται ως εκ θαύματος, αφού στράφηκε για στήριξη στον Θεό

33

Περιεχόμενα

Υπομένοντας την ασθένεια, ώστε να μην ταλαιπωρηθούν τα παιδιά της

Σε κρίσιμη κατάσταση, εναποθέτει την ελπίδα της στον Θεό

Η κατάστασή της επιδεινώνεται και κατηγορεί τον Θεό

Τα λόγια του Θεού αποκαλύπτουν την εσφαλμένη οπτική της για την πίστη

Μέσα από την καθοδήγηση των λόγων του Θεού, έπαψε να περιορίζεται από τη σκέψη του θανάτου

Αναγνώριση της διακυβέρνησης του Θεού μετά τη θαυματουργική ανάρρωσή της

Από τη Ζιόνγκ Κιν

Σημείωση του συντάκτη: «Πιστεύω στον Θεό, οπότε γιατί να υποφέρω από αυτήν την ασθένεια; Γιατί να μη με προστατεύσει ο Θεός;» Όταν αρρωσταίνουμε, έχουμε μονίμως την τάση να έχουμε αυτά τα παράπονα για τον Θεό. Η γυναίκα σε αυτήν την ιστορία δεν αποτελεί εξαίρεση. Όταν η κατάστασή της επιδεινώνεται, αρχίζει να κατηγορεί τον Θεό επειδή είναι ανίκανη να αντέξει το μαρτύριο της ασθένειάς της, αλλά όταν προσεύχεται ειλικρινά στον Θεό και υποτάσσεται στις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις Του, είναι ικανή να αποδεχτεί ήρεμα την ίδια της τη θνητότητα και η κατάστασή της βελτιώνεται ως εκ θαύματος. Θέλετε να μάθετε την εμπειρία της; Διαβάστε παρακάτω.

Υπομένοντας την ασθένεια, ώστε να μην ταλαιπωρηθούν τα παιδιά της

Μερικές γυναίκες κουβέντιαζαν ανέμελα κάτω από μια γέρικη ινδική συκιά, στη μία άκρη του χωριού. Όχι πολύ μακριά, η Γουάν Ξιού προχωρούσε βήμα-βήμα με τη βοήθεια του γιου της, Λι Τζουν.

Μία από τις γυναίκες, η κυρία Ζιάνγκ, είπε: «Έι, αυτή δεν είναι η Γουάν Ξιού; Δεν βγήκε θετική για ηπατική ασκίτιδα στο επαρχιακό νοσοκομείο; Πώς της έδωσαν τόσο γρήγορα εξιτήριο;»

«Ηπατική ασκίτιδα; Όσο χρήματα κι αν ξοδέψεις, δεν είναι σίγουρο ότι θα ζήσεις! Οι ελπίδες είναι ελάχιστες ακόμα και για τους νοσηλευόμενους, επιπλέον η Γουάν Ξιού είναι πάρα πολύ μεγάλη. Η κόρη μου είχε ηπατική ασκίτιδα πριν από μερικά χρόνια, και ρίξαμε τα χρήματα ολόκληρης της οικογένειας στο νοσοκομείο, αλλά χάσαμε τόσο εκείνη όσο και τα χρήματά μας!» Η κυρία Φου μιλούσε, κουνώντας με θλίψη το κεφάλι της.

Ανησυχώντας που την έβλεπε τόσο ασταθή, ο Λι Τζουν εκλιπάρησε τη μητέρα του με πάθος: «Μαμά, ήταν λάθος που βγήκες από το νοσοκομείο σε αυτήν την κατάσταση, εξακολουθώ να ανησυχώ για σένα. Δεν γίνεται να γυρίσουμε στο νοσοκομείο για να σε φροντίσουν; Ό,τι κι αν γίνει, ακόμα κι αν καταλήξω να ξεπληρώνω όλη μου τη ζωή χρέη, δεν μπορώ να σε βλέπω να κάθεσαι σπίτι, περιμένοντας να πεθάνεις!»

«Δεν θέλω να σε επιβαρύνω, Τζουν. Θα πάρω φάρμακα και θα αναρρώσω στο σπίτι, και θα είμαι μια χαρά. Ίσως να καλυτερεύσω». Παρά το πρήξιμο σε όλο της το σώμα, η Γουάν Ξιού ανάγκασε τον εαυτό της να μιλήσει ανέμελα, προκειμένου να παρηγορήσει τον γιο της.

Σε κρίσιμη κατάσταση, εναποθέτει την ελπίδα της στον Θεό

Όταν έφτασε σπίτι, η Γουάν Ξιού ξάπλωσε στο κρεβάτι, νοιώθοντας εντελώς αδύναμη και άτονη. Ο πόνος που αισθανόταν σε όλο το σώμα της, ήταν αφόρητος. Καθώς κοίταζε ανέκφραστα στο ταβάνι, δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της σαν μικρές σειρές από μαργαριτάρια, και τα λόγια του γιατρού αντηχούσαν στο κεφάλι της: «Έχετε ηπατική ασκίτιδα που προκαλείται από κίρρωση. Μια θεραπευτική αγωγή με εισαγόμενα φάρμακα θα κοστίσει περισσότερα από 10.000 γουάν, και χρειάζεστε τουλάχιστον τρεις ή τέσσερις αγωγές. Αλλά αυτό μπορεί μόνο να ελέγξει την κατάστασή σας, όχι να θεραπεύσει τη βασική αιτία». Εκείνη έβγαλε έναν μακρύ αναστεναγμό και αναρωτήθηκε: «Αχ! Εγώ ήμουν απολύτως καλά – πώς συνέβη να αρρωστήσω από κάτι τόσο σοβαρό; Τι θα γίνει αν πραγματικά πρόκειται να πεθάνω; Όχι, δεν μπορεί! Παρόλο που η κατάστασή μου είναι πραγματικά σοβαρή, πιστεύω στον Θεό. Αυτός θα με φροντίσει».

Η Γουάν Ξιού αναλογίστηκε ότι, αμέσως αφού πίστεψε, η εγγονή της, η οποία ήταν τότε 14 χρονών, εμφάνισε στεφανιαία νόσο. Η κόρη και ο γαμπρός της μάζεψαν όπως-όπως όσα χρήματα μπορούσαν για τη θεραπεία της, αλλά, όταν την πήγαν σε ένα μεγάλο νοσοκομείο, όλοι οι γιατροί είπαν ότι η κατάστασή της ήταν αληθινά σοβαρή και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Η Γουάν Ξιού προσευχήθηκε με ειλικρίνεια στον Θεό και άφησε το ζήτημα στα χέρια Του – ως εκ θαύματος, η εγγονή της βελτιώθηκε και δεν το ξανάπαθε από τότε. Αναλογίστηκε, επίσης, ότι, ενώ για χρόνια έβγαζε αίμα με τον βήχα, όταν στηρίχθηκε στον Θεό, ξαφνικά βελτιώθηκε. Η σκέψη όλων αυτών καταπράυνε τις ανησυχίες της – πίστεψε ότι ο Θεός θα την προστατεύσει ξανά και θα την καθοδηγήσει μακριά από αυτή τη δύσκολη εποχή. Έτσι, η Γουάν Ξιού προσευχήθηκε με αυτοπεποίθηση στον Θεό και εμπιστεύθηκε την ασθένειά της σε Αυτόν, παίρνοντας ταυτόχρονα και τη φαρμακευτική αγωγή που είχε συστήσει ο γιατρός της.

Η κατάστασή της επιδεινώνεται και κατηγορεί τον Θεό

Ωστόσο, ύστερα από κάποιο διάστημα, η Γουάν Ξιού επιδεινώθηκε. Ανέπτυξε οίδημα σε όλο της το σώμα και εξασθενούσε όλο και περισσότερο, έχοντας την ανάγκη μπαστουνιού ακόμα και για να περπατήσει. Έκανε επίσης συχνούς εμετούς και διάρροιες και αδυνατούσε να κοιμηθεί ήσυχα τις νύχτες.

Αργά τη νύχτα, η Γουάν Ξιού έτριψε το πρησμένο πρόσωπο και τα πόδια της, υπομένοντας τα απανωτά κύματα πόνου από την υδρωπικία στην κοιλιά της. Αλλά βρισκόταν και σε ψυχική οδύνη, και κατηγορούσε τον Θεό με όλο της το είναι. «Προσεύχομαι καθημερινά στον Θεό, οπότε γιατί όχι μόνο δεν αναρρώνω, αλλά γίνομαι όλο και χειρότερα; Γιατί ο Θεός δεν με βοηθά με την ασθένειά μου; Μήπως πρέπει να κάτσω σπίτι και να περιμένω να πεθάνω;» Καθώς το σκεφτόταν, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της.

Μια μέρα, μια γυναίκα που έμενε στη γειτονιά πέρασε να δει τη Γουάν Ξιού και της είπε, κουνώντας λυπημένα το κεφάλι της: «Πρέπει να το αποδεχτείς, Γουάν Ξιού, και να προχωρήσεις μπροστά. Απλά πες στα παιδιά σου τι θέλεις να τρως και να πίνεις». Στη συνέχεια, αναστέναξε μια φορά και έφυγε. Τούτο πλήγωσε πραγματικά τη Γουάν Ξιού και τα παράπονά της ξεχύθηκαν ξανά: «Πιστεύω για περισσότερα από 10 χρόνια και πάντα έκανα το καθήκον μου στην εκκλησία. Πήγαινα ακόμα και με αέρα και βροχή, αλλά τώρα πάσχω από μια ανίατη ασθένεια. Γιατί δεν με προστατεύει ο Θεός, επιτρέποντάς μου να θεραπευθώ;» Όσο περισσότερο το σκεφτόταν, τόσο υπέφερε‧ της ήταν αδύνατον να συγκρατήσει τα δάκρυα της. Ένοιωθε ότι ο θάνατος ερχόταν όλο και πιο κοντά – ήταν λυπημένη και απελπισμένη.

Τα λόγια του Θεού αποκαλύπτουν την εσφαλμένη οπτική της για την πίστη

Μέσα στα τρομερά της βάσανα, ένα εδάφιο των λόγων του Θεού πέρασε ξάφνου από το μυαλό της: «Το περιβάλλον γύρω μας, καθώς και οι άνθρωποι, τα ζητήματα και τα αντικείμενα, επιτρέπονται όλα από τον θρόνο Του. Μην έχεις καρδιά που διαμαρτύρεται, αλλιώς ο Θεός δεν θα απονείμει τη χάρη Του πάνω σου. […] Το να κατοικείς στην αρρώστια είναι να είσαι άρρωστος, αλλά το να κατοικείς στο πνεύμα είναι να είσαι καλά» (από το «Κεφάλαιο 6» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή»).

Τα λόγια του Θεού φώτισαν την καρδιά της, εκδιώκοντας το σκοτάδι μέσα της‧ συνειδητοποίησε ότι η ασθένειά της είχε συμβεί με την άδεια του Θεού, και ότι μέσα εκεί βρισκόταν το αγαθοεργό Του θέλημα. Ωστόσο, εκείνη δεν είχε διδαχθεί τίποτα από αυτό, αντίθετα κατηγορούσε τον Θεό, όταν είδε ότι η κατάστασή της γινόταν ολοένα και πιο σοβαρή. Η Γουάν Ξιού σκέφτηκε ότι ο Θεός είναι ο Κύριος της δημιουργίας και ότι η ίδια αποτελεί δημιούργημα, ακόμη πιο ασήμαντο κι από κόκκο σκόνης. Ήταν δυνατόν να έχει δικαίωμα να μεταπείσει τον Θεό ή να Τον κατηγορεί; Ήταν εντελώς παράλογο! Όταν συνειδητοποίησε όλα αυτά, δεν έχασε χρόνο και προσευχήθηκε στον Θεό: «Θεέ μου, μέσα στην ασθένειά μου βρίσκεται το δικό Σου θέλημα, αλλά εγώ είμαι πολύ ανυπότακτη και δεν ήξερα να Σε αναζητήσω, παρά να Σε παρανοώ και να Σε κατηγορώ. Θεέ μου, προστάτεψε την καρδιά μου, ώστε να μην αμαρτάνω με τα λόγια μου. Σου ζητώ να με καθοδηγήσεις, μέσα από αυτό, στην κατανόηση του θελήματός Σου».

Μετά την προσευχή, η Γουάν Ξιού βούρκωσε, σηκώθηκε κοπιωδώς και πήρε από το κομοδίνο της το βιβλίο της με τα λόγια του Θεού. Διάβασε τα εξής λόγια του Θεού: «Πόσοι πιστεύουν σ’ Εμένα μόνο και μόνο για να τους θεραπεύσω; Πόσοι πιστεύουν σ’ Εμένα μόνο και μόνο για να χρησιμοποιήσω τις δυνάμεις Μου και να βγάλω τα ακάθαρτα πνεύματα από το σώμα τους; Και πόσοι πιστεύουν σ’ Εμένα απλώς και μόνο για να λάβουν ειρήνη και χαρά από Εμένα; Πόσοι πιστεύουν σ’ Εμένα μόνο για να απαιτήσουν από Εμένα περισσότερο υλικό πλούτο. Και πόσοι πιστεύουν σ’ Εμένα μόνο και μόνο για να περάσουν τη ζωή αυτή με ασφάλεια και να είναι σώοι και αβλαβείς στον κόσμο που έρχεται; Πόσοι πιστεύουν σ’ Εμένα μόνο για να αποφύγουν τα δεινά της κόλασης και να λάβουν τις ευλογίες του ουρανού. Πόσοι πιστεύουν σ’ Εμένα μόνο για προσωρινή άνεση, αλλά δεν αποζητούν να κερδίσουν τίποτα από τον κόσμο που έρχεται; Όταν έστρεψα το μένος Μου στον άνθρωπο και πήρα όλη τη χαρά και την ειρήνη που είχε αρχικά, ο άνθρωπος άρχισε να αμφιβάλει. Όταν έδωσα στον άνθρωπο τα δεινά της κόλασης και πήρα πίσω τις ευλογίες του ουρανού, η ντροπή του ανθρώπου μετατράπηκε σε θυμό. Όταν ο άνθρωπος μού ζήτησε να τον θεραπεύσω, αλλά Εγώ δεν του έδωσα σημασία και, επιπλέον, τον αποστράφηκα, ο άνθρωπος αναχώρησε από Εμένα για να αναζητήσει, αντ’ αυτού, την οδό της κακής ιατρικής και της μαγείας.Όταν πήρα όλα όσα ο άνθρωπος είχε απαιτήσει από Εμένα, τότε ο άνθρωπος εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος. Γι’ αυτό λέω ότι ο άνθρωπος πιστεύει σ’ Εμένα, γιατί δίνω μεγάλη χάρη και γιατί έχει πάρα πολλά να κερδίσει» (από το «Τι γνωρίζεις περί πίστης;»)

Τα λόγια του Θεού ταρακούνησαν την καρδιά της και τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι η οπτική της για την πίστη ήταν λανθασμένη‧ πίστευε στον Θεό και ξόδευε εαυτόν για Εκείνον, μόνο για να κερδίσει τη χάρι και τις ευλογίες Του. Αναλογίστηκε τον πρώτο καιρό που είχε πιστέψει‧ μέσα από την προσευχή, η ιατρική κατάσταση της εγγονής της είχε ως εκ θαύματος βελτιωθεί, και το μακροχρόνιο πρόβλημα της αιμόπτυσής της πήγαινε, κι αυτό, καλύτερα, οπότε σκέφτηκε ότι αν ήταν καλή πιστή, ο Θεός θα της παραχωρούσε χάρι και ευλογίες. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο καθήκον της στην εκκλησία, ώστε ο Θεός να της δώσει ακόμη περισσότερη χάρι και ευλογίες‧ πήγαινε ό,τι καιρό κι αν έκανε, και ήταν προθυμότατη να υποφέρει και να πληρώσει ένα τίμημα. Υπέμεινε την έλλειψη κατανόησης της οικογένειάς της, καθώς και την γελοιοποίηση και τον χλευασμό των άλλων στον κόσμο. Όταν η Γουάν Ξιού παρουσίασε ηπατική ασκίτιδα και ο γιατρός της είπε ότι δεν ήταν σίγουρος αν μπορούσε να θεραπευτεί, εκείνη παράλογα ήλπιζε ότι ο Θεός θα έδιωχνε την ασθένειά της. Αλλά όταν η κατάστασή της επιδεινώθηκε αντί να βελτιωθεί, ανέπτυξε παρανοήσεις για τον Θεό και Τον κατηγόρησε, και ακόμη επιχείρησε να Τον μεταπείσει με βάση το προηγούμενο έργο της και την υπηρεσία της, απαιτώντας παράλογα πράγματα από Εκείνον. Όσο το σκεπτόταν, τόση ντροπή και ενοχή ένοιωθε. Κατάλαβε πόσο εγωίστρια και ποταπή ήταν, ότι τόσα χρόνια πίστευε στον Θεό, αλλά και πάλι προσπαθούσε να διεξαγάγει δοσοληψίες μαζί Του, θέλοντας να ανταλλάξει την εξωτερική σκληρή δουλειά της με τη χάρι και τις ευλογίες Του. Δεν είχε καθόλου γνήσια πίστη ή υπακοή στον Θεό, και της έλειπε εντελώς η λογική που θα έπρεπε να διαθέτει ένα δημιούργημα. Πώς ήταν δυνατόν μια τέτοια πίστη να κερδίσει τελικά την επιδοκιμασία του Θεού; Τότε, η Γουάν Ξιού κατανόησε τελικά ότι ο Θεός είχε επιτρέψει στην ασθένεια να την πλήξει, προκειμένου να αλλάξει την λανθασμένη προοπτική της τού να πιστεύει μόνο για να κερδίσει τις ευλογίες και τη χάρι Του. Αλλά και για να την καθάρει από τα ποταπά κίνητρά της για δοσοληψίες με τον Θεό. Η Γουάν Ξιού είχε μια βαθιά εμπειρία των ευγενών προθέσεων του Θεού, και δεν μπορούσε να σταματήσει να ευχαριστεί και να δοξάζει τον Θεό μέσα από την καρδιά της.

Η Γουάν Ξιού συγκέντρωσε όλη της τη δύναμη για να σηκωθεί από το κρεβάτι και να γονατίσει, προσευχόμενη στον Θεό: «Θεέ μου! Σε ευχαριστώ που με καθοδήγησες και με διαφώτισες, επιτρέποντάς μου να αντιληφθώ την εσφαλμένη οπτική μου για την πίστη μέσα από αυτήν την ασθένεια. Θεέ μου, επιθυμώ να γυρίσω πίσω σε Σένα και είτε η κατάστασή μου βελτιωθεί είτε όχι, είτε είμαι ικανή είτε όχι να συνεχίσω να ζω, δεν θα Σε κατηγορήσω ποτέ ξανά. Το μόνο που επιθυμώ είναι να υποταχθώ στις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις Σου».

Μετά την προσευχή, αισθάνθηκε μεγάλη απελευθέρωση στην καρδιά της και έπαψε να θρηνεί για την ασθένειά της. Ξάπλωσε και δεν άργησε να κοιμηθεί.

Μέσα από την καθοδήγηση των λόγων του Θεού, έπαψε να περιορίζεται από τη σκέψη του θανάτου

Η Γουάν Ξιού ξύπνησε στη μέση της νύχτας με απίστευτο πόνο, νοιώθοντας λες και κάτι τρυπούσε τα κόκκαλά της. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και σύντομα άρχισε να κάνει εμετό. Ο πόνος ήταν τόσο βασανιστικός, που της ήταν εντελώς αδύνατον να ξανακοιμηθεί. Αισθάνθηκε ότι, ακριβώς όπως ο καρκίνος, η ηπατική ασκίτιδα επρόκειτο να της πάρει τη ζωή‧ ήξερε επίσης ότι δεν μπορούσε πλέον να κατηγορεί τον Θεό ή να εγείρει οποιεσδήποτε απαιτήσεις από Εκείνον.

Τότε, σκέφθηκε ότι μόνο τα λόγια του Θεού μπορούν να καταπραΰνουν την ψυχή της και να ανακουφίσουν τα πάθη της και έτσι, χωρίς δισταγμό, κάθισε, άρπαξε το βιβλίο της με τα λόγια του Θεού και διάβασε τα εξής: «Εφόσον ο Δημιουργός έχει προσδιορίσει ένα σταθερό σύνολο συνθηκών για τη γέννηση κάποιου, είναι αυτονόητο πως έχει επίσης διευθετήσει και ένα σταθερό σύνολο συνθηκών για τον θάνατό του. Με άλλα λόγια, κανείς δεν γεννιέται τυχαία, κανενός ο θάνατος δεν είναι απροσδόκητος, ενώ η γέννηση και ο θάνατος συνδέονται απαραίτητα με την προηγούμενη και την παρούσα ζωή κάποιου. Οι συνθήκες της γέννησης και του θανάτου κάποιου προαποφασίζονται και οι δύο από τον Δημιουργό· αυτό είναι το πεπρωμένο ενός ανθρώπου, η μοίρα του. […] Όλοι θέλουν μια επιφανή γέννηση, μια λαμπρή ζωή και έναν ένδοξο θάνατο, αλλά κανείς δεν μπορεί να υπερβεί την ίδια του τη μοίρα, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από την κυριαρχία του Δημιουργού. Αυτή είναι η ανθρώπινη μοίρα. Ο άνθρωπος μπορεί να καταστρώνει κάθε λογής σχέδια για το μέλλον του, αλλά κανείς δεν μπορεί να σχεδιάσει τον τρόπο και τον χρόνο της γέννησής του και της αναχώρησής του από τον κόσμο. Παρόλο που οι άνθρωποι κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν και να αντισταθούν στην έλευση του θανάτου, εν αγνοία τους ο θάνατος πλησιάζει σιωπηλά. Κανείς δεν γνωρίζει πότε ή πώς θα πεθάνει, πόσο μάλλον πού θα συμβεί. Προφανώς, δεν είναι η ανθρωπότητα αυτή που κρατά τη δύναμη της ζωής και του θανάτου, ούτε κάποιο ον στον φυσικό κόσμο, αλλά ο Δημιουργός, η εξουσία του οποίου είναι μοναδική. Η ζωή και ο θάνατος της ανθρωπότητας δεν είναι το προϊόν κάποιου νόμου του φυσικού κόσμου, αλλά μια συνέπεια της κυριαρχίας της εξουσίας του Δημιουργού» (από το «Ο ίδιος ο Θεός, ο μοναδικός Γ΄»).

Τα λόγια του Θεού, τόσο γεμάτα από εξουσία, επέτρεψαν στη Γουάν Ξιού να κατανοήσει ότι Εκείνος είναι ο Δημιουργός, οι άνθρωποι είναι δημιουργήματα και ότι ο χρόνος γέννησης και θανάτου του κάθε ανθρώπου ορίζεται και διευθετείται από τον Θεό. Μερικοί άνθρωποι είναι αδύναμοι και επιρρεπείς στην ασθένεια καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, αλλά και πάλι φτάνουν σε προχωρημένη ηλικία, ενώ κάποιοι άλλοι είναι συνήθως υγιέστατοι, και ξαφνικά αρρωσταίνουν και πεθαίνουν. Τούτα τα γεγονότα δείχνουν ότι οι άνθρωποι δεν έχουν κανέναν έλεγχο πάνω στη μοίρα τους. Η Γουάν Ξιού συνειδητοποίησε ότι παρόλο που η κατάστασή της ήταν πολύ σοβαρή, το αν θα βελτιωνόταν ή όχι, πότε θα συνέβαινε αυτό και το αν θα ζούσε ή θα πέθαινε, ήταν όλα στα χέρια του Θεού – Εκείνος είχε τον τελευταίο λόγο. Ακόμη και αν δεν της είχε απομείνει παρά μόνο μια μόνο ανάσα, ο Θεός δεν θα της επέτρεπε να πεθάνει μέχρι να ολοκληρωθεί η αποστολή, την οποία είχε γεννηθεί να εκπληρώσει. Τούτο φώτισε ξαφνικά την καρδιά της Γουάν Ξιού‧ ήξερε ότι έπρεπε να στηριχθεί στον Θεό και να υπομείνει την ασθένειά της σύμφωνα με τα λόγια του Θεού, και να υποταχθεί στις ενορχηστρώσεις και διευθετήσεις Του. Τα λόγια του Θεού καταπράυναν την εύθραυστη καρδιά της Γουάν Ξιού, δίνοντάς της δύναμη. Ξαφνικά ένοιωσε γεμάτη ψυχικό σθένος και απέκτησε την πίστη για να βιώσει το έργο του Θεού.

Από τότε, η Γουάν Ξιού διάβαζε με αφοσίωση τα λόγια του Θεού και τραγουδούσε ύμνους, δοξάζοντας καθημερινά τον Θεό. Έπαιρνε τα φάρμακά της όποτε έπρεπε, και συνέχισε να κάνει τις ασκήσεις της. Όσο για την πρόοδο της ασθένειάς της, κατέστη πρόθυμη να αφήσει τη φύση να πάρει τον δρόμο της και να υπακούει στις ενορχηστρώσεις και διευθετήσεις του Θεού. Όταν η ασθένειά της τη βασάνιζε αφόρητα, προσευχόταν στον Θεό, ζητώντας Του να της δίνει δύναμη να μην Του κάνει παράπονα και να μην φοβάται τον θάνατο. Όταν έπαιρνε το αυτί της τους συγγενείς ή τους γείτονές της να κουτσομπολεύουν ανέμελα την κατάστασή της, ησύχαζε τον εαυτό της ενώπιον του Θεού και στηριζόταν πάνω Του, ώστε να μην την ενοχλούν ή να την περιορίζουν οι συζητήσεις τους. Έτσι διατήρησε η Γουάν Ξιού μια στάση γαλήνης και αυτοκυριαρχίας κάθε μέρα που περνούσε. Σταδιακά, η κατάστασή της άρχισε να βελτιώνεται και άρχισε να κάνει δουλειές του σπιτιού, στον βαθμό που μπορούσε.

Λίγο αργότερα, η εκκλησία κανόνισε ώστε κάποιοι αδελφοί και αδελφές να οργανώνουν συναθροίσεις στο σπίτι της Γουάν Ξιού λόγω της κατάστασής της, έτσι κάθε λίγες μέρες μπορούσε να συμμετέχει σε συναθροίσεις και να διαβάζει τα λόγια του Θεού με άλλους και να κάνει συναναστροφές πάνω στην κατανόηση και τις εμπειρίες τους ως προς τα λόγια του Θεού. Ζούσε την κάθε μέρα μέσα από την καθοδήγηση των λόγων του Θεού, και άρχισε να αισθάνεται όλο και καλύτερα. Δεν έμοιαζε πλέον με πολύ άρρωστο άνθρωπο – ευχαριστούσε τον Θεό μέσα από την καρδιά της.

Αναγνώριση της διακυβέρνησης του Θεού μετά τη θαυματουργική ανάρρωσή της

Μια μέρα, η Γουάν Ξιού πήγε στο νοσοκομείο για έλεγχο, και όταν ο γιατρός διάβασε τα αποτελέσματα των εξετάσεων, είπε, έκπληκτος: «Παίρνετε καινούρια φάρμακα; Πώς έγινε και αναρρώσατε τόσο καλά; Έχετε ανακτήσει την ηπατική σας λειτουργία και η ασκίτιδα έχει χαθεί. Απίστευτο!»

Τα νέα αυτά ήταν πολύ συναρπαστικά για τη Γουάν Ξιού, η οποία, βαθιά μέσα στην καρδιά της, γνώριζε ότι τούτο αποτελούσε θαυμαστή πράξη του Θεού, ότι Εκείνος ήταν που την είχε θεραπεύσει. Αναλογίστηκε κάποιους άλλους ανθρώπους, που είχαν κι εκείνοι ηπατική ασκίτιδα, την κόρη της κυρίας Φου από το χωριό της και τον κύριο Γου από το γειτονικό χωριό – είχαν πάει σε μεγάλο νοσοκομείο για θεραπεία αρκετών μηνών και είχαν ξοδέψει αρκετά χρήματα για αυτό, αλλά στο τέλος πέθαναν. Εκείνη, από την άλλη, είχε στηριχθεί στον Θεό και υπό την καθοδήγηση των λόγων Του, ως εκ θαύματος ανέρρωσε από την ασθένειά της. Ευχαρίστησε ειλικρινά τον Θεό!

Στον δρόμο για το σπίτι της, η Γουάν Ξιού περπατούσε σταθερά, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της. Οι συγχωριανοί της φάνηκαν όλοι τους κατάπληκτοι, όταν έμαθαν για την ανάρρωσή της. Βλέποντας τις έκπληκτες εκφράσεις τους, η Γουάν Ξιού γνώριζε μέσα της ότι η ανάκτηση της υγείας της οφειλόταν εξ ολοκλήρου στη χάρι του Θεού – ήταν πραγματικά μια ενσάρκωση της εξουσίας Του! Όπως λένε τα λόγια του Θεού, «Η εξουσία και η δύναμη του Θεού δεν περιορίζονται από τον χρόνο, τη γεωγραφία, τον χώρο, ή από κάποιο πρόσωπο, ύλη ή πράγμα. Το εύρος της εξουσίας και της δύναμης του Θεού ξεπερνούν τη φαντασία του ανθρώπου. Είναι ανεξιχνίαστο για τον άνθρωπο, ο άνθρωπος δεν μπορεί να το φανταστεί και δεν θα μπορέσει ποτέ να το γνωρίσει πλήρως» (από το «Ο ίδιος ο Θεός, ο μοναδικός Α’»)

Μετά από αυτή τη δοκιμασία όπου άγγιξε τον θάνατο, η εσφαλμένη οπτική της Γουάν Ξιού ως προς την πίστη της άλλαξε, και απέκτησε αληθινή κατανόηση της εξουσίας του Θεού‧ επίσης, η πίστη της ενδυναμώθηκε. Ένοιωσε εις βάθος το πόσο πολύτιμα είναι τα λόγια του Θεού και ότι αποτελούν το θεμέλιο της ζωής των ανθρώπων. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν να επικεντρωθεί στη βίωση των λόγων του Θεού, στο να εκτελεί καλά το καθήκον της, και να ανταποδίδει την αγάπη του Θεού σε όσες τις ημέρες της απέμεναν.

Σχετικό περιεχόμενο