22. Μια αξιολόγηση που με εξέθεσε
Στα μέσα Μαΐου 2021, μια επικεφαλής εκκλησίας ήρθε ξαφνικά να μου μιλήσει και με ρώτησε αν ήξερα καλά την αδελφή Λίλα, αν φερόταν δίκαια στους άλλους κι αν ήταν ποτέ επικριτική. Φαινόταν τόσο βλοσυρή που τη ρώτησα τι συμβαίνει. Είπε ότι η Λίλα είχε πολύ αλαζονική διάθεση και μπροστά σε αδελφούς κι αδελφές είχε μιλήσει επικριτικά για αρκετούς επικεφαλής, λέγοντας ότι ήταν ψευδοεπικεφαλής. Είπε ότι η Λίλα ήταν καλή στα λόγια, και στις συναθροίσεις έλεγε για την αυτογνωσία της, αλλά στην πραγματικότητα δεν κατανοούσε καθόλου τον εαυτό της. Είπε ότι οι περισσότεροι αδελφοί κι αδελφές δεν έβλεπαν το πραγματικό πρόσωπο της Λίλα και τους άρεσε η συναναστροφή της. Αμέσως σκέφτηκα ότι κάποιοι από τους αντίχριστους που είχαν διωχθεί από την εκκλησία είχαν κάνει ακριβώς το ίδιο. Έκριναν τους επικεφαλής και τους εργάτες. Καλά να πει κανείς ότι ένας επικεφαλής είναι ψευδής, αλλά να πει ότι αρκετοί απ’ αυτούς είναι ψευδείς επικεφαλής, τότε πρόκειται για αλαζονεία. Τότε είπα: «Το γεγονός ότι μπορεί και τα λέει αυτά είναι σοβαρό. Δεν είναι το ίδιο επικριτική με τους αντίχριστους;» Θυμήθηκα, επίσης, κατά την εκλογή των επικεφαλής πέρσι, ότι η Λίλα συζητούσε κρυφά για έναν υποψήφιο με μια άλλη αδελφή, κι έλεγε ότι ο υποψήφιος νοιαζόταν πολύ για την υπόληψη και τη θέση, ότι έκανε πράγματα για να προβληθεί, όχι αληθινό έργο. Άρχισα, θέλοντας και μη, να είμαι προκατειλημμένη με τη Λίλα και θεώρησα ότι ήταν όντως επικριτική.
Μετά, η επικεφαλής με παρότρυνε να γράψω μια αξιολόγηση γι’ αυτήν. Θυμήθηκα τις πρόσφατες αλληλεπιδράσεις μου μαζί της, όταν κάποιοι αδελφοί κι αδελφές τής έκαναν κριτική για κάποια πράγματα. Παρόλο που είχε αμυντική στάση στην αρχή, αργότερα έκανε αυτοκριτική κι απέκτησε αυτογνωσία, σημείωσε κάποια αλλαγή κι είσοδο, και μπόρεσε να αποδεχτεί την αλήθεια. Σε συνομιλίες μαζί της, έβλεπα ότι ενδιαφερόταν για την αυτοκριτική και την αυτογνωσία, και ότι προσευχόταν, αναζητούσε τις αλήθεια-αρχές και έψαχνε τα λόγια του Θεού για να εισέλθει σ’ αυτά. Θεώρησα ότι αναζητούσε την αλήθεια. Μα όταν σκέφτηκα πως η επικεφαλής είπε ότι η Λίλα είχε αλαζονική διάθεση, ότι ήταν καλή στα λόγια και στο να παραπλανεί τους άλλους, και ότι έκρινε αυθαίρετα επικεφαλής και εργάτες· αν έλεγα στην αξιολόγησή μου ότι μπορούσε να αποδεχτεί και να επιδιώξει την αλήθεια, μήπως έλεγε η επικεφαλής ότι δεν είχα διάκριση κι ήμουν ανόητη; Αν έδινα στην επικεφαλής κακή εντύπωση, μπορεί να μη με άφηνε να εκτελέσω ορισμένα καθήκοντα στο μέλλον. Με αυτό στο μυαλό μου, είπα στην αξιολόγησή μου ότι η Λίλα είχε αλαζονική διάθεση και κάποιες φορές έκρινε τους άλλους με βάση τη φαντασία της. Είπα ότι δυσκολευόταν να αποδεχτεί την αλήθεια κι είχε την τάση να δικαιολογεί τον εαυτό της όταν οι άλλοι της ανέφεραν τα προβλήματά της. Ανέφερα και κάποιες από τις διαφθορές που αποκάλυπτε πού και πού στην καθημερινότητα. Παρόλο που σημείωσα και κάποιους τρόπους με τους οποίους επιδίωκε την αλήθεια, πρόσθεσα ένα σχόλιο όπου έλεγα ότι δεν ήμουν σίγουρη αν όντως αναζητούσε την αλήθεια. Ένιωσα λίγο άβολα μόλις έγραψα την αξιολόγηση. Δεν θεωρούσα ότι η Λίλα ήταν όπως περιέγραφε η επικεφαλής. Παρόλο που όντως είχε διεφθαρμένη διάθεση και κάποιες φορές μιλούσε με ωμό και ενοχλητικό τρόπο, δεν ήταν κακή κατά βάθος. Στήριζε τα συμφέροντα της εκκλησίας όταν παρουσιάζονταν προβλήματα, και είχε το θάρρος να μιλήσει όταν έβλεπε άλλους να παραβιάζουν τις αλήθεια-αρχές. Για παράδειγμα, όταν έβλεπε ότι μια αδελφή έκανε μόνο τα βασικά στο καθήκον της και καθυστερούσε το έργο, η Λίλα έβαζε στην άκρη τη σχέση τους και τη βοηθούσε επισημαίνοντάς της το θέμα χωρίς περιστροφές, ενώ ενημέρωνε και την επικεφαλής. Αν εξέταζε κανείς τη συνολική συμπεριφορά της Λίλα, θα έβλεπε ότι στήριζε τα συμφέροντα της εκκλησίας και ήταν σωστή, αλλά η επικεφαλής είχε αντίθετη άποψη. Αναρωτήθηκα αν η επικεφαλής ήταν προκατειλημμένη, και αν οι αξιολογήσεις που συγκέντρωνε θα είχαν ως αποτέλεσμα να απαλλαγεί η Λίλα ή να απομακρυνθεί από την εκκλησία. Ένιωθα όλο και πιο άβολα όσο το σκεφτόμουν, οπότε ρώτησα την επικεφαλής αν είχε συναναστραφεί με τη Λίλα για τα προβλήματά της, και πώς τα έβλεπε η ίδια. Μα η επικεφαλής απέφυγε την ερώτηση, κι είπε ότι η Λίλα είχε παλιότερα την τάση να κρίνει τους επικεφαλής και τους εργάτες, και το ίδιο έκανε και τώρα. Είπε ότι ένας επικεφαλής σκεφτόταν να παραιτηθεί εξαιτίας των κατηγοριών της Λίλα, οπότε εκείνη είχε ήδη προκαλέσει διατάραξη. Όταν το άκουσα, πίστεψα ότι η επικεφαλής μπορούσε να κατανοήσει καλύτερα από μένα τα προβλήματα, κι ότι εγώ δεν είχα διάκριση και με είχε εξαπατήσει η εξωτερική συμπεριφορά της Λίλα. Γι’ αυτό δεν είπα τίποτα άλλο.
Δυό μέρες αργότερα, ένας ανώτερος επικεφαλής εξέτασε την περίπτωση κι είπε ότι η Λίλα δεν έκρινε αυθαίρετα επικεφαλής κι εργάτες, αλλά εξέθετε και κατήγγειλε ψευδοεπικεφαλής με αίσθημα δικαιοσύνης. Η Λίλα είχε καταγγείλει τη συγκεκριμένη επικεφαλής, γι’ αυτό εκείνη την καταπίεζε και την τιμωρούσε, λέγοντας ότι η Λίλα έκρινε αυθαίρετα επικεφαλής και εργάτες. Σταματούσε μάλιστα μονομερώς το καθήκον της Λίλα! Όλοι οι ψευδοεπικεφαλής τους οποίους κατήγγειλε η Λίλα είχαν απαλλαγεί, και της ξαναέδωσαν το καθήκον της. Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά όταν το άκουσα. Είχα σοκαριστεί κι ένιωθα κάπως ανήσυχη. Συνηγόρησα με την επικεφαλής, λέγοντας ότι η Λίλα είχε διαφθαρμένη διάθεση, έκρινε επικεφαλής αυθαίρετα και δεν αποδεχόταν και πολύ την αλήθεια. Δεν καταδίκαζα κι εγώ τη Λίλα; Ήταν πολύ σοβαρό το πρόβλημα! Κατάλαβα ότι δεν ήταν ασήμαντο το θέμα κι ότι έπρεπε να κάνω αυτοκριτική και να αποκτήσω αυτογνωσία. Γι’ αυτό προσευχήθηκα στον Θεό και Του ζήτησα να με οδηγήσει στην αυτογνωσία. Αργότερα, διάβασα τα εξής λόγια του Θεού: «Για να πιστεύεις στον Θεό και να ακολουθείς το σωστό μονοπάτι στη ζωή, πρέπει τουλάχιστον να ζεις με αξιοπρέπεια και ανθρώπινη ομοιότητα, να είσαι άξιος της εμπιστοσύνης των άλλων, να σε θεωρούν πολύτιμο, και να πιστεύουν πως ο χαρακτήρας και η ακεραιότητά σου έχουν υπόσταση, πως κάνεις ό,τι λες και κρατάς τον λόγο σου. […] Όλοι όσοι έχουν αξιοπρέπεια έχουν λίγο έντονη προσωπικότητα και κάποιες φορές δεν τα πάνε καλά με τους άλλους, αλλά είναι ειλικρινείς και δεν έχουν ίχνος ψευτιάς ή ατιμίας πάνω τους. Στο τέλος, οι άλλοι τους έχουν σε μεγάλη εκτίμηση επειδή μπορούν και κάνουν πράξη την αλήθεια, είναι ειλικρινείς, έχουν αξιοπρέπεια, ακεραιότητα, χαρακτήρα, δεν εκμεταλλεύονται ποτέ τους άλλους, τους βοηθούν όταν έχουν προβλήματα, φέρονται σε όλους με ευσυνειδησία και λογική, και δεν κρίνουν ποτέ κάποιον επιπόλαια. Όταν αξιολογούν κάποιον ή μιλούν γι’ αυτόν, μιλούν πάντα με ακρίβεια, μιλούν για όσα ξέρουν και δεν βιάζονται να ανοίξουν το στόμα τους για αυτά που δεν ξέρουν ούτε βάζουν σάλτσες, και τα λόγια τους μπορούν να λειτουργήσουν ως αποδεικτικά στοιχεία και ως σημεία αναφοράς. Όταν μιλούν και ενεργούν όσοι έχουν ακεραιότητα, το κάνουν με σχετικά πρακτικό τρόπο και με σχετική αξιοπιστία. Κανένας δεν θεωρεί πολύτιμους τους ανθρώπους που δεν έχουν ακεραιότητα, κανένας δεν δίνει σημασία σε ό,τι λένε και κάνουν, και κανένας δεν θεωρεί σημαντικά τα λόγια τους· κανένας δεν τους εμπιστεύεται. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι λένε τόσα ψέματα και τόσο λίγες αλήθειες. Ακριβώς επειδή δεν είναι ειλικρινείς στις επαφές τους με άλλους ανθρώπους ή όποτε κάνουν το οτιδήποτε γι’ αυτούς, προσπαθούν να ξεγελάσουν και να κοροϊδέψουν τους πάντες, και κανείς δεν τους συμπαθεί. Εσείς βρήκατε ποτέ κανέναν που να τον θεωρείτε αξιόπιστο; Εσείς οι ίδιοι, αισθάνεστε άξιοι της εμπιστοσύνης των άλλων; Μπορούν να σας εμπιστευτούν οι άλλοι; Αν κάποιος σε ρωτήσει για την κατάσταση ενός άλλου ανθρώπου, δεν πρέπει να αξιολογείς και να κρίνεις αυτόν τον άνθρωπο όπως νομίζεις εσύ· πρέπει τα λόγια σου να είναι αντικειμενικά, ακριβή και να συνάδουν με τα γεγονότα. Πρέπει να μιλάς μόνο για όσα καταλαβαίνεις και όχι για αυτά που δεν γνωρίζεις καλά. Πρέπει να είσαι σωστός και δίκαιος προς εκείνο τον άνθρωπο, κι έτσι θα ενεργείς με τρόπο υπεύθυνο. Αν έχεις παρατηρήσει κάτι μόνο επιφανειακά, κι αυτό που θέλεις να πεις είναι η προσωπική σου κρίση γι’ αυτόν τον άνθρωπο και τίποτα άλλο, τότε δεν πρέπει να βγάλεις ετυμηγορία στα τυφλά και σίγουρα δεν πρέπει να τον κρίνεις. Πρέπει να ξεκινήσεις λέγοντας: “Αυτή είναι καθαρά η προσωπική μου κρίση”, ή: “Έτσι νομίζω εγώ”. Αν το κάνεις αυτό, τα λόγια σου θα είναι σχετικά αντικειμενικά, και, ο άλλος, μόλις ακούσει αυτά που θα πεις, θα μπορεί να καταλάβει την ειλικρίνεια και τη δίκαιη στάση σου, και να σε εμπιστευτεί. Είστε σίγουροι ότι μπορείτε να το καταφέρετε αυτό;» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μόνο ένας έντιμος άνθρωπος μπορεί να βιώσει αληθινή ανθρώπινη ομοιότητα). Συνειδητοποίησα από τα λόγια του Θεού ότι οι ευθείς, ειλικρινείς άνθρωποι αξιολογούν τους άλλους σωστά κι αντικειμενικά, και δεν λένε ό,τι τους κατέβει. Λένε μόνο ό,τι ξέρουν και τέλος. Είναι αξιόπιστοι. Όσοι, όμως, δεν είναι ευθείς έχουν προσωπικούς σκοπούς όταν αξιολογούν, ξεστομίζοντας ό,τι φαντάζονται, ακόμα και διαστρεβλώνοντας τα γεγονότα ή κάνοντας το άσπρο μαύρο για να πετύχουν τους στόχους τους. Ένα τέτοιο άτομο λέει πολλά ψέματα κι ελάχιστη αλήθεια, και δεν είναι αξιόπιστο. Δεν έχει αξιοπρέπεια ούτε ακεραιότητα. Ξανασκέφτηκα την αξιολόγησή μου για τη Λίλα. Όταν άκουσα την επικεφαλής να την καταδικάζει ως αλαζονική, αυτάρεσκη κι επικριτική, δεν έκανα προσπάθεια να διακρίνω αν αυτό ήταν αλήθεια ή ψέματα και δεν διερεύνησα αν οι επικεφαλής που είχε καταγγείλει η Λίλα ήταν ψευδείς. Ακολούθησα απλώς τυφλά την επικεφαλής και την καταδίκασα. Παρόλου που συνειδητοποίησα ότι η γνώμη της επικεφαλής για τη Λίλα δεν ταίριαζε με την εμπειρία μου, κι ένιωσα άβολα, φοβήθηκα μήπως έλεγε ότι ήμουν ανόητη χωρίς διάκριση, μήπως είχε κακή εντύπωση για μένα, κι ότι μπορεί να μη μου έδιναν σημαντικά καθήκοντα. Γι’ αυτό έγραψα αρνητική αξιολόγηση για τη Λίλα. Πήγαινα κόντρα στα γεγονότα, την κατηγορούσα και την καταπίεζα. Αποκάλυπτα μια κακόβουλη διάθεση. Σωστά έκανε η Λίλα που κατήγγειλε κι εξέθεσε τους ψευδοεπικεφαλής, χωρίς να περιορίζεται από τη θέση και τη δύναμη. Εγώ όχι μόνο δεν τη στήριξα, αλλά συνηγόρησα με μια ψευδοεπικεφαλής και την καταδίκασα, πράγμα που μόνο πόνο τής προκάλεσε. Έτσι έκανα κακό και ενεργούσα ως βοηθός του Σατανά. Όταν το συνειδητοποίησα, γέμισα ενοχές και αυτομομφή. Ένιωσα βαθιά υπόχρεη στη Λίλα και δεν μπορούσα να την αντικρίσω. Προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου, δεν έχω ανθρώπινη φύση. Ακολούθησα μία ψευδοεπικεφαλής, και καταπίεσα και καταδίκασα τη Λίλα. Διέπραξα παράβαση ενώπιόν Σου. Θεέ μου, έκανα λάθος και θέλω να μετανοήσω».
Διάβασα κάνα δυο ακόμα χωρία με τα λόγια του Θεού που με βοήθησαν να καταλάβω καλύτερα τον εαυτό μου. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Οι αντίχριστοι δεν βλέπουν τον Θεό, ο Θεός δεν έχει θέση στην καρδιά τους. Όταν αντικρίζουν τον Χριστό, δεν Τον αντιμετωπίζουν διαφορετικά από ό,τι έναν συνηθισμένο άνθρωπο, αντλώντας συνεχώς στοιχεία από την έκφραση και το ύφος Του, αλλάζοντας τον τόνο τους ανάλογα με την περίσταση, χωρίς ποτέ να λένε τι συμβαίνει πραγματικά, χωρίς ποτέ να λένε κάτι ειλικρινές, λέγοντας μόνο κενά λόγια και δόγματα, προσπαθώντας να εξαπατήσουν και να ξεγελάσουν τον πρακτικό Θεό που στέκεται μπροστά στα μάτια τους. Δεν έχουν σε καμία περίπτωση θεοφοβούμενη καρδιά. Δεν είναι καν ικανοί να μιλήσουν στον Θεό από καρδιάς, να πουν οτιδήποτε αληθινό. Μιλούν όπως σέρνονται τα φίδια, η πορεία των λόγων τους είναι γεμάτη στροφές και υπεκφυγές. Ο τρόπος και η κατεύθυνση των λόγων τους είναι σαν μια κληματσίδα πεπονιού που αναρριχάται πάνω σε κάποιον πάσσαλο. Για παράδειγμα, όταν λες πως κάποιος έχει καλό επίπεδο και θα μπορούσε να προαχθεί, μιλούν απευθείας για το πόσο καλός είναι και για τα όσα εκδηλώνονται και αποκαλύπτονται μέσα του· κι αν πεις πως κάποιος είναι κακός, σπεύδουν να μιλήσουν για το πόσο κακός και μοχθηρός είναι, για το πώς προκαλεί αναστατώσεις και διαταράξεις στην εκκλησία. Όταν ρωτάς για κάποιες πραγματικές περιστάσεις, δεν έχουν τίποτα να πουν· υπεκφεύγουν, περιμένοντας να βγάλεις εσύ ένα συμπέρασμα, περιμένοντας να ακούσουν το νόημα στα λόγια σου, έτσι ώστε να εναρμονίζουν τα λόγια τους με τις σκέψεις σου. Όλα όσα λένε είναι ωραία λόγια, κολακεία και δουλοπρέπεια· ούτε μία ειλικρινή λέξη δεν βγαίνει από το στόμα τους» [«Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο δέκατο: Περιφρονούν την αλήθεια, παραβιάζουν απροκάλυπτα τις αρχές και αψηφούν τις διευθετήσεις του οίκου του Θεού (Μέρος δεύτερο)]. «Η ανθρώπινη φύση των αντίχριστων είναι ανέντιμη, κάτι που σημαίνει ότι δεν είναι καθόλου ειλικρινείς. Ό,τι λένε κι ό,τι κάνουν είναι νοθευμένο και περιέχει τις δικές τους προθέσεις και στόχους και κρύβει όλα τα ανείπωτα και ανομολόγητα τεχνάσματά τους και τις σκευωρίες τους. Έτσι, τα λόγια και οι πράξεις των αντίχριστων είναι πάρα πολύ μολυσμένα και γεμάτα ψέματα. Όσο κι αν μιλούν, είναι αδύνατο να γνωρίζει κανείς ποια από τα λόγια τους είναι αληθή, ποια είναι ψευδή, ποια είναι σωστά και ποια λάθος. Γι’ αυτό φταίει το ότι είναι ανέντιμοι και ότι το μυαλό τους είναι εξαιρετικά περίπλοκο, γεμάτο ύπουλες μεθοδεύσεις, και βρίθει τεχνασμάτων. Τίποτα απ’ όσα λένε δεν είναι ξεκάθαρο. Δεν λένε ότι ένα κι ένα κάνει δύο, ούτε ότι το ναι είναι ναι και το όχι, όχι. Αντίθετα, σε όλα τα ζητήματα υπεκφεύγουν και σκέφτονται τα πράγματα αρκετές φορές στο μυαλό τους, εξετάζοντας τις συνέπειες, σταθμίζοντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα από κάθε οπτική γωνία. Στη συνέχεια, αλλάζουν αυτά που θέλουν να πουν χρησιμοποιώντας τη γλώσσα, έτσι ώστε όλα όσα λένε να ακούγονται αρκετά δυσνόητα. Οι ειλικρινείς άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν ποτέ τι λένε και εύκολα ξεγελιούνται και εξαπατώνται, ενώ όποιος μιλάει και επικοινωνεί με τους ανθρώπους του είδους αυτού βρίσκει την εμπειρία κουραστική και επίπονη. Ποτέ δεν λένε ότι ένα κι ένα κάνει δύο, ποτέ δεν λένε αυτό που σκέφτονται, ποτέ δεν περιγράφουν τα πράγματα όπως είναι. Όλα όσα λένε είναι ακατάληπτα, ενώ οι στόχοι και οι προθέσεις των πράξεών τους είναι εξαιρετικά περίπλοκα. Εάν βγει προς τα έξω η αλήθεια —αν οι άλλοι τούς καταλάβουν και τους τσακώσουν— επινοούν γρήγορα ένα άλλο ψέμα για να τη γλιτώσουν. […] Η αρχή και η μέθοδος σύμφωνα με τις οποίες οι άνθρωποι αυτοί συμπεριφέρονται με τον κόσμο είναι το να ξεγελούν τους ανθρώπους με ψέματα. Είναι διπρόσωποι και μιλούν όπως αρέσει στο ακροατήριό τους, εκτελούν δε όποιο ρόλο απαιτεί η κατάσταση. Μιλούν με ήρεμο και γλοιώδη τρόπο, το στόμα τους είναι γεμάτο ψέματα και είναι αναξιόπιστοι. Παραπλανούν ή προκαλούν αναστάτωση σε όποιον είναι σ’ επαφή μαζί τους έστω και για λίγο, και δεν μπορεί αυτός να λάβει παροχή, βοήθεια ή διαπαιδαγώγηση» [«Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Παράρτημα τέταρτο: Συνοψίζοντας τον χαρακτήρα των αντίχριστων και την ουσία της διάθεσής τους (Μέρος πρώτο)]. Τα λόγια του Θεού αποκαλύπτουν ότι οι αντίχριστοι κρύβουν διαρκώς κόλπα στα λόγια και στις πράξεις τους. Μιλούν με περιστροφές, εξαπατούν τους άλλους και δεν έχουν καμία αξιοπιστία. Ακόμα κι όταν έρχονται σε επαφή με τον Χριστό, ψάχνουν για ενδείξεις στα λόγια Του, βλέπουν προς τα πού φυσάει ο άνεμος και είναι συκοφάντες. Δεν έχουν τίποτα αληθινό. Είναι πολύ ύπουλοι, δόλιοι και κακοί. Δεν είχα ποτέ άμεση επαφή με τον Χριστό, αλλά αφουγκραζόμουν για να ακούσω σημάδια, έβλεπα τις ενδείξεις, και μάντευα τι ήθελαν οι άλλοι. Εκδήλωνα τη διάθεση ενός αντίχριστου. Λίγους μήνες πριν, η επικεφαλής μού είχε ζητήσει να αξιολογήσω τη Λίλα. Εκείνη την περίοδο, δεν άκουσα την αρνητική άποψη της επικεφαλής για τη Λίλα. Σκέφτηκα ότι πιθανώς ήθελε να της δώσει προαγωγή. Οπότε, είπα ότι η Λίλα μπορούσε να αναζητήσει και να αποδεχτεί την αλήθεια μποροστά στα προβλήματα, ότι είχε αίσθημα δικαιοσύνης κι ότι μπορούσε να στηρίξει τα συμφέροντα της εκκλησίας. Βασικά έγραψα μόνο για τα προτερήματά της και σχεδόν δεν ανέφερα τις αδυναμίες της. Μα αυτήν τη φορά που άκουσα την επικεφαλής να λέει ότι δεν ήταν σωστή και ζητούσε κι άλλους να αξιολογήσουν τη Λίλα, ήξερα ότι η εμπειρία μου με τη Λίλα διέφερε από τη δική της. Για να πει, όμως, η επικεφαλής ότι είχα διάκριση, συμφώνησα μαζί της και είπα ότι η Λίλα είχε αλαζονική διάθεση, ότι ήταν επικριτική και δυσκολευόταν να αποδεχτεί την αλήθεια όταν συνέβαιναν διάφορα. Και στις δύο περιπτώσεις αξιολογούσα το ίδιο πρόσωπο, αλλά έλεγα τελείως διαφορετικά πράγματα. Δεν ήμουν ούτε κατά διάνοια αμερόληπτη ή αντικειμενική. Συλλογίστηκα τα λόγια του Κυρίου Ιησού: «Ας ήναι ο λόγος σας Ναι ναι, Ου, ού» (Κατά Ματθαίον 5:37). Όταν έγραφα, όμως, για τη Λίλα, ήθελα να δώσω καλή εντύπωση στην επικεφαλής, οπότε προσπαθούσα να μαντέψω τι ήθελε να ακούσει. Έπρεπε να ξαναφέρνω τα πάντα στο μυαλό μου αρκετές φορές πριν πω τη γνώμη μου, κι έτσι μπερδευόμουν. Όλα όσα έλεγα κι έκανα είχαν το στίγμα ιδιοτελών σκοπών. Ούτε μια λέξη δεν ήταν αληθινή. Ήμουν υπερβολικά δόλια και κακιά. Δεν είχα αρχές σε όσα έλεγα κι έκανα, και δεν άξιζα την εμπιστοσύνη του Θεού ή των άλλων ανθρώπων. Είχα χάσει κάθε αξιοπρέπεια και ακεραιότητα. Ένιωθα όλο και μεγαλύτερη αηδία με τον εαυτό μου. Παλιότερα, όταν έβλεπα ψευδοεπικεφαλής και αντίχριστους να καταπιέζουν και να καταδικάζουν άλλους για να προστατέψουν την υπόληψη και τη θέση τους, αγανακτούσα. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα έκανα το ίδιο κακό. Διαστρέβλωνα τα γεγονότα μόνο και μόνο για να πετύχω τους στόχους μου και να προστατέψω τα συμφέροντά μου. Χαρακτήριζα λανθασμένα επικριτικό ένα άτομο με αίσθημα δικαιοσύνης που προστάτευε τα συμφέροντα της εκκλησίας. Κατηγορούσα και αδικούσα έναν καλό άνθρωπο. Έμενα στο πλευρό ενός ψευδοεπικεφαλής, καταδικάζοντας και καταπιέζοντας τη Λίλα.
Σε μια συνάθροιση, μια αδελφή είπε ότι είχε μάθει ότι η επικεφαλής ήθελε να μαζέψει αξιολογήσεις για τη Λίλα, αλλά θεωρούσε ότι η Λίλα δεν ήταν όπως την παρουσίαζε η επικεφαλής. Αυτή η αδελφή δεν υπάκουε τυφλά την επικεφαλής. Απεναντίας, είχε διάκριση για το τι έλεγε κι έκανε η επικεφαλής. Μίλησε και στους ανώτερους επικεφαλής γι’ αυτό και τερμάτισε την άδικη μεταχείριση της Λίλα. Όταν ήρθε αντιμέτωπη με την ίδια περίπτωση όπως εγώ, αυτή η αδελφή αναζήτησε την αλήθεια. Είχε θεοφοβούμενη καρδιά και τα λόγια της ήταν ειλικρινή και αμερόληπτα. Προστάτεψε τη Λίλα και στήριξε τα συμφέροντα της εκκλησίας, ενώ εγώ έχαψα τα ψέματα και τα κόλπα της ψευδοεπικεφαλής, και την ενθάρρυνα να κάνει ανεξέλεγκτα κακό και να ενεργεί σαν τσιράκι του Σατανά. Μισούσα τον εαυτό μου γι’ αυτό. Αναλογίστηκα γιατί υποχώρησα τόσο εύκολα όταν η επικεφαλής είπε αυτά τα πράγματα για τη Λίλα. Ο λόγος ήταν ότι δεν κατανοούσα πλήρως την αλήθεια για το τι σημαίνει να είναι κανείς επικριτικός. Βασικά, διακρίνει κανείς έναν επικριτικό άνθρωπο αν δει τον σκοπό πίσω από τα λόγια του, και αν τα προβλήματα που καταγγέλει είναι πραγματικά. Αν ανακαλύψει κανείς ψευδοεπικεφαλής που πάνε κόντρα στις αρχές και δεν κάνουν αληθινό έργο, και στη συνέχεια συναναστραφεί και διακρίνει με τους αδελφούς και τις αδελφές που κατανοούν την αλήθεια, αν ο σκοπός αυτού του ανθρώπου είναι να στηρίξει τα συμφέροντα της εκκλησίας, τότε δεν είναι επικριτικός, αλλά απεναντίας έχει αίσθημα δικαιοσύνης. Όσοι είναι όντως επικριτικοί έχουν τον δικό τους σκοπό. Διαστρεβλώνουν τα γεγονότα και κάνουν το άσπρο μαύρο. Δυσφημούν τους ανθρώπους και τους επιτίθενται. Βρίσκουν κατηγορίες εναντίον άλλων ή κάνουν τη διαφθορά που παρουσιάζουν οι άλλοι μεγάλο θέμα και τους βάζουν ταμπέλες αδιάκριτα. Το μόνο που κάνουν είναι να καταπιέζουν και να καταδικάζουν τους άλλους. Αυτό σημαίνει να είναι επικριτικός κανείς. Δεν κατανοούσα ξεκάθαρα τι σήμαινε να είναι κανείς επικριτικός. Γι’ αυτό είχα την παράλογη πεποίθηση ότι αν ανακαλύπτουμε προβλήματα σε έναν επικεφαλής ή εργάτη, θα πρέπει να τα αναφέρουμε απευθείας ή να τα καταγγέλλουμε σε έναν ανώτερο επικεφαλής, και αν συζητήσουμε τα προβλήματά τους με άλλους αδελφούς και αδελφές πίσω από την πλάτη τους, τότε είμαστε επικριτικοί. Δεν κοιτούσα το γενικό πλαίσιο ούτε την ουσία της περίπτωσης. Όταν έμαθα ότι η Λίλα είχε μιλήσει με κάποιες αδελφές ιδιαιτέρως, και έλεγε ότι κάποιοι επικεφαλής δεν έκαναν αληθινό έργο και ότι ήταν ψευδοεπικεφαλής, νόμιζα ότι ήταν επικριτική, γι’ αυτό την καταδίκασα αυθαίρετα. Δεν σκέφτηκα καθόλου κατά πόσο αυτά που έλεγε αντικατόπτριζαν την πραγματικότητα. Τώρα, όμως, τα γεγονότα έδειχναν ότι οι καταγγελίες της ήταν αληθινές. Τόλμησε να πει την αλήθεια και προστάτεψε τα συμφέροντα της εκκλησίας. Είχε αίσθημα δικαιοσύνης και δεν ήταν επικριτική.
Πήρα κάποια μαθήματα από αυτή μου την αποτυχία. Στις μελλοντικές μου αξιολογήσεις, πρέπει να έχω θεοφοβούμενη καρδιά και να μην εμπιστεύομαι τυφλά τους άλλους. Πρέπει να διακρίνω την ουσία των πραγμάτων σύμφωνα με τα γεγονότα και τα λόγια του Θεού. Αν δεν καταλαβαίνω την αλήθεια και δεν μπορώ να δω τα πράγματα ξεκάθαρα, πρέπει τουλάχιστον να είμαι ειλικρινής, όχι να γλύφω κάποιον και να διαστρεβλώνω τα πράγματα. Τα λόγια του Θεού λένε: «Όταν λέω “Να ακολουθείς την οδό του Θεού”, σε τι αναφέρεται η “οδός του Θεού”; Σημαίνει να έχεις φόβο Θεού και να αποφεύγεις το κακό. Και τι είναι το να έχεις φόβο Θεού και να αποφεύγεις το κακό; Όταν, παραδείγματος χάριν, αξιολογείς κάποιον, αυτό σχετίζεται με τον φόβο του Θεού και την αποφυγή του κακού. Πώς τον αξιολογείς; (Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, δίκαιοι και τίμιοι, και δεν πρέπει να μιλάμε με βάση τα αισθήματά μας.) Όταν λες αυτό ακριβώς που σκέφτεσαι, αυτό ακριβώς που έχεις δει, είσαι από τους ειλικρινείς. Πρώτον, η άσκηση του να είσαι ειλικρινής συμβαδίζει με το να ακολουθείς την οδό του Θεού. Αυτό διδάσκει ο Θεός στους ανθρώπους, αυτή είναι η οδός Του. Ποια είναι η οδός του Θεού; Να έχεις φόβο Θεού και να αποφεύγεις το κακό. Δεν είναι το να είσαι ειλικρινής ένδειξη ότι έχεις φόβο Θεού και αποφεύγεις το κακό; Και δεν είναι ένδειξη ότι ακολουθείς την οδό του Θεού; (Ναι.) Εάν δεν είσαι ειλικρινής, τότε αυτά που έχεις δει κι αυτά που σκέφτεσαι δεν είναι από τα ίδια που λες με το στόμα. Κάποιος σε ρωτάει: “Ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτόν τον άνθρωπο; Είναι υπεύθυνος στο έργο της εκκλησίας;” Κι εσύ απαντάς: “Τέλειος είναι. Είναι πιο υπεύθυνος από μένα, το επίπεδό του είναι καλύτερο από το δικό μου και η ανθρώπινη φύση του είναι κι αυτή καλή. Είναι ώριμος και σταθερός”. Μέσα σου όμως αυτό σκέφτεσαι; Αυτό που βλέπεις πραγματικά είναι ότι αυτός ο άνθρωπος, αν και όντως έχει επίπεδο, είναι αναξιόπιστος, αρκετά δόλιος και μεγάλος συμφεροντολόγος. Αυτό σκέφτεσαι πραγματικά στο μυαλό σου· όταν όμως έρθει η ώρα να μιλήσεις, σου έρχεται στο μυαλό το εξής: “Δεν μπορώ να πω την αλήθεια, δεν πρέπει να προσβάλλω κανέναν”, οπότε λες βιαστικά κάτι άλλο και αποφασίζεις να πεις ωραία πράγματα γι’ αυτόν, αλλά τίποτα απ’ όσα λες δεν είναι αυτό που πραγματικά πιστεύεις· είναι όλα ψέματα και μια προσποίηση. Δείχνει αυτό ότι ακολουθείς την οδό του Θεού; Όχι. Βαδίζεις στην οδό του Σατανά, την οδό των δαιμόνων. Ποια είναι η οδός του Θεού; Είναι η αλήθεια, είναι η βάση της διαγωγής των ανθρώπων, και είναι η οδός του να έχεις φόβο Θεού και να αποφεύγεις το κακό. Αν και μιλάς σε κάποιον άλλον, ακούει κι ο Θεός· παρακολουθεί την καρδιά σου και την εξετάζει σχολαστικά. Οι άνθρωποι ακούνε τι λες, όμως ο Θεός εξετάζει την καρδιά σου σχολαστικά. Μπορούν οι άνθρωποι να εξετάσουν σχολαστικά την καρδιά των άλλων ανθρώπων; Στην καλύτερη περίπτωση, μπορούν να καταλάβουν ότι δεν λες την αλήθεια· οι άνθρωποι βλέπουν τι υπάρχει στην επιφάνεια, αλλά μόνον ο Θεός βλέπει στα βάθη της καρδιάς σου. Μόνο ο Θεός βλέπει τι σκέφτεσαι, τι σχεδιάζεις, αλλά και ποια φτηνά τεχνάσματα, ποιους ύπουλους τρόπους, ποιες ενεργές σκέψεις έχεις μέσα στην καρδιά σου. Όταν ο Θεός βλέπει ότι δεν λες την αλήθεια, ποια είναι η γνώμη Του και η αξιολόγησή Του για σένα; Ότι στο ζήτημα αυτό, δεν ακολούθησες την οδό του Θεού, επειδή δεν είπες την αλήθεια» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μέρος τρίτο). Συνειδητοποίησα από τα λόγια του Θεού ότι όλα όσα συμβαίνουν έχουν σκοπό να δείξουν αν μπορούμε να έχουμε φόβο Θεού και να αποφύγουμε το κακό. Ο Θεός βλέπει μέσα στην καρδιά και το μυαλό μας. Ο Θεός βλέπει όλα όσα σκεφτόμαστε και κάνουμε. Όταν αξιολογούμε άλλους, πρέπει να έχουμε θεοφοβούμενη καρδιά. Δεν πρέπει να μας ελέγχουν ιδιοτελείς σκοποί ή συμφέροντα, αλλά αντίθετα, να μένουμε στα γεγονότα, να λέμε μόνο όσα ξέρουμε και να είμαστε ειλικρινείς σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Θεού. Αν δεν κατανοούμε ξεκάθαρα τη συμπεριφορά κάποιου ή τις αλήθεια-αρχές που ισχύουν σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αναζητάμε και να προσευχόμαστε περισσότερο, ώστε να μην κρίνουμε ούτε να βάζουμε ταμπέλες αυθαίρετα σε κάποιον. Συλλογίστηκα και το έργο της κάθαρσης της εκκλησίας. Αν έχει κανείς ιδιοτελείς σκοπούς και δεν αξιολογεί τους άλλους αντικειμενικά και σύμφωνα με τα γεγονότα, θα μπορούσε νε παραπλανήσει τους άλλους. Σε σοβαρές περιπτώσεις, κάποιος μπορεί να αποπεμφθεί ή να αποβληθεί κατά λάθος, κι έτσι να αδικηθεί. Αν μιλά και ενεργεί κανείς με βάση το συναίσθημα, αν καλύπτει και προστατεύει έναν δύσπιστο ή έναν κακό άνθρωπο, τότε αυτό σημαίνει ότι κάποιος που θα έπρεπε να αποπεμφθεί ή να αποβληθεί παραμένει στην εκκλησία, όπου μπορεί να προκαλέσει κι άλλη διατάραξη. Το ίδιο συμβαίνει με την αλλαγή καθήκοντος. Αν μια αξιολόγηση είναι ανακριβής, μπορεί να εμποδίσει καλούς ανθρώπους να πάρουν προαγωγή και να καλλιεργηθούν, ενώ κακοί άνθρωποι διατηρούν τα πόστα τους. Αυτό όχι μόνο καθυστερεί τη ζωή-είσοδο των αδελφών, αλλά διαταράσσει και αναστατώνει το έργο της εκκλησίας. Εκτός αυτού, συνειδητοποίησα ότι οι αξιολογήσεις πρέπει να βασίζονται στη συνολική συμπεριφορά. Πρέπει να είναι αμερόληπτες και αντικειμενικές. Δεν πρέπει να κολλάμε στις αδυναμίες ή στις στιγμιαίες εκδηλώσεις διαφθοράς των ανθρώπων, να κάνουμε την τρίχα τριχιά και να τους βάζουμε ταμπέλες. Μόλις το συνειδητοποίσα αυτό, άρχισα να υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι στο εξής έπρεπε να έχω θεοφοβούμενη καρδιά όταν αξιολογώ άλλους ανθρώπους, να το κάνω βάσει γεγονότων, αμερόληπτα και αντικειμενικά. Αργότερα, έπρεπε να γράψω άλλη μια αξιολόγηση για τη Λίλα όσον αφορά το καθήκον. Ήξερα ότι αυτό ήταν δοκιμασία, για να δω αν μπορούσα να κάνω πράξη την αλήθεια, να εισέλθω στις αρχές, και να αξιολογήσω την αδελφή μου αμερόληπτα και αντικειμενικά. Έτσι, γαλήνεψα την καρδιά μου ενώπιον του Θεού και προσευχήθηκα, ζητώντας από τον Θεό να κοιτάξει μέσα στην καρδιά μου. Ήθελα να είμαι ειλικρινής. Έπρεπε να πω τη σκάφη σκάφη και τα σύκα σύκα, και να μη μιλήσω έχοντας τον δικό μου σκοπό. Έπρεπε να γράψω όσα ήξερα, και αν δεν ήξερα κάτι, έπρεπε να το πω. Ένιωσα τόσο καλύτερα όταν το έκανα πράξη.
Η αξιολόγηση της Λίλα με βοήθησε να δω τη δική μου ύπουλη και δόλια διεφθαρμένη διάθεση, και ότι αν μιλάω και ενεργώ με τον δικό μου σκοπό, θα κάνω άθελά μου κακό και θα πληγώσω τους άλλους. Είδα, επίσης, ότι το να ζει κανείς σύμφωνα με τα λόγια του Θεού και την αλήθεια, να μιλά και να ενεργεί πραγματικά έτσι όπως μας διδάσκει ο Θεός, και να είναι ειλικρινής είναι ο μόνος τρόπος να βιώσει αληθινή ανθρώπινη ομοιότητα και να κερδίσει την έγκριση του Θεού.