31. Βρήκα το μονοπάτι για να ξεπεράσω το αίσθημα κατωτερότητας που ένιωθα

Από της Σιάο Γι, Ισπανία

Όταν ήμουν μικρή, επειδή οι γονείς μου έτρεχαν να βγάλουν τα προς το ζην και δεν είχαν χρόνο να με φροντίσουν, με έστειλαν να με μεγαλώσει η γιαγιά μου. Εκείνη την εποχή, γίνονταν οι έλεγχοι για τον οικογενειακό προγραμματισμό και, επειδή δεν ήμουν δηλωμένη στο σπίτι της γιαγιάς μου, για να αποφύγουμε τα πρόστιμα, κάθε φορά που γίνονταν έλεγχοι στο χωριό, η γιαγιά μου με έπαιρνε αγκαλιά και με έκρυβε. Οι γείτονες με κορόιδευαν που δεν ήμουν δηλωμένη. Με αποκαλούσαν «Μικρή Ανύπαρκτη» και έλεγαν ότι ήμουν παιδί χωρίς μητέρα. Αν και ήμουν μικρή, καταλάβαινα ότι με κορόιδευαν. Πληγωνόμουν πολύ. Δεν ήθελα να τους βλέπω ούτε να παίζω με τα άλλα παιδιά. Τις περισσότερες φορές, κλεινόμουν στο σπίτι μόνη μου και έβλεπα τηλεόραση ή έπαιζα με τη γιαγιά μου. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν αρκετά καταπιεσμένα και μονότονα. Αργότερα, όταν έφτασα σε σχολική ηλικία, οι γονείς μου με πήραν πίσω στο σπίτι. Επειδή ήμουν εσωστρεφής και δεν μου άρεσε να μιλάω ούτε χαιρετούσα τον κόσμο, η μητέρα μου έλεγε ότι ήμουν αργόστροφη και όχι τόσο έξυπνη όσο η μικρότερη αδελφή μου. Κι εγώ θεωρούσα τον εαυτό μου αρκετά ανεπαρκή, γι’ αυτό έγινα ακόμη πιο απρόθυμη να επικοινωνώ με τους ανθρώπους. Σταδιακά, άρχισα να δυσκολεύομαι στην επικοινωνία μου με τους άλλους και, όταν τους μιλούσα, δεν ήξερα τι να πω ή πώς να ξεκινήσω μια συζήτηση. Μερικές φορές, είχα πράγματα στο μυαλό μου και απόψεις που ήθελα να εκφράσω, αλλά, όταν μιλούσα, ψέλλιζα από το άγχος και τον φόβο. Ειδικά όταν μιλούσα σε άγνωστα άτομα μέσα σε πολύ κόσμο, αγχωνόμουν τόσο πολύ που γινόμουν κατακόκκινη. Γι’ αυτό, κάθε φορά που έρχονταν συγγενείς ή έπρεπε να πάω σε κάποιο δείπνο, προσπαθούσα πάντα να το αποφύγω αν μπορούσα, κι αν δεν μπορούσα να αρνηθώ, καθόμουν ήσυχα σε μια γωνία και παρακολουθούσα τους άλλους να συζητούν και να γελάνε.

Έτσι ήμουν ακόμα και αφού βρήκα τον Θεό. Θυμάμαι μια φορά σε μια συνάθροιση, είδα ότι συμμετείχαν πενήντα ή εξήντα άτομα. Με έπιασε αμέσως πανικός και, με τόσο κόσμο, δεν τολμούσα να μιλήσω. Δεν ήμουν πολύ καλή στο να εκφράζομαι, οπότε ένιωθα ότι, αν δεν μιλούσα καθαρά ή οι άλλοι δεν με καταλάβαιναν, θα ήταν πολύ άβολο και ντροπιαστικό. Έτσι, κάθε φορά που ο επόπτης μού ζητούσε να συναναστραφώ, επέλεγα να μένω σιωπηλή και απλώς να ακούω. Μερικές φορές, όταν μελετούσα επαγγελματικές δεξιότητες με αδελφούς και αδελφές, ο επόπτης μάς ζητούσε να μοιραστούμε τις σκέψεις μας κι εμένα με έπιανε άγχος και δεν τολμούσα να συναναστραφώ, από φόβο μήπως δεν μιλήσω καθαρά. Υπήρξαν φορές που ο επόπτης με κάλεσε ονομαστικά και αναγκάστηκα τότε να συναναστραφώ. Καθώς, λοιπόν, συναναστρεφόμουν, ήμουν τόσο αγχωμένη που άλλαζε η φωνή μου και το πρόσωπό μου έπαιρνε φωτιά όσο μιλούσα. Δεν μπορούσα εν τέλει να μιλήσω καθαρά και ένιωθα καταντροπιασμένη. Σκεφτόμουν: «Γιατί είμαι τόσο άχρηστη; Απλώς εκφράζω τις απόψεις μου· γιατί είναι τόσο δύσκολο και αγχωτικό; Ούτε να μιλήσω καθαρά δεν μπορώ, είμαι τόσο ηλίθια!» Βλέποντας τις αδελφές με τις οποίες συνεργαζόμουν να συναναστρέφονται τόσο φυσικά και με τόση ευφράδεια, τις ζήλευα πάρα πολύ. «Εγώ γιατί δεν έχω τέτοια αυτοπεποίθηση και θάρρος; Γιατί μου είναι τόσο δύσκολο να μιλήσω ή να εκφράσω τις σκέψεις μου;» Αργότερα, ο επόπτης κανόνισε να γίνω επικεφαλής ομάδας. Σκέφτηκα μέσα μου: «Είμαι εσωστρεφής και δεν το έχω με τα λόγια, και όταν υπάρχει πολύς κόσμος, δεν τολμάω να μιλήσω. Κι αν οι αδελφοί και οι αδελφές έχουν ερωτήσεις και δεν μπορώ να τους απαντήσω καθαρά; Δεν θα είναι άβολο;» Ήθελα απλώς ο επόπτης να βρει κάποιον άλλον και προτιμούσα να είμαι απλώς ένα ήσυχο μέλος της ομάδας. Φοβόμουν, όμως, ότι ο επόπτης θα σχημάτιζε κακή εντύπωση για μένα αν απέρριπτα το καθήκον, οπότε έβγαλα αυτήν τη σκέψη από το μυαλό μου. Όταν παρακολουθούσα το έργο των αδελφών στη συνέχεια, εξακολουθούσα να νιώθω φόβο και, όταν μου έκαναν ερωτήσεις, ήθελα πάντα να απαντούν οι άλλοι, καθώς φοβόμουν ότι δεν θα εξηγούσα τα πράγματα καθαρά ή δεν θα μπορούσα να λύσω τα προβλήματά τους. Όταν δεν μπορούσα να το αποφύγω, έλεγα δυο λόγια με το ζόρι, αλλά ήμουν ακόμα πολύ αγχωμένη. Βλέποντας τον εαυτό μου έτσι, ένιωθα μεγάλη ματαίωση και συνειδητοποίησα ότι αυτή η κατάσταση επηρέαζε σοβαρά την κανονική επικοινωνία μου με τους άλλους και την ικανότητά μου να κάνω τα καθήκοντά μου. Αν δεν το άλλαζα αυτό σύντομα, θα γινόμουν όλο και πιο παθητική στα καθήκοντά μου και αυτό σίγουρα θα καθυστερούσε το έργο. Έτσι, αναζήτησα συνειδητά την αλήθεια για να λύσω τα ζητήματά μου.

Μια μέρα, διάβασα τα λόγια του Θεού. Ο Θεός λέει: «Ό,τι κι αν τους συμβεί, όταν οι δειλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν κάποια δυσκολία, οπισθοχωρούν. Γιατί το κάνουν αυτό; Ένας λόγος είναι πως αυτό προκαλείται από το αίσθημα κατωτερότητας που έχουν. Επειδή νιώθουν κατώτεροι, δεν τολμούν να σταθούν μπροστά σε άλλους, δεν μπορούν ούτε καν να αναλάβουν τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες που οφείλουν να αναλάβουν, ούτε μπορούν να αναλάβουν αυτά που είναι όντως ικανοί να επιτύχουν εντός του πεδίου της δικής τους ικανότητας και του δικού τους επιπέδου, καθώς και εντός του πεδίου της εμπειρίας της δικής τους ανθρώπινης φύσης. Αυτό το αίσθημα κατωτερότητας επηρεάζει κάθε πτυχή της ανθρώπινης φύσης τους, επηρεάζει την προσωπικότητά τους και, φυσικά, επηρεάζει επίσης και τον χαρακτήρα τους. Όταν βρίσκονται με άλλους ανθρώπους, σπάνια εκφράζουν τις δικές τους απόψεις, και σχεδόν ποτέ δεν τους ακούς να επεξηγούν τη δική τους οπτική ή γνώμη. Όταν αντιμετωπίζουν κάποιο ζήτημα, δεν τολμούν να μιλήσουν, κι αντίθετα συνεχώς οπισθοχωρούν και υποχωρούν. Όταν είναι παρόντες λίγοι άνθρωποι, νιώθουν αρκετά γενναίοι ώστε να καθίσουν ανάμεσά τους, αλλά όταν είναι παρόντες πολλοί άνθρωποι, ψάχνουν κάποια γωνιά και κατευθύνονται εκεί που το φως είναι αμυδρό, χωρίς να τολμούν να βρεθούν μεταξύ άλλων ανθρώπων. Όποτε νιώθουν πως θα ήθελαν να πουν κάτι και να εκφράσουν τη δική τους άποψη και γνώμη με θετικό και ενεργό τρόπο ώστε να δείξουν πως αυτό που σκέφτονται είναι σωστό, δεν έχουν ούτε καν το κουράγιο να κάνουν αυτό. Όποτε έχουν τέτοιες ιδέες, το αίσθημα κατωτερότητάς τους ξεχύνεται μεμιάς από μέσα τους, και τους ελέγχει, τους καταπιέζει και τους λέει: “Μην πεις τίποτα, είσαι άχρηστος. Μην εκφράσεις τις απόψεις σου, απλώς κράτα τις ιδέες σου για τον εαυτό σου. Αν υπάρχει κάτι μέσα στην καρδιά σου που θέλεις πραγματικά να πεις, απλώς σημείωσέ το στον υπολογιστή και συλλογίσου το μονάχος. Δεν πρέπει να αφήσεις να το μάθει κανένας άλλος. Κι αν πεις κάτι λάθος; Αυτό θα ήταν πολύ εξευτελιστικό!” Αυτή η φωνή σού λέει συνεχώς να μην κάνεις το τάδε, να μην κάνεις το δείνα, να μην πεις το τάδε, να μην πεις το δείνα, κάνοντάς σε να καταπίνεις την κάθε λέξη που επιθυμείς να πεις. Όταν υπάρχει κάτι που θέλεις να πεις και το οποίο έχεις κλωθογυρίσει μέσα στην καρδιά σου για μεγάλο διάστημα, εσύ υποχωρείς και δεν τολμάς να το πεις, ή αλλιώς νιώθεις άβολα να το πεις, πιστεύοντας πως δεν πρέπει να το κάνεις, και αν το κάνεις τότε νιώθεις λες και έχεις παραβεί κάποιον κανόνα ή έχεις παραβιάσει τον νόμο. Και όταν μια μέρα εκφράσεις όντως τη δική σου άποψη, βαθιά μέσα σου νιώθεις ασύγκριτα αναστατωμένος και ανήσυχος. Αν και αυτό το αίσθημα μεγάλης ανησυχίας εξασθενεί σταδιακά, το αίσθημα κατωτερότητας που έχεις καταπνίγει σιγά-σιγά τις ιδέες, τις προθέσεις και τα σχέδιά σου για το ότι θέλεις να μιλήσεις, θέλεις να εκφράσεις τις δικές σου απόψεις, θέλεις να είσαι ένας κανονικός άνθρωπος και θέλεις να είσαι όπως όλοι οι άλλοι. Εκείνοι που δεν σε καταλαβαίνουν πιστεύουν πως είσαι λιγομίλητος, ήσυχος, πως έχεις ντροπαλό χαρακτήρα, πως είσαι κάποιος που δεν του αρέσει να ξεχωρίζει από το πλήθος. Όταν μιλάς μπροστά σε πλήθος άλλων ανθρώπων, νιώθεις αμηχανία και κοκκινίζεις· είσαι κάπως εσωστρεφής και, στην πραγματικότητα, μόνο εσύ γνωρίζεις πως νιώθεις κατώτερος. […] Αν και δεν μπορεί να ειπωθεί πως αυτό το αίσθημα είναι μια διεφθαρμένη διάθεση, έχει ήδη προκαλέσει μια άκρως αρνητική επίπτωση. Βλάπτει σοβαρά την ανθρώπινη φύση τους και έχει εξαιρετικά αρνητικό αντίκτυπο στα διάφορα συναισθήματα και στην ομιλία και τις πράξεις της κανονικής ανθρώπινης φύσης τους, με πολύ σοβαρές συνέπειες. Η μικρή επιρροή του είναι πως επηρεάζει τον χαρακτήρα τους, τις προτιμήσεις και τις φιλοδοξίες τους. Η μεγάλη επιρροή του είναι πως επηρεάζει τους στόχους και την κατεύθυνσή τους στη ζωή. Από τα αίτια αυτού του αισθήματος κατωτερότητας, από τη διαδικασία του και από τις συνέπειες που επιφέρει σε κάποιον άνθρωπο, από όποια πλευρά κι αν το κοιτάξεις, δεν αποτελεί κάτι που θα πρέπει να εγκαταλείψουν οι άνθρωποι; (Ναι.)» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (1)]. Αφού διάβασα τα λόγια του Θεού, συνειδητοποίησα ότι ένιωθα πραγματικά κατώτερη. Η κατάσταση και οι εκδηλώσεις του αισθήματος κατωτερότητας που εξέθετε ο Θεός υπήρχαν μέσα μου. Η καρδιά μου ήταν δεμένη από αισθήματα κατωτερότητας και πάντα ένιωθα ότι δεν ήμουν αρκετά καλή από πολλές απόψεις. Στη συναναστροφή μου με τους ανθρώπους, φοβόμουν να μιλήσω όταν υπήρχε πολύς κόσμος ή κρυβόμουν σε μια γωνιά και έμενα σιωπηλή. Στα καθήκοντά μου, όποτε χρειαζόταν να εκφράσω τις σκέψεις μου, αγχωνόμουν ασυναίσθητα και οι σκέψεις μου δεν αφορούσαν το πώς θα συνεργαστώ με όλους για να εκπληρώσω τα καθήκοντά μου, αλλά, αντίθετα, ένιωθα ότι υστερούσα σε γλωσσικές δεξιότητες κι ότι ο λόγος μου δεν ήταν στοχευμένος, και προτιμούσα να συναναστρέφονται οι άλλοι. Όταν είχα απόψεις ή σκέψεις για ορισμένα ζητήματα, μονίμως δίσταζα και σκεφτόμουν: «Να μιλήσω ή όχι; Είναι σωστή η άποψή μου; Θα συμφωνήσουν οι άλλοι μαζί μου; Άσ’ το, καλύτερα να μην το πω. Καλύτερα να ακούσω τις απόψεις των άλλων». Συχνά επηρεαζόμουν από αυτές τις σκέψεις, λες και το στόμα μου ήταν σφραγισμένο και ο λαιμός μου φραγμένος, με αποτέλεσμα, σε πολλές περιπτώσεις, να μην μπορώ να εκφράσω τις απόψεις και τη θέση μου. Ο επόπτης μού ζήτησε να γίνω επικεφαλής ομάδας και ήξερα ότι, αφού είχα αναλάβει αυτό το καθήκον, έπρεπε να εκπληρώσω τις ευθύνες μου, αλλά κάθε φορά που έπρεπε να παρακολουθήσω το έργο, δεν έβγαινε λέξη από το στόμα μου, καθώς φοβόμουν ότι δεν θα μπορούσα να εξηγήσω τα πράγματα καθαρά και οι άλλοι δεν θα καταλάβαιναν. Αυτό θα ήταν πολύ ντροπιαστικό! Έτσι, ήθελα πάντα κάποιος που ήταν καλύτερος στην επικοινωνία να απαντά στις ερωτήσεις των αδελφών κι εγώ απλώς να ακούω και να συμφωνώ από δίπλα. Το αποτέλεσμα ήταν να μην μπορώ να εκπληρώσω τις ευθύνες που έπρεπε και να γίνομαι όλο και πιο παθητική στα καθήκοντά μου. Αυτό το αρνητικό αίσθημα κατωτερότητας είχε πραγματικά τεράστιο αντίκτυπο πάνω μου, με έκανε όλο και πιο δειλή και παθητική και δεν μπορούσα καν να επικοινωνήσω κανονικά με τους άλλους. Έχασα το αίσθημα ευθύνης και το κίνητρό μου, ενώ άρχισα να κρίνω όλο και πιο αρνητικά τον εαυτό μου και να βγάζω διαρκώς ετυμηγορίες γι’ αυτόν, και η επιθυμία μου να τα παρατήσω γινόταν όλο και πιο δυνατή. Είδα πόσο οδυνηρό ήταν να είμαι δεμένη και περιορισμένη από αυτά τα αισθήματα κατωτερότητας.

Στη συνέχεια, αναζήτησα λύσεις για αυτό το ζήτημα και διάβασα τα λόγια του Θεού: «Επιφανειακά, η κατωτερότητα είναι ένα συναίσθημα που εκδηλώνεται στους ανθρώπους· στην πραγματικότητα, όμως, η βασική αιτία της είναι αυτή η διαφθορά του Σατανά, το περιβάλλον στο οποίο ζουν οι άνθρωποι και οι αντικειμενικοί λόγοι των ίδιων των ανθρώπων. Ολόκληρη η ανθρωπότητα βρίσκεται υπό την εξουσία του πονηρού, είναι βαθιά διεφθαρμένη από τον Σατανά, και κανείς δεν διδάσκει την επόμενη γενιά σύμφωνα με την αλήθεια ή με τα λόγια του Θεού, αλλά αντίθετα το κάνει σύμφωνα με τα πράγματα που προέρχονται από τον Σατανά. Επομένως, η συνέπεια που έχει το να διδάσκονται τα πράγματα του Σατανά στην επόμενη γενιά και στην ανθρωπότητα, πέρα από τη διαφθορά των διαθέσεων και της ουσίας των ανθρώπων, είναι πως οδηγεί στην ανάδυση αρνητικών συναισθημάτων στους ανθρώπους. Αν τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλούνται είναι προσωρινά, τότε δεν θα έχουν τρομερή επίδραση στη ζωή ενός ανθρώπου. Ωστόσο, αν ένα αρνητικό συναίσθημα ριζώσει βαθιά μέσα στα μύχια της καρδιάς και της ψυχής ενός ανθρώπου και χαραχθεί ανεξίτηλα εκεί, αν εκείνος δεν μπορεί με τίποτα να το ξεχάσει ή να απαλλαγεί από αυτό, τότε είναι βέβαιο πως θα επηρεάσει την κάθε απόφαση εκείνου του ανθρώπου, τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει κάθε λογής ανθρώπους, γεγονότα και πράγματα, το τι επιλέγει όταν αντιμετωπίζει σημαντικά ζητήματα αρχής και το μονοπάτι στο οποίο βαδίζει στη ζωή —αυτή είναι η επίδραση που έχει η αληθινή ανθρώπινη κοινωνία σε κάθε άνθρωπο ανεξαιρέτως. Η άλλη πτυχή είναι οι ίδιοι οι αντικειμενικοί λόγοι των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, η εκπαίδευση και οι διδασκαλίες που λαμβάνουν οι άνθρωποι καθώς μεγαλώνουν, όλες οι σκέψεις και οι ιδέες αλλά και οι τρόποι διαγωγής που αποδέχονται, καθώς και τα διάφορα ρητά του ανθρώπου, προέρχονται όλα από τον Σατανά, σε σημείο που οι άνθρωποι δεν έχουν την ικανότητα να χειριστούν και να εξαλείψουν αυτά τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν από τη σωστή οπτική και άποψη. Επομένως, εφόσον ο άνθρωπος βρίσκεται εν αγνοία του υπό την επιρροή αυτού του σκληρού περιβάλλοντος και καταπιέζεται και ελέγχεται από αυτό, δεν μπορεί παρά να αναπτύξει διάφορα αρνητικά συναισθήματα και να τα χρησιμοποιήσει για να προσπαθήσει να αντισταθεί σε προβλήματα που δεν έχει τη δυνατότητα να επιλύσει, να αλλάξει ή να εξαλείψει. Ας πάρουμε ως παράδειγμα το συναίσθημα της κατωτερότητας. Οι γονείς σου, οι δάσκαλοί σου, οι πρεσβύτεροί σου και άλλοι γύρω σου έχουν όλοι τους μια μη ρεαλιστική αξιολόγηση του επιπέδου, της ανθρώπινης φύσης και της ακεραιότητάς σου, και αυτό που σου κάνει εν τέλει αυτό είναι να σου επιτίθεται, να σε διώκει, να σε καταπιέζει, να σε κρατά δέσμιο και να σε δεσμεύει. Τελικά, όταν δεν έχεις πια τη δύναμη να αντισταθείς, δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να επιλέξεις μια ζωή σιωπηλής αποδοχής προσβολών και ταπείνωσης, να δεχθείς σιωπηλά, παρά την ορθή σου κρίση, αυτού του είδους την άδικη και αδικαιολόγητη πραγματικότητα. Όταν δεχθείς αυτήν την πραγματικότητα, τα συναισθήματα που αναδύονται τελικά μέσα σου δεν είναι συναισθήματα ευτυχίας, ικανοποίησης, δεν είναι θετικά ή προοδευτικά· δεν ζεις με περισσότερο κίνητρο και κατεύθυνση, πόσο μάλλον επιδιώκεις τους ακριβείς και σωστούς στόχους για την ανθρώπινη ζωή, μα αντίθετα προκύπτει μέσα σου ένα βαθύ συναίσθημα κατωτερότητας. Όταν προκύψει μέσα σου αυτό το συναίσθημα, νιώθεις πως δεν έχεις πού να στραφείς. Όταν αντιμετωπίσεις ένα ζήτημα που απαιτεί να εκφράσεις μια άποψη, θα συλλογιστείς αυτό που θέλεις να πεις και την άποψη που επιθυμείς να εκφράσεις στα μύχια της καρδιάς σου ποιος ξέρει πόσες φορές, αλλά και πάλι δεν θα μπορέσεις να κάνεις τον εαυτό σου να τα εκφέρει φωναχτά. Όταν κάποιος εκφράζει την ίδια άποψη που έχεις κι εσύ, επιτρέπεις στον εαυτό σου να νιώσει μια διαβεβαίωση μέσα στην καρδιά σου, μια επιβεβαίωση πως δεν είσαι χειρότερος από άλλους ανθρώπους. Αλλά όταν προκύψει πάλι η ίδια κατάσταση, και πάλι λες στον εαυτό σου: “Δεν γίνεται να μιλήσω επιπόλαια, να κάνω κάτι απερίσκεπτο ή να γίνω περίγελος. Είμαι άχρηστος, είμαι χαζός, είμαι ανόητος, είμαι ηλίθιος. Πρέπει να μάθω να κρύβομαι και απλώς να ακούω, όχι να μιλάω”. Από αυτό μπορούμε να δούμε πως, από τη στιγμή που προκύπτει το συναίσθημα κατωτερότητας μέχρι τη στιγμή που ριζώνει βαθιά μέσα στα μύχια της καρδιάς κάποιου ανθρώπου, δεν στερείται τότε εκείνος την ελεύθερη βούλησή του και τα νόμιμα δικαιώματα που του δίνει ο Θεός; (Ναι.) Έχει στερηθεί αυτά τα πράγματα» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (1)]. Αφού διάβασα τα λόγια του Θεού, άρχισα να αναλογίζομαι γιατί ήμουν τόσο δειλή και είχα τέτοια αισθήματα κατωτερότητας, και αναπόφευκτα σκέφτηκα το παρελθόν μου. Όταν ήμουν μικρή, για να αποφύγω τους ελέγχους για τον οικογενειακό προγραμματισμό, με μεγάλωσε η γιαγιά μου και συχνά έπρεπε να τρέχω και να κρυβόμαι μαζί της. Αυτό άφησε μια σκιά στην καρδιά μου και με έκανε ιδιαίτερα δειλή. Επειδή οι γονείς μου δεν ήταν κοντά μου, μια θεία από τη γειτονιά με κορόιδευε αποκαλώντας με «Μικρή Ανύπαρκτη» και τα παιδιά της ηλικίας μου με κορόιδευαν κι αυτά, λέγοντας ότι ήμουν παιδί χωρίς μητέρα. Ένιωθα λες και ζούσα κάτω από έναν γκρίζο ουρανό, χωρίς ήλιο, κι αισθανόμουν πολύ μόνη και καταπιεσμένη, θεωρώντας ότι ήμουν διαφορετική από τα άλλα παιδιά. Εκείνα είχαν και τους δύο γονείς τους δίπλα τους, αλλά εγώ όχι. Μετά από όλα αυτά, δεν μου άρεσε να βγαίνω έξω, φοβόμουν να συναντήσω κόσμο και γινόμουν όλο και πιο ολιγόλογη. Αφού άρχισα το σχολείο, επειδή ήμουν δειλή και ανασφαλής, σπάνια μιλούσα με τους συμμαθητές μου στα διαλείμματα. Τους έβλεπα να συζητούν, να γελάνε και να παίζουν μετά το μάθημα, αλλά εγώ μπορούσα μόνο να τους κοιτάζω και να τους ζηλεύω, νιώθοντας πάντα ότι ήμουν διαφορετική από αυτούς. Μια εμπειρία που μου έμεινε βαθιά χαραγμένη συνέβη στο μάθημα της Γλώσσας. Επειδή απάντησα πολύ χαμηλόφωνα σε μια ερώτηση, η δασκάλα είπε σαρκαστικά: «Να σου πάρω μια ντουντούκα καλύτερα», και μόλις το είπε αυτό, όλη η τάξη ξέσπασε σε γέλια. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα ότι έγινα ο περίγελος όλης της τάξης και ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Οι βαθμοί μου ήταν μέτριοι, η δασκάλα με περιφρονούσε, και μετά από έναν τέτοιο χλευασμό, η αυτοεκτίμησή μου τσακίστηκε. Αφότου γύρισα στο σπίτι των γονιών μου, τους έβλεπα συχνά να μαλώνουν και ένιωθα ακόμη πιο καταπιεσμένη και μόνη. Επειδή είχα βυθιστεί σε αυτήν τη συναισθηματική κατάσταση για πολύ καιρό, έπρεπε να χωνεύω πολλές σκέψεις και συναισθήματα μόνη μου. Επειδή ήμουν πάντα ήσυχη και φαινόμουν αδέξια όταν χειριζόμουν ανθρώπους ή καταστάσεις, οι γονείς μου ήταν θυμωμένοι μαζί μου, αλλά και ανήμποροι να κάνουν κάτι, και μου έλεγαν: «Είσαι χαζή; Ούτε να μιλήσεις σωστά δεν μπορείς, λες και σου έχει δεθεί η γλώσσα κόμπος!» Με τον καιρό, άρχισα να αποδέχομαι ότι ήμουν άχρηστη και ότι δεν το είχα με τα λόγια, και αυτές οι αξιολογήσεις κόλλησαν πάνω μου σαν αυτοκόλλητα, αφήνοντάς μου ένα μόνιμο αίσθημα κατωτερότητας. Ακόμα και τότε, όταν χρειαζόταν να εκφράσω τις απόψεις μου στα καθήκοντά μου, είχα ξεκάθαρα θέσεις και ιδέες, αλλά φοβόμουν πολύ να μιλήσω, ανησυχώντας μονίμως ότι μπορεί να μην πω τα κατάλληλα λόγια και γι’ αυτό να απορριφθούν, με αποτέλεσμα να φανώ ακόμα χειρότερη. Στην πραγματικότητα, όμως, πολλές από τις απόψεις και τις προτάσεις μου αποδείχθηκαν αργότερα κατάλληλες και άξιες προσοχής. Αναλογιζόμενη αυτά τα πράγματα, άρχισα να καταλαβαίνω πιο καθαρά γατί είχα αυτά τα αισθήματα κατωτερότητας. Επηρεασμένη από εξωτερικές συνθήκες, έκρινα συνεχώς αρνητικά τον εαυτό μου και του έβγαζα ετυμηγορίες και, με τον καιρό, έχασα την πρωτοβουλία μου και, τόσο στην επικοινωνία μου με τους άλλους όσο και στην εκτέλεση των καθηκόντων μου, γινόμουν όλο και πιο παθητική και δειλή.

Αργότερα, διάβασα τα λόγια του Θεού: «Όποια κατάσταση κι αν προκάλεσε την ανάδυση του συναισθήματος κατωτερότητας που έχεις ή όποιος άνθρωπος ή γεγονός κι αν το έκανε να εμφανιστεί, εσύ θα πρέπει να έχεις τη σωστή κατανόηση ως προς το δικό σου επίπεδο, τα δυνατά σου σημεία, τα ταλέντα σου και τον χαρακτήρα σου. Δεν είναι σωστό να νιώθεις κατώτερος, ούτε είναι σωστό να νιώθεις ανώτερος —και τα δύο είναι αρνητικά συναισθήματα. Η κατωτερότητα μπορεί να δεσμεύσει τις πράξεις σου, να δεσμεύσει τις σκέψεις σου και να επηρεάσει τις απόψεις και την οπτική σου. Ομοίως, και η ανωτερότητα έχει αυτήν την αρνητική επίδραση. Επομένως, είτε πρόκειται για κατωτερότητα είτε για κάποιο άλλο αρνητικό συναίσθημα, θα πρέπει να έχεις τη σωστή κατανόηση ως προς τις ερμηνείες που οδηγούν στην ανάδυση αυτού του συναισθήματος. Καταρχάς, θα πρέπει να κατανοήσεις πως αυτές οι ερμηνείες είναι εσφαλμένες και, είτε αφορούν το επίπεδό σου, το ταλέντο σου ή τον χαρακτήρα σου, οι αξιολογήσεις και τα συμπεράσματα που βγάζουν για εσένα είναι πάντα λανθασμένα. Οπότε, πώς μπορείς να αξιολογήσεις και να γνωρίσεις τον εαυτό σου με ακρίβεια, καθώς και να αποτινάξεις το συναίσθημα της κατωτερότητας; Θα πρέπει να πάρεις τα λόγια του Θεού ως τη βάση για να αποκτήσεις γνώση του εαυτού σου, να μάθεις πώς είναι η ανθρώπινη φύση σου, το επίπεδό σου και το ταλέντο σου, καθώς και ποια δυνατά σημεία έχεις. […] Σε αυτού του είδους την κατάσταση, πρέπει να προβείς σε μια σωστή αξιολόγηση και να μετρήσεις σωστά τον εαυτό σου σύμφωνα με τα λόγια του Θεού. Θα πρέπει να εξακριβώσεις τι έχεις μάθει και ποια είναι τα δυνατά σου σημεία, και να πας να κάνεις ό,τι μπορείς να κάνεις. Όσο για εκείνα τα πράγματα που δεν μπορείς να κάνεις, τα ελαττώματα και τις ελλείψεις σου, θα πρέπει να τα αναλογιστείς και να τα γνωρίσεις, και θα πρέπει επίσης να αξιολογήσεις και να γνωρίσεις με ακρίβεια πώς είναι το επίπεδό σου και αν είναι καλό ή κακό. Αν δεν μπορείς να κατανοήσεις ή να αποκτήσεις σαφή γνώση των δικών σου προβλημάτων, τότε ζήτα να σε αξιολογήσουν οι άνθρωποι γύρω σου που έχουν αντίληψη. Ανεξάρτητα από το αν αυτό που σου πουν είναι ακριβές, θα σου δώσει τουλάχιστον ένα σημείο αναφοράς, καθώς και τη δυνατότητα να έχεις μια βασική κρίση ή έναν βασικό χαρακτηρισμό του εαυτού σου. Τότε μπορείς να επιλύσεις το ουσιώδες πρόβλημα του αρνητικού συναισθήματος κατωτερότητας και, σταδιακά, να το αφήσεις πίσω σου. Το συναίσθημα κατωτερότητας είναι εύκολο να επιλυθεί αν μπορεί κανείς να το διακρίνει, να αφυπνιστεί ως προς αυτό και να αναζητήσει την αλήθεια» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (1)]. Αφού διάβασα τα λόγια του Θεού, βρήκα τον τρόπο να απαλλαγώ από τα αισθήματα κατωτερότητάς μου. Έπρεπε να αξιολογώ τον εαυτό μου αντικειμενικά και δίκαια με βάση τα λόγια του Θεού. Δεν γινόταν να είμαι διαρκώς κολλημένη σε αυτές τις παλιές αναμνήσεις, περιορισμένη από τις σκιές του παρελθόντος και τις λανθασμένες αξιολογήσεις των άλλων για μένα, σε σημείο να αφήνω αυτά τα πράγματα να ελέγχουν τις σκέψεις και τη ζωή μου. Έπρεπε να μετράω και να αξιολογώ τον εαυτό μου σύμφωνα με τα λόγια του Θεού και να βλέπω σωστά τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία μου. Μπορούσα επίσης να λαμβάνω υπόψη τις αξιολογήσεις των γύρω μου για να κρίνω αντικειμενικά τον εαυτό μου. Θυμήθηκα πώς με αξιολογούσαν οι αδελφοί και οι αδελφές με τους οποίους συνεργαζόμουν. Έλεγαν ότι το επίπεδό μου ήταν μέτριο, ότι η κατανόησή μου δεν ήταν στρεβλή, ότι είχα τις δικές μου σκέψεις όταν αντιμετώπιζα καταστάσεις και ότι είχα αίσθημα φορτίου και ευθύνης στα καθήκοντά μου. Είδα ότι, παρόλο που δεν ήμουν πολύ ικανή και οξυδερκής ούτε είχα πολύ υψηλό επίπεδο, δεν ήμουν άνθρωπος χαμηλού επιπέδου ή χωρίς σκέψεις. Επιπλέον, οι αδελφοί και οι αδελφές μου δεν με αντιπαθούσαν που ήμουν εσωστρεφής και δεν το είχα με τα λόγια. Αντίθετα, όταν αγχωνόμουν και δεν μπορούσα να μιλήσω καθαρά, με βοηθούσαν, διευκρινίζοντας και συμπληρώνοντας όσα προσπαθούσα να πω. Αυτό με έκανε να νιώσω την αληθινή βοήθεια μεταξύ αδελφών, χωρίς υποτίμηση ή περιφρόνηση.

Αργότερα, διάβασα περισσότερα λόγια του Θεού. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Οι άνθρωποι που ζουν στο πλαίσιο της κανονικής ανθρώπινης φύσης περιορίζονται παράλληλα από πολλά σωματικά ένστικτα και πολλές σωματικές ανάγκες. […] Μερικές φορές, οι άνθρωποι μπορεί να περιορίζονται από αισθήματα και σωματικές ανάγκες και μερικές φορές μπορεί να υπόκεινται στους περιορισμούς των σωματικών ενστίκτων ή στους περιορισμούς του χρόνου και της προσωπικότητας· αυτό είναι κανονικό και φυσικό. Για παράδειγμα, κάποιοι άνθρωποι είναι αρκετά εσωστρεφείς από την παιδική τους ηλικία· δεν τους αρέσει να μιλάνε και δυσκολεύονται πολύ στις κοινωνικές επαφές τους με άλλους. Ακόμη και ως ενήλικες στην ηλικία των τριάντα ή των σαράντα ετών, και πάλι δεν μπορούν να υπερνικήσουν αυτήν την προσωπικότητα: Εξακολουθούν να μην είναι επιδέξιοι στην ομιλία και καλοί στα λόγια ούτε είναι καλοί στις κοινωνικές επαφές τους με άλλους. Αφού γίνουν επικεφαλής, αυτό το χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς τους περιορίζει και παρεμποδίζει το έργο τους ως έναν βαθμό, και αυτό συχνά τους προκαλεί στενοχώρια και απόγνωση, και τους κάνει να νιώθουν πολύ περιορισμένοι. Το να είναι κανείς εσωστρεφής και το να μην του αρέσει να μιλάει είναι εκδηλώσεις της κανονικής ανθρώπινης φύσης. Εφόσον είναι εκδηλώσεις της κανονικής ανθρώπινης φύσης, άραγε ο Θεός τις θεωρεί παραβάσεις; Όχι, δεν είναι παραβάσεις και ο Θεός θα τις αντιμετωπίσει σωστά. Ό,τι προβλήματα, ατέλειες ή ελαττώματα κι αν έχεις, τίποτε από αυτά δεν αποτελεί ζήτημα στα μάτια του Θεού. Ο Θεός εξετάζει μόνο πώς αναζητάς την αλήθεια, πώς κάνεις πράξη την αλήθεια, πώς ενεργείς σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές και πώς ακολουθείς την οδό του Θεού στο πλαίσιο των έμφυτων συνθηκών της κανονικής ανθρώπινης φύσης· αυτά εξετάζει ο Θεός» [«Ο Λόγος», τόμ. 7: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (3)]. Αφού διάβασα τα λόγια του Θεού, η καρδιά μου φωτίστηκε. Πάντα αντιπαθούσα τον εαυτό μου που ήμουν εσωστρεφής και δεν το είχα με τα λόγια, και συχνά με περιφρονούσαν και με υποτιμούσαν οι συμμαθητές και οι συνάδελφοί μου, αλλά ο Θεός λέει ότι αυτά είναι εκδηλώσεις κανονικής ανθρώπινης φύσης. Τελικά συνειδητοποίησα ότι το να είμαι εσωστρεφής και να μην το έχω με τα λόγια δεν είναι λάθος ούτε είναι κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπομαι. Η έμφυτη προσωπικότητα ενός ανθρώπου δεν μπορεί να αλλάξει και το έργο του Θεού δεν αποσκοπεί στην αλλαγή της προσωπικότητας ενός ανθρώπου, στο να μετατρέψει τους εσωστρεφείς σε εξωστρεφείς ή όσους δεν το έχουν με τα λόγια σε εύγλωττους ομιλητές. Αντίθετα, το έργο του Θεού επικεντρώνεται στην κάθαρση και την αλλαγή της διεφθαρμένης διάθεσης ενός ανθρώπου και ο Θεός δεν καταδικάζει τις ελλείψεις και τις ανεπάρκειες της κανονικής ανθρώπινης φύσης. Αυτό που κοιτάζει ο Θεός είναι αν ένας άνθρωπος μπορεί να επιδιώξει την αλήθεια, και αν μπορεί να ακούει και να ασκείται σύμφωνα με τα λόγια Του. Τώρα που το κατανοούσα αυτό, δεν με προβλημάτιζε πλέον η εσωστρεφής προσωπικότητά μου ή το ότι δεν το είχα με τα λόγια, και δεν αντιπαθούσα πλέον τον εαυτό μου. Πρέπει να αντιμετωπίζω σωστά τις ελλείψεις μου και, όταν χρειάζεται να εκφράσω την άποψή μου, δεν πρέπει να σκέφτομαι πάντα: «Δεν μπορώ να το κάνω. Είμαι εσωστρεφής και δεν το έχω με τα λόγια», αλλά, αντίθετα, πρέπει να εκπληρώνω τις ευθύνες μου και να ενεργώ σύμφωνα με τις αρχές. Στο εξής, στα καθήκοντά μου, ασκούμουν συνειδητά σύμφωνα με τα λόγια του Θεού.

Αργότερα, όταν παρακολουθούσα το έργο, παρατήρησα ότι ορισμένοι αδελφοί και αδελφές ήταν παθητικοί στα καθήκοντά τους. Σκέφτηκα να τους δώσω μια ώθηση, αλλά τη στιγμή που πήγα να στείλω το μήνυμα, με έπιασε ανησυχία και σκέφτηκα: «Πώς να το πω αυτό; Θα απαντήσουν ενεργά στο μήνυμα; Αν μου κάνουν ερωτήσεις και δεν μπορώ να τους απαντήσω καθαρά, θα είναι τόσο άβολο!» Με αυτές τις σκέψεις, δεν τόλμησα να στείλω το μήνυμα. Συνειδητοποίησα ότι με δέσμευαν πάλι τα αισθήματα κατωτερότητας που ένιωθα. Σκέφτηκα τα λόγια του Θεού που είχα διαβάσει λίγες μέρες πριν: «Ό,τι προβλήματα, ατέλειες ή ελαττώματα κι αν έχεις, τίποτε από αυτά δεν αποτελεί ζήτημα στα μάτια του Θεού. Ο Θεός εξετάζει μόνο πώς αναζητάς την αλήθεια, πώς κάνεις πράξη την αλήθεια, πώς ενεργείς σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές και πώς ακολουθείς την οδό του Θεού στο πλαίσιο των έμφυτων συνθηκών της κανονικής ανθρώπινης φύσης· αυτά εξετάζει ο Θεός» [«Ο Λόγος», τόμ. 7: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (3)]. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα ότι είχα μια κατεύθυνση και ένα μονοπάτι. Ανεξάρτητα από το αν οι αδελφοί και οι αδελφές μου θα απαντούσαν ενεργά, έπρεπε και πάλι να εκπληρώσω την ευθύνη μου. Έτσι, έστειλα ένα μήνυμα για να τους παροτρύνω στο έργο τους. Όταν μου έκαναν κάποιες ερωτήσεις, απάντησα όσα ήξερα και όταν ασκήθηκα με αυτόν τον τρόπο, ένιωσα ήρεμη μέσα μου. Βίωσα ότι τα λόγια του Θεού είναι πραγματικά η κατεύθυνση και τα κριτήρια για το πώς πρέπει να ενεργούν οι άνθρωποι.

Αργότερα, μια αδελφή μού υπενθύμισε να αναλογιστώ το εξής: Πέρα από τα αισθήματα κατωτερότητας που με επηρέαζαν, ποιες διεφθαρμένες διαθέσεις με περιόριζαν και ήμουν μονίμως παθητική και έκανα πίσω στο καθήκον μου; Η αδελφή μού έστειλε ένα χωρίο των λόγων του Θεού. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Η οικογένεια δεν διαμορφώνει τους ανθρώπους μόνο με ένα-δύο ρητά, αλλά χρησιμοποιεί πάρα πολλά γνωστά αποφθέγματα και γνωμικά. Για παράδειγμα, αναφέρουν συχνά οι πρεσβύτεροι της οικογένειάς σου και οι γονείς σου το ρητό “Ένας άνθρωπος αφήνει το όνομά του όπου μένει, όπως ακριβώς μια χήνα βγάζει την κραυγή της όπου πετάει”; (Ναι.) Σου λένε: “Οι άνθρωποι πρέπει να ζουν για χάρη της φήμης τους. Οι άνθρωποι δεν πρέπει να επιζητούν τίποτε άλλο στη ζωή τους παρά να χτίσουν μια καλή φήμη και να κάνουν καλή εντύπωση στο μυαλό των άλλων. Με όποιον κι αν μιλάς, να του λες ευχάριστα λόγια, να λες μόνο λόγια κολακείας και καλοσύνης και να μην τον προσβάλλεις. Αντ’ αυτού, να κάνεις περισσότερα καλά πράγματα και πράξεις καλοσύνης”. Αυτή η συγκεκριμένη διαμορφωτική επιρροή που ασκείται από την οικογένεια έχει αντίκτυπο στη συμπεριφορά ή στις αρχές διαγωγής των ανθρώπων, με την αναπόφευκτη συνέπεια ότι δίνουν μεγάλη σημασία στη φήμη και το κέρδος. Δηλαδή, δίνουν μεγάλη σημασία στη φήμη και το γόητρό τους, στην εντύπωση που δημιουργούν στο μυαλό των ανθρώπων και στην αξιολόγηση των άλλων για οτιδήποτε κάνουν και για κάθε άποψη που εκφράζουν. Οι άνθρωποι δίνουν μεγάλη σημασία στη φήμη και το κέρδος, οπότε τα λόγια αυτών των πασίγνωστων ρητών και των αρχών για τον χειρισμό των πραγμάτων στην παραδοσιακή κουλτούρα αποκτούν κυρίαρχη θέση στην καρδιά τους, και μάλιστα την καταλαμβάνουν πλήρως. Χωρίς να το καταλάβουν, καταλήγουν να θεωρούν ασήμαντο το αν κάνουν το καθήκον τους σύμφωνα με την αλήθεια και τις αρχές, και μπορεί ακόμη και να εγκαταλείψουν εντελώς τέτοιους προβληματισμούς. Μέσα στην καρδιά τους, αυτές οι σατανικές φιλοσοφίες και τα πασίγνωστα ρητά της παραδοσιακής κουλτούρας, όπως “Ο άνθρωπος αφήνει πίσω του το όνομά του όπου κι αν σταθεί, όπως η χήνα βγάζει την κραυγή της όπου κι αν πετάξει”, γίνονται ιδιαίτερα σημαντικά. […] Δεν ενεργείς για να κάνεις πράξη την αλήθεια ούτε για να ικανοποιήσεις τον Θεό, αλλά αντίθετα, ό,τι κάνεις το κάνεις για χάρη της δικής σου φήμης. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, τι έχουν γίνει όλα όσα κάνεις; Έχουν γίνει μια θρησκευτική πράξη. Τι έχει γίνει η ουσία σου; Έχεις γίνει το αρχέτυπο του Φαρισαίου. Τι έχει γίνει το μονοπάτι σου; Έχει γίνει το μονοπάτι των αντίχριστων. Έτσι το χαρακτηρίζει ο Θεός. Άρα, έχει αμαυρωθεί η ουσία όλων όσα κάνεις, δεν είναι πλέον η ίδια· δεν κάνεις πράξη την αλήθεια ούτε την επιδιώκεις, αλλά αντίθετα επιδιώκεις τη φήμη και το κέρδος. Τελικά, όπως το βλέπει ο Θεός, η εκτέλεση του καθήκοντός σου δεν είναι —εν ολίγοις— σε αποδεκτό επίπεδο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή είσαι αφοσιωμένος μόνο στη δική σου φήμη και όχι σ’ αυτό που σου έχει εμπιστευτεί ο Θεός ή στο καθήκον σου ως δημιουργημένο ον. […] Διότι όλα όσα κάνεις στην ουσία τα κάνεις αποκλειστικά και μόνο για χάρη της φήμης σου, αποκλειστικά και μόνο για να κάνεις πράξη το ρητό “Ένας άνθρωπος αφήνει το όνομά του όπου μένει, όπως ακριβώς μια χήνα βγάζει την κραυγή της όπου πετάει”. Δεν επιδιώκεις την αλήθεια, και παρ’ όλα αυτά εσύ ο ίδιος δεν το αντιλαμβάνεσαι. Νομίζεις ότι δεν έχει τίποτα κακό αυτό το ρητό, καθώς δεν υπάρχει λόγος να μη ζουν οι άνθρωποι για χάρη της φήμης τους. Όπως λέει και το γνωστό ρητό: “Ένας άνθρωπος αφήνει το όνομά του όπου μένει, όπως ακριβώς μια χήνα βγάζει την κραυγή της όπου πετάει”. Επειδή αυτό το ρητό φαίνεται πολύ θετικό και θεμιτό, υποσυνείδητα αποδέχεσαι τη διαμορφωτική του επιρροή και το θεωρείς ως κάτι θετικό. Από τη στιγμή που το θεωρείς ως κάτι θετικό, ασυναίσθητα το επιδιώκεις και το κάνεις πράξη. Ταυτόχρονα, εν αγνοία σου και μέσα στη σύγχυσή σου, το παρερμηνεύεις ως το αλήθεια-κριτήριο. Όταν το θεωρείς το αλήθεια-κριτήριο, δεν ακούς πλέον τι λέει ο Θεός ούτε μπορείς να το καταλάβεις. Κάνεις τυφλά πράξη το σύνθημα “Ένας άνθρωπος αφήνει το όνομά του όπου μένει, όπως ακριβώς μια χήνα βγάζει την κραυγή της όπου πετάει” και ενεργείς σύμφωνα μ’ αυτό. Αυτό που τελικά κερδίζεις απ’ αυτό είναι η καλή φήμη. Κέρδισες αυτό που ήθελες, αλλά με τον τρόπο αυτόν παραβίασες και εγκατέλειψες την αλήθεια, κι έχασες την ευκαιρία σου να σωθείς» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (12)]. Από τα λόγια του Θεού, συνειδητοποίησα ότι με επηρέαζε βαθιά η ιδέα «Ένας άνθρωπος αφήνει το όνομά του όπου μένει, όπως ακριβώς μια χήνα βγάζει την κραυγή της όπου πετάει», και ότι έδινα πάντα μεγάλη αξία στην υπόληψή μου, νοιαζόμουν πολύ για το τι θα σκέφτονταν οι άλλοι για μένα. Ήμουν σαν μαριονέτα, δέσμια της περηφάνιας και της θέσης μου. Σκέφτηκα πως το ότι ο επόπτης με όρισε επικεφαλής ομάδας ήταν στην πραγματικότητα μια σπουδαία ευκαιρία για να εκπαιδευτώ. Όταν επικοινωνούσα και μάθαινα μαζί με τους αδελφούς και τις αδελφές, αυτή ήταν επίσης μια καλή ευκαιρία για μένα να καλύψω τις ελλείψεις μου. Αν οι απόψεις μου ήταν λανθασμένες, οι αδελφοί και οι αδελφές θα μπορούσαν να με βοηθήσουν να διορθώσω τις αποκλίσεις μου. Με περιόριζε, όμως, πάντα η περηφάνια μου και, όταν έβλεπα ότι υπήρχε πολύς κόσμος και έπρεπε να μοιραστώ τις απόψεις μου, η πρώτη μου αντίδραση ήταν πάντα: «Δεν μπορώ να το κάνω». Φοβόμουν μήπως εξέθετα τις ελλείψεις μου και μήπως οι αδελφοί και οι αδελφές σχημάτιζαν κακή εντύπωση για μένα και με υποτιμούσαν. Το αποτέλεσμα ήταν να μη λέω όσα έπρεπε και να μην εκπληρώνω τις ευθύνες που όφειλα να εκπληρώσω, πράγμα που με έκανε πολύ παθητική στα καθήκοντά μου. Έδινα υπερβολική σημασία στην προσωπική μου περηφάνια και θέση. Για να προστατεύσω την περηφάνια και τη θέση μου, έχασα πολλές ευκαιρίες να κάνω πράξη την αλήθεια και να εκπληρώσω τις ευθύνες μου και έχασα τόσες ευκαιρίες να λάβω το έργο του Αγίου Πνεύματος. Έπρεπε να κάνω συνειδητά πράξη την αλήθεια και να μη ζω πλέον για την περηφάνια ή τη θέση.

Αργότερα, λόγω των αναγκών του έργου, έπρεπε να κάνω τα καθήκοντά μου σε μια άλλη ομάδα και η επικεφαλής της ομάδας μού ζήτησε να παρακολουθώ το έργο των αδελφών και να ηγούμαι των ομαδικών συναθροίσεων. Σκέφτηκα μέσα μου: «Δεν το έχω με τα λόγια. Αν δεν εξηγήσω τα πράγματα καθαρά και οι αδελφοί και οι αδελφές δεν καταλάβουν, δεν θα με υποτιμήσουν;» Αγχώθηκα λίγο και ανησυχούσα. Συνειδητοποίησα, όμως, ότι ο Θεός είχε επιτρέψει να μου ανατεθεί αυτό το καθήκον για να μου δώσει ένα φορτίο και για να με αφήσει να εκπαιδευτώ περισσότερο. Γι’ αυτό, αποδέχτηκα αυτό το καθήκον. Στην αρχή, όταν συναθροιζόμουν με τους αδελφούς και τις αδελφές, συντόνιζα μαζί με τη συνεργάτιδά μου και ήμουν ακόμα αγχωμένη πριν τη συναναστροφή, ανησυχώντας ότι, αν δεν συναναστρεφόμουν καλά, οι αδελφοί και οι αδελφές θα με υποτιμούσαν. Όταν, όμως, σκεφτόμουν ότι αυτό ήταν το καθήκον μου, ένιωθα ένα αίσθημα ευθύνης και μπορούσα να συναναστραφώ με θάρρος. Αν και ήμουν ακόμα αγχωμένη κατά τη διάρκεια της συναναστροφής, μετά από μερικές συναθροίσεις, διαπίστωσα ότι, αφού συλλογιζόμουν προσεκτικά τα λόγια του Θεού, δεν ήμουν τόσο αγχωμένη όταν συναναστρεφόμουν. Δεν με ένοιαζε και πολύ αν η συναναστροφή μου ήταν καλή ή κακή και ένιωθα πολύ πιο άνετα. Το ότι μπόρεσα να κάνω έστω και αυτήν τη μικρή αλλαγή ήταν αποτέλεσμα της καθοδήγησης που έλαβα από τα λόγια του Θεού. Δόξα τω Θεώ!

Προηγούμενο: 30. Όταν γκρεμίστηκαν οι ελπίδες μου για τον γιο μου

Επόμενο: 32. Είναι σωστή η ιδέα πως «Μια κυρία θα γίνει όμορφη για όσους τη θαυμάζουν»;

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

Η εμφάνιση και το έργο του Θεού Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών Εκθέτοντας τους αντίχριστους Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας Η Κρίση ξεκινά από τον Οίκο του Θεού Ουσιώδη Λόγια του Παντοδύναμου Θεού, του Χριστού των Εσχάτων Ημερών Καθημερινά λόγια του Θεού Οι αλήθεια-πραγματικότητες στις οποίες πρέπει να εισέλθουν οι πιστοί στον Θεό Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια Οδηγίες για τη διάδοση του ευαγγελίου της βασιλείας Τα πρόβατα του Θεού ακούν τη φωνή του Θεού Άκου τη Φωνή του Θεού  Ιδού ο Θεός Εμφανίστηκε Κλασικές Ερωτήσεις και Απαντήσεις για το Ευαγγέλιο της Βασιλείας Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Α΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Β΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Γ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Δ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Ε΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος ΣΤ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Ζ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Η΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Θ΄) Πώς Στράφηκα στον Παντοδύναμο Θεό

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο

Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger