Γνωρίζοντας τον Θεό Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 31
Αμέσως μετά την δημιουργία της ανθρωπότητας, ο Θεός άρχισε να αλληλεπιδρά με τον άνθρωπο και να μιλάει στον άνθρωπο, και άρχισε να εκφράζει τη διάθεσή Του στον άνθρωπο. Με άλλα λόγια, από την εποχή που ο Θεός είχε αρχίσει να αλληλεπιδρά με την ανθρωπότητα, άρχισε να γνωστοποιεί στον άνθρωπο, αδιαλείπτως, την ουσία Του και αυτό που έχει και είναι ο Θεός. Ανεξάρτητα από το αν οι άνθρωποι του παρελθόντος ή οι άνθρωποι του σήμερα είναι σε θέση να το δουν ή να το κατανοήσουν, ο Θεός μιλάει στον άνθρωπο και εργάζεται ανάμεσα στους ανθρώπους, αποκαλύπτοντας τη διάθεσή Του και εκφράζοντας την ουσία Του —αυτό είναι γεγονός και δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας. Αυτό σημαίνει, επίσης, ότι η διάθεση του Θεού, η ουσία του Θεού και αυτό που έχει και είναι ο Θεός συνεχώς φανερώνονται και αποκαλύπτονται καθώς Αυτός εργάζεται και αλληλεπιδρά με τον άνθρωπο. Ποτέ δεν έχει συγκαλύψει ή αποκρύψει τίποτα από τον άνθρωπο, αλλά, αντιθέτως, γνωστοποιεί και αποκαλύπτει τη δική Του διάθεση χωρίς να αποκρύπτει τίποτα. Συνεπώς, ο Θεός ελπίζει ότι ο άνθρωπος μπορεί να Τον γνωρίσει και να κατανοήσει τη διάθεση και την ουσία Του. Ο Θεός δεν θέλει να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος τη διάθεση και την ουσία Του ως αιώνια μυστήρια, ούτε θέλει η ανθρωπότητα να θεωρήσει τον Θεό άλυτο γρίφο. Μόνο όταν η ανθρωπότητα γνωρίσει τον Θεό, θα μπορέσει ο άνθρωπος να προχωρήσει προς τα εμπρός και να δεχτεί την καθοδήγηση του Θεού, και μόνο μια τέτοια ανθρωπότητα μπορεί όντως να ζήσει στο κράτος του Θεού, να ζήσει στο φως εν μέσω των ευλογιών του Θεού.
Τα λόγια και η διάθεση που φανερώθηκαν και αποκαλύφθηκαν από τον Θεό αντιπροσωπεύουν τις προθέσεις Του και αντιπροσωπεύουν, επίσης, την ουσία Του. Όταν ο Θεός αλληλεπιδρά με τον άνθρωπο, ανεξάρτητα από το τι λέει ή κάνει ο Θεός, ή ποια διάθεση αποκαλύπτει, και ανεξαρτήτως του τι βλέπει ο άνθρωπος όσον αφορά την ουσία του Θεού και τι έχει και είναι Αυτός, όλα αντιπροσωπεύουν τις προθέσεις του Θεού για τον άνθρωπο. Ανεξάρτητα από το πόσα είναι σε θέση ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει, να συλλάβει ή να κατανοήσει, όλα αντιπροσωπεύουν τις προθέσεις του Θεού —τις προθέσεις του Θεού για τον άνθρωπο. Αυτό είναι πέραν πάσης αμφιβολίας! Οι προθέσεις του Θεού για την ανθρωπότητα συνίστανται στο πώς απαιτεί από τους ανθρώπους να είναι, τι απαιτεί από αυτούς να κάνουν, πώς απαιτεί να ζουν και πώς απαιτεί από αυτούς να είναι ικανοί να ικανοποιήσουν τις προθέσεις του Θεού. Είναι αυτά τα πράγματα άρρηκτα συνδεδεμένα με την ουσία του Θεού; Με άλλα λόγια, ο Θεός φανερώνει τη διάθεσή Του και όλα όσα έχει και είναι Αυτός και ταυτόχρονα θέτει απαιτήσεις στον άνθρωπο. Δεν υπάρχει ουδέν ψέμα, προσποίηση, απόκρυψη μήτε ωραιοποίηση. Ωστόσο, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει και γιατί δεν κατάφερε ποτέ να αντιληφθεί με σαφήνεια τη διάθεση του Θεού; Γιατί δεν έχει συνειδητοποιήσει ποτέ τις προθέσεις του Θεού; Αυτό που αποκαλύπτεται και φανερώνεται από τον Θεό είναι αυτό που ο ίδιος ο Θεός έχει και είναι. Είναι κάθε ψήγμα και πτυχή της αληθινής διάθεσής Του —οπότε γιατί δεν μπορεί να το δει ο άνθρωπος; Γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να διαθέτει γνώση εις βάθος; Αυτό οφείλεται σ’ έναν σημαντικό λόγο. Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο λόγος; Από τον καιρό της δημιουργίας, ο άνθρωπος δεν αντιμετώπισε ποτέ τον Θεό ως Θεό. Τον πρώτο καιρό, ανεξαρτήτως του τι έκανε ο Θεός σε σχέση με τον άνθρωπο ο οποίος μόλις είχε δημιουργηθεί, ο άνθρωπος δεν αντιμετώπιζε τον Θεό παρά ως έναν σύντροφο, ως κάποιον πάνω στον οποίον θα βασιζόταν, και δεν γνώριζε ούτε κατανοούσε τον Θεό. Δηλαδή, ο άνθρωπος δεν γνώριζε ότι ό,τι φανέρωνε αυτό το Είναι —αυτό το Είναι πάνω στο οποίο βασιζόταν και το οποίο έβλεπε ως σύντροφό του— ήταν η ουσία του Θεού, ούτε γνώριζε ότι αυτό το Είναι ήταν ο Κυβερνήτης των πάντων. Για να το πούμε απλά, οι άνθρωποι εκείνου του καιρού δεν αναγνώριζαν καθόλου τον Θεό. Δεν γνώριζαν ότι οι ουρανοί και η γη και τα πάντα δημιουργήθηκαν από Αυτόν, και αγνοούσαν από πού ήλθε Αυτός και, επιπλέον, τι ήταν Αυτός. Φυσικά, εκείνη την εποχή, ο Θεός δεν απαιτούσε από τον άνθρωπο να Τον γνωρίζει ή να Τον κατανοεί ή να καταλαβαίνει όλα όσα έκανε Αυτός ή να γνωρίζει τις προθέσεις Του, γιατί ήταν ο πρώτος καιρός μετά τη δημιουργία του ανθρώπου. Όταν ο Θεός άρχισε τις προετοιμασίες για το έργο της Εποχής του Νόμου, ο Θεός έκανε κάποια πράγματα στον άνθρωπο και επίσης άρχισε να θέτει κάποιες απαιτήσεις στον άνθρωπο, λέγοντάς του πώς να κάνει προσφορές και πώς να λατρεύει τον Θεό. Μόνο τότε ο άνθρωπος απέκτησε κάποιες απλές ιδέες για τον Θεό, μόνο τότε έμαθε τη διαφορά μεταξύ ανθρώπου και Θεού, και ότι ο Θεός ήταν Αυτός που δημιούργησε την ανθρωπότητα. Όταν ο άνθρωπος έμαθε ότι ο Θεός ήταν Θεός και ο άνθρωπος ήταν άνθρωπος, μπήκε κάποια απόσταση μεταξύ αυτού και του Θεού, εντούτοις, ο Θεός δεν ζήτησε από τον άνθρωπο να Τον γνωρίσει εκτενώς ή να Τον κατανοήσει εις βάθος. Συνεπώς, ο Θεός θέτει διαφορετικές απαιτήσεις στον άνθρωπο με βάση τα στάδια και τις συνθήκες του έργου Του. Τι καταλαβαίνετε από αυτά; Ποια πτυχή της διάθεσης του Θεού αντιλαμβάνεστε; Είναι ο Θεός πραγματικός; Είναι οι απαιτήσεις του Θεού από τον άνθρωπο σωστές; Κατά τη διάρκεια του πρώτου καιρού μετά τη δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό, όταν ο Θεός δεν είχε ακόμη διεξάγει το έργο της κατάκτησης και τελείωσης του ανθρώπου και δεν είχε εκφράσει πολλά λόγια προς αυτόν, ζητούσε ελάχιστα από τον άνθρωπο. Ανεξαρτήτως του τι έκανε ο άνθρωπος και πώς συμπεριφερόταν —ακόμα κι αν έκανε κάποια πράγματα που ύβριζαν τον Θεό— ο Θεός συγχωρούσε και παρέβλεπε τα πάντα. Αυτό συνέβαινε επειδή ο Θεός γνώριζε τι είχε δώσει στον άνθρωπο και τι υπήρχε μέσα στον άνθρωπο και, συνεπώς, γνώριζε το ύψος των απαιτήσεων που έπρεπε να θέσει στον άνθρωπο. Παρόλο που το ύψος των απαιτήσεών Του ήταν πολύ χαμηλό εκείνον τον καιρό, αυτό δεν σημαίνει ότι η διάθεσή Του δεν ήταν μεγάλη ή ότι η σοφία και η παντοδυναμία Του ήταν μόνο κούφιες λέξεις. Ο άνθρωπος έχει μόνο έναν τρόπο για να γνωρίσει τη διάθεση του Θεού και τον ίδιο τον Θεό: να ακολουθήσει τα στάδια του έργου της διαχείρισης του Θεού και της σωτηρίας της ανθρωπότητας από τον Θεό και να αποδεχτεί τα λόγια που ο Θεός εξέφρασε στην ανθρωπότητα. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος γνωρίσει αυτό που έχει και είναι ο Θεός και γνωρίσει τη διάθεση του Θεού, θα εξακολουθήσει να ζητάει από τον Θεό να του δείξει το πραγματικό Του πρόσωπο; Όχι, ο άνθρωπος δεν πρόκειται ούτε τολμάει να το κάνει αυτό, διότι αν κατανοήσει τη διάθεση του Θεού και αυτό που έχει και είναι ο Θεός, ο άνθρωπος θα έχει ήδη δει τον ίδιο τον αληθινό Θεό και το πραγματικό Του πρόσωπο. Αυτό είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα.
Καθώς το έργο και το σχέδιο του Θεού προχωρούσαν αδιαλείπτως, και αφού ο Θεός καθιέρωσε τη διαθήκη του ουράνιου τόξου με τον άνθρωπο ως σημείο ότι ποτέ άλλοτε δεν θα καταστρέψει τον κόσμο μέσω κατακλυσμού, η επιθυμία του Θεού να κερδίσει όσους θα μπορούσαν να είναι σε σύμπνοια μαζί Του γινόταν όλο και πιο έντονη. Και είχε μια ακόμα πιο επιτακτική επιθυμία να κερδίσει όσους ήταν σε θέση να ακολουθήσουν το θέλημά Του επί γης και, επιπλέον, να κερδίσει μια ομάδα ανθρώπων ικανών να ξεφύγουν από τις δυνάμεις του σκότους και να μην είναι δέσμιοι του Σατανά, μια ομάδα ανθρώπων που να είναι σε θέση να γίνουν μάρτυρές Του επί γης. Η απόκτηση μιας τέτοιας ομάδας ανθρώπων ήταν επί μακρόν η επιθυμία του Θεού, ήταν κάτι που προσδοκούσε από τον καιρό της δημιουργίας. Συνεπώς, είτε ο Θεός κατέστρεψε τον κόσμο με κατακλυσμό είτε έκανε διαθήκη με τον άνθρωπο, οι προθέσεις, η ψυχική κατάσταση, το σχέδιο και οι ελπίδες του Θεού παρέμειναν ίδια. Αυτό που ήθελε να κάνει, αυτό το οποίο λαχταρούσε πολύ πριν από τον καιρό της δημιουργίας, ήταν να κερδίσει εκείνους τους ανθρώπους που επιθυμούσε —να κερδίσει μια ομάδα ανθρώπων ικανών να κατανοήσουν και να γνωρίσουν τη διάθεσή Του και να κατανοήσουν τις προθέσεις Του, μια ομάδα που θα ήταν σε θέση να Τον λατρέψει. Μια τέτοια ομάδα ανθρώπων θα ήταν πραγματικά ικανοί να γίνουν μάρτυρές Του, και, όπως μπορεί να πει κανείς, θα ήταν οι έμπιστοί Του.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 32
Ο Θεός υπόσχεται στον Αβραάμ να του χαρίσει έναν γιο
Γέν. 17:15-17 Και είπεν ο Θεός προς τον Αβραάμ, Σάραν την γυναίκα σου, δεν θέλεις καλέσει πλέον το όνομα αυτής Σάραν, αλλά Σάρρα θέλει είσθαι το όνομα αυτής. Και θέλω ευλογήσει αυτήν, και θέλω προσέτι δώσει εις σε υιόν εξ αυτής· και θέλω ευλογήσει αυτήν, και θέλει γείνει μήτηρ εθνών· βασιλείς λαών θέλουσιν εξέλθει εξ αυτής. Και έπεσεν ο Αβραάμ επί πρόσωπον αυτού και εγέλασε, και είπεν εν τη καρδία αυτού, Εις άνθρωπον εκατονταετή θέλει γεννηθή τέκνον; και η Σάρρα, γυνή ενενήκοντα ετών, θέλει γεννήσει;
Γέν. 17:21-22 Αλλά την διαθήκην μου θέλω στήσει προς τον Ισαάκ, τον οποίον θέλει γεννήσει η Σάρρα εις σε το ερχόμενον έτος, εν τω αυτώ τούτω καιρώ. Αφού δε ετελείωσε να λαλή μετ’ αυτού, ανέβη ο Θεός από του Αβραάμ.
Κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει το έργο που αποφασίζει να επιτελέσει ο Θεός
Έτσι, όλοι μόλις ακούσατε την ιστορία του Αβραάμ, έτσι δεν είναι; Επιλέχθηκε από τον Θεό αφού ο κόσμος καταστράφηκε από τον κατακλυσμό, το όνομά του ήταν Αβραάμ, και όταν ήταν εκατό ετών και η σύζυγός του Σάρα ενενήντα, ο Θεός τού έδωσε μια υπόσχεση. Τι υπόσχεση του έδωσε ο Θεός; Ο Θεός υποσχέθηκε αυτό που αναφέρεται στις Γραφές: «Και θέλω ευλογήσει αυτήν, και θέλω προσέτι δώσει εις σε υιόν εξ αυτής». Ποιο ήταν το παρασκήνιο της υπόσχεσης του Θεού να του χαρίσει έναν γιο; Οι Γραφές παρέχουν την ακόλουθη αναφορά: «Και έπεσεν ο Αβραάμ επί πρόσωπον αυτού και εγέλασε, και είπεν εν τη καρδία αυτού, Εις άνθρωπον εκατονταετή θέλει γεννηθή τέκνον; και η Σάρρα, γυνή ενενήκοντα ετών, θέλει γεννήσει;» Με άλλα λόγια, το ηλικιωμένο αυτό ζευγάρι ήταν πολύ μεγάλο για να τεκνοποιήσει. Και τι έκανε ο Αβραάμ αφού του έδωσε την υπόσχεσή Του ο Θεός; Έσκυψε το πρόσωπο και γέλασε, και είπε από μέσα του: «Εις άνθρωπον εκατονταετή θέλει γεννηθή τέκνον;» Ο Αβραάμ πίστευε ότι ήταν αδύνατον —τουτέστιν πίστευε ότι η υπόσχεση του Θεού προς αυτόν δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα αστείο. Από την οπτική γωνία του ανθρώπου, αυτό είναι κάτι ανέφικτο για τον άνθρωπο και, παρομοίως, ανέφικτο και αδύνατο για τον Θεό. Ίσως, ο Αβραάμ το θεώρησε γελοίο: «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, όμως φαίνεται ότι κατά κάποιο τρόπο δεν γνωρίζει ότι κάποιος σε τόσο μεγάλη ηλικία είναι ανίκανος να τεκνοποιήσει. Ο Θεός νομίζει ότι μπορεί να μου επιτρέψει να κάνω παιδί, λέει ότι θα μου χαρίσει έναν γιο —σίγουρα αυτό είναι αδύνατον!» Έτσι, ο Αβραάμ έσκυψε το κεφάλι και γέλασε, λέγοντας από μέσα του: «Αδύνατον —ο Θεός αστειεύεται μαζί μου, δεν μπορεί να είναι αλήθεια!» Δεν πήρε τα λόγια του Θεού στα σοβαρά. Έτσι, στα μάτια του Θεού, τι είδους άνθρωπος ήταν ο Αβραάμ; (Δίκαιος.) Πού αναφέρεται ότι ήταν ένας δίκαιος άνθρωπος; Νομίζετε ότι όλοι όσοι ο Θεός καλεί είναι δίκαιοι και άμεμπτοι, ότι είναι όλοι άνθρωποι που πορεύονται με τον Θεό. Εσείς τηρείτε τους κανονισμούς! Πρέπει να δείτε καθαρά ότι όταν ο Θεός ορίζει κάποιον, δεν το κάνει αυθαίρετα. Εδώ, ο Θεός δεν είπε ότι ο Αβραάμ ήταν δίκαιος. Στην καρδιά Του, ο Θεός έχει πρότυπα για να μετράει κάθε άτομο. Παρόλο που ο Θεός δεν είπε τι είδους άνθρωπος ήταν ο Αβραάμ, όσον αφορά τη συμπεριφορά του, τι είδους πίστη είχε ο Αβραάμ στον Θεό; Μήπως δεν πίστευε αρκετά; Ή είχε μεγάλη πίστη; Όχι, δεν είχε! Το γέλιο και οι σκέψεις του έδειξαν ποιος ήταν, οπότε η πεποίθησή σας ότι ήταν δίκαιος δεν είναι παρά αποκύημα της φαντασία σας, αποτελεί τυφλή εφαρμογή των κανονισμών, είναι μια ανεύθυνη εκτίμηση. Είδε άραγε ο Θεός το γέλιο του Αβραάμ και τις μικρές του εκφράσεις; Τα γνώριζε; Ο Θεός τα γνώριζε. Θα άλλαζε όμως ο Θεός αυτό που είχε αποφασίσει να κάνει; Όχι! Όταν ο Θεός σχεδίαζε και αποφάσιζε ότι θα επέλεγε τον συγκεκριμένο άνθρωπο, το θέμα είχε ήδη κλείσει. Ούτε οι σκέψεις του ανθρώπου ούτε η συμπεριφορά του θα επηρέαζαν ή θα εμπόδιζαν τον Θεό στο ελάχιστο. Ο Θεός δεν θα άλλαζε αυθαίρετα το σχέδιό Του, ούτε θα άλλαζε παρορμητικά ή θα χαλούσε το σχέδιό Του λόγω της συμπεριφοράς του ανθρώπου, η οποία μπορεί και να είναι ακόμη και συμπεριφορά αδαούς. Τι, λοιπόν, αναφέρεται στη Γένεση 17:21-22; «Αλλά την διαθήκην μου θέλω στήσει προς τον Ισαάκ, τον οποίον θέλει γεννήσει η Σάρρα εις σε το ερχόμενον έτος, εν τω αυτώ τούτω καιρώ. Αφού δε ετελείωσε να λαλή μετ’ αυτού, ανέβη ο Θεός από του Αβραάμ». Ο Θεός δεν έδωσε την παραμικρή προσοχή σε ό,τι σκέφτηκε ή είπε ο Αβραάμ. Ποιος ήταν ο λόγος που δεν τα έλαβε υπόψη Του; Επειδή, εκείνη την εποχή, ο Θεός δεν ζήτησε από αυτόν τον άνθρωπο να έχει μεγάλη πίστη ή να είναι σε θέση να γνωρίζει πολύ καλά τον Θεό ή, πολύ περισσότερο, να μπορεί να κατανοήσει τι έκανε και τι είπε ο Θεός. Επομένως, δεν ζήτησε από τον άνθρωπο να κατανοήσει πλήρως τι αποφάσισε να κάνει, ή ποιους ανθρώπους αποφάσισε να επιλέξει ή τις αρχές των πράξεών Του, διότι το ανάστημα του ανθρώπου ήταν απλώς ανεπαρκές. Εκείνη την εποχή, ο Θεός θεωρούσε όσα έκανε ο Αβραάμ και όπως συμπεριφερόταν φυσιολογικά. Δεν καταδίκασε, ούτε επέπληξε, αλλά απλώς είπε: «Τον Ισαάκ, τον οποίον θέλει γεννήσει η Σάρρα εις σε το ερχόμενον έτος, εν τω αυτώ τούτω καιρώ». Για τον Θεό, αφού διακήρυξε αυτά τα λόγια, το ζήτημα αυτό έγινε πραγματικότητα σταδιακά. Στα μάτια του Θεού, αυτό που έπρεπε να επιτευχθεί μέσω του σχεδίου Του είχε ήδη επιτευχθεί. Αφού ολοκλήρωσε τις ρυθμίσεις Του σχετικά μ’ αυτό, ο Θεός αναχώρησε. Το τι κάνει ή τι σκέφτεται ο άνθρωπος, τι κατανοεί ο άνθρωπος, τα σχέδια του ανθρώπου —τίποτα από αυτά δεν έχει σχέση με τον Θεό. Όλα βαίνουν σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού, σύμφωνα με τους χρόνους και τα στάδια που ορίζει ο Θεός. Αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή του έργου του Θεού. Ο Θεός δεν παρεμβαίνει σε ό,τι σκέφτεται ή γνωρίζει ο άνθρωπος, ούτε όμως παραιτείται από το σχέδιό Του ή εγκαταλείπει το έργο Του απλά και μόνο επειδή ο άνθρωπος δεν πιστεύει ή δεν καταλαβαίνει. Έτσι επιτυγχάνονται τα γεγονότα σύμφωνα με το σχέδιο και τις σκέψεις του Θεού. Αυτό ακριβώς βλέπουμε στη Βίβλο: ο Θεός έκανε τον Ισαάκ να γεννηθεί τη χρονική στιγμή που είχε καθορίσει. Αποδεικνύουν τα γεγονότα ότι η συμπεριφορά και η στάση του ανθρώπου εμπόδισαν το έργο του Θεού; Δεν εμπόδισαν το έργο του Θεού! Μήπως η περιορισμένη πίστη του ανθρώπου στον Θεό, οι αντιλήψεις και οι φαντασιοκοπίες του γύρω από τον Θεό επηρέασαν το έργο του Θεού; Όχι, δεν το επηρέασαν! Ούτε κατά διάνοια! Το σχέδιο διαχείρισης του Θεού δεν επηρεάζεται από κανέναν άνθρωπο, θέμα ή περιβάλλον. Όλα όσα Αυτός αποφασίζει να κάνει, θα ολοκληρωθούν και θα επιτευχθούν εγκαίρως και σύμφωνα με το σχέδιό Του, και κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να παρέμβει στο έργο Του. Ο Θεός δεν δίνει προσοχή σε ορισμένες πτυχές της ανοησίας και της άγνοιας του ανθρώπου, και ακόμα, αγνοεί ορισμένες πτυχές της αντίστασης και των αντιλήψεων του ανθρώπου προς Αυτόν. Αντιθέτως, επιτελεί το έργο που πρέπει να επιτελέσει χωρίς ενδοιασμούς. Αυτή είναι η διάθεση του Θεού και αντικατοπτρίζει την παντοδυναμία Του.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 33
Ο Αβραάμ προσφέρει τον Ισαάκ
Γέν. 22:2-3 Και είπε, Λάβε τώρα τον υιόν σου τον μονογενή, τον οποίον ηγάπησας, τον Ισαάκ, και ύπαγε εις τον τόπον Μοριά, και πρόσφερε αυτόν εκεί εις ολοκαύτωμα, επί ενός των ορέων, το οποίον θέλω σοι ειπεί. Σηκωθείς δε Αβραάμ ενωρίς το πρωΐ, εσαμάρωσε την όνον αυτού και έλαβε μεθ’ εαυτού δύο εκ των δούλων αυτού και Ισαάκ τον υιόν αυτού· και σχίσας ξύλα διά την ολοκαύτωσιν, εσηκώθη και υπήγεν εις τον τόπον τον οποίον είπε προς αυτόν ο Θεός.
Γέν. 22:9-10 Αφού δε έφθασαν εις τον τόπον τον οποίον είπε προς αυτόν ο Θεός, ωκοδόμησεν εκεί ο Αβραάμ το θυσιαστήριον και διέθεσε τα ξύλα, και δέσας τον Ισαάκ τον υιόν αυτού έβαλεν αυτόν επί το θυσιαστήριον επάνω των ξύλων· και εκτείνας ο Αβραάμ την χείρα αυτού, έλαβε την μάχαιραν διά να σφάξη τον υιόν αυτού.
Το Έργο της διαχείρισης του Θεού και της σωτηρίας της ανθρωπότητας ξεκινά με τη θυσία του Ισαάκ από τον Αβραάμ
Έχοντας χαρίσει στον Αβραάμ έναν γιο, εκπληρώθηκαν όσα ο Θεός είπε στον Αβραάμ. Αυτό δεν σημαίνει ότι το σχέδιο του Θεού σταμάτησε εδώ. Αντιθέτως, το μεγαλειώδες σχέδιο του Θεού για τη διαχείριση και τη σωτηρία της ανθρωπότητας είχε μόλις αρχίσει, και η ευλογία Του χαρίζοντας έναν γιο στον Αβραάμ δεν ήταν παρά ένα προοίμιο στο συνολικό σχέδιο της διαχείρισής Του. Εκείνη τη στιγμή, ποιος να ήξερε ότι η μάχη του Θεού με τον Σατανά είχε ξεκινήσει αθόρυβα τη στιγμή που ο Αβραάμ προσέφερε τον Ισαάκ;
Ο Θεός δεν ενδιαφέρεται αν ο άνθρωπος είναι ανόητος — ζητάει από τον άνθρωπο μόνο να είναι πιστός
Στη συνέχεια, ας δούμε τι έκανε ο Θεός στον Αβραάμ. Στο Γένεση 22:2, ο Θεός έδωσε την ακόλουθη εντολή στον Αβραάμ: «Λάβε τώρα τον υιόν σου τον μονογενή, τον οποίον ηγάπησας, τον Ισαάκ, και ύπαγε εις τον τόπον Μοριά, και πρόσφερε αυτόν εκεί εις ολοκαύτωμα, επί ενός των ορέων, το οποίον θέλω σοι ειπεί». Το μήνυμα του Θεού ήταν ξεκάθαρο: Είπε στον Αβραάμ να προσφέρει τον μονάκριβό γιο του Ισαάκ, τον οποίο αγαπούσε, ως ολοκαύτωμα. Βλέποντάς το σήμερα, εξακολουθεί η εντολή του Θεού να έρχεται σε αντίθεση με τις αντιλήψεις του ανθρώπου; Ναι! Ό,τι έκανε ο Θεός εκείνη την εποχή έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τις αντιλήψεις του ανθρώπου, ακατανόητο στον άνθρωπο. Στις αντιλήψεις τους, οι άνθρωποι πιστεύουν τα εξής: Όταν ένας άνθρωπος δεν πίστευε και σκεφτόταν ότι ήταν αδύνατον, ο Θεός τού χάρισε έναν γιο, και αφού είχε αποκτήσει έναν γιο, ο Θεός τού ζήτησε να θυσιάσει τον γιο του. Εντελώς απίστευτο! Τι σκόπευε στην ουσία να κάνει ο Θεός; Ποια ήταν η πραγματική πρόθεση του Θεού; Αυτός έδωσε στον Αβραάμ έναν γιο άνευ όρων, εντούτοις ζήτησε από τον Αβραάμ να κάνει μια άνευ όρων προσφορά. Ήταν υπερβολή; Από την άποψη ενός τρίτου, αυτό δεν ήταν μόνο υπερβολή, αλλά και μια περίπτωση του «να δημιουργεί κανείς πρόβλημα εκ του μηδενός». Αλλά ο ίδιος ο Αβραάμ δεν πίστευε ότι ο Θεός ζητούσε πάρα πολλά. Αν και είχε κάποιες δικές του ασήμαντες απόψεις σχετικά, και μολονότι ήταν λίγο καχύποπτος έναντι του Θεού, ήταν εντούτοις έτοιμος να κάνει την προσφορά. Σ’ αυτό το σημείο, τι διακρίνετε που αποδεικνύει ότι ο Αβραάμ ήταν πρόθυμος να προσφέρει τον γιο του; Τι λένε αυτές οι προτάσεις; Το πρωτότυπο κείμενο περιγράφει τα ακόλουθα: «Σηκωθείς δε Αβραάμ ενωρίς το πρωΐ, εσαμάρωσε την όνον αυτού και έλαβε μεθ’ εαυτού δύο εκ των δούλων αυτού και Ισαάκ τον υιόν αυτού· και σχίσας ξύλα διά την ολοκαύτωσιν, εσηκώθη και υπήγεν εις τον τόπον τον οποίον είπε προς αυτόν ο Θεός» (Γέν. 22:3). «Αφού δε έφθασαν εις τον τόπον τον οποίον είπε προς αυτόν ο Θεός, ωκοδόμησεν εκεί ο Αβραάμ το θυσιαστήριον και διέθεσε τα ξύλα, και δέσας τον Ισαάκ τον υιόν αυτού έβαλεν αυτόν επί το θυσιαστήριον επάνω των ξύλων· και εκτείνας ο Αβραάμ την χείρα αυτού, έλαβε την μάχαιραν διά να σφάξη τον υιόν αυτού» (Γέν. 22:9-10). Όταν ο Αβραάμ άπλωσε το χέρι του και πήρε το μαχαίρι για να σφάξει τον γιο του, είδε τις πράξεις του ο Θεός; Τις είδε. Ολόκληρη η διαδικασία —από την αρχή, όταν ο Θεός ζήτησε από τον Αβραάμ να θυσιάσει τον Ισαάκ, μέχρις ότου ο Αβραάμ όντως σήκωσε το μαχαίρι του για να σφάξει τον γιο του— φανέρωσε στον Θεό την καρδιά του Αβραάμ και, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι υπήρξε ανόητος, αδαής και παρεξήγησε τον Θεό, εκείνη τη στιγμή, η καρδιά του Αβραάμ ήταν αληθινή απέναντι στον Θεό και ειλικρινής, και εκείνος θα επέστρεφε πραγματικά και ειλικρινά στον Θεό τον Ισαάκ, τον γιο που του έδωσε ο Θεός. Μέσα του, ο Θεός είδε την υποταγή, εκείνη ακριβώς την υποταγή που επιθυμούσε.
Όσον αφορά τον άνθρωπο, ο Θεός κάνει πολλά πράγματα που είναι ακατανόητα, ακόμα και απίστευτα. Όταν ο Θεός επιθυμεί να ενορχηστρώσει κάποιον, αυτή η ενορχήστρωση συχνά δεν συμφωνεί με τις αντιλήψεις του ανθρώπου και είναι ακατανόητη σ’ αυτόν, αλλά ακριβώς αυτή η ασυμφωνία και η έλλειψη κατανόησης είναι η δοκιμασία και η δοκιμή του ανθρώπου από τον Θεό. Ο Αβραάμ, εντωμεταξύ, μπόρεσε να επιδείξει υποταγή στον Θεό, η οποία αποτελούσε την πιο θεμελιώδη προϋπόθεση για να είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Θεού. Μόνο τότε, όταν ο Αβραάμ ήταν σε θέση να υποταχθεί στην απαίτηση του Θεού, όταν προσέφερε τον Ισαάκ, ο Θεός ανακουφίστηκε και επιδοκίμασε πραγματικά την ανθρωπότητα —τον Αβραάμ, τον οποίο είχε επιλέξει. Μόνο τότε βεβαιώθηκε ο Θεός ότι αυτός ο άνθρωπος, τον οποίο είχε επιλέξει, ήταν ένας απαραίτητος ηγέτης που θα μπορούσε να αναλάβει να φέρει εις πέρας την υπόσχεσή Του και το επακόλουθο σχέδιο διαχείρισής Του. Παρόλο που δεν ήταν παρά μια δοκιμασία και μια δοκιμή, ο Θεός ένιωσε ικανοποίηση, ένιωσε την αγάπη του ανθρώπου γι’ Αυτόν και ένιωσε παρηγοριά από τον άνθρωπο όπως ποτέ άλλοτε. Τη στιγμή που ο Αβραάμ σήκωσε το μαχαίρι του για να σφάξει τον Ισαάκ, τον σταμάτησε ο Θεός; Ο Θεός δεν άφησε τον Αβραάμ να θυσιάσει τον Ισαάκ, γιατί απλώς ο Θεός δεν είχε πρόθεση να πάρει τη ζωή του Ισαάκ. Έτσι, ο Θεός σταμάτησε τον Αβραάμ πάνω στην ώρα. Όσον αφορά τον Θεό, η υποταγή του Αβραάμ είχε ήδη περάσει τη δοκιμή, αυτό που έκανε ήταν αρκετό και ο Θεός είχε ήδη δει το αποτέλεσμα όσων Αυτός σκόπευε να κάνει. Ικανοποιήθηκε ο Θεός από αυτό το αποτέλεσμα; Μπορεί να πει κανείς ότι αυτό το αποτέλεσμα ικανοποίησε τον Θεό, ότι ήταν αυτό που ο Θεός ήθελε και ήταν αυτό που ο Θεός λαχταρούσε να δει. Αληθεύει αυτό; Αν και, σε διαφορετικά πλαίσια, ο Θεός χρησιμοποιεί διαφορετικούς τρόπους για να δοκιμάσει κάθε άνθρωπο, ο Θεός είδε στον Αβραάμ αυτό που ήθελε, είδε ότι η καρδιά του Αβραάμ ήταν πιστή και ότι η υποταγή του ήταν άνευ όρων. Ακριβώς αυτό το «άνευ όρων» επιθυμούσε ο Θεός. Κάποιοι άνθρωποι λένε συχνά: «Έχω ήδη προσφέρει αυτό, έχω ήδη εγκαταλείψει το άλλο —γιατί ο Θεός ακόμα δεν είναι ικανοποιημένος μαζί μου; Γιατί συνεχίζει να με υποβάλει σε δοκιμασίες; Γιατί συνεχίζει να με δοκιμάζει;» Αυτό καταδεικνύει το εξής γεγονός: ο Θεός δεν έχει δει την καρδιά σου και δεν έχει κερδίσει την καρδιά σου. Με άλλα λόγια, δεν έχει δει μια τέτοια αληθινή καρδιά όπως είχε ο Αβραάμ όταν μπόρεσε να σηκώσει το μαχαίρι του για να σφάξει τον γιο του με τα ίδια τα χέρια του και να τον προσφέρει στον Θεό. Δεν έχει δει την άνευ όρων υποταγή σου σ’ Αυτόν και δεν Του έχεις προσφέρει παρηγοριά. Είναι φυσικό, λοιπόν, ο Θεός να συνεχίζει να σε δοκιμάζει. Δεν είναι αυτό άραγε αλήθεια;
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 34
Η υπόσχεση του Θεού στον Αβραάμ (Επιλεγμένα εδάφια)
Γέν. 22:16-18 Ώμοσα εις εμαυτόν, λέγει Ιεχωβά, ότι, επειδή έπραξας το πράγμα τούτο και δεν ελυπήθης τον υιόν σου, τον μονογενή σου, ότι ευλογών θέλω σε ευλογήσει, και πληθύνων θέλω πληθύνει το σπέρμα σου ως τα άστρα του ουρανού και ως την άμμον την παρά το χείλος της θαλάσσης· και το σπέρμα σου θέλει κυριεύσει τας πύλας των εχθρών αυτού· και εν τω σπέρματί σου θέλουσιν ευλογηθή πάντα τα έθνη της γής· διότι υπήκουσας εις την φωνήν μου.
Αυτή είναι μια πλήρης καταγραφή της ευλογίας του Θεού προς τον Αβραάμ. Αν και σύντομη, το περιεχόμενό της είναι πλούσιο: περιλαμβάνει τον λόγο και το υπόβαθρο για το δώρο του Θεού στον Αβραάμ, και τι έδωσε στον Αβραάμ. Είναι επίσης διαποτισμένη με τη χαρά και τον ενθουσιασμό, με τα οποία ο Θεός εξέφρασε αυτά τα λόγια, καθώς και από τον διακαή πόθο Του να κερδίσει όσους είναι σε θέση να ακούσουν τα λόγια Του. Μέσα της, βλέπουμε την αγάπη και τη στοργή του Θεού προς όσους υπακούν στα λόγια Του και υποτάσσονται στις εντολές Του. Επίσης, βλέπουμε το τίμημα που πληρώνει για να κερδίσει τους ανθρώπους, και τη φροντίδα και την προσπάθεια που καταβάλλει για να τους κερδίσει. Επιπλέον, το εδάφιο αυτό, που περιέχει τη φράση «Ώμοσα εις εμαυτόν», μας δίνει μια ισχυρή αίσθηση της πικρίας και του πόνου που φέρει ο Θεός, και μόνο ο Θεός, στο παρασκήνιο αυτού του έργου του σχεδίου διαχείρισής Του. Πρόκειται για ένα εδάφιο που προκαλεί σκέψη και το οποίο είχε ιδιαίτερη σημασία στις μετέπειτα γενιές και είχε πολύ μεγάλο αντίκτυπο σε αυτές.
Ο άνθρωπος κερδίζει τις ευλογίες του Θεού εξαιτίας της ειλικρίνειας και της υποταγής του
Ήταν μεγάλη η ευλογία που δόθηκε στον Αβραάμ από τον Θεό, για την οποία διαβάζουμε εδώ; Πόσο μεγάλη δηλαδή; Υπάρχει μια πρόταση κλειδί εδώ: «Και εν τω σπέρματί σου θέλουσιν ευλογηθή πάντα τα έθνη της γής». Αυτή η πρόταση δείχνει ότι ο Αβραάμ έλαβε ευλογίες που δεν είχαν δοθεί σε κάποιον άλλον πριν ή μετά. Όταν, όπως ζήτησε ο Θεός, ο Αβραάμ επέστρεψε τον μοναχογιό του —τον αγαπημένο του μοναχογιό— στον Θεό (εδώ δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη «πρόσφερε»· θα πρέπει να πούμε ότι επέστρεψε τον γιο του στον Θεό), όχι μόνο δεν επέτρεψε ο Θεός στον Αβραάμ να προσφέρει τον Ισαάκ, αλλά του έδωσε και την ευλογία Του. Με ποια υπόσχεση ευλόγησε τον Αβραάμ; Τον ευλόγησε με την υπόσχεση να πολλαπλασιαστούν οι απόγονοί του. Και σε ποιο βαθμό θα πολλαπλασιάζονταν; Οι Γραφές παρέχουν την ακόλουθη αναφορά: «ως τα άστρα του ουρανού και ως την άμμον την παρά το χείλος της θαλάσσης· και το σπέρμα σου θέλει κυριεύσει τας πύλας των εχθρών αυτού· και εν τω σπέρματί σου θέλουσιν ευλογηθή πάντα τα έθνη της γής». Ποιο ήταν το πλαίσιο στο οποίο ο Θεός εξέφρασε αυτά τα λόγια; Πώς δηλαδή έλαβε ο Αβραάμ τις ευλογίες του Θεού; Τις έλαβε ακριβώς όπως λέει ο Θεός στις Γραφές: «Διότι υπήκουσας εις την φωνήν μου». Τουτέστιν, επειδή ο Αβραάμ ακολούθησε την εντολή του Θεού, επειδή έκανε ό,τι του είχε πει, του είχε ζητήσει και τον είχε διατάξει ο Θεός, χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία, γι’ αυτό ο Θεός τού έδωσε αυτή την υπόσχεση. Υπάρχει μια κρίσιμη πρόταση σε αυτήν την υπόσχεση που αναφέρεται στις σκέψεις του Θεού εκείνη τη στιγμή. Την έχετε δει; Ίσως να μην έχετε δώσει μεγάλη προσοχή στα λόγια του Θεού: «Ώμοσα εις εμαυτόν». Αυτό που εννοούν είναι ότι, όταν ο Θεός εξέφρασε αυτά τα λόγια, έδωσε όρκο στον εαυτό Του. Τι ορκίζονται οι άνθρωποι όταν δίνουν όρκο; Ορκίζονται στα Ουράνια, δηλαδή, δίνουν όρκο στον Θεό και ορκίζονται στο όνομα του Θεού. Οι άνθρωποι μπορεί να μην κατανοούν πολύ το γεγονός του ότι ο Θεός έδωσε όρκο στον εαυτό Του, αλλά θα μπορέσετε να το καταλάβετε όταν σας δώσω τη σωστή ερμηνεία. Όντας αντιμέτωπος με έναν άνθρωπο, ο οποίος μπορούσε μόνο να ακούσει τα λόγια Του, αλλά δεν μπορούσε να κατανοήσει την καρδιά Του, ο Θεός αισθάνθηκε για άλλη μια φορά μόνος και σαστισμένος. Μέσα στην απελπισία —και, θα λέγαμε, υποσυνείδητα— ο Θεός έκανε κάτι πολύ φυσικό: ο Θεός έβαλε το χέρι Του στην καρδιά Του και απευθύνθηκε στον εαυτό Του όταν έδωσε αυτήν την υπόσχεση στον Αβραάμ και αυτός ο άνθρωπος άκουσε τον Θεό να λέει: «Ώμοσα εις εμαυτόν». Μέσα από τις πράξεις του Θεού, ίσως σκεφτείς τον εαυτό σου. Όταν βάζεις το χέρι στην καρδιά σου και απευθύνεσαι στον εαυτό σου, έχεις σαφή ιδέα για το τι λες; Είναι η στάση σου ειλικρινής; Μιλάς ειλικρινά, με την καρδιά σου; Έτσι, βλέπουμε εδώ ότι όταν ο Θεός μίλησε στον Αβραάμ, ήταν σοβαρός και ειλικρινής. Την ίδια στιγμή που μιλούσε και ευλογούσε τον Αβραάμ, ο Θεός μιλούσε επίσης στον εαυτό Του. Έλεγε στον εαυτό Του: θα ευλογήσω τον Αβραάμ και θα κάνω τους απογόνους του πολυάριθμους σαν τα αστέρια του ουρανού και θα είναι τόσο πολλοί σαν την άμμο στην ακτή, επειδή υπάκουσε τα λόγια Μου και είναι αυτός που επιλέγω. Όταν ο Θεός είπε «Ώμοσα εις εμαυτόν», ο Θεός αποφάσισε ότι από τον Αβραάμ θα έφτιαχνε τον εκλεκτό λαό του Ισραήλ, και κατόπιν θα καθοδηγούσε τους ανθρώπους αυτούς να προχωρήσουν το έργο Του. Τουτέστιν, θα έκανε ο Θεός τους απογόνους του Αβραάμ να φέρουν το έργο της διαχείρισης του Θεού, και το έργο του Θεού και όσα εξέφραζε ο Θεός θα ξεκινούσαν από τον Αβραάμ και θα συνέχιζαν με τους απογόνους του Αβραάμ, εκπληρώνοντας έτσι την επιθυμία του Θεού να σώσει τον άνθρωπο. Τι λέτε εσείς, δεν είναι αυτό ευλογημένο; Για τον άνθρωπο, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία από αυτή. Αυτό, μπορεί να πει κανείς, είναι το πιο ευλογημένο πράγμα. Η ευλογία που απέκτησε ο Αβραάμ δεν ήταν ο πολλαπλασιασμός των απογόνων του, αλλά η επίτευξη της διαχείρισης του Θεού, της αποστολής από τον Θεό και του έργου Του στους απογόνους του Αβραάμ. Αυτό σημαίνει ότι οι ευλογίες που κέρδισε ο Αβραάμ δεν ήταν προσωρινές, αλλά συνέχιζαν καθώς προχωρούσε το σχέδιο διαχείρισης του Θεού. Όταν ο Θεός μίλησε, όταν ο Θεός ορκίστηκε στον εαυτό Του, είχε ήδη πάρει μια απόφαση. Ήταν η διαδικασία αυτής της απόφασης αληθινή; Ήταν πραγματική; Ο Θεός αποφάσισε ότι από τότε και εφεξής, οι προσπάθειές Του, το τίμημα που πλήρωσε, αυτό που έχει και είναι Αυτός, τα πάντα Του, ακόμα και η ζωή Του, θα δίνονταν στον Αβραάμ και στους απογόνους του Αβραάμ. Ομοίως, ο Θεός αποφάσισε ότι, ξεκινώντας από αυτή την ομάδα ανθρώπων, θα φανέρωνε τα έργα Του και θα επέτρεπε στον άνθρωπο να δει τη σοφία, την εξουσία και τη δύναμή Του.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 35
Η υπόσχεση του Θεού στον Αβραάμ (Επιλεγμένα εδάφια)
Γέν. 22:16-18 Ώμοσα εις εμαυτόν, λέγει Ιεχωβά, ότι, επειδή έπραξας το πράγμα τούτο και δεν ελυπήθης τον υιόν σου, τον μονογενή σου, ότι ευλογών θέλω σε ευλογήσει, και πληθύνων θέλω πληθύνει το σπέρμα σου ως τα άστρα του ουρανού και ως την άμμον την παρά το χείλος της θαλάσσης· και το σπέρμα σου θέλει κυριεύσει τας πύλας των εχθρών αυτού· και εν τω σπέρματί σου θέλουσιν ευλογηθή πάντα τα έθνη της γής· διότι υπήκουσας εις την φωνήν μου.
Η αναλλοίωτη πρόθεση του Θεού είναι να κερδίσει όσους γνωρίζουν τον Θεό και μπορούν να γίνουν μάρτυρές Του
Την ίδια στιγμή που μιλούσε στον εαυτό Του, ο Θεός μιλούσε και στον Αβραάμ, αλλά πέρα από το να ακούει τις ευλογίες που του έδωσε ο Θεός, ήταν ο Αβραάμ ικανός να κατανοήσει την αληθινή πρόθεση του Θεού σε όλα τα λόγια Του εκείνη τη στιγμή; Όχι! Άρα, εκείνη την στιγμή, όταν ο Θεός ορκίστηκε στον εαυτό Του, η καρδιά Του ήταν ακόμα γεμάτη μοναξιά και θλίψη. Δεν υπήρχε ούτε ένα άτομο ικανό να καταλάβει ή να αντιληφθεί τι σκόπευε και τι σχεδίαζε να κάνει. Εκείνη τη στιγμή, κανένας —συμπεριλαμβανομένου του Αβραάμ— δεν ήταν σε θέση να μιλήσει σ’ Αυτόν εμπιστευτικά, πολύ λιγότερο δε, μπορούσε να συνεργαστεί μαζί Του για να επιτελέσει το έργο που Αυτός έπρεπε να επιτελέσει. Εκ πρώτης όψεως, ο Θεός είχε κερδίσει τον Αβραάμ, κάποιον που μπορούσε να υπακούσει στα λόγια Του. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ο συγκεκριμένος άνθρωπος γνώριζε ελάχιστα για τον Θεό. Παρόλο που ο Θεός είχε ευλογήσει τον Αβραάμ, η καρδιά του Θεού δεν είχε ικανοποιηθεί ακόμα. Τι σημαίνει ότι ο Θεός δεν ήταν ικανοποιημένος; Σημαίνει ότι η διαχείρισή Του είχε μόλις αρχίσει, σημαίνει ότι ο λαός που ήθελε να κερδίσει, ο λαός που λαχταρούσε να δει, ο λαός που αγαπούσε, ήταν ακόμα μακριά Του. Χρειαζόταν χρόνο, έπρεπε να περιμένει, έπρεπε να είναι υπομονετικός. Διότι εκείνη τη στιγμή, εκτός από τον ίδιο τον Θεό, δεν υπήρχε κανείς που να γνώριζε τι χρειαζόταν Αυτός ή τι ήθελε να κερδίσει ή τι λαχταρούσε. Οπότε, παράλληλα με τον ενθουσιασμό Του, ο Θεός ένιωθε και μεγάλο βάρος στην καρδιά Του. Ωστόσο, δεν σταμάτησε να προχωρεί και συνέχισε να σχεδιάζει το επόμενο στάδιο αυτού που έπρεπε να κάνει.
Τι διακρίνετε στην υπόσχεση του Θεού στον Αβραάμ; Ο Θεός έδωσε μεγάλες ευλογίες στον Αβραάμ απλώς και μόνο επειδή υπάκουε στα λόγια του Θεού. Παρόλο που, εκ πρώτης όψεως, αυτό φαίνεται φυσιολογικό και αυτονόητο, διακρίνουμε εκεί την καρδιά του Θεού: ο Θεός εκτιμά ιδιαίτερα την υποταγή του ανθρώπου σ’ Αυτόν και αγαπάει την κατανόηση που Του δείχνει ο άνθρωπος και την ειλικρίνεια απέναντί Του. Πόσο αγαπάει ο Θεός αυτή την ειλικρίνεια; Εσείς μπορεί να μην καταλαβαίνετε πόσο την αγαπάει και μπορεί να μην υπάρχει κανείς που να το συνειδητοποιεί. Ο Θεός έδωσε στον Αβραάμ έναν γιο και όταν ο γιος αυτός μεγάλωσε, ο Θεός ζήτησε από τον Αβραάμ να προσφέρει τον γιο του στον Θεό. Ο Αβραάμ ακολούθησε την εντολή του Θεού κατά γράμμα, υπάκουσε τον λόγο του Θεού και η ειλικρίνεια του συγκίνησε τον Θεό και εκτιμήθηκε πολύ από τον Θεό. Πόσο την εκτίμησε ο Θεός; Και γιατί την εκτίμησε; Σε μια εποχή που κανείς δεν αντιλαμβανόταν τα λόγια του Θεού ούτε κατανοούσε την καρδιά Του, ο Αβραάμ έκανε κάτι που συγκλόνισε τους ουρανούς και συντάραξε τη γη, και έκανε τον Θεό να αισθανθεί ένα αίσθημα ικανοποίησης άνευ προηγουμένου, και έδωσε στον Θεό τη χαρά ότι κερδίζει κάποιον που ήταν σε θέση να υποταχθεί στα λόγια Του. Αυτή η ικανοποίηση και η χαρά προήλθαν από ένα δημιούργημα που έπλασε ο Θεός με τα ίδια Του τα χέρια. Ήταν η πρώτη «θυσία» την οποία εκτίμησε περισσότερο ο Θεός από αυτές που είχε προσφέρει ο άνθρωπος σ’ Αυτόν από τότε που δημιουργήθηκε. Ο Θεός πέρασε δύσκολα περιμένοντας αυτή τη θυσία και την αντιμετώπισε ως το πρώτο σημαντικότερο δώρο από τον άνθρωπο, τον οποίο είχε δημιουργήσει. Έδειξε στον Θεό τον πρώτο καρπό των προσπαθειών Του και του τιμήματος που είχε πληρώσει και Του επέτρεψε να δει την ελπίδα στην ανθρωπότητα. Κατόπιν, ο Θεός λαχταρούσε ακόμα περισσότερο μια ομάδα τέτοιων ανθρώπων για να Του κρατήσουν συντροφιά, να Του φερθούν με ειλικρίνεια και να Τον νοιαστούν με ειλικρίνεια. Ο Θεός ήλπιζε ακόμη ότι ο Αβραάμ θα συνέχιζε να ζει, γιατί ήθελε να έχει μια καρδιά σαν του Αβραάμ να τον συντροφεύει και να είναι μαζί Του, καθώς συνέχιζε τη διαχείρισή Του. Ανεξαρτήτως του τι ήθελε ο Θεός, ήταν απλώς μια επιθυμία, μια ιδέα —γιατί ο Αβραάμ ήταν απλώς ένας άνθρωπος που μπορούσε να υποταχθεί σ’ Αυτόν και δεν είχε την παραμικρή κατανόηση ή γνώση για τον Θεό. Ο Αβραάμ ήταν κάποιος που δεν πληρούσε ούτε κατά διάνοια τις προδιαγραφές των απαιτήσεων του Θεού από τον άνθρωπο, που είναι οι εξής: να γνωρίζει τον Θεό, να είναι σε θέση να γίνει μάρτυρας του Θεού και να συμφωνεί με τον Θεό. Επομένως, ο Αβραάμ δεν μπορούσε να πορευτεί με τον Θεό. Μέσω της προσφοράς του Ισαάκ από τον Αβραάμ, ο Θεός είδε την ειλικρίνεια και την υποταγή του Αβραάμ και είδε ότι είχε αντέξει τη δοκιμασία του Θεού. Παρόλο που ο Θεός αποδέχτηκε την ειλικρίνεια και την υποταγή του, δεν ήταν ακόμα άξιος να γίνει έμπιστος του Θεού, να γίνει κάποιος που γνώριζε και κατανοούσε τον Θεό, και ήταν γνώστης της διάθεσης του Θεού. Απείχε πολύ από το να είναι σε σύμπνοια με τον Θεό και να ακολουθεί το θέλημά Του. Οπότε, στην καρδιά Του, ο Θεός συνέχιζε να νιώθει μοναξιά και ανυπομονησία. Όσο πιο πολλή μοναξιά και ανυπομονησία ένιωθε ο Θεός, τόσο περισσότερο έπρεπε να συνεχίσει τη διαχείρισή Του το συντομότερο δυνατόν και να είναι σε θέση να επιλέξει και να κερδίσει μια ομάδα ανθρώπων το συντομότερο δυνατό για να ολοκληρώσει το σχέδιο διαχείρισής Του και να εκπληρώσει το θέλημά Του. Αυτή ήταν η διακαής πρόθεση του Θεού και παρέμεινε αναλλοίωτη από την αρχή μέχρι σήμερα. Από τη στιγμή που δημιούργησε τον άνθρωπο στην αρχή, ο Θεός λαχταρούσε απελπισμένα μια ομάδα νικητών, μια ομάδα ανθρώπων που είναι σε θέση να αντιληφθούν, να γνωρίσουν και να κατανοήσουν τη διάθεσή Του και να πορευτούν μαζί Του. Αυτή η πρόθεση του Θεού έχει μείνει απαράλλακτη. Ανεξάρτητα από το πόσο καιρό πρέπει ακόμα να περιμένει Αυτός, ανεξάρτητα από το πόσο δύσκολος μπορεί να είναι ο δρόμος μπροστά, ανεξάρτητα από το πόσο μακριά μπορεί να είναι οι στόχοι τους οποίους λαχταρά, ο Θεός δεν έχει αλλάξει ούτε έχει εγκαταλείψει ποτέ τις προσδοκίες Του από τον άνθρωπο. Τώρα που τα έχω πει αυτά, συνειδητοποιείτε λίγο την πρόθεση του Θεού; Ίσως αυτό που έχετε συνειδητοποιήσει δεν είναι πολύ βαθύ —αλλά θα έρθει σταδιακά!
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 36
Ο Θεός πρέπει να καταστρέψει τα Σόδομα (Επιλεγμένα εδάφια)
Γέν. 18:26 Είπε δε Ιεχωβά, Εάν εύρω εν Σοδόμοις πεντήκοντα δικαίους εν τη πόλει, θέλω συγχωρήσει εις πάντα τον τόπον δι’ αυτούς.
Γέν. 18:29 Και προσέθεσεν έτι ο Αβραάμ να λαλήση προς αυτόν, και είπεν, Εάν ευρεθώσιν εκεί τεσσαράκοντα; Και είπε, Δεν θέλω απολέσει αυτήν.
Γέν. 18:30 Και είπεν ο Αβραάμ· εάν ευρεθώσιν εκεί τριάκοντα; Και είπε, Δεν θέλω απολέσει αυτήν.
Γέν. 18:31 Και είπεν ο Αβραάμ· εάν ευρεθώσιν εκεί είκοσι; και είπε, Δεν θέλω απολέσει αυτήν.
Γέν. 18:32 Και είπεν ο Αβραάμ· εάν ευρεθώσιν εκεί δέκα; και είπε, Δεν θέλω απολέσει αυτήν.
Ο Θεός ενδιαφέρεται μόνο για όσους είναι σε θέση να υπακούσουν τα λόγια Του και να ακολουθήσουν τις εντολές Του
Τα παραπάνω εδάφια περιέχουν πολλές λέξεις κλειδιά: τους αριθμούς. Κατ’ αρχάς, ο Ιεχωβά είπε ότι αν έβρισκε πενήντα δίκαιους ανθρώπους μέσα στην πόλη, τότε θα έδειχνε έλεος σε ολόκληρη την πόλη, τουτέστιν δεν θα κατέστρεφε την πόλη. Οπότε υπήρχαν, όντως, πενήντα δίκαιοι άνθρωποι στα Σόδομα; Όχι, δεν υπήρχαν! Κατόπιν, τι είπε ο Αβραάμ στον Θεό; Είπε: Εάν ευρεθώσιν εκεί τεσσαράκοντα; Και ο Θεός είπε: Δεν θα το κάνω. Έπειτα, ο Αβραάμ είπε: Εάν ευρεθώσιν εκεί τριάκοντα; Και ο Θεός είπε: Δεν θα το κάνω. Εάν ευρεθώσιν εκεί είκοσι; Δεν θα το κάνω. Δέκα; Δεν θα το κάνω. Υπήρχαν, όντως, δέκα δίκαιοι άνθρωποι μέσα στην πόλη; Δεν υπήρχαν δέκα —αλλά υπήρχε ένας. Και ποιος ήταν αυτός; Ήταν ο Λωτ. Την εποχή εκείνη, υπήρχε μόνο ένας δίκαιος άνθρωπος στα Σόδομα, αλλά μήπως ο Θεός ήταν πολύ αυστηρός ή απαιτητικός όταν κατέληξε σ’ αυτόν τον αριθμό; Όχι, δεν ήταν! Οπότε, όταν ο άνθρωπος συνέχιζε να ρωτάει: «Κι αν είναι σαράντα;» «Κι αν είναι τριάντα;» ώσπου να καταλήξει στο «Κι αν είναι δέκα;» Ο Θεός είπε: «Ακόμη και αν υπήρχαν μόνο δέκα, δεν θα κατέστρεφα την πόλη. Θα έδειχνα έλεος στην πόλη και θα συγχωρούσα κι όλους τους άλλους». Αν υπήρχαν μόνο δέκα, θα ήταν αρκετά θλιβερός αριθμός, αλλά αποδείχθηκε ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχαν ούτε καν τόσοι δίκαιοι άνθρωποι στα Σόδομα. Βλέπεις, λοιπόν, ότι στα μάτια του Θεού η αμαρτία και η κακία των κατοίκων της πόλης είχε λάβει τέτοια έκταση, ώστε ο Θεός δεν είχε άλλη επιλογή παρά να τους καταστρέψει. Τι εννοούσε ο Θεός όταν είπε ότι δεν θα κατέστρεφε την πόλη εάν υπήρχαν πενήντα δίκαιοι άνθρωποι; Αυτοί οι αριθμοί δεν ήταν σημαντικοί για τον Θεό. Αυτό που ήταν σημαντικό ήταν το αν η πόλη περιλάμβανε όσους δίκαιους ανθρώπους Αυτός ήθελε. Εάν η πόλη είχε μόνο έναν δίκαιο άνθρωπο, ο Θεός δεν θα τον άφηνε να πάθει κακό επειδή θα κατέστρεφε την πόλη. Αυτό σημαίνει ότι, ανεξάρτητα από το αν ο Θεός επρόκειτο να καταστρέψει την πόλη ή όχι, και ανεξάρτητα από το πόσοι δίκαιοι άνθρωποι βρίσκονταν εκεί, ο Θεός θεωρούσε αυτή την αμαρτωλή πόλη καταραμένη και απεχθή, και έπρεπε να καταστραφεί, να εξαφανιστεί από τα μάτια του Θεού, ενώ οι δίκαιοι θα έπρεπε να επιζήσουν. Ανεξάρτητα από την εποχή, ανεξάρτητα από το στάδιο της εξέλιξης της ανθρωπότητας, η στάση του Θεού παραμένει αναλλοίωτη: μισεί την κακία και φροντίζει όσους είναι δίκαιοι στα μάτια Του. Αυτή η σαφής στάση του Θεού είναι επίσης η αληθινή αποκάλυψη της ουσίας του Θεού. Επειδή δεν υπήρχε παρά μόνο ένας δίκαιος άνθρωπος μέσα στην πόλη, ο Θεός δεν δίσταζε πια. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ότι τα Σόδομα αναπόφευκτα θα καταστρέφονταν. Τι καταλαβαίνετε από τα παραπάνω; Εκείνη την εποχή, ο Θεός δεν θα κατέστρεφε μια πόλη αν υπήρχαν πενήντα δίκαιοι σ’ αυτή, ούτε αν υπήρχαν δέκα, πράγμα που σημαίνει ότι ο Θεός θα αποφάσιζε να συγχωρήσει και να είναι ανεκτικός απέναντι στην ανθρωπότητα ή θα επιτελούσε το έργο της καθοδήγησης, εξαιτίας των λίγων ανθρώπων που ήταν σε θέση να έχουν φόβο Θεού και να Τον λατρεύουν. Ο Θεός τρέφει μεγάλη εκτίμηση για τα δίκαια έργα του ανθρώπου, τρέφει μεγάλη εκτίμηση σε όσους είναι σε θέση να Τον λατρέψουν και τρέφει μεγάλη εκτίμηση σε όσους είναι σε θέση να κάνουν καλά έργα ενώπιόν Του.
Από τις απαρχές του χρόνου μέχρι σήμερα, έχετε διαβάσει ποτέ στη Βίβλο ότι ο Θεός επικοινώνησε την αλήθεια, ή μίλησε για την οδό του Θεού, σε οποιοδήποτε άνθρωπο; Όχι, ποτέ. Τα λόγια του Θεού προς τον άνθρωπο, τα οποία διαβάζουμε, έλεγαν στους ανθρώπους μόνο τι να κάνουν. Κάποιοι πήγαν και τα έκαναν, κάποιοι όχι. Κάποιοι πίστευαν, και κάποιοι όχι. Αυτό ήταν όλο. Συνεπώς, οι δίκαιοι εκείνης της εποχής —όσοι ήταν δίκαιοι στα μάτια του Θεού— ήταν απλώς όσοι μπορούσαν να ακούσουν τα λόγια του Θεού και να ακολουθήσουν τις εντολές του Θεού. Ήταν υπηρέτες που εφάρμοζαν τα λόγια του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Θα μπορούσαν οι άνθρωποι αυτοί να αποκαλεστούν ως αυτοί που γνωρίζουν τον Θεό; Θα μπορούσαν να αποκαλεστούν ως άνθρωποι που οδηγήθηκαν στην τελείωση από τον Θεό; Όχι, δεν θα μπορούσαν. Άρα, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους, στα μάτια του Θεού ήταν αυτοί οι δίκαιοι άνθρωποι άξιοι να αποκαλούνται έμπιστοι του Θεού; Θα μπορούσαν να αποκαλεστούν μάρτυρες του Θεού; Φυσικά και όχι! Σίγουρα δεν ήταν άξιοι να αποκαλούνται έμπιστοι και μάρτυρες του Θεού. Άρα, πώς τους αποκαλεί ο Θεός αυτούς τους ανθρώπους; Στην Παλαιά Διαθήκη της Βίβλου, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που ο Θεός τους αποκαλεί «οι υπηρέτες Μου». Τουτέστιν, εκείνη την εποχή, στα μάτια του Θεού αυτοί οι δίκαιοι άνθρωποι ήταν οι υπηρέτες του Θεού, ήταν οι άνθρωποι που Τον υπηρετούσαν στη γη. Και πώς σκέφτηκε ο Θεός αυτή την ονομασία; Γιατί τους αποκαλούσε έτσι; Έχει ο Θεός κανόνες στην καρδιά Του για τις ονομασίες με τις οποίες αποκαλεί τους ανθρώπους; Σίγουρα έχει. Ο Θεός έχει κανόνες, ανεξάρτητα από το αν αποκαλεί τους ανθρώπους δίκαιους, τέλειους, έντιμους ή υπηρέτες. Όταν αποκαλεί κάποιον υπηρέτη Του, πιστεύει ακλόνητα ότι αυτός ο άνθρωπος είναι σε θέση να δεχθεί τους αγγελιοφόρους Του, να ακολουθήσει τις εντολές Του και να εκπληρώσει αυτό που διέταξαν οι αγγελιοφόροι. Και τι εκπληρώνει αυτό το άτομο; Αυτό που ο Θεός διατάζει τον άνθρωπο να κάνει και να εκπληρώσει στη γη. Εκείνη την εποχή, θα μπορούσε αυτό που ο Θεός ζήτησε από τον άνθρωπο να κάνει και να εκπληρώσει στη γη να αποκαλεστεί οδός του Θεού; Όχι, δεν θα μπορούσε. Διότι εκείνον τον καιρό, ο Θεός ζήτησε μόνο από τον άνθρωπο να κάνει κάποια απλά πράγματα. Έδωσε μερικές απλές εντολές, λέγοντας στον άνθρωπο να κάνει μόνο το τάδε ή το δείνα, και τίποτα περισσότερο. Ο Θεός εργαζόταν σύμφωνα με το σχέδιό Του. Επειδή τότε δεν υπήρχαν ακόμα πολλές προϋποθέσεις, οι συνθήκες δεν είχαν ακόμα ωριμάσει και ήταν δύσκολο για την ανθρωπότητα να εκπληρώσει την οδό του Θεού, οπότε η οδός του Θεού δεν είχε αρχίσει να φανερώνεται από την καρδιά του Θεού. Ο Θεός έβλεπε τους δίκαιους ανθρώπους για τους οποίους μίλησε, τους οποίους βλέπουμε εδώ —είτε ήταν τριάντα είτε είκοσι— ως υπηρέτες Του. Όταν οι αγγελιοφόροι του Θεού εμφανίζονταν σ’ αυτούς τους υπηρέτες, θα μπορούσαν να τους δεχτούν, να ακολουθήσουν τις εντολές τους και να πράξουν σύμφωνα με τα λόγια τους. Αυτό ακριβώς έπρεπε να κάνουν και να επιτύχουν εκείνοι που ήταν υπηρέτες στα μάτια του Θεού. Ο Θεός επιλέγει με σύνεση τις ονομασίες Του για τους ανθρώπους. Δεν τους αποκαλούσε υπηρέτες Του επειδή ήταν όπως εσείς είστε τώρα —επειδή είχαν ακούσει πολλά κηρύγματα, ήξεραν τι έπρεπε να κάνει ο Θεός, κατανοούσαν μεγάλο μέρος των προθέσεων του Θεού και αντιλαμβάνονταν το σχέδιο διαχείρισής Του— αλλά επειδή η ανθρώπινη φύση τους ήταν έντιμη και ήταν σε θέση να συμμορφωθούν με τα λόγια του Θεού. Όταν τους διέταξε ο Θεός, ήταν σε θέση να βάλουν κατά μέρος αυτό που έκαναν και να εκπληρώσουν αυτό που είχε διατάξει ο Θεός. Για τον Θεό, λοιπόν, το άλλο επίπεδο σημασίας στον τίτλο του υπηρέτη είναι ότι συνεργάστηκαν με το έργο Του στη γη και, παρόλο που δεν ήταν οι αγγελιοφόροι του Θεού, ήταν αυτοί που εκτελούσαν και υλοποιούσαν τα λόγια του Θεού στη γη. Βλέπετε, λοιπόν, ότι αυτοί οι υπηρέτες ή δίκαιοι άνθρωποι είχαν ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του Θεού. Το έργο που ο Θεός επρόκειτο να ξεκινήσει στη γη δεν θα ήταν δυνατό χωρίς τους ανθρώπους που θα συνεργάζονταν μαζί Του και ο ρόλος που ανέλαβαν οι υπηρέτες του Θεού ήταν αναντικατάστατος από τους αγγελιοφόρους του Θεού. Κάθε εργασία που ο Θεός διέταζε να επιτελέσουν αυτοί οι υπηρέτες είχε μεγάλη σημασία γι’ Αυτόν, συνεπώς, δεν μπορούσε να τους χάσει. Χωρίς τη συνεργασία αυτών των υπηρετών με τον Θεό, το έργο Του ανάμεσα στους ανθρώπους θα είχε πέσει σε τέλμα, και ως εκ τούτου, το σχέδιο διαχείρισης του Θεού και οι ελπίδες του Θεού δεν θα είχαν εκπληρωθεί.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 37
Ο Θεός πρέπει να καταστρέψει τα Σόδομα (Επιλεγμένα εδάφια)
Γέν. 18:26 Είπε δε Ιεχωβά, Εάν εύρω εν Σοδόμοις πεντήκοντα δικαίους εν τη πόλει, θέλω συγχωρήσει εις πάντα τον τόπον δι’ αυτούς.
Γέν. 18:29 Και προσέθεσεν έτι ο Αβραάμ να λαλήση προς αυτόν, και είπεν, Εάν ευρεθώσιν εκεί τεσσαράκοντα; Και είπε, Δεν θέλω απολέσει αυτήν.
Γέν. 18:30 Και είπεν ο Αβραάμ· εάν ευρεθώσιν εκεί τριάκοντα; Και είπε, Δεν θέλω απολέσει αυτήν.
Γέν. 18:31 Και είπεν ο Αβραάμ· εάν ευρεθώσιν εκεί είκοσι; και είπε, Δεν θέλω απολέσει αυτήν.
Γέν. 18:32 Και είπεν ο Αβραάμ· εάν ευρεθώσιν εκεί δέκα; και είπε, Δεν θέλω απολέσει αυτήν.
Ο Θεός είναι πολύ ελεήμων προς εκείνους για τους οποίους νοιάζεται, και βαθιά οργισμένος εναντίον εκείνων τους οποίους αποστρέφεται και απορρίπτει
Στις διηγήσεις της Βίβλου, υπήρχαν δέκα υπηρέτες του Θεού στα Σόδομα; Όχι, δεν υπήρχαν! Άξιζε η πόλη το έλεος του Θεού; Μόνο ένα άτομο στην πόλη —ο Λωτ— δέχτηκε τους αγγελιοφόρους του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι υπήρχε μόνο ένας υπηρέτης του Θεού στην πόλη και έτσι ο Θεός δεν είχε άλλη επιλογή παρά να σώσει τον Λωτ και να καταστρέψει την πόλη των Σοδόμων. Οι συνομιλίες μεταξύ του Αβραάμ και του Θεού που μνημονεύονται παραπάνω μπορεί να φαίνονται απλές, αλλά απεικονίζουν κάτι πολύ βαθύ: Υπάρχουν αρχές στις πράξεις του Θεού, και προτού Αυτός πάρει μια απόφαση, θα αναλώσει πολύ χρόνο σε παρατήρηση και σκέψη. Σίγουρα δεν θα πάρει καμία απόφαση ούτε θα βιαστεί να βγάλει οποιαδήποτε συμπεράσματα πριν έρθει η κατάλληλη ώρα. Οι συνομιλίες μεταξύ του Αβραάμ και του Θεού μάς δείχνουν ότι η απόφαση του Θεού να καταστρέψει τα Σόδομα δεν περιείχε το παραμικρό σφάλμα, διότι ο Θεός γνώριζε ήδη ότι στην πόλη δεν υπήρχαν σαράντα δίκαιοι, ούτε τριάντα δίκαιοι ούτε είκοσι. Δεν υπήρχαν ούτε καν δέκα. Ο μόνος δίκαιος άνθρωπος στην πόλη ήταν ο Λωτ. Ο Θεός παρατηρούσε όλα όσα συνέβαιναν στα Σόδομα και τις συνθήκες που επικρατούσαν εκεί, και ήταν τόσο γνώριμα στον Θεό που τα ήξερε από την καλή και απ’ την ανάποδη. Έτσι, η απόφασή Του δεν θα μπορούσε να είναι εσφαλμένη. Αντιθέτως, σε σύγκριση με την παντοδυναμία του Θεού, ο άνθρωπος είναι τόσο απαθής, τόσο ανόητος και αδαής, τόσο κοντόφθαλμος. Αυτό βλέπουμε στις συνομιλίες μεταξύ του Αβραάμ και του Θεού. Ο Θεός έχει φανερώσει τη διάθεσή Του από την αρχή έως σήμερα. Εδώ, επίσης, θα πρέπει να δούμε και τη διάθεση του Θεού. Οι αριθμοί είναι απλοί —δεν καταδεικνύουν τίποτα, αλλά εδώ υπάρχει μια πολύ σημαντική έκφραση της διάθεσης του Θεού. Ο Θεός δεν θα κατέστρεφε την πόλη χάριν πενήντα δίκαιων ανθρώπων. Αυτό οφείλεται στο έλεος του Θεού; Οφείλεται στην αγάπη και την ανεκτικότητά Του; Έχετε δει αυτή την πλευρά της διάθεσης του Θεού; Ακόμα κι αν υπήρχαν μόνο δέκα δίκαιοι άνθρωποι, ο Θεός δεν θα είχε καταστρέψει την πόλη χάριν αυτών των δέκα δίκαιων ανθρώπων. Είναι αυτή ή όχι η ανοχή και η αγάπη του Θεού; Εξαιτίας του ελέους, της ανεκτικότητας και του ενδιαφέροντος του Θεού έναντι αυτών των δίκαιων ανθρώπων, δεν θα είχε καταστρέψει την πόλη. Αυτή είναι η ανεκτικότητα του Θεού. Και στο τέλος, ποιο είναι το αποτέλεσμα; Όταν ο Αβραάμ είπε: «Εάν ευρεθώσιν εκεί δέκα;» ο Θεός είπε: «Δεν θέλω απολέσει αυτήν». Κατόπιν αυτών, ο Αβραάμ δεν είπε τίποτε άλλο —γιατί μέσα στα Σόδομα δεν υπήρχαν οι δέκα δίκαιοι που ανέφερε και δεν είχε τίποτα άλλο να πει, και τότε κατάλαβε γιατί ο Θεός είχε αποφασίσει να καταστρέψει τα Σόδομα. Σ’ αυτή την περίπτωση, ποια διάθεση του Θεού βλέπετε; Τι απόφαση πήρε ο Θεός; Ο Θεός αποφάσισε ότι, αν σ’ αυτή την πόλη δεν υπήρχαν δέκα δίκαιοι, δεν θα επέτρεπε την ύπαρξή της και θα την κατέστρεφε αναπόφευκτα. Δεν είναι αυτή η οργή του Θεού; Αντιπροσωπεύει αυτή η οργή τη διάθεση του Θεού; Είναι αυτή η διάθεση η αποκάλυψη της άγιας ουσίας του Θεού; Είναι η αποκάλυψη της δίκαιης ουσίας του Θεού, την οποία ο άνθρωπος δεν πρέπει να υβρίζει; Αφού επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχαν δέκα δίκαιοι στα Σόδομα, ο Θεός ήταν βέβαιο ότι θα κατέστρεφε την πόλη και θα τιμωρούσε δριμύτατα τους ανθρώπους μέσα σε αυτήν την πόλη, επειδή αντιτάχθηκαν στον Θεό και επειδή ήταν τόσο ακάθαρτοι και διεφθαρμένοι.
Γιατί αναλύσαμε αυτά τα εδάφια κατ’ αυτόν τον τρόπο; Αυτό συμβαίνει επειδή αυτές οι λιγοστές απλές προτάσεις εκφράζουν πλήρως τη διάθεση του μεγάλου ελέους και της βαθιάς οργής του Θεού. Ταυτόχρονα, με το να εκτιμά τους δίκαιους και να τους δείχνει έλεος, ανεκτικότητα και ενδιαφέρον, στην καρδιά του Θεού υπήρχε μια βαθιά αποστροφή για όλους όσοι είχαν διαφθαρεί στα Σόδομα. Δεν ήταν αυτό μεγάλο έλεος και βαθιά οργή; Με ποιον τρόπο θα κατέστρεφε ο Θεός την πόλη; Δια του πυρός. Και γιατί την κατέστρεψε δια του πυρός; Όταν βλέπετε κάτι που καίγεται από φωτιά ή όταν πρόκειται να κάψετε κάτι, τι αισθάνεστε; Γιατί θέλετε να το κάψετε; Πιστεύετε ότι δεν το χρειάζεστε πλέον, ότι δεν θέλετε πλέον να το κοιτάτε; Θέλετε να το εγκαταλείψετε; Η χρήση του πυρός από τον Θεό σημαίνει εγκατάλειψη και μίσος και ότι δεν επιθυμούσε να βλέπει πλέον τα Σόδομα. Αυτό ήταν το συναίσθημα που έκανε τον Θεό να ισοπεδώσει τα Σόδομα δια του πυρός. Η χρήση του πυρός αντιπροσωπεύει τον μεγάλο θυμό του Θεού. Το έλεος και η ανεκτικότητα του Θεού όντως υπάρχουν, αλλά η αγιοσύνη και η δικαιοσύνη του Θεού, όταν εξαπολύει την οργή Του, δείχνουν επίσης στον άνθρωπο την πλευρά του Θεού που δεν ανέχεται καμία ύβρη. Όταν ο άνθρωπος είναι πλήρως ικανός να υπακούει τις εντολές του Θεού και ενεργεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Θεού, ο Θεός δείχνει μεγάλο έλεος προς τον άνθρωπο. Όταν ο άνθρωπος έχει γεμίσει με διαφθορά, μίσος και έχθρα γι’ Αυτόν, ο Θεός είναι βαθιά θυμωμένος. Και σε τι βαθμό είναι βαθιά θυμωμένος; Η οργή Του θα διαρκέσει έως ότου ο Θεός δεν βλέπει πλέον την αντίσταση και τις κακές πράξεις του ανθρώπου, έως ότου δεν είναι πια μπροστά στα μάτια Του. Τότε μόνο θα εξαφανιστεί η οργή του Θεού. Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από το ποιο είναι το άτομο, αν η καρδιά του έχει απομακρυνθεί από τον Θεό και έχει στραφεί μακριά από τον Θεό, ανεπιστρεπτί, τότε ανεξάρτητα από το πώς, κατά πώς φαίνεται ή όσον αφορά τις υποκειμενικές του επιθυμίες, επιθυμεί να λατρεύει και να ακολουθεί τον Θεό και να υποτάσσεται σ’ Αυτόν στο σώμα του ή στη σκέψη του, με το που στραφεί η καρδιά του μακριά από τον Θεό, η οργή του Θεού θα εξαπολυθεί ακατάπαυστα. Θα είναι τέτοια, ώστε όταν ο Θεός εξαπολύει την οργή Του σε μεγάλη έκταση, έχοντας δώσει στον άνθρωπο άφθονες ευκαιρίες, μόλις εξαπολυθεί, δεν θα υπάρξει τρόπος να την πάρει πίσω, και δεν θα είναι ποτέ πάλι ελεήμων και ανεκτικός με αυτούς τους ανθρώπους. Αυτή είναι η μία πλευρά της διάθεσης του Θεού που δεν ανέχεται καμία ύβρη. Εδώ, οι άνθρωποι θεωρούν φυσιολογικό ότι ο Θεός θα κατέστρεφε μια πόλη, διότι, στα μάτια του Θεού, μια πόλη βουτηγμένη στην αμαρτία δεν θα μπορούσε να υπάρχει και να συνεχίζει να υπάρχει, και ήταν λογικό να καταστραφεί από τον Θεό. Ωστόσο, σε όσα συνέβησαν πριν και μετά την καταστροφή των Σοδόμων, βλέπουμε ολόκληρη τη διάθεση του Θεού. Είναι ανεκτικός και ελεήμων έναντι όσων είναι ευγενικοί και όμορφοι και καλοί. Έναντι όσων είναι κακοί, αμαρτωλοί και μοχθηροί, είναι βαθύτατα οργισμένος, έτσι ώστε η οργή Του είναι ακατάπαυστη. Αυτές είναι οι δύο κυριότερες και πιο εμφανείς πτυχές της διάθεσης του Θεού και, επιπλέον, αυτές έχουν αποκαλυφθεί από τον Θεό από την αρχή έως το τέλος: άφθονο έλεος και βαθιά οργή. Οι περισσότεροι από εσάς έχετε βιώσει λίγο από το έλεος του Θεού, αλλά ελάχιστοι από εσάς έχουν εκτιμήσει την οργή του Θεού. Το έλεος και η στοργικότητα του Θεού διακρίνονται σε κάθε άτομο. Τουτέστιν, ο Θεός είναι πολύ ελεήμων απέναντι σε κάθε άτομο. Ωστόσο, πολύ σπάνια —ή, μπορεί να πει κανείς, ποτέ— υπήρξε ο Θεός πολύ θυμωμένος απέναντι σε οποιοδήποτε άτομο ή οποιοδήποτε τμήμα των ανθρώπων που είναι ανάμεσά σας. Χαλαρώστε! Αργά ή γρήγορα, κάθε άνθρωπος θα δει και θα βιώσει την οργή του Θεού, αλλά τώρα δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα. Για ποιον λόγο συμβαίνει αυτό; Διότι όταν ο Θεός είναι διαρκώς θυμωμένος απέναντι σε κάποιον, τουτέστιν, όταν εξαπολύει την βαθιά οργή του πάνω του, αυτό σημαίνει ότι από καιρό αποστρέφεται και έχει απορρίψει αυτό το άτομο, ότι μισεί την ύπαρξή του και ότι δεν μπορεί να αντέξει την ύπαρξή του. Μόλις ο θυμός Του πέσει πάνω του, θα εξαφανιστεί. Σήμερα, το έργο του Θεού δεν έχει φτάσει ακόμη στο σημείο αυτό. Κανένας από εσάς δεν θα είναι σε θέση να το αντέξει μόλις ο Θεός εξοργιστεί υπερβολικά. Βλέπετε, λοιπόν, ότι αυτή τη στιγμή, ο Θεός είναι μόνο πολύ ελεήμων απέναντι σε όλους σας, και δεν έχετε δει ακόμα τον μεγάλο θυμό Του. Αν κάποιοι άνθρωποι δεν έχουν πειστεί, μπορείτε να ζητήσετε να πέσει πάνω σας η οργή του Θεού, έτσι ώστε να βιώσετε αν ο θυμός του Θεού και η διάθεσή Του που δεν επιδέχεται ύβρης όντως υπάρχουν. Τολμάτε;
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 38
Ο λαός των έσχατων ημερών βλέπει μόνο την οργή του Θεού στα λόγια Του και δεν βιώνει πραγματικά την οργή του Θεού
Από τη στιγμή της δημιουργίας μέχρι σήμερα, καμία ομάδα δεν έχει απολαύσει τόσο τη χάρη, το έλεος ή τη στοργικότητα του Θεού, όσο αυτή η έσχατη ομάδα. Αν και στο έσχατο στάδιο, ο Θεός έχει επιτελέσει το έργο της κρίσης και του παιδέματος και έχει επιτελέσει το έργο Του με μεγαλοπρέπεια και οργή, τον περισσότερο χρόνο ο Θεός χρησιμοποιεί μόνο λόγια για να επιτύχει το έργο Του. Χρησιμοποιεί λόγια για να διδάξει, να ποτίσει, να παράσχει και να θρέψει. Η οργή του Θεού, εντωμεταξύ, ήταν ανέκαθεν αθέατη και εκτός από την εμπειρία της γεμάτης οργή διάθεσης του Θεού στα λόγια Του, πολύ λίγοι άνθρωποι έχουν βιώσει προσωπικά τον θυμό Του. Με άλλα λόγια, κατά τη διάρκεια του έργου της κρίσης και του παιδέματος του Θεού, παρόλο που η οργή που αποκαλύφθηκε στα λόγια του Θεού επιτρέπει στους ανθρώπους να βιώσουν την μεγαλοπρέπεια του Θεού και την έλλειψη ανεκτικότητάς Του όσον αφορά την ύβρη απέναντί Του, αυτή η οργή δεν πάει πιο πέρα από τον λόγο Του. Τουτέστιν, ο Θεός χρησιμοποιεί λόγια για να επιπλήξει τον άνθρωπο, να εκθέσει τον άνθρωπο, να κρίνει τον άνθρωπο, να παιδέψει τον άνθρωπο και μάλιστα να καταδικάσει τον άνθρωπο —αλλά ο Θεός δεν έχει ακόμη θυμώσει βαθιά με τον άνθρωπο και δεν έχει καν εξαπολύσει την οργή Του πάνω στον άνθρωπο πέρα από τα λόγια Του. Έτσι, το έλεος και η στοργικότητα του Θεού που βίωσε ο άνθρωπος σ’ αυτή την εποχή αποκαλύπτει την αληθινή διάθεση του Θεού, ενώ η οργή του Θεού που βίωσε ο άνθρωπος είναι απλώς η συνέπεια του τόνου και της αίσθησης των ομιλιών Του. Πολλοί άνθρωποι θεωρούν εσφαλμένα αυτό το αποτέλεσμα ως την αληθινή εμπειρία και την αληθινή γνώση της οργής του Θεού. Κατά συνέπεια, οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι έχουν δει το έλεος και τη στοργικότητα του Θεού στα λόγια Του, ότι έχουν επίσης δει την έλλειψη ανεκτικότητας του Θεού ως προς την ύβρη του ανθρώπου και οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εκτιμήσει το έλεος και την ανεκτικότητα του Θεού προς τον άνθρωπο. Όμως, ανεξάρτητα από το πόσο κακή είναι η συμπεριφορά του ανθρώπου, ή πόσο διεφθαρμένη είναι η διάθεσή του, ο Θεός ανέκαθεν τις υπέμενε. Με το να υπομένει, ο στόχος Του είναι να περιμένει ότι τα λόγια που έχει εκφράσει, οι προσπάθειες που έχει καταβάλει και το τίμημα που έχει πληρώσει θα επιτύχουν ένα αποτέλεσμα σε όσους επιθυμεί να κερδίσει. Η αναμονή ενός τέτοιου αποτελέσματος θέλει χρόνο και απαιτεί τη δημιουργία διαφορετικών περιβαλλόντων για τον άνθρωπο, κατά τον ίδιο τρόπο που οι άνθρωποι δεν ενηλικιώνονται μόλις γεννηθούν. Χρειάζονται δεκαοκτώ ή δεκαεννέα χρόνια, και μερικοί άνθρωποι χρειάζονται ακόμη και είκοσι ή τριάντα χρόνια πριν ωριμάσουν και γίνουν πραγματικοί ενήλικες. Ο Θεός περιμένει την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, περιμένει τον ερχομό αυτής της ώρας και περιμένει την έλευση αυτού του αποτελέσματος. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου που περιμένει, ο Θεός είναι πολύ ελεήμων. Κατά τη διάρκεια της περιόδου του έργου του Θεού, όμως, ένας εξαιρετικά μικρός αριθμός ανθρώπων πατάσσονται και ορισμένοι τιμωρούνται λόγω της σοβαρής αντίστασής τους προς τον Θεό. Τέτοια παραδείγματα αποδεικνύουν ακόμα περισσότερο τη διάθεση του Θεού που δεν ανέχεται την ύβρη του ανθρώπου και επιβεβαιώνει πλήρως την πραγματική ύπαρξη της ανεκτικότητας και της αντοχής του Θεού προς τους εκλεκτούς. Φυσικά, σε αυτά τα τυπικά παραδείγματα, η αποκάλυψη μέρους της διάθεσης του Θεού σε αυτούς τους ανθρώπους δεν επηρεάζει το συνολικό σχέδιο διαχείρισης του Θεού. Στην πραγματικότητα, σε αυτό το έσχατο στάδιο του έργου του Θεού, ο Θεός έχει υπομείνει καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που περιμένει, και έχει δώσει την αντοχή Του και τη ζωή Του για τη σωτηρία όσων Τον ακολουθούν. Το βλέπετε αυτό; Ο Θεός δεν διαταράσσει το σχέδιό Του άνευ λόγου. Μπορεί να εξαπολύσει την οργή Του, αλλά μπορεί και να είναι ελεήμων. Αυτή είναι η αποκάλυψη των δύο κύριων πτυχών της διάθεσης του Θεού. Είναι ή δεν είναι αυτό σαφέστατο; Με άλλα λόγια, όταν πρόκειται για τον Θεό, σωστό και λάθος, δίκαιο και άδικο, θετικό και αρνητικό —όλα αυτά σαφώς φανερώνονται στον άνθρωπο. Αυτό που θα κάνει, αυτό που Του αρέσει, αυτό που μισεί —όλα αυτά αντικατοπτρίζονται άμεσα στη διάθεσή Του. Αυτά τα πράγματα μπορούν επίσης να φανούν σαφέστατα στο έργο του Θεού και δεν είναι αόριστα ή γενικά. Αντιθέτως, επιτρέπουν σε όλους τους ανθρώπους να δουν τη διάθεση του Θεού και τι έχει και τι είναι Αυτός με έναν ιδιαίτερα συγκεκριμένο, αληθινό και πρακτικό τρόπο. Αυτός είναι ο ίδιος ο αληθινός Θεός.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 39
Η διάθεση του Θεού δεν ήταν ποτέ κρυφή στον άνθρωπο — Η καρδιά του ανθρώπου έχει απομακρυνθεί από τον Θεό
Από τη στιγμή της δημιουργίας, η διάθεση του Θεού ήταν σύμφωνη με το έργο Του. Ποτέ δεν έχει κρυφτεί από τον άνθρωπο, αλλά έχει γνωστοποιηθεί πλήρως και έχει καταστεί σαφής προς τον άνθρωπο. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, η καρδιά του ανθρώπου απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τον Θεό, και καθώς η διαφθορά του ανθρώπου έχει φτάσει σε μεγαλύτερο βάθος, ο άνθρωπος και ο Θεός αποξενώνονται ολοένα και περισσότερο. Αργά αλλά σταθερά, ο άνθρωπος έχει εξαφανιστεί από τα μάτια του Θεού. Ο άνθρωπος δεν μπορεί πια να «δει» τον Θεό, οπότε δεν λαμβάνει καμία «είδηση» του Θεού. Επομένως, δεν γνωρίζει αν υπάρχει ο Θεός και, μάλιστα, φτάνει μέχρι το σημείο και να αρνηθεί εντελώς την ύπαρξη του Θεού. Κατά συνέπεια, η αδυναμία κατανόησης του ανθρώπου για τη διάθεση του Θεού και αυτό που έχει και είναι δεν οφείλεται στο ότι ο Θεός κρύβεται από τον άνθρωπο, αλλά στο ότι η καρδιά του έχει απομακρυνθεί από τον Θεό. Παρόλο που ο άνθρωπος πιστεύει στον Θεό, η καρδιά του ανθρώπου δεν περιέχει τον Θεό και δεν γνωρίζει πώς να αγαπάει τον Θεό ούτε θέλει να αγαπάει τον Θεό, γιατί η καρδιά του δεν πλησιάζει ποτέ κοντά στον Θεό και πάντα αποφεύγει τον Θεό. Ως εκ τούτου, η καρδιά του ανθρώπου είναι μακριά από τον Θεό. Άρα πού είναι η καρδιά του; Στην πραγματικότητα, η καρδιά του ανθρώπου δεν έχει πάει πουθενά: αντί να τη δώσει στον Θεό ή να την αποκαλύψει στον Θεό για να τη δει, την κράτησε για τον εαυτό του. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι προσεύχονται συχνά στον Θεό και λένε: «Θεέ μου, κοίταξε την καρδιά μου —Εσύ ξέρεις όλα όσα σκέφτομαι», και κάποιοι ορκίζονται μάλιστα ότι θα αφήσουν τον Θεό να τους κοιτάξει, και να τιμωρηθούν αν αθετήσουν τον όρκο τους. Παρόλο που ο άνθρωπος επιτρέπει στον Θεό να κοιτάζει μέσα στην καρδιά του, αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι ικανός να υποταχθεί στις ενορχηστρώσεις και τις ρυθμίσεις του Θεού, ούτε ότι έχει αφήσει τη μοίρα και τις προοπτικές του και όσα τον αφορούν υπό τον έλεγχο του Θεού. Έτσι, ανεξάρτητα από τους όρκους που κάνεις στον Θεό ή το τι δηλώνεις σ’ Αυτόν, στα μάτια του Θεού η καρδιά σου είναι ακόμα κλειστή σ’ Αυτόν, διότι επιτρέπεις στον Θεό να κοιτάζει μέσα στην καρδιά σου, αλλά δεν Του επιτρέπεις να την ελέγχει. Με άλλα λόγια, δεν έχεις δώσει επ’ ουδενί την καρδιά σου στον Θεό και λες μόνο ωραία λόγια για να τα ακούσει ο Θεός· κρύβεις, εντωμεταξύ, τις διάφορες δόλιες προθέσεις σου από τον Θεό, μαζί με τις πλεκτάνες σου, τις συνωμοσίες και τα σχέδιά σου, ενώ κρατάς σφικτά τις προοπτικές και τη μοίρα σου στα χέρια σου, τρέμοντας μήπως σου τις πάρει ο Θεός. Επομένως, ο Θεός δεν βλέπει ποτέ την ειλικρίνεια του ανθρώπου απέναντί Του. Παρόλο που ο Θεός παρατηρεί τα βάθη της καρδιάς του ανθρώπου και μπορεί να δει τι σκέφτεται και θέλει να κάνει ο άνθρωπος στην καρδιά του και μπορεί να δει τι κρατάει μέσα στην καρδιά του, η καρδιά του ανθρώπου δεν ανήκει στον Θεό και δεν έχει παραχωρήσει τον έλεγχό της στον Θεό. Τουτέστιν, ο Θεός έχει το δικαίωμα να παρατηρεί, αλλά δεν έχει το δικαίωμα να ελέγχει. Στην υποκειμενική συνείδηση του ανθρώπου, ο άνθρωπος δεν θέλει ή δεν προτίθεται να αφήσει τον Θεό να τον ενορχηστρώσει. Ο άνθρωπος δεν έχει μόνο απομονωθεί από τον Θεό, αλλά υπάρχουν ακόμη και άνθρωποι που σκέφτονται τρόπους να κλείσουν τις καρδιές τους, χρησιμοποιώντας ωραία λόγια και κολακεία για να δημιουργήσουν μια ψευδή εντύπωση και να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του Θεού και να αποκρύψουν το αληθινό τους πρόσωπο από το βλέμμα του Θεού. Ο στόχος τους είναι να μην επιτρέψουν στον Θεό να δει, να μην επιτρέψουν στον Θεό να αντιληφθεί πώς είναι στην πραγματικότητα. Δεν θέλουν να δώσουν την καρδιά τους στον Θεό, αλλά να την κρατήσουν για τον εαυτό τους. Το κρυφό νόημα είναι ότι όσα κάνει ο άνθρωπος και όσα θέλει, τα σχεδιάζει, τα υπολογίζει και τα αποφασίζει ο ίδιος. Δεν ζητά τη συμμετοχή ή την παρέμβαση του Θεού, πολύ λιγότερο δε, χρειάζεται τις ενορχηστρώσεις και τις ρυθμίσεις του Θεού. Έτσι, είτε σε σχέση με τις εντολές του Θεού, την αποστολή από τον Θεό είτε τις απαιτήσεις που ο Θεός θέτει στον άνθρωπο, οι αποφάσεις του ανθρώπου βασίζονται στις δικές του προθέσεις και συμφέροντα, στη δική του κατάσταση και περιστάσεις εκείνη τη στιγμή. Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί πάντα τις γνώσεις και τις ιδέες που του είναι οικείες, και τη δική του διάνοια για να κρίνει και να επιλέξει το μονοπάτι που θα πρέπει να πάρει και δεν επιτρέπει την παρέμβαση ή τον έλεγχο του Θεού. Αυτή είναι η καρδιά του ανθρώπου, την οποία βλέπει ο Θεός.
Από την αρχή μέχρι σήμερα, μόνο ο άνθρωπος ήταν σε θέση να συνομιλεί με τον Θεό. Τουτέστιν, μεταξύ όλων των έμβιων όντων και πλασμάτων του Θεού, μόνο ο άνθρωπος είναι σε θέση να συνομιλεί με τον Θεό. Ο άνθρωπος διαθέτει αυτιά που του επιτρέπουν να ακούει, και μάτια που του επιτρέπουν να βλέπει. Διαθέτει ομιλία, και τις δικές του ιδέες, και ελεύθερη βούληση. Κατέχει όλα όσα απαιτούνται για να ακούει τον Θεό να μιλάει, και να κατανοεί τις προθέσεις του Θεού, και να αποδέχεται την ανάθεση από τον Θεό, οπότε ο Θεός μεταβιβάζει όλες τις επιθυμίες Του στον άνθρωπο, θέλοντας να κάνει τον άνθρωπο σύντροφο, ο οποίος να είναι σε σύμπνοια μαζί Του και να μπορεί να πορευτεί μαζί Του. Από τότε που ξεκίνησε τη διαχείρισή Του, ο Θεός περίμενε τον άνθρωπο να Του χαρίσει την καρδιά του, να επιτρέψει στον Θεό να την εξαγνίσει και να την εξοπλίσει, να τον κάνει ευάρεστο και αγαπητό στον Θεό, να τον κάνει να έχει φόβο Θεού και να αποφεύγει το κακό. Ο Θεός πάντα ανυπομονούσε για αυτό το αποτέλεσμα και το προσδοκούσε.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 40
Η αξιολόγηση του Ιώβ από τον Θεό και στη Βίβλο
Ιώβ 1:1 Άνθρωπος τις ήτο εν τη γη της Αυσίτιδος ονομαζόμενος Ιώβ· και ο άνθρωπος ούτος ήτο άμεμπτος και ευθύς και φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού.
Ιώβ 1:5 Και ότε ετελείονον αι ημέραι του συμποσίου, έστελλεν ο Ιώβ και ηγίαζεν αυτούς, και εξεγειρόμενος πρωΐ προσέφερεν ολοκαυτώματα κατά τον αριθμόν πάντων αυτών· διότι έλεγεν ο Ιώβ, Μήπως οι υιοί μου ημάρτησαν και εβλασφήμησαν τον Θεόν εν τη καρδία αυτών. Ούτως έκαμνεν ο Ιώβ, πάντοτε.
Ιώβ 1:8 Και είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σατανάν, Έβαλες τον νούν σου επί τον δούλον μου Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού;
Ποιο βασικό σημείο βλέπετε σε αυτά τα εδάφια; Και τα τρία αυτά σύντομα εδάφια της Αγίας Γραφής σχετίζονται με τον Ιώβ. Αν και είναι σύντομα, δηλώνουν σαφώς τι είδους άτομο ήταν. Μέσω της περιγραφής της καθημερινής συμπεριφοράς του Ιώβ και της διαγωγής του, λένε σε όλους ότι, αντί να είναι ανεδαφική, η εκτίμηση του Θεού για τον Ιώβ ήταν βάσιμη. Μας λένε ότι, είτε επρόκειτο για την εκτίμηση του ανθρώπου για τον Ιώβ (Ιώβ 1:1), είτε για την εκτίμηση του Θεού γι’ αυτόν (Ιώβ 1:8), είναι αμφότερα το αποτέλεσμα των πράξεων του Ιώβ ενώπιον Θεού και ανθρώπου (Ιώβ 1:5).
Κατ’ αρχάς, ας διαβάσουμε το πρώτο εδάφιο: «Άνθρωπος τις ήτο εν τη γη της Αυσίτιδος ονομαζόμενος Ιώβ· και ο άνθρωπος ούτος ήτο άμεμπτος και ευθύς και φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού». Αυτή είναι η πρώτη εκτίμηση του Ιώβ στη Βίβλο, και αυτή η πρόταση είναι η εκτίμηση του συγγραφέα για τον Ιώβ. Φυσικά, αντιπροσωπεύει και την εκτίμηση του ανθρώπου για τον Ιώβ, δηλαδή «ο άνθρωπος ούτος ήτο άμεμπτος και ευθύς και φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού». Στη συνέχεια, ας διαβάσουμε την εκτίμηση του Θεού για τον Ιώβ: «Δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού». Από τις δύο, η μία προήλθε από τον άνθρωπο και η άλλη προήλθε από τον Θεό. Πρόκειται για δύο εκτιμήσεις με το ίδιο περιεχόμενο. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η συμπεριφορά και η διαγωγή του Ιώβ ήταν γνωστές στον άνθρωπο, αλλά τύγχαναν και του επαίνου του Θεού. Με άλλα λόγια, η διαγωγή του Ιώβ ενώπιον του ανθρώπου και η διαγωγή του ενώπιον του Θεού ήταν ίδιες. Έθεσε τη συμπεριφορά και τα κίνητρά του ενώπιον του Θεού ανά πάσα στιγμή, έτσι ώστε να μπορεί ο Θεός να τα παρατηρεί, και σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό. Έτσι, στα μάτια του Θεού, από τους ανθρώπους της γης μόνο ο Ιώβ ήταν άμεμπτος και ευθύς, σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό.
Συγκεκριμένες εκδηλώσεις του σεβασμού του Ιώβ για τον Θεό και της αποφυγής του κακού στην καθημερινή του ζωή
Στη συνέχεια, ας δούμε κάποιες συγκεκριμένες εκδηλώσεις του σεβασμού του Ιώβ για τον Θεό και της αποφυγής του κακού. Εκτός από τα προηγούμενα και τα επόμενα εδάφια, ας διαβάσουμε επίσης το εδάφιο Ιώβ 1:5, που είναι μία από τις συγκεκριμένες εκδηλώσεις του σεβασμού του Ιώβ για τον Θεό και της αποφυγής του κακού. Σχετίζεται με το πώς σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό στην καθημερινή του ζωή. Όπως φαίνεται σαφέστατα, όχι μόνο έκανε ό,τι όφειλε χάριν του σεβασμού του για τον Θεό και την αποφυγή του κακού, αλλά τακτικά θυσίαζε ολοκαυτώματα ενώπιον του Θεού για λογαριασμό των γιων του. Φοβόταν ότι συχνά «ημάρτησαν και εβλασφήμησαν τον Θεόν εν τη καρδία αυτών» ενώ γλεντούσαν. Πώς εκδηλώθηκε αυτός ο σεβασμός στον Ιώβ; Το πρωτότυπο κείμενο αναφέρει τα εξής: «Και ότε ετελείονον αι ημέραι του συμποσίου, έστελλεν ο Ιώβ και ηγίαζεν αυτούς, και εξεγειρόμενος πρωΐ προσέφερεν ολοκαυτώματα κατά τον αριθμόν πάντων αυτών». Η συμπεριφορά του Ιώβ μάς δείχνει ότι, αντί να εκδηλώνεται στην εξωτερική του συμπεριφορά, ο σεβασμός του για τον Θεό προερχόταν από την καρδιά του, και ότι ο σεβασμός του για τον Θεό μπορούσε να φανεί σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής του, ανά πάσα στιγμή, διότι όχι μόνο απέφευγε ο ίδιος το κακό, αλλά συχνά θυσίαζε ολοκαυτώματα για λογαριασμό των γιων του. Με άλλα λόγια, ο Ιώβ όχι μόνο έτρεμε μήπως αμαρτήσει κατά του Θεού και απαρνηθεί τον Θεό στην καρδιά του, αλλά ανησυχούσε μήπως και οι γιοι του αμαρτήσουν κατά του Θεού και Τον απαρνηθούν στην καρδιά τους. Αυτό δείχνει ότι η αλήθεια του σεβασμού του Ιώβ για τον Θεό άντεξε τον εξονυχιστικό έλεγχο, και είναι πέραν αμφιβολίας οποιουδήποτε ανθρώπου. Τα έκανε αυτά περιστασιακά ή συχνά; Η τελευταία πρόταση του κειμένου είναι «Ούτως έκαμνεν ο Ιώβ, πάντοτε». Το νόημα αυτών των φράσεων είναι ότι ο Ιώβ δεν πήγαινε να ελέγξει τι έκαναν οι γιοί του περιστασιακά ή όποτε ήθελε, ούτε εξομολογούταν στον Θεό μέσω της προσευχής. Αντ’ αυτού, έστελνε τακτικά τους γιους του να αγιαστούν και θυσίαζε ολοκαυτώματα γι’ αυτούς. Η λέξη «πάντοτε» εδώ δεν σημαίνει ότι το έκανε για μία ή δύο μέρες ή άπαξ. Σημαίνει ότι η εκδήλωση του σεβασμού του Ιώβ για τον Θεό δεν ήταν προσωρινή και δεν σταματούσε στη θεωρία ή στα προφορικά λόγια. Αντιθέτως, η οδός του σεβασμού προς τον Θεό και της αποφυγής του κακού καθοδηγούσε την καρδιά του, υπαγόρευε τη συμπεριφορά του και ήταν μέσα στην καρδιά του η ρίζα της ύπαρξής του. Το ότι τα έκανε αυτά πάντοτε δείχνει ότι, στην καρδιά του, συχνά φοβόταν μήπως ο ίδιος είχε αμαρτήσει κατά του Θεού και φοβόταν μήπως οι γιοι και οι κόρες του αμαρτήσουν κατά του Θεού. Αντιπροσωπεύει μάλιστα πόση βαρύτητα είχε ο σεβασμός για τον Θεό και η αποφυγή του κακού μέσα στην καρδιά του. Συνεπώς, τα έκανε αυτά πάντοτε, επειδή στην καρδιά του φοβόταν και έτρεμε —φοβόταν ότι είχε διαπράξει κακό και ότι είχε αμαρτήσει κατά του Θεού και ότι είχε παρεκκλίνει από την οδό του Θεού και έτσι δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τον Θεό. Ταυτόχρονα, ανησυχούσε επίσης για τους γιους και τις κόρες του, φοβούμενος ότι είχαν υβρίσει τον Θεό. Αυτή ήταν η κανονική διαγωγή του Ιώβ στην καθημερινή του ζωή. Είναι ακριβώς αυτή η κανονική διαγωγή που αποδεικνύει ότι ο σεβασμός του Ιώβ για τον Θεό και την αποφυγή του κακού δεν είναι λόγια του αέρα, ότι ο Ιώβ πραγματικά βίωνε αυτήν την πραγματικότητα. «Ούτως έκαμνεν ο Ιώβ, πάντοτε»: αυτά τα λόγια μάς μιλούν για τα καθημερινά έργα του Ιώβ ενώπιον του Θεού. Όταν συμπεριφερόταν πάντοτε κατ’ αυτόν τον τρόπο, άγγιζε η συμπεριφορά του και η καρδιά του τον Θεό; Με άλλα λόγια, ένιωθε ο Θεός συχνά ευχαρίστηση από την καρδιά και τη συμπεριφορά του; Τότε, σε ποια κατάσταση και σε ποιο πλαίσιο τα έκανε αυτά ο Ιώβ πάντοτε; Μερικοί άνθρωποι λένε: «Ενεργούσε έτσι επειδή ο Θεός εμφανιζόταν συχνά στον Ιώβ». Κάποιοι λένε: «Τα έκανε αυτά συνεχώς γιατί είχε τη θέληση να αποφεύγει το κακό». Και κάποιοι λένε: «Ίσως σκέφτηκε ότι τα πλούτη του δεν είχαν έρθει εύκολα και γνώριζε ότι του είχαν δοθεί από τον Θεό και γι’ αυτό έτρεμε μήπως χάσει την περιουσία του αν διέπραττε αμαρτία κατά του Θεού ή ύβριζε τον Θεό». Ανταποκρίνονται αυτοί οι ισχυρισμοί στην αλήθεια; Σαφώς και όχι. Διότι, στα μάτια του Θεού, αυτό που ο Θεός αποδεχόταν και εκτιμούσε περισσότερο στον Ιώβ δεν ήταν απλώς ότι συμπεριφερόταν έτσι πάντοτε. Πολύ περισσότερο, ήταν η διαγωγή του ενώπιον του Θεού, του ανθρώπου και του Σατανά όταν παραδόθηκε στον Σατανά και υποβλήθηκε στον πειρασμό.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 41
Ο Σατανάς βάζει σε πειρασμό τον Ιώβ για πρώτη φορά (τα ζώα του γίνονται λεία ληστών και συμφορά πλήττει τα παιδιά του) (Επιλεγμένα εδάφια)
α. Τα λόγια που εκφράζει ο Θεός
Ιώβ 1:8 Και είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σατανάν, Έβαλες τον νούν σου επί τον δούλον μου Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού;
Ιώβ 1:12 Και είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σατανάν, Ιδού, εις την χείρα σου πάντα όσα έχει· μόνον επ’ αυτόν μη επιβάλης την χείρα σου. Και εξήλθεν ο Σατανάς απ’ έμπροσθεν του Ιεχωβά.
β. Η απάντηση του Σατανά
Ιώβ 1:9-11 Και απεκρίθη ο Σατανάς προς τον Ιεχωβά και είπε, Μήπως δωρεάν φοβείται ο Ιώβ τον Θεόν; Δεν περιέφραξας κυκλόθεν αυτόν και την οικίαν αυτού και πάντα όσα έχει; τα έργα των χειρών αυτού ευλόγησας, και τα κτήνη αυτού επληθύνθησαν επί της γής· πλην τώρα έκτεινον την χείρα σου και έγγισον πάντα όσα έχει, διά να ίδης εάν δεν σε βλασφημήση κατά πρόσωπον.
Ο Θεός επιτρέπει στον Σατανά να βάλει σε πειρασμό τον Ιώβ, έτσι ώστε να οδηγηθεί η πίστη του Ιώβ στην τελείωση
Το Ιώβ 1:8 είναι η πρώτη καταγραφή που βλέπουμε στη Βίβλο μιας συνομιλίας μεταξύ του Ιεχωβά Θεού και του Σατανά. Τι είπε λοιπόν ο Θεός; Το πρωτότυπο κείμενο αναφέρει τα εξής: «Και είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σατανάν, Έβαλες τον νούν σου επί τον δούλον μου Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού;» Αυτή ήταν η εκτίμηση του Θεού για τον Ιώβ ενώπιον του Σατανά. Ο Θεός είπε ότι ήταν ένας άμεμπτος και ευθύς άνθρωπος, κάποιος που σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό. Πριν από αυτά τα λόγια μεταξύ του Θεού και του Σατανά, ο Θεός είχε αποφασίσει ότι θα χρησιμοποιούσε τον Σατανά για να υποβάλει σε πειρασμό τον Ιώβ —ότι θα παρέδιδε τον Ιώβ στον Σατανά. Από μία άποψη, αυτό θα αποδείκνυε ότι η παρατήρηση του Θεού και η εκτίμησή Του για τον Ιώβ ήταν ακριβείς και σωστές, και θα ταπείνωναν τον Σατανά μέσω της μαρτυρίας του Ιώβ. Από την άλλη, θα οδηγούσε την πίστη και τον σεβασμό του Ιώβ για τον Θεό στην τελείωση. Συνεπώς, όταν ο Σατανάς ήλθε ενώπιον του Θεού, ο Θεός δεν κατέφυγε σε αοριστολογίες. Μπήκε κατ’ ευθείαν στην ουσία και ρώτησε τον Σατανά: «Έβαλες τον νούν σου επί τον δούλον μου Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού;» Η ερώτηση του Θεού έχει το ακόλουθο νόημα: ο Θεός ήξερε ότι ο Σατανάς είχε περιπλανηθεί παντού και συχνά κατασκόπευε τον Ιώβ, ο οποίος ήταν υπηρέτης του Θεού. Συχνά έβαζε τον Ιώβ σε πειρασμό και του επιτίθετο προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να τον καταστρέψει για να αποδείξει ότι η πίστη και ο σεβασμός του προς τον Θεό δεν μπορούσαν να μείνουν ακλόνητα. Ο Σατανάς επίσης αναζητούσε συνεχώς ευκαιρίες να καταστρέψει τον Ιώβ, ώστε ο Ιώβ να απαρνηθεί τον Θεό και ώστε ο Σατανάς να μπορέσει να τον αρπάξει από τα χέρια του Θεού. Εντούτοις, ο Θεός κοίταξε μέσα στην καρδιά του Ιώβ και είδε ότι ήταν άμεμπτος και ευθύς και ότι σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό. Ο Θεός χρησιμοποίησε μια ερώτηση για να πει στον Σατανά ότι ο Ιώβ ήταν ένας άμεμπτος και ευθύς άνθρωπος που σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό, ότι ο Ιώβ δεν θα απαρνιόταν ποτέ τον Θεό ούτε θα ακολουθούσε τον Σατανά. Έχοντας ακούσει την εκτίμηση του Θεού για τον Ιώβ, ο Σατανάς ένιωσε οργή λόγω της ταπείνωσής του και θύμωσε ακόμα περισσότερο και ανυπομονούσε πιο πολύ να αρπάξει τον Ιώβ, διότι ο Σατανάς δεν πίστευε ποτέ ότι κάποιος θα μπορούσε να είναι άμεμπτος και ευθύς, ή ότι θα μπορούσε να σέβεται τον Θεό και να αποφεύγει το κακό. Ταυτόχρονα, ο Σατανάς μισούσε επίσης την τελειότητα και την ακεραιότητα στον άνθρωπο, και μισούσε τους ανθρώπους που μπορούσαν να σέβονται τον Θεό και να αποφεύγουν το κακό. Έτσι, αναφέρεται στο κατά Ιώβ 1:9-11: «Και απεκρίθη ο Σατανάς προς τον Ιεχωβά και είπε, Μήπως δωρεάν φοβείται ο Ιώβ τον Θεόν; Δεν περιέφραξας κυκλόθεν αυτόν και την οικίαν αυτού και πάντα όσα έχει; τα έργα των χειρών αυτού ευλόγησας, και τα κτήνη αυτού επληθύνθησαν επί της γής· πλην τώρα έκτεινον την χείρα σου και έγγισον πάντα όσα έχει, διά να ίδης εάν δεν σε βλασφημήση κατά πρόσωπον». Ο Θεός γνώριζε πολύ καλά τη μοχθηρή φύση του Σατανά, και γνώριζε πολύ καλά ότι ο Σατανάς είχε προγραμματίσει από πολύ παλιά να καταστρέψει τον Ιώβ, και έτσι θέλησε ο Θεός, λέγοντας για άλλη μια φορά στον Σατανά ότι ο Ιώβ ήταν άμεμπτος και ευθύς και ότι σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό, να κάνει τον Σατανά να συμφωνήσει, να κάνει τον Σατανά να αποκαλύψει το αληθινό του πρόσωπο και να επιτεθεί και να δελεάσει τον Ιώβ. Με άλλα λόγια, ο Θεός τόνισε σκόπιμα ότι ο Ιώβ ήταν άμεμπτος και ευθύς και ότι σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό και κατ’ αυτόν τον τρόπο έκανε τον Σατανά να επιτεθεί στον Ιώβ λόγω του μίσους και της οργής του Σατανά για το ότι ο Ιώβ ήταν ένας άμεμπτος και ευθύς άνθρωπος που σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό. Ως εκ τούτου, ο Θεός θα ταπείνωνε τον Σατανά λόγω του ότι ο Ιώβ ήταν ένας άμεμπτος και ευθύς άνθρωπος, ο οποίος σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό, και ο Σατανάς θα γνώριζε την πλήρη ταπείνωση και ήττα. Κατόπιν τούτου, ο Σατανάς δεν θα αμφέβαλλε πλέον ούτε θα εκτόξευε κατηγορίες όσον αφορά την τελειότητα, την ακεραιότητα του Ιώβ, τον σεβασμό για τον Θεό ή την αποφυγή του κακού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η δοκιμασία του Θεού και ο πειρασμός του Σατανά ήταν σχεδόν αναπόφευκτα. Ο μόνος που ήταν σε θέση να αντέξει τη δοκιμασία του Θεού και τον πειρασμό του Σατανά ήταν ο Ιώβ. Μετά από αυτή τη συνομιλία, ο Σατανάς έλαβε άδεια να υποβάλει σε πειρασμό τον Ιώβ. Έτσι, ξεκίνησε ο πρώτος γύρος των επιθέσεων του Σατανά. Ο στόχος αυτών των επιθέσεων ήταν η περιουσία του Ιώβ, επειδή ο Σατανάς είχε προβεί στην ακόλουθη κατηγορία εναντίον του Ιώβ: «Μήπως δωρεάν φοβείται ο Ιώβ τον Θεόν; […] τα έργα των χειρών αυτού ευλόγησας, και τα κτήνη αυτού επληθύνθησαν επί της γής». Ως εκ τούτου, ο Θεός επέτρεψε στον Σατανά να πάρει όλα όσα είχε ο Ιώβ —αυτός ήταν ακριβώς ο λόγος για τον οποίο ο Θεός μίλησε με τον Σατανά. Εντούτοις, ο Θεός είχε μια απαίτηση από τον Σατανά: «Εις την χείρα σου πάντα όσα έχει· μόνον επ’ αυτόν μη επιβάλης την χείρα σου» (Ιώβ 1:12). Αυτός ήταν ο όρος που έθεσε ο Θεός αφού επέτρεψε στον Σατανά να βάλει σε πειρασμό τον Ιώβ και παρέδωσε τον Ιώβ στα χέρια του Σατανά, και αυτό ήταν το όριο που έθεσε στον Σατανά: διέταξε τον Σατανά να μη βλάψει τον Ιώβ. Επειδή ο Θεός αναγνώρισε ότι ο Ιώβ ήταν άμεμπτος και ευθύς, και επειδή πίστευε ότι η τελειότητα και η ακεραιότητα του Ιώβ ενώπιόν Του ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας και μπορούσε να αντέξει τη δοκιμασία, ο Θεός επέτρεψε στον Σατανά να βάλει σε πειρασμό τον Ιώβ, αλλά επέβαλε έναν περιορισμό στον Σατανά: ο Σατανάς είχε το δικαίωμα να πάρει όλη την περιουσία του Ιώβ, αλλά δεν μπορούσε να τον αγγίξει. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο Θεός δεν παρέδωσε τον Ιώβ εξ’ ολοκλήρου στον Σατανά εκείνη τη στιγμή. Ο Σατανάς θα μπορούσε να βάλει σε πειρασμό τον Ιώβ με όποιον τρόπο ήθελε, αλλά δεν μπορούσε να βλάψει τον ίδιο τον Ιώβ, δεν θα μπορούσε να πειράξει ούτε μια τρίχα στο κεφάλι του, γιατί τα πάντα γύρω από τον άνθρωπο ελέγχονται από τον Θεό, αλλά και επειδή και το αν ο άνθρωπος ζει ή πεθαίνει το αποφασίζει ο Θεός, ο Σατανάς δεν έχει αυτήν την άδεια. Αφού ο Θεός είπε αυτά τα λόγια στον Σατανά, ο Σατανάς ανυπομονούσε να ξεκινήσει το έργο του. Χρησιμοποίησε κάθε μέσο για να δελεάσει τον Ιώβ, και μετά από λίγο καιρό, ο Ιώβ είχε χάσει ένα τεράστιο κοπάδι από πρόβατα και βόδια και όλη την περιουσία που του έδωσε ο Θεός… Έτσι, τον βρήκαν οι δοκιμασίες του Θεού.
Παρόλο που η Βίβλος μάς λέει από πού προήλθαν οι πειρασμοί του Ιώβ, είχε ο ίδιος ο Ιώβ, ο οποίος υποβλήθηκε σε αυτούς τους πειρασμούς, επίγνωση του τι συνέβαινε; Ο Ιώβ ήταν απλώς ένας θνητός. Φυσικά και δεν γνώριζε τίποτα από την ιστορία που ξεδιπλώνονταν γύρω του. Εντούτοις, ο σεβασμός του για τον Θεό και η τελειότητα και η ακεραιότητά του τον έκαναν να συνειδητοποιήσει ότι τον είχαν βρει οι δοκιμασίες του Θεού. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί στην πνευματική σφαίρα, ούτε ποιες ήταν οι προθέσεις του Θεού πίσω από αυτές τις δοκιμασίες. Γνώριζε, ωστόσο, ότι ανεξάρτητα από το τι συνέβη σ’ αυτόν, θα έπρεπε να μένει ακλόνητος ως προς την τελειότητα και την ακεραιότητά του, και θα έπρεπε να τηρεί την οδό του σεβασμού προς τον Θεό και της αποφυγής του κακού. Ο Θεός είδε ξεκάθαρα τη στάση και την αντίδραση του Ιώβ όσον αφορά αυτά τα θέματα. Και τι είδε ο Θεός; Είδε τη θεοφοβούμενη καρδιά του Ιώβ, γιατί από την αρχή μέχρις ότου δοκιμάστηκε ο Ιώβ, η καρδιά του Ιώβ παρέμεινε ανοιχτή στον Θεό, τέθηκε ενώπιον του Θεού και ο Ιώβ δεν απαρνήθηκε την τελειότητα ή την ακεραιότητά του, ούτε απέρριψε ή αρνήθηκε την οδό του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού —τίποτα δεν ήταν πιο ευάρεστο στον Θεό από αυτό.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 42
Ο Σατανάς βάζει σε πειρασμό τον Ιώβ για πρώτη φορά (τα ζώα του γίνονται λεία ληστών και συμφορά πλήττει τα παιδιά του) (Επιλεγμένα εδάφια)
Η αντίδραση του Ιώβ
Ιώβ 1:20-21 Τότε σηκωθείς ο Ιώβ διέσχισε το επένδυμα αυτού και εξύρισε την κεφαλήν αυτού και έπεσεν επί την γην και προσεκύνησε, και είπε, Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου και γυμνός θέλω επιστρέψει εκεί· ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν· είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον.
Ο Ιώβ αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιστρέψει όλα όσα έχει ως απόρροια του σεβασμού του για τον Θεό
Αφού ο Θεός είπε στον Σατανά: «Εις την χείρα σου πάντα όσα έχει· μόνον επ’ αυτόν μη επιβάλης την χείρα σου», ο Σατανάς αναχώρησε, και λίγο αργότερα ο Ιώβ δέχτηκε ξαφνικές και δριμείς επιθέσεις: Αρχικά, τα βόδια και τα γαϊδούρια του έγιναν λεία ληστών και μερικοί από τους υπηρέτες του σκοτώθηκαν· κατόπιν, τα πρόβατα και κάποιοι άλλοι υπηρέτες του κάηκαν ολοσχερώς. Στη συνέχεια, οι καμήλες του εκλάπησαν και ακόμη περισσότεροι από τους υπηρέτες του δολοφονήθηκαν. Τέλος, χάθηκαν οι ζωές των γιων του και των κορών του. Αυτή η σειρά επιθέσεων ήταν το μαρτύριο που υπέστη ο Ιώβ κατά τον πρώτο πειρασμό. Όπως διέταξε ο Θεός, κατά τη διάρκεια αυτών των επιθέσεων ο Σατανάς έβαλε στόχο μόνο την περιουσία του Ιώβ και τα παιδιά του, και δεν έβλαψε τον ίδιο τον Ιώβ. Έτσι, ο Ιώβ, από εκεί που ήταν πλούσιος άνθρωπος με μεγάλη περιουσία, γρήγορα κατέληξε να μην έχει τίποτα. Κανείς δεν θα μπορούσε να αντέξει αυτό το ξαφνικό χτύπημα ή να αντιδράσει κατάλληλα, ωστόσο ο Ιώβ έδειξε την εξαιρετική πλευρά του. Οι Γραφές παρέχουν την ακόλουθη περιγραφή: «Τότε σηκωθείς ο Ιώβ διέσχισε το επένδυμα αυτού και εξύρισε την κεφαλήν αυτού και έπεσεν επί την γην και προσεκύνησε». Αυτή ήταν η πρώτη αντίδραση του Ιώβ αφού άκουσε ότι είχε χάσει τα παιδιά του και όλη του την περιουσία. Κατά κύριο λόγο, δεν φάνηκε έκπληκτος ή πανικόβλητος, πολύ λιγότερο δε, εξέφρασε θυμό ή μίσος. Βλέπεις, λοιπόν, ότι στην καρδιά του είχε ήδη αναγνωρίσει ότι αυτές οι αντιξοότητες δεν ήταν ατύχημα ούτε προήλθαν από ανθρώπινο χέρι, πολύ λιγότερο δε, αποτελούσαν αντίποινα ή τιμωρία. Αντ’ αυτού, τον είχαν πλήξει οι δοκιμασίες του Ιεχωβά. Ο Ιεχωβά ήθελε να του αφαιρέσει την περιουσία και τα παιδιά του. Ο Ιώβ ήταν πολύ ήρεμος και είχε καθαρό μυαλό τότε. Η άμεμπτη και ευθεία ανθρώπινη φύση του τού επέτρεψε με ορθολογικό και φυσικό τρόπο να προβεί σε ακριβείς κρίσεις και αποφάσεις σχετικά με τις αντιξοότητες που τον είχαν πλήξει και, κατά συνέπεια, συμπεριφέρθηκε με ασυνήθιστη ηρεμία: «Τότε σηκωθείς ο Ιώβ διέσχισε το επένδυμα αυτού και εξύρισε την κεφαλήν αυτού και έπεσεν επί την γην και προσεκύνησε». «Διέσχισε το επένδυμα αυτού» σημαίνει ότι γδύθηκε και δεν είχε τίποτα. «Εξύρισε την κεφαλήν αυτού» σημαίνει ότι είχε επιστρέψει ενώπιον του Θεού ως νεογέννητο βρέφος. «Έπεσεν επί την γην και προσεκύνησε» σημαίνει ότι είχε έρθει στον κόσμο γυμνός, και χωρίς υπάρχοντα και σήμερα, επέστρεφε στον Θεό σαν νεογέννητο βρέφος. Τη στάση του Ιώβ έναντι όλων όσα τον έπληξαν δεν θα μπορούσε να την υιοθετήσει κανένα δημιούργημα. Η πίστη του στον Ιεχωβά υπερέβη τη σφαίρα της πίστης. Αυτός ήταν ο σεβασμός του για τον Θεό, και η υποταγή του στον Θεό· δεν ήταν μόνο σε θέση να ευχαριστήσει τον Θεό διότι του πρόσφερε, αλλά και γιατί αφαίρεσε απ’ αυτόν. Επιπλέον, ήταν σε θέση να αναλάβει την ευθύνη να επιστρέψει στον Θεό όλα όσα κατείχε, συμπεριλαμβανομένης της ζωής του.
Ο σεβασμός και η υποταγή του Ιώβ απέναντι στον Θεό συνιστά παράδειγμα για την ανθρωπότητα, και η τελειότητα και η ακεραιότητά του ήταν το αποκορύφωμα της ανθρώπινης φύσης που οφείλει να κατέχει ο άνθρωπος. Παρόλο που δεν είδε τον Θεό, εκτίμησε ότι ο Θεός όντως υπήρχε και εξαιτίας αυτής της εκτίμησης, σεβόταν τον Θεό, και λόγω του σεβασμού του για τον Θεό, ήταν σε θέση να υποταχθεί στον Θεό. Άφησε στον Θεό ελεύθερο το πεδίο να πάρει ό,τι είχε, εντούτοις δεν διαμαρτυρήθηκε και έπεσε κάτω ενώπιον του Θεού και Του είπε ότι, εκείνη τη στιγμή, ακόμα κι αν ο Θεός έπαιρνε τη σάρκα του, θα Τον άφηνε να το πράξει με χαρά, αδιαμαρτύρητα. Ολόκληρη η διαγωγή του οφείλεται στην άμεμπτη και ευθεία ανθρώπινη φύση του. Με άλλα λόγια, ως αποτέλεσμα της αθωότητας, της εντιμότητας και της καλοσύνης του, ο Ιώβ πίστεψε ακλόνητα στην ύπαρξη του Θεού, που είχε εκτιμήσει και αντιληφθεί. Επί αυτής της βάσης έθεσε απαιτήσεις στον εαυτό του και τυποποίησε τη σκέψη, τη συμπεριφορά, τη διαγωγή και τις αρχές των πράξεών του ενώπιον του Θεού σύμφωνα με την καθοδήγησή του από τον Θεό και τα έργα του Θεού που είχε δει μεταξύ των πάντων. Με την πάροδο του χρόνου, οι εμπειρίες του δημιούργησαν έναν αληθινό και πραγματικό σεβασμό για τον Θεό και τον έκαναν να αποφεύγει το κακό. Αυτή ήταν η πηγή της ακεραιότητας στην οποία ο Ιώβ παρέμενε σταθερός. Ο Ιώβ διέθετε μια έντιμη, αθώα και αγαθή ανθρώπινη φύση και είχε πρακτική εμπειρία του σεβασμού για τον Θεό, της υποταγής στον Θεό και της αποφυγής του κακού, καθώς και της γνώσης ότι «ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν». Μόνο λόγω αυτών των γνωρισμάτων ήταν σε θέση να παραμείνει ακλόνητος στη μαρτυρία του εν μέσω αυτών των κακόβουλων επιθέσεων του Σατανά, και μόνο εξαιτίας αυτών μπόρεσε να μην απογοητεύσει τον Θεό και να δώσει μια ικανοποιητική απάντηση στον Θεό όταν τον έπληξαν οι δοκιμασίες του Θεού. Παρόλο που η συμπεριφορά του Ιώβ κατά τον πρώτο πειρασμό ήταν πολύ απλή, οι μετέπειτα γενιές δεν ήταν βέβαιο ότι θα μπορούσαν να πετύχουν αυτή την απλότητα ακόμη και μετά από μια ζωή προσπαθειών, ούτε θα διέθεταν απαραιτήτως τη διαγωγή του Ιώβ που περιγράφηκε παραπάνω. Σήμερα, όταν αντιμετωπίζετε την απλή συμπεριφορά του Ιώβ και τη συγκρίνετε με τις κραυγές και τον προσδιορισμό της «απόλυτης υποταγής και αφοσίωσης μέχρι θανάτου» που επιδεικνύουν στον Θεό όσοι ισχυρίζονται ότι πιστεύουν στον Θεό και ακολουθούν τον Θεό, νιώθετε ή όχι βαθιά ντροπή;
Όταν διαβάζεις στις Γραφές όλα όσα υπέφερε ο Ιώβ και η οικογένειά του, ποια είναι η αντίδρασή σου; Χάνεσαι στις σκέψεις σου; Έχεις μείνει άναυδος; Θα μπορούσαν οι δοκιμασίες που έπληξαν τον Ιώβ να περιγραφούν ως «τρομακτικές»; Με άλλα λόγια, και μόνο η ανάγνωση των δοκιμασιών του Ιώβ όπως περιγράφονται στις Γραφές είναι αρκετά τρομακτική, για να μην πούμε τίποτα για το πώς θα ήταν στην πραγματικότητα. Βλέπεις, λοιπόν, ότι όσα βρήκαν τον Ιώβ δεν ήταν «πρακτική άσκηση», αλλά μια αληθινή «μάχη», που περιείχε αληθινά «όπλα» και «σφαίρες». Αλλά, από ποιου το χέρι υποβλήθηκε σε αυτές τις δοκιμασίες; Ήταν, φυσικά, έργο του Σατανά και ο Σατανάς τα έκανε αυτά με τα ίδια του τα χέρια. Ωστόσο, αυτά τα πράγματα είχαν εξουσιοδοτηθεί από τον Θεό. Μήπως ο Θεός είπε στον Σατανά με ποια μέσα να δελεάσει τον Ιώβ; Όχι. Ο Θεός απλώς του έθεσε έναν όρο τον οποίο έπρεπε να τηρήσει ο Σατανάς, και κατόπιν ο Ιώβ υποβλήθηκε στον πειρασμό. Όταν ο Ιώβ, υποβλήθηκε στον πειρασμό, έδωσε στους ανθρώπους μια αίσθηση της κακίας και της ασχήμιας του Σατανά, της μοχθηρίας και του μίσους του για τον άνθρωπο, και της εχθρότητάς του προς τον Θεό. Από εκεί καταλαβαίνουμε ότι τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν πόσο σκληρός ήταν αυτός ο πειρασμός. Μπορεί να ειπωθεί ότι η μοχθηρή φύση με την οποία ο Σατανάς κακοποιούσε τους ανθρώπους και το άσχημο πρόσωπό του αποκαλύφθηκαν πλήρως εκείνη τη στιγμή. Ο Σατανάς χρησιμοποίησε αυτή την ευκαιρία, την ευκαιρία που του δόθηκε με την άδεια του Θεού, να υποβάλει τον Ιώβ σε φρενήρη και ανελέητη κακοποίηση, η μέθοδος και το επίπεδο σκληρότητας της οποίας ήταν τόσο αδιανόητα όσο και παντελώς αβάσταχτα για τους σημερινούς ανθρώπους. Αντί να λέμε ότι ο Σατανάς υπέβαλε σε πειρασμό τον Ιώβ, και ότι αυτός παρέμεινε σταθερός στη μαρτυρία του κατά τη διάρκεια αυτού του πειρασμού, καλύτερα να λέμε ότι στις δοκιμασίες που του έθεσε ο Θεός, ο Ιώβ ξεκίνησε έναν αγώνα με τον Σατανά για να προστατεύσει την τελειότητα και την ακεραιότητά του, και να υπερασπιστεί την οδό του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού. Σε αυτόν τον αγώνα, ο Ιώβ έχασε ένα τεράστιο κοπάδι από πρόβατα και βόδια, έχασε όλη του την περιουσία και έχασε τους γιους και τις θυγατέρες του. Ωστόσο, δεν εγκατέλειψε την τελειότητα, την ακεραιότητα ή τον σεβασμό του για τον Θεό. Με άλλα λόγια, σε αυτόν τον αγώνα με τον Σατανά, ο Ιώβ προτιμούσε να στερηθεί την περιουσία και τα παιδιά του, αντί να απωλέσει την τελειότητα, την ακεραιότητα και τον σεβασμό του για τον Θεό. Προτίμησε να μείνει πιστός στην αρχή του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Οι Γραφές παρέχουν μια συνοπτική περιγραφή ολόκληρης της διαδικασίας με την οποία ο Ιώβ έχασε τα περιουσιακά του στοιχεία, και καταγράφουν τη συμπεριφορά και τη στάση του Ιώβ. Αυτές οι συνοπτικές, περιεκτικές αναφορές δίνουν την αίσθηση ότι ο Ιώβ ήταν σχεδόν χαλαρός όταν αντιμετώπιζε αυτόν τον πειρασμό, αλλά εάν αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα μπορούσε να αναπαραχθεί, —αν αναλογιστούμε και τη μοχθηρή φύση του Σατανά— τότε τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο απλά ή εύκολα όπως περιγράφονται σε αυτές τις προτάσεις. Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σκληρή. Αυτό είναι το επίπεδο του ολέθρου και του μίσους με το οποίο ο Σατανάς αντιμετωπίζει την ανθρωπότητα και όλους όσους επιδοκιμάζει ο Θεός. Εάν ο Θεός δεν είχε ζητήσει από τον Σατανά να μη βλάψει τον Ιώβ, ο Σατανάς θα τον είχε σίγουρα σφάξει χωρίς καμία ενοχή. Ο Σατανάς δεν θέλει κανείς να λατρεύει τον Θεό ούτε επιθυμεί όσοι είναι δίκαιοι στα μάτια του Θεού και όσοι είναι άμεμπτοι και ευθείς να συνεχίσουν να σέβονται τον Θεό και να αποφεύγουν το κακό. Διότι όταν οι άνθρωποι σέβονται τον Θεό και αποφεύγουν το κακό σημαίνει ότι αποφεύγουν τον Σατανά και επαναστατούν εναντίον του, οπότε ο Σατανάς εκμεταλλεύτηκε την άδεια του Θεού να διοχετεύσει ανελέητα όλη του την οργή και το μίσος στον Ιώβ. Βλέπεις, λοιπόν, πόσο μεγάλο ήταν το μαρτύριο που υπέφερε ο Ιώβ, στο μυαλό και στη σάρκα, εξωτερικά και εσωτερικά. Σήμερα, δεν βλέπουμε πώς ήταν εκείνη την εποχή και μπορούμε να πάρουμε, από τις περιγραφές της Βίβλου, μόνο μια μικρή γεύση των συναισθημάτων του Ιώβ όταν υπέστη αυτό το μαρτύριο.
Η ακλόνητη ακεραιότητα του Ιώβ ταπεινώνει τον Σατανά και τον τρέπει πανικόβλητο σε φυγή
Λοιπόν, τι έκανε ο Θεός όταν ο Ιώβ υπέστη αυτό το μαρτύριο; Ο Θεός παρατηρούσε, και παρακολουθούσε, και περίμενε το αποτέλεσμα. Καθώς ο Θεός παρατηρούσε και παρακολουθούσε, πώς ένιωθε; Ένιωθε θλίψη, βέβαια. Ωστόσο, είναι πιθανόν ο Θεός να μπορούσε να μετανιώσει που επέτρεψε στον Σατανά να βάλει σε πειρασμό τον Ιώβ, μόνο και μόνο εξαιτίας της θλίψης του; Η απάντηση είναι: Όχι, δεν θα μπορούσε να νιώθει τόσες τύψεις. Διότι πίστευε σθεναρά ότι ο Ιώβ ήταν άμεμπτος και ευθύς, ότι είχε φόβο Θεού και απέφευγε το κακό. Ο Θεός είχε δώσει στον Σατανά απλώς την ευκαιρία να επιβεβαιώσει το πόσο δίκαιος ήταν ο Ιώβ ενώπιον του Θεού, και να αποκαλύψει τη δική του κακία και ασέβεια. Ήταν, επίσης, μια ευκαιρία για τον Ιώβ να μαρτυρήσει το πόσο δίκαιος ήταν και ότι είχε φόβο Θεού και απέφευγε το κακό ενώπιον των ανθρώπων του κόσμου, του Σατανά και όσων ακολουθούν τον Θεό. Μήπως το τελικό αποτέλεσμα αποδεικνύει ότι η εκτίμηση του Θεού για τον Ιώβ ήταν σωστή και αλάνθαστη; Όντως ο Ιώβ νίκησε τον Σατανά; Εδώ διαβάζουμε τα πιο κλασικά λόγια που εκφράζει ο Ιώβ, λόγια που αποδεικνύουν ότι είχε νικήσει τον Σατανά. Είπε: «Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου και γυμνός θέλω επιστρέψει εκεί». Αυτή είναι η στάση υποταγής του Ιώβ προς τον Θεό. Στη συνέχεια, είπε: «Ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν· είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον». Αυτά τα λόγια που εξέφρασε ο Ιώβ αποδεικνύουν ότι ο Θεός εξετάζει εξονυχιστικά τα βάθη της καρδιάς του ανθρώπου, ότι είναι σε θέση να κοιτάξει μέσα στην καρδιά του ανθρώπου και αποδεικνύουν ότι η έγκριση του Ιώβ από Αυτόν είναι σωστή, ότι αυτός ο άνθρωπος που έτυχε της έγκρισης του Θεού ήταν δίκαιος. «Ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν· είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον». Αυτά τα λόγια είναι η μαρτυρία του Ιώβ προς τον Θεό. Αυτά τα συνηθισμένα λόγια τρομοκράτησαν τον Σατανά, τον ατίμασαν και τον έκαναν να τραπεί πανικόβλητος σε φυγή και, ακόμα περισσότερο, τον έφεραν σε αδιέξοδο. Επίσης, αυτά τα λόγια έκαναν τον Σατανά να αισθανθεί τη θαυμασιότητα και τη δύναμη των έργων του Ιεχωβά Θεού και του επέτρεψαν να αντιληφθεί την εξαιρετική γοητεία εκείνου στην καρδιά του οποίου κυριαρχούσε η οδός του Θεού. Ακόμα περισσότερο, έδειξαν στον Σατανά την ισχυρή ζωτική δύναμη που επέδειξε ένας μικρός και ασήμαντος άνθρωπος, που τηρεί πιστά την οδό του φόβου Θεού και της αποφυγής του κακού. Έτσι, ο Σατανάς ηττήθηκε στον πρώτο αγώνα. Παρ’ όλο που είχε «μάθει από αυτό», ο Σατανάς δεν είχε καμία πρόθεση να αφήσει τον Ιώβ να φύγει, ούτε είχε αλλάξει η κακόβουλή του φύση. Ο Σατανάς ήθελε να συνεχίσει τις επιθέσεις κατά του Ιώβ, οπότε, για άλλη μια φορά, ήλθε ενώπιον του Θεού…
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 43
Ο Σατανάς βάζει τον Ιώβ σε πειρασμό για άλλη μια φορά (το σώμα του Ιώβ γεμίζει ανοιχτές πληγές) (Επιλεγμένα εδάφια)
α. Τα λόγια που εκφράζει ο Θεός
Ιώβ 2:3 Και είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σατανάν, Έβαλες τον νούν σου επί τον δούλον μου Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού; και έτι κρατεί την ακεραιότητα αυτού, αν και με παρώξυνας κατ’ αυτού, διά να εξολοθρεύσω αυτόν άνευ αιτίας.
Ιώβ 2:6 Και είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σατανάν, Ιδού, αυτός εις την χείρα σου· μόνον την ζωήν αυτού φύλαξον.
β. Τα λόγια που εκφράζει ο Σατανάς
Ιώβ 2:4-5 Και απεκρίθη ο Σατανάς προς τον Ιεχωβά και είπε, Δέρμα υπέρ δέρματος, και πάντα όσα έχει ο άνθρωπος θέλει δώσει υπέρ της ζωής αυτού· πλην τώρα έκτεινον την χείρα σου και έγγισον τα οστά αυτού και την σάρκα αυτού, διά να ίδης εάν δεν σε βλασφημήση κατά πρόσωπον.
γ. Πώς αντιμετωπίζει ο Ιώβ τη δοκιμασία
Ιώβ 2:9-10 Τότε είπε προς αυτόν η γυνή αυτού, Έτι κρατείς την ακεραιότητά σου; Βλασφήμησον τον Θεόν και απόθανε. Ο δε είπε προς αυτήν, Ελάλησας ως λαλεί μία εκ των αφρόνων γυναικών· τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τις αντιξοότητες δεν θέλομεν δεχθή; Εν πάσι τούτοις δεν ημάρτησεν ο Ιώβ με τα χείλη αυτού.
Ιώβ 3:3-4 Είθε να χαθή η ημέρα καθ’ ην εγεννήθην, και η νυξ καθ’ ην είπον, Εγεννήθη αρσενικόν. Η ημέρα εκείνη να ήναι σκότος· ο Θεός να μη αναζητήση αυτήν άνωθεν, και να μη φέγξη επ’ αυτήν φως.
Η αγάπη του Ιώβ για την οδό του Θεού ξεπερνάει κάθε άλλη
Οι Γραφές καταγράφουν τον διάλογο που διημείφθη μεταξύ Θεού και Σατανά ως εξής: «Και είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σατανάν, Έβαλες τον νούν σου επί τον δούλον μου Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού; και έτι κρατεί την ακεραιότητα αυτού, αν και με παρώξυνας κατ’ αυτού, διά να εξολοθρεύσω αυτόν άνευ αιτίας» (Ιώβ 2:3). Σε αυτή τη συνομιλία, ο Θεός επαναλαμβάνει την ίδια ερώτηση στον Σατανά. Είναι μια ερώτηση που μας δείχνει τη θετική εκτίμηση του Ιεχωβά Θεού για το τι επέδειξε και βίωσε ο Ιώβ κατά τη διάρκεια της πρώτης δοκιμασίας, και δεν διαφέρει από την εκτίμηση του Ιώβ από τον Θεό προτού υποβληθεί στον πειρασμό του Σατανά. Τουτέστιν, πριν υποβληθεί στον πειρασμό, στα μάτια του Θεού ο Ιώβ ήταν άμεμπτος, οπότε ο Θεός προστάτευε αυτόν και την οικογένειά του, και τον ευλογούσε. Ήταν άξιος ευλογίας στα μάτια του Θεού. Μετά τον πειρασμό, ο Ιώβ δεν αμάρτησε με τα χείλη του επειδή είχε χάσει την περιουσία του και τα παιδιά του, αλλά συνέχισε να δοξολογεί το όνομα του Ιεχωβά. Η πραγματική διαγωγή του έκανε τον Θεό να τον επιδοκιμάσει και, λόγω αυτού, ο Θεός του έβαλε άριστα. Διότι στα μάτια του Ιώβ, οι απόγονοί του ή τα περιουσιακά του στοιχεία δεν ήταν αρκετά για να τον κάνουν να απαρνηθεί τον Θεό. Με άλλα λόγια, τα παιδιά του ή οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο δεν μπορούσαν να πάρουν τη θέση του Θεού στην καρδιά του. Κατά τον πρώτο πειρασμό του Ιώβ, έδειξε στον Θεό ότι η αγάπη του γι’ Αυτόν και η αγάπη του για την οδό του σεβασμού προς τον Θεό και της αποφυγής του κακού ξεπερνούσαν κάθε άλλη. Απλώς αυτή η δοκιμασία χάρισε στον Ιώβ την εμπειρία να λάβει μια ανταμοιβή από τον Ιεχωβά Θεό και να του στερήσει την περιουσία και τα παιδιά του.
Για τον Ιώβ, αυτή ήταν μια αληθινή εμπειρία που καθάρισε την ψυχή του, ήταν ένα βάπτισμα ζωής που εκπλήρωσε την ύπαρξή του και, επιπλέον, ήταν ένα πλούσιο φαγοπότι που δοκίμασε την υποταγή και τον σεβασμό του προς τον Θεό. Αυτός ο πειρασμός μετέτρεψε την κατάσταση του Ιώβ από εκείνη ενός πλούσιου ανθρώπου σε κάποιον που δεν είχε τίποτα, και του επέτρεψε επίσης να βιώσει την κακοποίηση του ανθρώπου από τον Σατανά. Η ένδειά του δεν τον έκανε να μισήσει τον Σατανά. Αντιθέτως, στις ποταπές ενέργειες του Σατανά είδε την ασχήμια και την ασέβεια του Σατανά, καθώς και την εχθρότητα και την προδοσία του Σατανά κατά του Θεού, και αυτό τον ενθάρρυνε περισσότερο να παραμείνει σταθερός στην οδό του σεβασμού του για τον Θεό και της αποφυγής του κακού για πάντα. Ορκίστηκε ότι ποτέ δεν θα απαρνιόταν τον Θεό ούτε θα γύριζε την πλάτη του στην οδό του Θεού εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων όπως η ιδιοκτησία, τα παιδιά ή οι συγγενείς, ούτε θα γινόταν ποτέ δούλος του Σατανά, της περιουσίας ή οποιουδήποτε ανθρώπου. Εκτός από τον Ιεχωβά Θεό, κανένας δεν θα μπορούσε να είναι Κύριός του ή Θεός του. Αυτές ήταν οι φιλοδοξίες του Ιώβ. Από την άλλη πλευρά, ο Ιώβ είχε επίσης αποκτήσει κάτι από αυτόν τον πειρασμό: είχε αποκτήσει μεγάλα πλούτη εν μέσω των δοκιμασιών που του έδωσε ο Θεός.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, ο Ιώβ είχε δει τα έργα του Ιεχωβά και κέρδισε τις ευλογίες του Ιεχωβά Θεού. Ήταν ευλογίες που τον έκαναν να αισθάνεται εξαιρετικά αμήχανο και υποχρεωμένο, διότι πίστευε ότι δεν είχε κάνει τίποτα για τον Θεό, όμως είχε κληρονομήσει τόσο μεγάλες ευλογίες και απολάμβανε τόσο μεγάλη χάρη. Γι’ αυτόν τον λόγο, συχνά προσευχόταν στην καρδιά του, ελπίζοντας ότι θα ήταν σε θέση να ξεπληρώσει τον Θεό, ελπίζοντας ότι θα είχε την ευκαιρία να γίνει μάρτυρας των έργων και του μεγαλείου του Θεού και ελπίζοντας ότι ο Θεός θα δοκίμαζε την υποταγή του και, επιπλέον, ότι η πίστη του θα μπορούσε να εξαγνιστεί, έως ότου η υποταγή και η πίστη του κέρδιζαν την επιδοκιμασία του Θεού. Έπειτα, όταν ο Ιώβ τέθηκε σε δοκιμασία, πίστευε ότι ο Θεός είχε εισακούσει τις προσευχές του. Ο Ιώβ εκτίμησε αυτή την ευκαιρία περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, οπότε δεν τολμούσε να την αντιμετωπίσει ελαφρά τη καρδία, διότι θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η μεγαλύτερη επιθυμία της ζωής του. Η εμφάνιση αυτής της ευκαιρίας σήμαινε ότι η υποταγή και ο σεβασμός του για τον Θεό θα μπορούσαν να δοκιμαστούν, και θα μπορούσαν να εξαγνιστούν. Επιπλέον, αυτό σήμαινε ότι ο Ιώβ είχε την ευκαιρία να κερδίσει την επιδοκιμασία του Θεού, κι έτσι θα ερχόταν πιο κοντά στον Θεό. Κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, αυτή η πίστη και η επιδίωξη τού επέτρεψαν να τελειωθεί σε μεγαλύτερο βαθμό και να κατανοήσει περισσότερο την πρόθεση του Θεού. Επιπλέον, ο Ιώβ έγινε πιο ευγνώμων για τις ευλογίες και τις χάρες του Θεού, στην καρδιά του δοξολογούσε περισσότερο τα έργα του Θεού και είχε μεγαλύτερο σεβασμό και ευλάβεια προς τον Θεό, και λαχταρούσε περισσότερο το κάλλος, το μεγαλείο και την αγιοσύνη του Θεού. Εκείνη τη στιγμή, παρόλο που ο Ιώβ σεβόταν ακόμα τον Θεό και απέφευγε το κακό στα μάτια του Θεού, σε σχέση με τις εμπειρίες του, η πίστη και η γνώση του Ιώβ αυξήθηκαν αλματωδώς: η πίστη του είχε αυξηθεί, η υποταγή του είχε εδραιωθεί, και ο σεβασμός του για τον Θεό είχε γίνει πιο βαθύς. Παρόλο που αυτή η δοκιμασία μεταμόρφωσε το πνεύμα και τη ζωή του Ιώβ, μια τέτοια μεταμόρφωση δεν ικανοποίησε τον Ιώβ, ούτε επιβράδυνε την πρόοδό του. Καθώς, παράλληλα, υπολόγιζε όσα είχε βγει κερδισμένος από αυτή τη δοκιμασία, και εξέταζε τις δικές του ελλείψεις, προσευχόταν ήσυχα, περιμένοντας να τον βρει η επόμενη δοκιμασία, επειδή λαχταρούσε να γιγαντωθεί η πίστη, η υποταγή και ο σεβασμός του για τον Θεό κατά την επόμενη δοκιμασία του Θεού.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 44
Ο Σατανάς βάζει τον Ιώβ σε πειρασμό για άλλη μια φορά (το σώμα του Ιώβ γεμίζει ανοιχτές πληγές) (Επιλεγμένα εδάφια)
α. Τα λόγια που εκφράζει ο Θεός
Ιώβ 2:3 Και είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σατανάν, Έβαλες τον νούν σου επί τον δούλον μου Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού; και έτι κρατεί την ακεραιότητα αυτού, αν και με παρώξυνας κατ’ αυτού, διά να εξολοθρεύσω αυτόν άνευ αιτίας.
Ιώβ 2:6 Και είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σατανάν, Ιδού, αυτός εις την χείρα σου· μόνον την ζωήν αυτού φύλαξον.
β. Τα λόγια που εκφράζει ο Σατανάς
Ιώβ 2:4-5 Και απεκρίθη ο Σατανάς προς τον Ιεχωβά και είπε, Δέρμα υπέρ δέρματος, και πάντα όσα έχει ο άνθρωπος θέλει δώσει υπέρ της ζωής αυτού· πλην τώρα έκτεινον την χείρα σου και έγγισον τα οστά αυτού και την σάρκα αυτού, διά να ίδης εάν δεν σε βλασφημήση κατά πρόσωπον.
Εν μέσω ακραίου πόνου, ο Ιώβ όντως συνειδητοποιεί ότι ο Θεός ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα
Μετά τις ερωτήσεις του Ιεχωβά Θεού προς τον Σατανά, ο Σατανάς χαιρόταν κρυφά. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Σατανάς γνώριζε ότι θα του επιτρεπόταν και πάλι να επιτεθεί στον άνθρωπο που ήταν άμεμπτος στα μάτια του Θεού —για τον Σατανά, αυτό αποτελούσε σπάνια ευκαιρία. Ο Σατανάς θέλησε να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία για να υπονομεύσει τελείως την αποφασιστικότητα του Ιώβ, να τον κάνει να χάσει την πίστη του στον Θεό και έτσι να μην σέβεται πια τον Θεό ούτε να ευλογεί το όνομα του Ιεχωβά. Αυτό θα έδινε στον Σατανά μια ευκαιρία: Οπουδήποτε ή οποτεδήποτε, θα μπορούσε να κάνει τον Ιώβ ένα παιχνιδάκι που θα υπόκειτο στις εντολές του. Ο Σατανάς έκρυψε τις δόλιες προθέσεις του χωρίς ίχνος, αλλά δεν μπορούσε να θέσει υπό έλεγχο την κακόβουλη φύση του. Αυτήν την αλήθεια υπαινίσσεται στην απάντησή του στα λόγια του Ιεχωβά Θεού, όπως καταγράφονται στις Γραφές: «Και απεκρίθη ο Σατανάς προς τον Ιεχωβά και είπε, Δέρμα υπέρ δέρματος, και πάντα όσα έχει ο άνθρωπος θέλει δώσει υπέρ της ζωής αυτού· πλην τώρα έκτεινον την χείρα σου και έγγισον τα οστά αυτού και την σάρκα αυτού, διά να ίδης εάν δεν σε βλασφημήση κατά πρόσωπον» (Ιώβ 2:4-5). Είναι αδύνατο να μην αποκτήσει κανείς μια ουσιαστική γνώση και αίσθηση της μοχθηρίας του Σατανά από αυτή τη συνομιλία μεταξύ Θεού και Σατανά. Έχοντας ακούσει αυτές τις πλάνες του Σατανά, όλοι όσοι αγαπούν την αλήθεια και απεχθάνονται το κακό θα νιώθουν αναμφισβήτητα μεγαλύτερο μίσος για την αθλιότητα και την αυθάδεια του Σατανά, θα αισθάνονται τρόμο και αποστροφή για τις πλάνες του Σατανά και, ταυτόχρονα, θα προσεύχονται ευλαβικά και θα στέλνουν τις ειλικρινείς ευχές τους στον Ιώβ, προσευχόμενοι αυτός ο ευθύς άνθρωπος να επιτύχει την τελειότητα, εκφράζοντας την επιθυμία αυτός ο άνθρωπος που σέβεται τον Θεό και αποφεύγει το κακό, να νικήσει τους πειρασμούς του Σατανά δια παντός και να ζήσει στο φως, εν μέσω της καθοδήγησης και των ευλογιών του Θεού. Έτσι, κι οι άνθρωποι αυτοί εύχονται τα δίκαια έργα του Ιώβ να παροτρύνουν πάντα και να ενθαρρύνουν όλους όσοι επιδιώκουν την οδό του σεβασμού προς τον Θεό και της αποφυγής του κακού. Αν και η δόλια πρόθεση του Σατανά διαφαίνεται σε αυτήν τη διακήρυξη, ο Θεός συναίνεσε εύκολα στο «αίτημα» του Σατανά —αλλά έθεσε έναν όρο: «Αυτός εις την χείρα σου· μόνον την ζωήν αυτού φύλαξον» (Ιώβ 2:6). Επειδή, αυτή τη φορά, ο Σατανάς ζήτησε να απλώσει το χέρι του για να βλάψει τη σάρκα και τα οστά του Ιώβ, ο Θεός είπε: «μόνον την ζωήν αυτού φύλαξον». Η σημασία αυτής της φράσης είναι ότι έδωσε τη σάρκα του Ιώβ στον Σατανά, αλλά το να σωθεί η ζωή του εναπόκειτο στον Θεό. Ο Σατανάς δεν μπορούσε να πάρει τη ζωή του Ιώβ, αλλά πέραν τούτου, ο Σατανάς μπορούσε να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο ή μέθοδο κατά του Ιώβ.
Αφού πήρε την άδεια του Θεού, ο Σατανάς έσπευσε στον Ιώβ και άπλωσε το χέρι του για να βλάψει το δέρμα του, προκαλώντας ανοιχτές πληγές σε όλο του το σώμα και ο Ιώβ ένιωθε πόνο στο δέρμα του. Ο Ιώβ δοξολόγησε τη θαυμασιότητα και την αγιοσύνη του Ιεχωβά Θεού, γεγονός που έκανε τον Σατανά ακόμη πιο ξεδιάντροπο και θρασύ. Επειδή είχε νιώσει τη χαρά του να βλάπτει τον άνθρωπο, ο Σατανάς άπλωσε το χέρι του και έγδαρε τη σάρκα του Ιώβ, προκαλώντας του κακοφορμισμένες πληγές. Ο Ιώβ αισθάνθηκε αμέσως πόνο και μαρτύριο στη σάρκα του άνευ προηγουμένου, και δεν μπορούσε παρά να ξύνεται από το κεφάλι ως τα πόδια με τα χέρια του, λες και αυτό θα ανακούφιζε το πνεύμα του από αυτόν τον πόνο της σάρκας του. Συνειδητοποίησε ότι ο Θεός ήταν δίπλα του και τον παρακολουθούσε, και προσπαθούσε να είναι όσο μπορούσε πιο δυνατός. Για άλλη μια φορά, γονάτισε στο έδαφος και είπε: «Εσύ κοιτάς μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, παρατηρείς τη δυστυχία του. Γιατί Σε ενδιαφέρει η αδυναμία του; Ευλογητό το όνομα του Ιεχωβά Θεού». Ο Σατανάς είδε τον αβάσταχτο πόνο του Ιώβ, αλλά δεν είδε τον Ιώβ να απαρνείται το όνομα του Ιεχωβά Θεού. Έτσι, άπλωσε βιαστικά το χέρι του για να βλάψει τα οστά του Ιώβ, προσπαθώντας απεγνωσμένα να τον ξεσκίσει. Σε μια στιγμή, ο Ιώβ αισθάνθηκε άνευ προηγουμένου μαρτύριο. Ένιωθε σαν να είχε αποκολληθεί η σάρκα από τα οστά του και σαν να τσακίζονταν τα οστά του ένα-ένα. Αυτό το αγωνιώδες μαρτύριο τον έκανε να πιστεύει ότι θα ήταν καλύτερα να πέθαινε… Η αντοχή του σε αυτόν τον πόνο είχε φτάσει στα όριά της… Ήθελε να φωνάξει, ήθελε να ξεσκίσει το δέρμα από το σώμα του σε μια προσπάθεια να απαλύνει τον πόνο —αλλά συγκράτησε τις κραυγές του και δεν ξέσκισε το δέρμα από το σώμα του, διότι δεν ήθελε να αφήσει τον Σατανά να δει την αδυναμία του. Έτσι, ο Ιώβ γονάτισε για άλλη μια φορά, αλλά αυτή τη φορά δεν αισθάνθηκε την παρουσία του Ιεχωβά Θεού. Ήξερε ότι ο Ιεχωβάς Θεός ήταν συχνά μπροστά του, και πίσω του, και σε κάθε πλευρά του. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του πόνου του, ο Θεός ποτέ δεν παρακολουθούσε. Κάλυψε το πρόσωπό Του και κρύφτηκε, γιατί ο λόγος που δημιούργησε τον άνθρωπο δεν ήταν για να του φέρει πόνο. Τότε ο Ιώβ έκλαψε και προσπαθούσε όσο μπορούσε καλύτερα να υπομείνει αυτή τη σωματική οδύνη, αλλά δεν μπορούσε πλέον να συγκρατηθεί και να μην ευχαριστήσει τον Θεό: «ο άνθρωπος πέφτει στο πρώτο χτύπημα, είναι αδύναμος και ανίσχυρος, είναι νέος και αδαής —γιατί θέλεις να είσαι τόσο στοργικός και τρυφερός προς αυτόν; Με χτυπάς, όμως Σε πονάει που το κάνεις. Για ποιο λόγο αξίζει ο άνθρωπος τη φροντίδα και το ενδιαφέρον Σου;» Οι προσευχές του Ιώβ έφτασαν στα αυτιά του Θεού, και ο Θεός ήταν σιωπηλός, παρακολουθώντας μόνο χωρίς να βγάζει μιλιά… Έχοντας δοκιμάσει κάθε πιθανό κόλπο άνευ αποτελέσματος, ο Σατανάς αναχώρησε ήσυχα, όμως αυτό δεν έληξε τις δοκιμασίες του Ιώβ από τον Θεό. Επειδή η δύναμη του Θεού που είχε αποκαλυφθεί στον Ιώβ δεν είχε γίνει γνωστή, η ιστορία του Ιώβ δεν έληξε με την υποχώρηση του Σατανά. Καθώς προστέθηκαν και άλλοι χαρακτήρες, επρόκειτο να εκτυλιχθούν ακόμα πιο θεαματικές σκηνές.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 45
Η εξύμνηση του ονόματος του Θεού ενώπιον όλων συνιστά άλλη μια εκδήλωση του σεβασμού του Ιώβ για τον Θεό και της αποφυγής του κακού
Ο Ιώβ είχε υποστεί τις συμφορές του Σατανά, όμως δεν απαρνήθηκε το όνομα του Ιεχωβά Θεού. Η σύζυγός του ήταν η πρώτη που τα παράτησε και, παίζοντας τον ρόλο του Σατανά υπό μορφή ορατή στα μάτια του ανθρώπου, επιτέθηκε κατά του Ιώβ. Το πρωτότυπο κείμενο αναφέρει το εξής: «Τότε είπε προς αυτόν η γυνή αυτού, Έτι κρατείς την ακεραιότητά σου; Βλασφήμησον τον Θεόν και απόθανε» (Ιώβ 2:9). Αυτά ήταν τα λόγια που ο Σατανάς εξέφραζε με το προσωπείο του ανθρώπου. Αποτελούσαν επίθεση, κατηγορία, καθώς και δέλεαρ, πειρασμό και συκοφαντία. Αφού απέτυχε στην επίθεση κατά της σάρκας του Ιώβ, τότε ο Σατανάς επιτέθηκε άμεσα στην ακεραιότητα του Ιώβ χρησιμοποιώντας αυτά τα λόγια, για να κάνει τον Ιώβ να εγκαταλείψει την ακεραιότητά του, να απαρνηθεί τον Θεό, και να μη συνεχίσει πια να ζει. Επιπλέον, ο Σατανάς θέλησε να χρησιμοποιήσει αυτά τα λόγια για να δελεάσει τον Ιώβ: αν ο Ιώβ απαρνιόταν το όνομα του Ιεχωβά, τότε δεν θα χρειαζόταν να υπομείνει τέτοιο μαρτύριο, θα μπορούσε να απελευθερωθεί από το μαρτύριο της σάρκας. Αντιμέτωπος με τη συμβουλή της γυναίκας του, ο Ιώβ την επέπληξε λέγοντας: «Ελάλησας ως λαλεί μία εκ των αφρόνων γυναικών· τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τις αντιξοότητες δεν θέλομεν δεχθή;» (Ιώβ 2:10). Ο Ιώβ γνώριζε εδώ και πολύ καιρό αυτά τα λόγια, αλλά εκείνη τη στιγμή αποδείχτηκε ότι πράγματι τα γνώριζε ο Ιώβ.
Όταν η σύζυγός του τον συμβούλεψε να βλασφημήσει τον Θεό και να πεθάνει, εννοούσε τα εξής: «ο Θεός σου σού φέρεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, άρα γιατί δεν Τον βλασφημείς; Για ποιο λόγο ζεις ακόμα; Ο Θεός σου σού φέρεται τόσο άδικα, όμως ακόμα λες “ευλογημένο το όνομα του Ιεχωβά”. Πώς μπόρεσε να σου προκαλέσει συμφορές όταν ευλογείς το όνομά Του; Βιάσου και απαρνήσου το όνομα του Θεού, και μην Τον ακολουθείς πια. Τότε, τα προβλήματά σου θα λήξουν». Εκείνη τη στιγμή, δημιουργήθηκε η μαρτυρία που ο Θεός ήθελε να δει στον Ιώβ. Κανένας απλός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να γίνει τέτοιος μάρτυρας, ούτε το διαβάζουμε σε καμία από τις ιστορίες της Βίβλου —αλλά ο Θεός το είχε δει πολύ πριν ο Ιώβ πει αυτά τα λόγια. Ο Θεός απλώς επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει αυτή την ευκαιρία για να επιτρέψει στον Ιώβ να αποδείξει σε όλους ότι ο Θεός είχε δίκιο. Αντιμέτωπος με τη συμβουλή της γυναίκας του, ο Ιώβ όχι μόνο δεν εγκατέλειψε την ακεραιότητά του ούτε απαρνήθηκε τον Θεό, αλλά είπε μάλιστα στη γυναίκα του: «Τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τις αντιξοότητες δεν θέλομεν δεχθή;» Είναι σημαντικά αυτά τα λόγια; Εδώ, υπάρχει μόνο ένα γεγονός ικανό να αποδείξει τη σημασία αυτών των λόγων. Η σημασία αυτών των λόγων είναι ότι έχουν επιδοκιμαστεί από τον Θεό στην καρδιά Του, είναι αυτό που επιθυμεί ο Θεός, είναι αυτό που ο Θεός ήθελε να ακούσει και είναι το αποτέλεσμα που ο Θεός λαχταρούσε να δει. Αυτά τα λόγια είναι, επίσης, η ουσία της μαρτυρίας του Ιώβ. Με αυτά, αποδείχτηκε η τελειότητα, η ακεραιότητα του Ιώβ, ο σεβασμός του για τον Θεό και η αποφυγή του κακού. Η μοναδικότητα του Ιώβ αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο, όταν υποβαλλόταν σε πειρασμό, και όταν ολόκληρο το σώμα του ήταν καλυμμένο με ανοιχτές πληγές, όταν υπέφερε το μέγιστο μαρτύριο, και όταν τον συμβούλευαν η γυναίκα και οι συγγενείς του, συνέχιζε να εκφράζει αυτά τα λόγια. Για να το πω διαφορετικά, στην καρδιά του πίστευε ότι, ανεξάρτητα από τους πειρασμούς ή από το πόσο οδυνηρές ήταν οι δοκιμασίες ή τα μαρτύρια, ακόμη και αν ο θάνατος επρόκειτο να τον βρει, δεν θα απαρνιόταν τον Θεό ούτε θα εγκατέλειπε την οδό του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού. Βλέπεις, λοιπόν, ότι ο Θεός κατείχε το πιο σημαντικό μέρος στην καρδιά του και ότι υπήρχε μόνο ο Θεός στην καρδιά του. Γι’ αυτόν τον λόγο, διαβάζουμε τέτοιες περιγραφές γι’ αυτόν στις Γραφές όπως: Εν πάσι τούτοις δεν ημάρτησεν ο Ιώβ με τα χείλη αυτού. Όχι μόνο δεν αμάρτησε με τα χείλη του, αλλά δεν διαμαρτυρήθηκε στην καρδιά του για τον Θεό. Δεν είπε άσχημα λόγια για τον Θεό, ούτε αμάρτησε κατά του Θεού. Δεν ευλογούσε μόνο με το στόμα του το όνομα του Θεού, αλλά και στην καρδιά του ευλογούσε το όνομα του Θεού. Το στόμα και η καρδιά του ήταν ένα. Αυτός ήταν ο αληθινός Ιώβ που είδε ο Θεός και αυτός ήταν ακριβώς ο λόγος για τον οποίο ο Θεός αγαπούσε πολύ τον Ιώβ.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 46
Οι αμέτρητες παρανοήσεις των ανθρώπων σχετικά με τον Ιώβ
Τα δεινά που υπέφερε ο Ιώβ δεν ήταν έργο των αγγελιοφόρων που έστειλε ο Θεός, ούτε προκλήθηκαν από το ίδιο το χέρι του Θεού. Αντιθέτως, προκλήθηκε αυτοπροσώπως από τον Σατανά, τον εχθρό του Θεού. Κατά συνέπεια, η έκταση των δεινών που υπέστη ο Ιώβ ήταν μεγάλη. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή, ο Ιώβ έδειξε, χωρίς επιφυλάξεις, την καθημερινή γνώση του Θεού στην καρδιά του, τις αρχές των καθημερινών του πράξεων και τη στάση του απέναντι στον Θεό —αυτή είναι η αλήθεια. Αν ο Ιώβ δεν είχε μπει σε πειρασμό, αν ο Θεός δεν είχε στείλει δοκιμασίες στον Ιώβ, όταν ο Ιώβ είπε: «Ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν· είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον», θα έλεγες ότι ο Ιώβ είναι υποκριτής. Ο Θεός τού είχε δώσει τόση μεγάλη περιουσία, οπότε φυσικά και ευλογούσε το όνομα του Ιεχωβά. Αν, προτού υποβληθεί σε δοκιμές, ο Ιώβ έλεγε: «Τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τις αντιξοότητες δεν θέλομεν δεχθή;» θα έλεγες ότι ο Ιώβ υπερέβαλε, και ότι δεν θα απαρνιόταν το όνομα του Θεού, αφού ευλογούταν συχνά από το χέρι του Θεού. Θα έλεγες ότι αν ο Θεός τον είχε καταστρέψει, τότε σίγουρα θα είχε απαρνηθεί το όνομα του Θεού. Ωστόσο, όταν ο Ιώβ βρισκόταν σε καταστάσεις που κανείς δεν επιθυμούσε να βρεθεί ή να δει, καταστάσεις που κανείς δεν επιθυμούσε να βιώσει, τις οποίες οι άνθρωποι φοβούνταν μην βιώσουν, καταστάσεις που ακόμη και ο Θεός δεν άντεχε να παρακολουθήσει, ο Ιώβ εξακολουθούσε να είναι σε θέση να κρατάει την ακεραιότητά του: «Ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν· είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον» και «τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τις αντιξοότητες δεν θέλομεν δεχθή;» Όταν έρχονται αντιμέτωποι με τη συμπεριφορά του Ιώβ αυτήν τη στιγμή, όσοι αρέσκονται να μιλούν με πομπώδη λόγια και όσοι αρέσκονται να εκφέρουν λόγια και δόγματα, όλοι μένουν άφωνοι. Όσοι εξυμνούν το όνομα του Θεού μόνο στα λόγια, αλλά δεν δέχτηκαν ποτέ τις δοκιμασίες του Θεού, καταδικάζονται από την ακεραιότητα στην οποία ο Ιώβ παρέμεινε σταθερός, και όσοι δεν πίστεψαν ποτέ ότι ο άνθρωπος είναι σε θέση να παραμείνει σταθερός στην οδό του Θεού, κρίνονται από τη μαρτυρία του Ιώβ. Όταν έρχονται αντιμέτωποι με τη διαγωγή του Ιώβ κατά τη διάρκεια αυτών των δοκιμασιών και τα λόγια που είπε, κάποιοι θα αισθανθούν σύγχυση, κάποιοι θα αισθανθούν ζήλια, κάποιοι θα αισθανθούν αμφιβολία, και κάποιοι ίσως και να φανούν αδιάφοροι, περιφρονώντας τη μαρτυρία του Ιώβ, γιατί δεν βλέπουν μόνο το μαρτύριο που υπέφερε ο Ιώβ κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών και διαβάζουν τα λόγια του Ιώβ, αλλά βλέπουν και την ανθρώπινη «αδυναμία» που επέδειξε ο Ιώβ όταν τον βρήκαν οι δοκιμασίες. Αυτή η «αδυναμία» πιστεύουν ότι είναι η υποτιθέμενη ατέλεια στην τελειότητα του Ιώβ, το ψεγάδι σε έναν άνθρωπο, ο οποίος στα μάτια του Θεού ήταν άμεμπτος. Τουτέστιν, κυριαρχεί η πεποίθηση ότι όσοι είναι άμεμπτοι είναι άψογοι, χωρίς μελανά σημεία ή ψεγάδια, ότι δεν έχουν αδυναμίες, δεν γνωρίζουν πόνο, ότι δεν αισθάνονται ποτέ δυστυχία ή απόγνωση και ότι δεν έχουν μίσος ή κάποια εξωτερική ακραία συμπεριφορά. Ως εκ τούτου, η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων δεν πιστεύουν ότι ο Ιώβ ήταν πραγματικά άμεμπτος. Οι άνθρωποι δεν επικροτούν μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς του κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών του. Για παράδειγμα, όταν ο Ιώβ έχασε την περιουσία του και τα παιδιά του, δεν ξέσπασε, όπως θα φαντάζονταν οι άνθρωποι, σε κλάματα. Η «έλλειψη ευπρέπειάς» του κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται ότι ήταν ψυχρός, επειδή δεν έκλαψε ούτε έδειξε στοργή για την οικογένειά του. Αυτή είναι η αρχική κακή εντύπωση που έχουν οι άνθρωποι για τον Ιώβ. Βρίσκουν τη συμπεριφορά του στη συνέχεια ακόμα πιο περίεργη: το ότι «διέσχισε το επένδυμα αυτού» έχει ερμηνευτεί από τους ανθρώπους ως ένδειξη ασέβειας προς τον Θεό, και το ότι «εξύρισε την κεφαλήν αυτού» θεωρείται εσφαλμένα ως βλασφημία του Ιώβ και εναντίωσή του προς τον Θεό. Εκτός από τα λόγια του Ιώβ ότι «ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν· είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον», οι άνθρωποι δεν διακρίνουν κανένα δείγμα δικαιοσύνης του Ιώβ, την οποία εξυμνούσε ο Θεός, οπότε η μεγάλη πλειοψηφία αξιολογεί τον Ιώβ με βάση την έλλειψη κατανόησης, την παρανόηση, την αμφιβολία, την καταδίκη και την επιδοκιμασία μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Κανείς από αυτούς δεν είναι σε θέση να καταλάβει πραγματικά και να εκτιμήσει τα λόγια του Ιεχωβά Θεού ότι ο Ιώβ ήταν ένας άμεμπτος και ευθύς άνθρωπος, κάποιος που σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό.
Με βάση την παραπάνω εντύπωσή τους για τον Ιώβ, οι άνθρωποι έχουν περαιτέρω αμφιβολίες ως προς τη δικαιοσύνη του, διότι οι πράξεις του Ιώβ και η διαγωγή του που καταγράφηκαν στις Γραφές δεν ήταν τόσο συγκλονιστικές και συγκινητικές όσο θα φαντάζονταν οι άνθρωποι. Όχι μόνο δεν έκανε μεγάλα κατορθώματα, αλλά πήρε μάλιστα ένα κεραμίδι για να ξύνεται, ενώ καθόταν ανάμεσα στις στάχτες. Αυτή η πράξη επίσης προκαλεί έκπληξη στους ανθρώπους και τους κάνει να αμφισβητήσουν —και μάλιστα να αρνηθούν— τη δικαιοσύνη του Ιώβ, διότι όσο ο Ιώβ ξυνόταν, δεν προσευχόταν, ούτε έδινε υποσχέσεις στον Θεό. Επιπλέον, κανείς δεν τον είδε να χύνει δάκρυα πόνου. Αυτή τη στιγμή, οι άνθρωποι βλέπουν μόνο την αδυναμία του Ιώβ και τίποτα άλλο, ακόμη και όταν ακούνε τον Ιώβ να λέει «τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τις αντιξοότητες δεν θέλομεν δεχθή;» παραμένουν παντελώς ασυγκίνητοι ή έστω αναποφάσιστοι, και εξακολουθούν να μην μπορούν να διακρίνουν τη δικαιοσύνη του Ιώβ από τα λόγια του. Η βασική εντύπωση που ο Ιώβ δίνει στους ανθρώπους κατά τη διάρκεια των μαρτυρικών δοκιμασιών του είναι ότι δεν υπήρξε ούτε δουλοπρεπής ούτε αλαζόνας. Οι άνθρωποι δεν βλέπουν την ιστορία πίσω από τη συμπεριφορά του που διαδραματιζόταν στα βάθη της καρδιάς του, ούτε βλέπουν τον σεβασμό για τον Θεό μέσα στην καρδιά του ή την τήρηση της αρχής της οδού της αποφυγής του κακού. Η ψυχραιμία του κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι η τελειότητα και η ακεραιότητά του ήταν μόνο κούφια λόγια, ότι ο σεβασμός του για τον Θεό ήταν απλώς φήμες. Η «αδυναμία» που αποκάλυψε εξωτερικά, εντωμεταξύ, τους κάνει μεγάλη εντύπωση, δίνοντάς τους μια «νέα προοπτική», και μάλιστα μια «νέα αντίληψη» για τον άνθρωπο τον οποίο ο Θεός ορίζει ως άμεμπτο και ευθύ. Αυτή η «νέα προοπτική» και «νέα αντίληψη» αποδεικνύονται όταν ο Ιώβ άνοιξε το στόμα του και καταράστηκε την ημέρα που γεννήθηκε.
Αν και η έκταση του μαρτυρίου που υπέφερε είναι αδιανόητη και ακατανόητη σε οποιονδήποτε, δεν μίλησε αιρετικά, αλλά απλώς απάλυνε τον σωματικό του πόνο με τα δικά του μέσα. Όπως καταγράφεται στις Γραφές, είπε: «Είθε να χαθή η ημέρα καθ’ ην εγεννήθην, και η νυξ καθ’ ην είπον, Εγεννήθη αρσενικόν» (Ιώβ 3:3). Ίσως, κανείς δεν έχει θεωρήσει ποτέ αυτά τα λόγια σημαντικά, και ίσως υπάρχουν άνθρωποι που τα έχουν προσέξει. Κατά τη δική σας άποψη, η σημασία τους είναι ότι ο Ιώβ αντιτάχθηκε στον Θεό; Δεν είναι παράπονο κατά του Θεού; Ξέρω ότι πολλοί από εσάς έχουν συγκεκριμένες ιδέες για αυτά τα λόγια που εξέφρασε ο Ιώβ και πιστεύουν ότι αν ο Ιώβ ήταν άμεμπτος και ευθύς, δεν θα έπρεπε να έχει δείξει αδυναμία ή θλίψη και όφειλε, αντ’ αυτού, να αντιμετωπίσει θετικά την επίθεση του Σατανά, και να χαμογελούσε μάλιστα όταν αντιμετώπιζε τους πειρασμούς του Σατανά. Δεν θα έπρεπε να είχε την παραμικρή αντίδραση σε οποιοδήποτε από τα μαρτύρια που επέφερε στη σάρκα του ο Σατανάς, ούτε θα έπρεπε να έχει επιδείξει κανένα από τα συναισθήματα μέσα στην καρδιά του. Θα έπρεπε μάλιστα να ζητήσει από τον Θεό να κάνει αυτές τις δοκιμασίες ακόμη πιο σκληρές. Αυτά τα γνωρίσματα θα έπρεπε να επιδεικνύει και να κατέχει κάποιος που είναι ακλόνητος και που σέβεται πραγματικά τον Θεό και αποφεύγει το κακό. Εν μέσω αυτού του ακραίου μαρτυρίου, ο Ιώβ καταράστηκε την ημέρα που γεννήθηκε. Δεν διαμαρτυρήθηκε για τον Θεό, πολύ λιγότερο δε, είχε την πρόθεση να αντιταχθεί στον Θεό. Αυτό είναι πολύ πιο εύκολο στη θεωρία παρά στην πράξη, διότι από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα, κανείς δεν έχει βιώσει ποτέ τέτοιους πειρασμούς ούτε υπέφερε όσα έπληξαν τον Ιώβ. Γιατί, λοιπόν, κανείς δεν είχε ποτέ υποβληθεί στους ίδιους πειρασμούς όπως ο Ιώβ; Επειδή, όπως το βλέπει ο Θεός, κανένας δεν μπορεί να φέρει αυτή την ευθύνη ή αποστολή από τον Θεό, κανένας δεν θα μπορούσε να φερθεί όπως φέρθηκε ο Ιώβ και επιπλέον κανένας δεν θα μπορούσε, εκτός από το να καταραστεί την ημέρα που γεννήθηκε, να μην απαρνηθεί το όνομα του Θεού και να συνεχίσει να ευλογεί το όνομα του Ιεχωβά Θεού, όπως έκανε ο Ιώβ όταν τον έπληξε αυτό το μαρτύριο. Θα μπορούσε κανείς να το κάνει αυτό; Όταν το λέμε αυτό για τον Ιώβ, επαινούμε τη συμπεριφορά του; Ήταν ένας δίκαιος άνθρωπος, και ήταν σε θέση να γίνει ένας τέτοιος μάρτυρας του Θεού, και ικανός να τρέψει τον Σατανά σε φυγή με σκυμμένο το κεφάλι, έτσι ώστε να μην έλθει ξανά ενώπιον του Θεού για να τον κατηγορήσει —οπότε γιατί είναι λάθος να τον επαινούμε; Μήπως εσείς έχετε υψηλότερα πρότυπα από τον Θεό; Μήπως εσείς θα τα πηγαίνατε ακόμα καλύτερα από τον Ιώβ όταν θα υποβαλλόσαστε σε δοκιμασίες; Ο Θεός επαινούσε τον Ιώβ —τι αντιρρήσεις θα μπορούσατε να έχετε;
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 47
Ο Ιώβ καταριέται την ημέρα που γεννήθηκε επειδή δεν θέλει ο Θεός να πονάει για χάρη του
Συχνά λέω ότι ο Θεός κοιτάζει μέσα στις καρδιές των ανθρώπων, ενώ οι άνθρωποι κοιτούν την εξωτερική εμφάνιση των ανθρώπων. Επειδή ο Θεός κοιτάζει μέσα στις καρδιές των ανθρώπων, κατανοεί την ουσία τους, ενώ οι άνθρωποι ορίζουν την ουσία των άλλων με βάση την εξωτερική τους εμφάνιση. Όταν ο Ιώβ άνοιξε το στόμα του και καταράστηκε την ημέρα που γεννήθηκε, αυτή η πράξη εξέπληξε όλους τους πνευματικούς ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων των τριών φίλων του Ιώβ. Ο άνθρωπος προήλθε από τον Θεό και θα έπρεπε να είναι ευγνώμων για τη ζωή και τη σάρκα, καθώς και για την ημέρα της γέννησής του, τα οποία του δόθηκαν από τον Θεό και δεν έπρεπε να τα καταριέται. Αυτό είναι κάτι που οι συνηθισμένοι άνθρωποι μπορούν να κατανοήσουν και να αντιληφθούν. Για όποιον ακολουθεί τον Θεό, η κατανόηση αυτού του γεγονότος είναι ιερή και απαραβίαστη, συνιστά αναλλοίωτη αλήθεια. Ο Ιώβ, από την άλλη, έσπασε τους κανόνες: καταράστηκε την ημέρα που γεννήθηκε. Πρόκειται για μια πράξη που οι συνηθισμένοι άνθρωποι θεωρούν ότι συνιστά πέρασμα σε απαγορευμένη περιοχή. Όχι μόνο δεν δικαιούται ο Ιώβ την κατανόηση και τη συμπόνια των ανθρώπων, δεν δικαιούται ούτε τη συγχώρεση του Θεού. Παράλληλα, ακόμα περισσότεροι άνθρωποι αμφισβητούν τη δικαιοσύνη του Ιώβ, επειδή φαινόταν ότι η εύνοια του Θεού έκανε τον Ιώβ άπληστο, τον έκανε τόσο θρασύ και απερίσκεπτο που όχι μόνο δεν ευχαριστούσε τον Θεό που τον ευλογούσε και τον φρόντιζε κατά τη διάρκεια της ζωής του, αλλά αναθεμάτιζε την ημέρα που γεννήθηκε. Τι είναι αυτό, αν όχι εναντίωση στον Θεό; Τέτοιες επιπολαιότητες παρέχουν στους ανθρώπους την απόδειξη για να καταδικάσουν αυτή την ενέργεια του Ιώβ, αλλά ποιος μπορεί να ξέρει τι πραγματικά σκεφτόταν ο Ιώβ εκείνη τη στιγμή; Ποιος μπορεί να γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο ο Ιώβ συμπεριφέρθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο; Μόνο ο ίδιος ο Θεός και ο Ιώβ γνωρίζουν την πραγματική ιστορία και τους λόγους σ’ αυτή την περίπτωση.
Όταν ο Σατανάς άπλωσε το χέρι του για να προσβάλει τα οστά του Ιώβ, ο Ιώβ έπεσε στα νύχια του, χωρίς να έχει τα μέσα να ξεφύγει ή τη δύναμη να αντισταθεί. Το σώμα και η ψυχή του υπέστησαν απίστευτο πόνο, και αυτός ο πόνος τον έκανε να συνειδητοποιήσει σε βάθος το πόσο ασήμαντος, εύθραυστος και ανίσχυρος είναι ο άνθρωπος που ζει στη σάρκα. Παράλληλα, κατανόησε και εκτίμησε σε βάθος το γιατί ο Θεός θέλει να φροντίζει και να ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα. Στα νύχια του Σατανά, ο Ιώβ συνειδητοποίησε ότι ο άνθρωπος, ο οποίος είναι από σάρκα και οστά, είναι όντως πολύ ανίσχυρος και αδύναμος. Όταν έπεσε στα γόνατα και προσευχόταν στον Θεό, ένιωθε σαν να κάλυψε ο Θεός το πρόσωπό Του και να κρύφτηκε, διότι ο Θεός τον είχε αφήσει πλήρως στα χέρια του Σατανά. Την ίδια στιγμή, ο Θεός έκλαιγε γι’ αυτόν, και, επιπλέον, στεναχωριόταν γι’ αυτόν. Ο Θεός πόνεσε με τον πόνο του και πληγώθηκε από τις πληγές του… Ο Ιώβ αισθάνθηκε τον πόνο του Θεού, καθώς και πόσο αφόρητος ήταν για τον Θεό… Ο Ιώβ δεν ήθελε να φέρει πια θλίψη στον Θεό, ούτε ήθελε ο Θεός να κλαίει γι’ αυτόν, πολύ λιγότερο δε, ήθελε να δει τον Θεό να πονάει εξαιτίας του. Εκείνη τη στιγμή, ο Ιώβ ήθελε μόνο να απελευθερωθεί από τη σάρκα του, για να μην υπομένει πια τον πόνο που του έφερε αυτή η σάρκα, διότι έτσι θα σταματούσε ο Θεός να βασανίζεται από τον δικό του πόνο —ωστόσο δεν μπορούσε, και έπρεπε να ανεχτεί όχι μόνο τον πόνο της σάρκας, αλλά και το μαρτύριο του να μη θέλει να ανησυχήσει τον Θεό. Αυτοί οι δύο πόνοι —ένας από τη σάρκα και ένας από το πνεύμα— έσκιζαν την καρδιά και τα σωθικά του Ιώβ, και τον έκαναν να αισθάνεται πώς τα όρια του ανθρώπου που είναι από σάρκα και οστά μπορούν να κάνουν κάποιον να αισθάνεται απόγνωση και ανημποριά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η λαχτάρα του για τον Θεό γινόταν ολοένα και πιο μεγάλη και το μίσος του για τον Σατανά γινόταν ολοένα και πιο έντονο. Εκείνη τη στιγμή, ο Ιώβ θα προτιμούσε να μην έχει γεννηθεί ποτέ στον κόσμο των ανθρώπων, θα προτιμούσε να μην υπήρχε, από το να βλέπει τον Θεό να δακρύζει ή να αισθάνεται πόνο για χάρη του. Άρχισε να μισεί τη σάρκα του σε βάθος, να αποστρέφεται τον εαυτό του, την ημέρα που γεννήθηκε, ακόμη και όλα όσα τον αφορούσαν. Δεν ήθελε να υπάρχει άλλη αναφορά στην ημέρα της γέννησής του ή σε οτιδήποτε άλλο είχε να κάνει με αυτή και έτσι, άνοιξε το στόμα του και καταράστηκε την ημέρα που γεννήθηκε: «Είθε να χαθή η ημέρα καθ’ ην εγεννήθην, και η νυξ καθ’ ην είπον, Εγεννήθη αρσενικόν. Η ημέρα εκείνη να ήναι σκότος· ο Θεός να μη αναζητήση αυτήν άνωθεν, και να μη φέγξη επ’ αυτήν φως» (Ιώβ 3:3-4). Τα λόγια του Ιώβ δείχνουν το μίσος του για τον εαυτό του: «Είθε να χαθή η ημέρα καθ’ ην εγεννήθην, και η νυξ καθ’ ην είπον, Εγεννήθη αρσενικόν», καθώς και την ενοχή που ένιωθε για τον εαυτό του και την αίσθηση του χρέους εξαιτίας του πόνου που προκάλεσε στον Θεό: «Η ημέρα εκείνη να ήναι σκότος· ο Θεός να μη αναζητήση αυτήν άνωθεν, και να μη φέγξη επ’ αυτήν φως». Αυτά τα δύο αποσπάσματα εκφράζουν απόλυτα το πώς ένιωθε τότε ο Ιώβ, και επιδεικνύουν πλήρως την τελειότητα και την ακεραιότητά του έναντι όλων. Την ίδια στιγμή, όπως ήθελε ο Ιώβ, η πίστη και η υποταγή του στον Θεό, καθώς και ο σεβασμός του για τον Θεό, είχαν πραγματικά ανυψωθεί. Φυσικά, αυτή η ανύψωση ήταν ακριβώς το αποτέλεσμα που προσδοκούσε ο Θεός.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 48
Ο Ιώβ νικάει τον Σατανά και γίνεται ένας αληθινός άνθρωπος στα μάτια του Θεού
Όταν ο Ιώβ υποβλήθηκε για πρώτη φορά στη δοκιμασία του, έχασε όλη του την περιουσία και όλα τα παιδιά του, αλλά δεν έπεσε κάτω ούτε είπε τίποτα που να πρόσβαλλε τον Θεό ως αποτέλεσμα αυτού. Είχε νικήσει τους πειρασμούς του Σατανά και είχε υπερβεί τα υλικά πλούτη, τα παιδιά του και τη δοκιμασία του να χάσει όλα τα εξωτερικά πράγματά του, τουτέστιν ήταν σε θέση να υποταχθεί στα όσα του στέρησε ο Θεός, αλλά και να ευχαριστήσει και να δοξολογήσει τον Θεό χάρη στα όσα Εκείνος έπραττε. Αυτή ήταν η συμπεριφορά του Ιώβ κατά τον πρώτο πειρασμό του Σατανά, και αυτή ήταν και η μαρτυρία του Ιώβ κατά την πρώτη δοκιμασία του Θεού. Στη δεύτερη δοκιμασία, ο Σατανάς άπλωσε το χέρι του να πλήξει τον Ιώβ και, παρόλο που ο Ιώβ βίωσε πόνο άνευ προηγουμένου, η μαρτυρία του και μόνο αρκούσε για να αφήσει τους ανθρώπους άναυδους. Χρησιμοποίησε το ψυχικό σθένος, την πίστη και την υποταγή του στον Θεό, καθώς και τον σεβασμό του για τον Θεό, για να κατατροπώσει για άλλη μια φορά τον Σατανά, και η συμπεριφορά και η μαρτυρία του έτυχαν και πάλι της αναγνώρισης και της αποδοχής του Θεού. Κατά τη διάρκεια αυτού του πειρασμού, ο Ιώβ χρησιμοποίησε την πραγματική του συμπεριφορά για να διακηρύξει στον Σατανά ότι ο πόνος της σάρκας δεν θα μπορούσε να μεταβάλει την πίστη και την υποταγή του στον Θεό ή να αφαιρέσει τη σύνδεσή του με τον Θεό και τη θεοφοβούμενη καρδιά του. Δεν θα αποκήρυσσε τον Θεό ούτε θα εγκατέλειπε την τελειότητα και την ακεραιότητά του επειδή αντιμετώπιζε τον θάνατο. Η ακλόνητη αποφασιστικότητα του Ιώβ έκανε τον Σατανά να φανεί δειλός, η πίστη του άφησε τον Σατανά φοβισμένο και τρομοκρατημένο, η ένταση με την οποία πολέμησε στη μάχη ζωής και θανάτου εναντίον του Σατανά προκάλεσε βαθύ μίσος και κακία στον Σατανά. Η τελειότητα και η ακεραιότητά του δεν άφησαν περιθώριο στον Σατανά να τον βλάψει περισσότερο, οπότε ο Σατανάς εγκατέλειψε τις επιθέσεις εναντίον του και εγκατέλειψε τις κατηγορίες του κατά του Ιώβ που είχε προβάλει ενώπιον του Ιεχωβά Θεού. Αυτό σήμαινε ότι ο Ιώβ είχε νικήσει τα επίγεια, είχε νικήσει τη σάρκα, είχε νικήσει τον Σατανά και είχε νικήσει τον θάνατο. Ήταν άνθρωπος που ανήκε εντελώς και απολύτως στον Θεό. Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο δοκιμασιών, ο Ιώβ έμεινε σταθερός στη μαρτυρία του, όντως βίωσε την τελειότητα και την ακεραιότητά του, και το πεδίο των αρχών με τις οποίες ζούσε, δηλαδή να σέβεται τον Θεό και να αποφεύγει το κακό, διευρύνθηκε. Αφότου υποβλήθηκε σε αυτές τις δύο δοκιμασίες, η ζωή του περιείχε μια πλουσιότερη εμπειρία, και αυτή η εμπειρία τον έκανε πιο ώριμο και έμπειρο, τον έκανε δυνατότερο και με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, και τον έκανε πιο σίγουρο για την ορθότητα και την αξία της ακεραιότητας στην οποία παρέμενε σταθερός. Οι δοκιμασίες που έδωσε ο Ιεχωβά Θεός στον Ιώβ τού έδωσαν τη δυνατότητα να βιώσει και να αισθανθεί βαθιά το πόσο νοιάζεται ο Θεός για τον άνθρωπο, και του επέτρεψαν να αντιληφθεί πόσο πολύτιμη είναι η αγάπη του Θεού, και από εκείνο το σημείο ο φόβος Θεού που είχε ο Ιώβ έφεραν και ενδιαφέρον και αγάπη για τον Θεό. Οι δοκιμασίες του Ιεχωβά Θεού όχι μόνο δεν έδιωξαν τον Ιώβ μακριά από Αυτόν, αλλά έφεραν την καρδιά του Ιώβ πιο κοντά στον Θεό. Όταν ο σαρκικός πόνος που υπέμεινε ο Ιώβ έφτασε στο αποκορύφωμά του, το ενδιαφέρον που ένιωθε από τον Ιεχωβά Θεό τον οδήγησε να μην μπορεί παρά να καταραστεί την ημέρα που γεννήθηκε. Αυτήν τη συμπεριφορά δεν την είχε προγραμματίσει από καιρό, αλλά ήταν μια φυσική αποκάλυψη ενδιαφέροντος και στοργικής αγάπης για τον Θεό μέσα από την καρδιά του· ήταν μια φυσική αποκάλυψη που προήλθε από το ενδιαφέρον και τη στοργική αγάπη του για τον Θεό. Τουτέστιν, επειδή μισούσε τον εαυτό του, και δεν ήθελε, και δεν μπορούσε να αντέξει να πονάει τον Θεό, το ενδιαφέρον και η στοργική αγάπη του έφτασαν στο σημείο να απαρνηθεί τον εαυτό του. Τότε, ο Ιώβ ανύψωσε τη μακρόχρονη λατρεία και λαχτάρα του για τον Θεό και την προσκόλληση στον Θεό στο επίπεδο του ενδιαφέροντος και της στοργικής αγάπης. Παράλληλα, ανύψωσε, επίσης, την πίστη και την υποταγή του στον Θεό και τον σεβασμό του στον Θεό στο επίπεδο του ενδιαφέροντος και της στοργικής αγάπης. Δεν επέτρεψε στον εαυτό του να κάνει οτιδήποτε που θα μπορούσε να βλάψει τον Θεό, δεν επέτρεψε στον εαυτό του οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα έβλαπτε τον Θεό και δεν επέτρεψε στον εαυτό του να φέρει λύπη, πόνο ή ακόμα και δυστυχία στον Θεό για χάρη του. Στα μάτια του Θεού, παρόλο που ο Ιώβ ήταν ακόμα ο ίδιος Ιώβ όπως πριν, η πίστη του Ιώβ, η υποταγή και ο σεβασμός για τον Θεό είχαν ικανοποιήσει και ευχαριστήσει τον Θεό πλήρως. Εκείνη τη στιγμή, ο Ιώβ είχε επιτύχει την τελειότητα που ο Θεός προσδοκούσε, είχε γίνει κάποιος αληθινά άξιος να αποκαλείται «άμεμπτος και ευθύς» στα μάτια του Θεού. Τα δίκαια έργα του τού επέτρεψαν να νικήσει τον Σατανά και να μείνει σταθερός στη μαρτυρία του προς τον Θεό. Επιπλέον, τα δίκαια έργα του τον οδήγησαν στην τελείωση, και επέτρεψαν στην αξία της ζωής του να ανυψωθεί και να κάνει υπέρβαση, ενώ τον κατέστησαν και τον πρώτο άνθρωπο που δεν θα δεχόταν πλέον επιθέσεις και πειρασμούς από τον Σατανά. Επειδή ο Ιώβ ήταν δίκαιος, κατηγορήθηκε και μπήκε σε πειρασμό από τον Σατανά. Επειδή ο Ιώβ ήταν δίκαιος, παραδόθηκε στον Σατανά. Και επειδή ο Ιώβ ήταν δίκαιος, κατάφερε να νικήσει και να κατατροπώσει τον Σατανά και να μείνει σταθερός στη μαρτυρία του. Από τότε και στο εξής, ο Ιώβ έγινε ο πρώτος άνθρωπος που δεν θα παραδιδόταν ποτέ πια στον Σατανά, ήλθε πράγματι ενώπιον του θρόνου του Θεού και έζησε στο φως υπό τις ευλογίες του Θεού χωρίς να τον κατασκοπεύει ή να τον βασανίζει ο Σατανάς… Είχε γίνει ένας αληθινός άνθρωπος στα μάτια του Θεού, είχε απελευθερωθεί…
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 49
Στην καθημερινή ζωή του Ιώβ βλέπουμε την τελειότητα, την ακεραιότητα, τον σεβασμό για τον Θεό και την αποφυγή του κακού
Αν θέλουμε να συζητήσουμε για τον Ιώβ, τότε πρέπει να ξεκινήσουμε με την εκτίμηση του όπως την εξέφρασε το στόμα του Θεού: «Δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού».
Ας μάθουμε πρώτα για την τελειότητα και την ακεραιότητα του Ιώβ.
Πώς αντιλαμβάνεστε τις λέξεις «άμεμπτος» και «ευθύς»; Πιστεύετε ότι ο Ιώβ ήταν άψογος, ότι ήταν έντιμος; Αυτό, βέβαια, θα συνιστούσε κυριολεκτική ερμηνεία και κατανόηση των λέξεων «άμεμπτος» και «ευθύς». Καίριας σημασίας για να κατανοήσει όντως κανείς τον Ιώβ είναι το πλαίσιο της πραγματικής ζωής —τα λόγια, τα βιβλία και η θεωρία από μόνα τους δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις. Θα ξεκινήσουμε εξετάζοντας την οικογενειακή ζωή του Ιώβ, ποια ήταν η κανονική του διαγωγή κατά τη διάρκεια της ζωής του. Έτσι, θα διακρίνουμε τις αρχές και τους στόχους του στη ζωή, καθώς και την προσωπικότητα και τις επιδιώξεις του. Τώρα, ας διαβάσουμε τα τελευταία λόγια στο Ιώβ 1:3: «Ήτο ο άνθρωπος εκείνος ο μεγαλήτερος πάντων των κατοίκων της Ανατολής». Αυτά τα λόγια λένε ότι το κύρος και η θέση του Ιώβ ήταν πολύ υψηλά, και παρόλο που δεν μας λένε αν ο λόγος για τον οποίο ήταν ο μεγαλύτερος από όλους τους ανθρώπους της Ανατολής ήταν λόγω της μεγάλης περιουσίας του ή επειδή ήταν άμεμπτος και ευθύς και σεβόταν τον Θεό αποφεύγοντας παράλληλα το κακό, γενικά, γνωρίζουμε ότι το κύρος και η θέση του Ιώβ έχαιραν μεγάλης εκτίμησης. Όπως καταγράφηκε στη Βίβλο, οι πρώτες εντυπώσεις των ανθρώπων από τον Ιώβ ήταν ότι ο Ιώβ ήταν άμεμπτος, ότι σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό και ότι διέθετε μεγάλο πλούτο και κύρος. Για ένα φυσιολογικό άτομο που ζει σε ένα τέτοιο περιβάλλον και κάτω από τέτοιες συνθήκες, η διατροφή του Ιώβ, η ποιότητα ζωής και οι διάφορες πτυχές της προσωπικής του ζωής θα ήταν το επίκεντρο της προσοχής των περισσότερων ανθρώπων. Συνεπώς, πρέπει να συνεχίσουμε να διαβάζουμε τις Γραφές: «Και υπήγαινον οι υιοί αυτού και έκαμνον συμπόσια εν ταις οικίαις αυτών, έκαστος κατά την ημέραν αυτού, και έστελλον και προσεκάλουν τας τρεις αδελφάς αυτών διά να τρώγωσι και να πίνωσι μετ’ αυτών. Και ότε ετελείονον αι ημέραι του συμποσίου, έστελλεν ο Ιώβ και ηγίαζεν αυτούς, και εξεγειρόμενος πρωΐ προσέφερεν ολοκαυτώματα κατά τον αριθμόν πάντων αυτών· διότι έλεγεν ο Ιώβ, Μήπως οι υιοί μου ημάρτησαν και εβλασφήμησαν τον Θεόν εν τη καρδία αυτών. Ούτως έκαμνεν ο Ιώβ, πάντοτε» (Ιώβ 1:4-5). Αυτό το εδάφιο μάς λέει δύο πράγματα: το πρώτο είναι ότι οι γιοι και οι θυγατέρες του Ιώβ έκαναν συχνά γλέντια, όπου έτρωγαν και έπιναν πολύ. Το δεύτερο είναι ότι ο Ιώβ συχνά πρόσφερε ολοκαυτώματα επειδή συχνά ανησυχούσε για τους γιους και τις θυγατέρες του, φοβούμενος ότι είχαν αμαρτήσει, ότι στην καρδιά τους είχαν απαρνηθεί τον Θεό. Εδώ περιγράφονται οι ζωές δύο διαφορετικών τύπων ανθρώπων. Ο πρώτος, οι γιοι και οι θυγατέρες του Ιώβ, έκαναν συχνά γλέντια λόγω του πλούτου τους, ζούσαν εξωφρενικά, έτρωγαν και έπιναν μέχρι να ευχαριστηθεί η καρδιά τους κι απολάμβαναν την υψηλή ποιότητα ζωής που φέρει ο υλικός πλούτος. Ζώντας μια τέτοια ζωή, ήταν αναπόφευκτο ότι συχνά θα έπεφταν στην αμαρτία και θα ύβριζαν τον Θεό —όμως δεν αγιάζονταν οι ίδιοι ούτε προσέφεραν ολοκαυτώματα. Βλέπετε, λοιπόν, ότι ο Θεός δεν είχε θέση στην καρδιά τους, ότι δεν σκέφτονταν τις χάρες του Θεού, ούτε φοβούνταν μήπως υβρίσουν τον Θεό, πολύ λιγότερο δε, φοβόντουσαν μήπως απαρνηθούν τον Θεό στην καρδιά τους. Φυσικά, δεν επικεντρωνόμαστε στα παιδιά του Ιώβ, αλλά στο τι έκανε ο Ιώβ όταν αντιμετώπιζε αυτά τα πράγματα. Αυτό είναι το άλλο θέμα που περιγράφεται στο εδάφιο και το οποίο αφορά την καθημερινή ζωή του Ιώβ και την ανθρώπινη φύση-ουσία του. Όταν η Βίβλος περιγράφει τα γλέντια των γιων και των θυγατέρων του Ιώβ, δεν υπάρχει καμία αναφορά στον Ιώβ. Αναφέρεται μόνο ότι οι γιοι και οι θυγατέρες του συχνά έτρωγαν και έπιναν μαζί. Με άλλα λόγια, ο ίδιος δεν έκανε γλέντια, ούτε συμμετείχε στα εξωφρενικά φαγοπότια των γιων και των θυγατέρων του. Παρόλο που ήταν πλούσιος και είχε πολλά περιουσιακά στοιχεία και υπηρέτες, η ζωή του Ιώβ δεν χαρακτηριζόταν από πολυτέλεια. Ο πλούτος του δεν τον οδηγούσε να παραδίδεται στο ανώτερο περιβάλλον διαβίωσης του, να πέφτει με τα μούτρα στις απολαύσεις της σάρκας, να ξεχνά να προσφέρει ολοκαυτώματα ή, ακόμα λιγότερο, να αποφεύγει σταδιακά τον Θεό στην καρδιά του. Προφανώς, λοιπόν, ο Ιώβ ήταν πειθαρχημένος στον τρόπο ζωής του, δεν ήταν άπληστος ή φιλήδονος χάρη στις ευλογίες του Θεού προς αυτόν και δεν προσηλωνόταν στην ποιότητα ζωής. Αντιθέτως, ήταν ταπεινός και μετριόφρων, δεν έκανε επίδειξη και ήταν μετρημένος και προσεκτικός ενώπιον του Θεού. Σκεφτόταν συχνά τις χάρες και τις ευλογίες του Θεού και είχε πάντα θεοφοβούμενη καρδιά. Στην καθημερινότητά του, ο Ιώβ συχνά ξυπνούσε νωρίς για να προσφέρει ολοκαυτώματα για τους γιους και τις θυγατέρες του. Με άλλα λόγια, ο Ιώβ όχι μόνο σεβόταν τον Θεό ο ίδιος, αλλά ήλπιζε ότι και τα παιδιά του θα σέβονταν τον Θεό παρομοίως και δεν θα διέπρατταν αμαρτίες κατά του Θεού. Ο υλικός πλούτος του Ιώβ δεν είχε θέση μέσα στην καρδιά του, ούτε υποκαθιστούσε τη θέση που είχε ο Θεός. Είτε για χάρη του ίδιου είτε των παιδιών του, όλες οι καθημερινές πράξεις του Ιώβ συνδέονταν με τον σεβασμό για τον Θεό και την αποφυγή του κακού. Ο σεβασμός του για τον Ιεχωβά Θεό δεν σταματούσε στο στόμα του, αλλά γινόταν πράξη, και αντικατοπτριζόταν σε κάθε πτυχή της καθημερινής του ζωής. Αυτή η πραγματική διαγωγή του Ιώβ μάς δείχνει ότι ήταν ειλικρινής και ότι διέθετε μια ουσία που αγαπούσε τη δικαιοσύνη και τα θετικά πράγματα. Το γεγονός ότι ο Ιώβ συχνά έστελνε και αγίαζε τους γιους και τις θυγατέρες του σημαίνει ότι δεν ενέκρινε ούτε επικροτούσε τη συμπεριφορά των παιδιών του. Αντιθέτως, στην καρδιά του ένιωθε αποστροφή προς τη συμπεριφορά τους, και τους καταδίκαζε. Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά των γιων και των θυγατέρων του δεν ευχαριστούσε τον Ιεχωβά Θεό, οπότε τους καλούσε συχνά να παρουσιαστούν ενώπιον του Ιεχωβά Θεού και να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους. Οι πράξεις του Ιώβ μάς δείχνουν μια άλλη πλευρά της ανθρώπινης φύσης του, αυτή στην οποία δεν πορεύτηκε ποτέ με όσους συχνά διέπρατταν αμαρτίες και ύβριζαν τον Θεό, αλλά, αντιθέτως, τις απέφευγε και παρέμενε μακριά τους. Παρόλο που αυτοί οι άνθρωποι ήταν οι γιοι και οι θυγατέρες του, δεν απαρνήθηκε τις δικές του αρχές συμπεριφοράς επειδή επρόκειτο για τους ίδιους τους συγγενείς του, ούτε επέτρεπε τις αμαρτίες τους εξαιτίας των συναισθημάτων του. Αντιθέτως, τους παρότρυνε να εξομολογούνται και να κερδίζουν την ανεκτικότητα του Ιεχωβά Θεού και τους προειδοποιούσε να μην απαρνηθούν τον Θεό χάριν της άπληστης φιληδονίας τους. Οι αρχές σύμφωνα με τις οποίες ο Ιώβ συμπεριφερόταν στους άλλους είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις αρχές του σεβασμού του για τον Θεό και την αποφυγή του κακού. Αγαπούσε ό,τι επιδοκίμαζε ο Θεός και μισούσε ό,τι απωθούσε τον Θεό, αγαπούσε όσους σέβονταν τον Θεό στην καρδιά τους και μισούσε όσους διέπρατταν κακό ή διέπρατταν αμαρτίες κατά του Θεού. Αυτή την αγάπη και το μίσος επιδείκνυε στην καθημερινότητά του και αυτή ήταν η ακεραιότητα του Ιώβ που έβλεπαν τα μάτια του Θεού. Φυσικά, αυτή είναι και η έκφραση και το βίωμα της αληθινής ανθρώπινης φύσης του Ιώβ στις σχέσεις του με τους άλλους στην καθημερινότητά του, τα οποία πρέπει να γνωρίσουμε.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 50
Οι εκδηλώσεις της ανθρώπινης φύσης του Ιώβ κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών του (κατανοώντας την τελειότητα, την ακεραιότητα του Ιώβ, τον σεβασμό του για τον Θεό και την αποφυγή του κακού κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών του)
Όταν ο Ιώβ άκουσε ότι είχε κλαπεί η περιουσία του, ότι οι γιοι και οι θυγατέρες του είχαν χάσει τη ζωή τους και ότι οι υπηρέτες του είχαν σκοτωθεί, αντέδρασε ως εξής: «Τότε σηκωθείς ο Ιώβ διέσχισε το επένδυμα αυτού και εξύρισε την κεφαλήν αυτού και έπεσεν επί την γην και προσεκύνησε» (Ιώβ 1:20). Αυτά τα λόγια μας μιλάνε για ένα γεγονός: αφού άκουσε αυτή την είδηση, ο Ιώβ δεν πανικοβλήθηκε, δεν έκλαψε, ούτε κατηγόρησε τους υπηρέτες που του έφεραν την είδηση, πολύ λιγότερο δε, επιθεώρησε τη σκηνή του εγκλήματος για να διερευνήσει και να επαληθεύσει τις λεπτομέρειες και να μάθει τι πραγματικά συνέβη. Δεν έδειξε κανέναν πόνο ή λύπη για την απώλεια της περιουσίας του, ούτε κατέρρευσε θρηνώντας για την απώλεια των παιδιών και των αγαπημένων του. Αντιθέτως, έσκισε το ένδυμά του, ξύρισε το κεφάλι του, έπεσε στο έδαφος και προσκύνησε. Οι ενέργειες του Ιώβ διαφέρουν από αυτές ενός συνηθισμένου ανθρώπου. Προκαλούν σύγχυση σε πολλούς ανθρώπους, και τους κάνουν να επιπλήξουν τον Ιώβ στην καρδιά τους για την «ψυχρότητά του». Αν έχαναν ξαφνικά την περιουσία τους, οι κανονικοί άνθρωποι θα φαίνονταν συντετριμμένοι ή απελπισμένοι —ή, στην περίπτωση κάποιων ανθρώπων, ίσως και να έπεφταν σε βαθιά κατάθλιψη. Αυτό συμβαίνει επειδή στην καρδιά τους, η περιουσία των ανθρώπων αντιπροσωπεύει μια ζωή κόπων —είναι εκείνη στην οποία στηρίζουν την επιβίωσή τους, είναι η ελπίδα που τους κρατάει ζωντανούς. Η απώλεια της περιουσίας τους σημαίνει ότι οι κόποι τους πήγαν χαμένοι, ότι δεν έχουν ελπίδα, και μάλιστα ότι δεν έχουν μέλλον. Αυτή είναι η στάση κάθε φυσιολογικού ατόμου προς την περιουσία του και η στενή σχέση που έχει με αυτή, και αυτή είναι και η σημασία της περιουσίας στα μάτια των ανθρώπων. Ως εκ τούτου, η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων αισθάνεται σύγχυση από την αδιάφορη στάση του Ιώβ ως προς την απώλεια της περιουσίας του. Σήμερα, θα διαλύσουμε τη σύγχυση που ένιωσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι εξηγώντας τι συνέβαινε μέσα στην καρδιά του Ιώβ.
Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι, δεδομένου ότι ο Ιώβ είχε λάβει τόσο μεγάλη περιουσία από τον Θεό, ο Ιώβ θα έπρεπε να αισθάνεται ντροπή ενώπιον του Θεού εξαιτίας της απώλειας αυτών των περιουσιακών στοιχείων, διότι δεν τα είχε φυλάξει ούτε τα είχε φροντίσει, δεν είχε διατηρήσει τα περιουσιακά στοιχεία που του δόθηκαν από τον Θεό. Έτσι, όταν άκουσε ότι η περιουσία του είχε κλαπεί, η πρώτη του αντίδραση θα έπρεπε να ήταν να πάει στη σκηνή του εγκλήματος και να κάνει απογραφή όλων όσων είχαν χαθεί, και στη συνέχεια να εξομολογηθεί στον Θεό, ώστε να μπορέσει για άλλη μια φορά να λάβει τις ευλογίες του Θεού. Ο Ιώβ, όμως, δεν το έκανε, και φυσικά είχε τους λόγους του που δεν το έκανε. Στην καρδιά του, ο Ιώβ πίστευε ακράδαντα ότι ο Θεός τού είχε παραχωρήσει όλα όσα κατείχε, και δεν ήταν προϊόν του δικού του μόχθου. Συνεπώς, δεν έβλεπε αυτές τις ευλογίες ως κάτι στο οποίο έπρεπε να επενδύσει, αντίθετα βάσιζε τις αρχές της επιβίωσής του στην προσήλωση, με όλες του τις δυνάμεις, στον δρόμο τον οποίο έπρεπε να ακολουθεί. Αγαπούσε τις ευλογίες του Θεού και Τον ευχαριστούσε γι’ αυτές, αλλά δεν ήταν εξαρτημένος από τις ευλογίες, ούτε επιζητούσε περισσότερες. Αυτή ήταν η στάση του απέναντι στην περιουσία. Δεν έκανε τίποτα απλώς και μόνο για να κερδίζει ευλογίες, ούτε ανησυχούσε ή στεναχωριόταν από την έλλειψη ή την απώλεια των ευλογιών του Θεού. Δεν ένιωθε υπερβολική, τρελή χαρά εξαιτίας των ευλογιών του Θεού, ούτε αγνοούσε την οδό του Θεού ούτε ξεχνούσε τη χάρη του Θεού λόγω των ευλογιών που απολάμβανε συχνά. Η στάση του Ιώβ απέναντι στην περιουσία του αποκαλύπτει στους ανθρώπους την αληθινή του ανθρώπινη φύση: πρώτον, ο Ιώβ δεν ήταν άπληστος άνθρωπος και δεν είχε απαιτήσεις από την υλική του ζωή. Δεύτερον, ο Ιώβ δεν ανησυχούσε ποτέ ούτε φοβόταν ότι ο Θεός θα του έπαιρνε όλα όσα είχε, πράγμα που αποτελούσε τη στάση υποταγής στον Θεό που είχε μέσα στην καρδιά του. Τουτέστιν, δεν είχε απαιτήσεις ή παράπονα για το πότε ή αν ο Θεός θα έπαιρνε από αυτόν, και δεν ζητούσε τον λόγο, αλλά μόνο προσπαθούσε να υποταχθεί στις ρυθμίσεις του Θεού. Τρίτον, ποτέ δεν πίστευε ότι η περιουσία του προήλθε από τον δικό του μόχθο, αλλά ότι του παραχωρήθηκε από τον Θεό. Αυτή ήταν η πεποίθηση του Ιώβ στον Θεό και αποτελεί ένδειξη της πίστης του. Καθίσταται σαφής η ανθρώπινη φύση του Ιώβ και η αληθινή καθημερινή του επιδίωξη όπως συνοψίζεται στα τρία αυτά σημεία του; Η ανθρώπινη φύση και η επιδίωξη του Ιώβ ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ψύχραιμης συμπεριφοράς του όταν ήρθε αντιμέτωπος με την απώλεια της περιουσίας του. Ακριβώς λόγω της καθημερινής του επιδίωξης, ο Ιώβ είχε το ανάστημα και την πίστη να πει: «Ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν· είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον» κατά τις δοκιμασίες του Θεού. Αυτά τα λόγια δεν τα είχε σκεφτεί σε μια νύχτα ο Ιώβ ούτε ήταν κάτι που είχε σκαρώσει με το μυαλό του παρορμητικά. Ήταν όσα είχε δει και αποκτήσει κατά τη διάρκεια πολυετούς εμπειρίας ζωής. Σε σύγκριση με όλους όσοι αναζητούν μόνο τις ευλογίες του Θεού και φοβούνται ότι ο Θεός θα πάρει από αυτούς, και το απεχθάνονται και παραπονούνται γι’ αυτό, δεν είναι πολύ πραγματική η υποταγή του Ιώβ; Σε σύγκριση με όλους όσοι πιστεύουν ότι υπάρχει Θεός, αλλά οι οποίοι ποτέ δεν πίστευαν ότι ο Θεός κυριαρχεί στα πάντα, δεν διαθέτει ο Ιώβ μεγάλη ειλικρίνεια και ακεραιότητα;
Ο ορθολογισμός του Ιώβ
Οι πραγματικές εμπειρίες του Ιώβ και η ακέραια και ειλικρινής του ανθρώπινη φύση σήμαινε ότι έκανε την πιο ορθολογική κρίση και επιλογές όταν έχασε την περιουσία και τα παιδιά του. Τέτοιες ορθολογικές επιλογές ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με τις καθημερινές του επιδιώξεις και τα έργα του Θεού, τα οποία γνώρισε κατά την καθημερινότητά του. Η ειλικρίνεια του Ιώβ τον κατέστησε ικανό να πιστέψει ότι το χέρι του Ιεχωβά κυριαρχεί στα πάντα. Η πίστη του τού επέτρεψε να γνωρίζει το γεγονός της κυριαρχίας του Ιεχωβά Θεού επί των πάντων. Η γνώση του τον έκανε πρόθυμο και ικανό να υποταχθεί στην κυριαρχία και τις ρυθμίσεις του Ιεχωβά Θεού. Η υποταγή του του επέτρεψε να είναι όλο και πιο αληθινός στον σεβασμό του για τον Ιεχωβά Θεό. Ο σεβασμός του τον έκανε όλο και πιο αληθινό στην αποφυγή του κακού. Τελικά, ο Ιώβ τελειώθηκε επειδή σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό. Η τελείωσή του τον έκανε σοφό και του χάρισε τον μέγιστο ορθολογισμό.
Πώς θα πρέπει να κατανοήσουμε τη λέξη «ορθολογικός»; Μια κυριολεκτική ερμηνεία είναι ότι σημαίνει να είναι κανείς λογικός, να είναι συνετός και να διαθέτει λογική σκέψη, να διαθέτει ορθό λόγο, πράξεις και κρίση και να διαθέτει ορθούς και απλούς ηθικούς κανόνες. Ωστόσο, ο ορθολογισμός του Ιώβ δεν ερμηνεύεται τόσο εύκολα. Όταν λέγεται εδώ ότι ο Ιώβ κατείχε τον μέγιστο ορθολογισμό, αυτό λέγεται σε σχέση με την ανθρώπινη φύση και τη διαγωγή του ενώπιον του Θεού. Επειδή ο Ιώβ ήταν ειλικρινής, μπορούσε να πιστέψει και να υποταχθεί στην κυριαρχία του Θεού, γεγονός που του έδωσε μια γνώση που δεν ήταν εφικτή από τους άλλους, και αυτή η γνώση τού επέτρεψε να διακρίνει, να κρίνει και να ορίζει καλύτερα αυτό που τον έπληξε, του επέτρεψε να επιλέξει με μεγαλύτερη ακρίβεια και διορατικότητα τι έπρεπε να κάνει και πού έπρεπε να παραμείνει σταθερός. Τουτέστιν, τα λόγια, η συμπεριφορά, οι αρχές πίσω από τις πράξεις του και ο κώδικας με τον οποίο ενεργούσε ήταν απλά, σαφή και συγκεκριμένα και δεν ήταν τυφλά, παρορμητικά ή βασισμένα στο συναίσθημα. Ήξερε πώς να αντιμετωπίζει ό,τι κι αν τον έπληττε, ήξερε πώς να εξισορροπεί και να χειρίζεται τις σχέσεις μεταξύ πολύπλοκων γεγονότων, ήξερε πώς να μένει σταθερός στην οδό που όφειλε να παραμείνει σταθερός και, επιπλέον, ήξερε πώς να αντιμετωπίζει το γεγονός ότι ο Ιεχωβά Θεός έδινε και αφαιρούσε. Αυτός ήταν ο ορθολογισμός του Ιώβ. Ακριβώς επειδή ο Ιώβ διέθετε αυτόν τον ορθολογισμό, είπε: «Ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν· είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον» όταν έχασε την περιουσία του και τους γιους και τις θυγατέρες του.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 51
Το πραγματικό πρόσωπο του Ιώβ: αληθινό, αγνό, και ειλικρινές
Ας διαβάσουμε τον Ιώβ 2:7-8: «Τότε εξήλθεν ο Σατανάς απ’ έμπροσθεν του Ιεχωβά και επάταξε τον Ιώβ με έλκος κακόν από του ίχνους των ποδών αυτού έως της κορυφής αυτού. Και έλαβεν εις εαυτόν όστρακον, διά να ξύηται με αυτό· και εκάθητο εν μέσω της σποδού». Αυτή είναι μια περιγραφή της διαγωγής του Ιώβ όταν εμφανίστηκαν ανοιχτές πληγές πάνω στο σώμα του. Τότε, ο Ιώβ κάθισε στις στάχτες καθώς υπέμενε τον πόνο. Κανείς δεν του παρείχε θεραπεία και κανείς δεν τον βοήθησε να απαλύνει τον σωματικό του πόνο. Αντ’ αυτού, χρησιμοποίησε ένα κεραμίδι για να ξύνει την επιφάνεια των ανοιχτών πληγών. Εκ πρώτης όψεως, αυτό ήταν απλώς ένα στάδιο στο μαρτύριο του Ιώβ και δεν έχει καμία σχέση με την ανθρώπινη φύση του και τον σεβασμό για τον Θεό, διότι ο Ιώβ δεν χρησιμοποίησε λόγο για να εκφράσει τη ψυχική διάθεση και τις απόψεις του εκείνη τη στιγμή. Ωστόσο, οι πράξεις του Ιώβ και η συμπεριφορά του εξακολουθούν να αποτελούν μια αληθινή έκφραση της ανθρώπινης φύσης του. Στο προηγούμενο κεφάλαιο, διαβάσαμε ότι ο Ιώβ ήταν ο μεγαλύτερος όλων των ανθρώπων της Ανατολής. Αυτό το εδάφιο από το δεύτερο κεφάλαιο, εντωμεταξύ, μας δείχνει ότι αυτός ο σπουδαίος άνθρωπος της Ανατολής πήρε στ’ αλήθεια ένα κεραμίδι για να ξύνεται, ενώ καθόταν ανάμεσα στις στάχτες. Δεν υπάρχει άραγε σαφής αντίθεση μεταξύ των δύο αυτών περιγραφών; Πρόκειται για μια αντίθεση που μας δείχνει τον αληθινό εαυτό του Ιώβ: παρά την ευυπόληπτη θέση του και το κύρος του, ποτέ δεν αγάπησε ούτε έδωσε καμιά προσοχή σε αυτά τα πράγματα. Δεν τον ενδιέφερε το πώς οι άλλοι έβλεπαν το κύρος του, ούτε ανησυχούσε για το αν οι πράξεις του ή η συμπεριφορά του θα είχαν αρνητικές συνέπειες για το κύρος του. Δεν απολάμβανε τα οφέλη της θέσης του, ούτε απολάμβανε τη δόξα που συνόδευε το κύρος και τη θέση του. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η αξία και η σημασία του τρόπου ζωής του στα μάτια του Ιεχωβά Θεού. Ο αληθινός εαυτός του Ιώβ ήταν η ίδια η ουσία του: δεν αγαπούσε τη φήμη και τα πλούτη και δεν ζούσε για τη φήμη και τα πλούτη. Ήταν αληθινός, αγνός και ειλικρινής.
Ο διαχωρισμός μεταξύ αγάπης και μίσους από τον Ιώβ
Μια άλλη πλευρά της ανθρώπινης φύσης του Ιώβ επιδεικνύεται σε αυτή τη συνομιλία μεταξύ του ίδιου και της γυναίκας του: «Τότε είπε προς αυτόν η γυνή αυτού, Έτι κρατείς την ακεραιότητά σου; Βλασφήμησον τον Θεόν και απόθανε. Ο δε είπε προς αυτήν, Ελάλησας ως λαλεί μία εκ των αφρόνων γυναικών· τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τις αντιξοότητες δεν θέλομεν δεχθή;» (Ιώβ 2:9-10). Βλέποντας το μαρτύριο που υπέφερε, η γυναίκα του Ιώβ προσπάθησε να συμβουλεύσει τον Ιώβ για να τον βοηθήσει να ξεφύγει από το μαρτύριο του, αλλά ο Ιώβ δεν επιδοκίμασε τις «καλές προθέσεις». Αντ’ αυτού, προκάλεσαν τον θυμό του, διότι η γυναίκα του αρνήθηκε την πίστη και την υποταγή του στον Ιεχωβά Θεό, και επίσης αρνήθηκε την ύπαρξη του Ιεχωβά Θεού. Αυτό ήταν απαράδεκτο για τον Ιώβ, γιατί ποτέ δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό του να κάνει οτιδήποτε που να αντιτίθεται ή να βλάπτει τον Θεό, να μη μιλήσουμε για τους άλλους. Πώς θα μπορούσε να παραμείνει αδιάφορος όταν είδε τους άλλους να εκφράζουν λόγια που βλασφημούσαν και προσέβαλαν τον Θεό; Γι’ αυτό αποκάλεσε τη γυναίκα του «άφρονα γυναίκα». Η στάση του Ιώβ απέναντι στη γυναίκα του χαρακτηριζόταν από θυμό και μίσος, καθώς και από αποδοκιμασία και επίπληξη. Αυτή ήταν η φυσική έκφραση της ανθρώπινης φύσης του Ιώβ που διαφοροποιείται μεταξύ αγάπης και μίσους, και αντιπροσώπευε όντως την ακέραια ανθρώπινη φύση του. Ο Ιώβ διέθετε μια αίσθηση δικαιοσύνης, που τον έκανε να μισεί τις κακές τάσεις και τα κακά ρεύματα και να αποστρέφεται, να καταδικάζει και να απορρίπτει την παράλογη αίρεση, τα γελοία επιχειρήματα και τους αστείους ισχυρισμούς και του επέτρεπε να τηρεί τις δικές του, σωστές αρχές και στάση όταν είχε απορριφθεί από τις μάζες και εγκαταλείφθηκε από όσους ήταν κοντά του.
Η καλοσύνη και η ειλικρίνεια του Ιώβ
Επειδή, από τη συμπεριφορά του Ιώβ, μπορούμε να διακρίνουμε την έκφραση διαφόρων πτυχών της ανθρώπινης φύσης του, ποια στοιχεία της ανθρώπινης φύσης του Ιώβ βλέπουμε όταν άνοιξε το στόμα του για να καταραστεί την ημέρα που γεννήθηκε; Αυτό είναι το θέμα που θα συζητήσουμε παρακάτω.
Πιο πάνω, μίλησα για τους λόγους που ο Ιώβ καταράστηκε την ημέρα που γεννήθηκε. Τι καταλαβαίνετε απ’ αυτό; Εάν ο Ιώβ ήταν σκληρόκαρδος και άστοργος, αν ήταν ψυχρός και δεν είχε συναισθήματα και στερούταν της ανθρώπινης φύσης, θα μπορούσε να δείξει ενδιαφέρον για τις προθέσεις του Θεού; Θα μπορούσε άραγε να είχε μισήσει την ημέρα που γεννήθηκε επειδή νοιαζόταν για την καρδιά του Θεού; Με άλλα λόγια, αν ο Ιώβ ήταν σκληρόκαρδος και στερούταν της ανθρώπινης φύσης, θα μπορούσε να στενοχωρηθεί για τον πόνο του Θεού; Θα μπορούσε να είχε καταραστεί την ημέρα που γεννήθηκε επειδή ο Θεός είχε στεναχωρηθεί γι’ αυτόν; Η απάντηση είναι: φυσικά και όχι! Επειδή ήταν καλόκαρδος, ο Ιώβ νοιαζόταν για την καρδιά του Θεού. Επειδή νοιαζόταν για την καρδιά του Θεού, ο Ιώβ διαισθανόταν τον πόνο του Θεού. Επειδή ήταν καλόκαρδος, υπέφερε μεγαλύτερο μαρτύριο λόγω του ότι διαισθανόταν τον πόνο του Θεού. Επειδή διαισθανόταν τον πόνο του Θεού, άρχισε να μισεί την ημέρα που γεννήθηκε, οπότε καταράστηκε την ημέρα αυτή. Για όσους είναι θεατές, η όλη συμπεριφορά του Ιώβ κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών του είναι υποδειγματική. Μόνο το γεγονός που καταράστηκε την ημέρα που γεννήθηκε βάζει ένα ερωτηματικό πάνω από την τελειότητα και την ακεραιότητά του, ή προσφέρει μια διαφορετική εκτίμηση. Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν η πιο αληθινή έκφραση της ανθρώπινης φύσης-ουσίας του Ιώβ. Η ανθρώπινη φύση-ουσία του δεν ήταν κρυμμένη ούτε καλυμμένη ούτε επεξεργάστηκε από κάποιον άλλο. Όταν καταράστηκε την ημέρα που γεννήθηκε, έδειξε την καλοσύνη και την ειλικρίνεια που υπήρχαν βαθιά μέσα στην καρδιά του. Ήταν σαν μια πηγή της οποίας τα νερά είναι τόσο διαυγή και διάφανα, ώστε βλέπει κανείς τον πυθμένα της.
Έχοντας μάθει όλα αυτά για τον Ιώβ, οι περισσότεροι άνθρωποι θα έχουν αναμφισβήτητα μια αρκετά ακριβή και αντικειμενική εκτίμηση της ανθρώπινης φύσης-ουσίας του Ιώβ. Θα πρέπει επίσης να έχουν αναπτύξει μια βαθιά, πρακτική και πιο μεγάλη κατανόηση και εκτίμηση της τελειότητας και της ακεραιότητας του Ιώβ όπως εκφράζονται από τον Θεό. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η κατανόηση και η εκτίμηση θα βοηθήσουν τους ανθρώπους να μπουν στην οδό του σεβασμού του Θεού και της αποφυγής του κακού.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 52
Η σχέση μεταξύ της παράδοσης του Ιώβ από τον Θεό στον Σατανά και των στόχων του έργου του Θεού
Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι τώρα αναγνωρίζουν ότι ο Ιώβ ήταν άμεμπτος και ευθύς και ότι σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό, αυτή η αναγνώριση δεν τους κάνει να κατανοούν καλύτερα τις προθέσεις του Θεού. Ενώ ζηλεύουν την ανθρώπινη φύση και την επιδίωξη του Ιώβ, θέτουν την ακόλουθη ερώτηση στον Θεό: αφού ο Ιώβ ήταν τόσο άμεμπτος και ευθύς, οι άνθρωποι τον λάτρευαν τόσο πολύ, γιατί ο Θεός τον παρέδωσε στον Σατανά και τον υπέβαλε σε τόσα πολλά μαρτύρια; Τέτοια ερωτήματα σίγουρα υπάρχουν στην καρδιά πολλών ανθρώπων —ή μάλλον, αυτή η αμφιβολία είναι το ερώτημα στην καρδιά πολλών ανθρώπων. Δεδομένου ότι έχει προκαλέσει σύγχυση σε τόσους πολλούς ανθρώπους, πρέπει να θέσουμε αυτό το ερώτημα επί τάπητος και να το ερμηνεύσουμε σωστά.
Ό,τι κάνει ο Θεός είναι απαραίτητο, και έχει εξαιρετική σημασία, διότι όλα όσα κάνει μέσα στον άνθρωπο αφορούν τη διαχείρισή Του και τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Φυσικά, το έργο που επιτέλεσε ο Θεός στον Ιώβ δεν διαφέρει, παρόλο που ο Ιώβ ήταν άμεμπτος και ευθύς στα μάτια του Θεού. Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από το τι κάνει ο Θεός ή τα μέσα με τα οποία το κάνει, ανεξάρτητα από το κόστος, ανεξάρτητα από τον στόχο Του, ο σκοπός των πράξεών Του δεν αλλάζει. Ο σκοπός του είναι να προσθέσει στον άνθρωπο τα λόγια του Θεού, όπως και τις απαιτήσεις και τις προθέσεις του Θεού για τον άνθρωπο· με άλλα λόγια, είναι να προσθέσει στον άνθρωπο ό,τι πιστεύει ο Θεός ότι είναι θετικό σύμφωνα με τα στάδιά Του, επιτρέποντας στον άνθρωπο να καταλάβει την καρδιά του Θεού και να κατανοήσει την ουσία του Θεού και να επιτρέψει στον άνθρωπο να υποταχθεί στην κυριαρχία και τις ρυθμίσεις του Θεού, επιτρέποντας έτσι στον άνθρωπο να επιτύχει σεβασμό για τον Θεό και αποφυγή του κακού —όλα αυτά είναι μια πτυχή του σκοπού του Θεού σε όλα όσα κάνει. Η άλλη άποψη είναι ότι, επειδή ο Σατανάς είναι το αντιθετικό στοιχείο και το αντικείμενο υπηρεσίας στο έργο του Θεού, ο άνθρωπος συχνά παραδίδεται στον Σατανά· αυτό είναι το μέσο που χρησιμοποιεί ο Θεός για να επιτρέψει στους ανθρώπους να δουν στους πειρασμούς και στις επιθέσεις του Σατανά τη μοχθηρία, την ασχήμια και την ευτέλεια του Σατανά, κάνοντας έτσι τους ανθρώπους να μισούν τον Σατανά και να είναι σε θέση να γνωρίζουν και να αναγνωρίζουν ό,τι είναι αρνητικό. Αυτή η διαδικασία τούς επιτρέπει να απελευθερωθούν σταδιακά από τον έλεγχο του Σατανά και από τις κατηγορίες, τις ενοχλήσεις και τις επιθέσεις του —μέχρι που, χάρη στα λόγια του Θεού, στις γνώσεις τους για τον Θεό, στην υποταγή τους στον Θεό, στην πίστη τους στον Θεό και στον σεβασμό τους για τον Θεό, νικούν θριαμβευτικά τις επιθέσεις και των κατηγοριών του Σατανά. Μόνο τότε θα έχουν σωθεί εντελώς από την εξουσία του Σατανά. Η σωτηρία των ανθρώπων σημαίνει ότι ο Σατανάς έχει ηττηθεί, σημαίνει ότι δεν αποτελούν πια το φαγητό στο στόμα του Σατανά —αντί να τους καταπιεί, ο Σατανάς τούς έχει αφήσει ελεύθερους. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι ακέραιοι, επειδή διαθέτουν πίστη, υποταγή και σεβασμό για τον Θεό και επειδή διακόπτουν κάθε σχέση με τον Σατανά. Ταπεινώνουν τον Σατανά, κάνουν τον Σατανά να δειλιάσει, και καταφέρνουν να κατατροπώσουν τον Σατανά. Η πίστη τους να ακολουθήσουν τον Θεό, και η υποταγή και ο σεβασμός για τον Θεό νικούν τον Σατανά και κάνουν τον Σατανά να τους εγκαταλείψει οριστικά. Μόνο τέτοιοι άνθρωποι έχουν πραγματικά κερδηθεί από τον Θεό, και αυτός είναι ο απώτερος στόχος του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου. Εάν θέλουν να σωθούν και επιθυμούν να τους κερδίσει ο Θεός οριστικά, τότε όλοι όσοι ακολουθούν τον Θεό πρέπει να αντιμετωπίσουν πειρασμούς και επιθέσεις μεγάλης ή μικρής έκτασης από τον Σατανά. Όσοι εξέρχονται από αυτούς τους πειρασμούς και τις επιθέσεις και είναι σε θέση να νικήσουν πλήρως τον Σατανά είναι όσοι έχουν σωθεί από τον Θεό. Τουτέστιν, όσοι έχουν σωθεί από τον Θεό είναι όσοι έχουν υποβληθεί στις δοκιμασίες του Θεού και έχουν υποστεί τους πειρασμούς και τις επιθέσεις του Σατανά αμέτρητες φορές. Όσοι έχουν σωθεί από τον Θεό κατανοούν τις προθέσεις και τις απαιτήσεις του Θεού και είναι σε θέση να υποταχθούν στην κυριαρχία και τις ρυθμίσεις του Θεού και δεν απαρνούνται την οδό του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού εν μέσω των πειρασμών του Σατανά. Όσοι σώζονται από τον Θεό διαθέτουν ειλικρίνεια, είναι καλόκαρδοι, διακρίνουν μεταξύ αγάπης και μίσους, έχουν αίσθηση της δικαιοσύνης και είναι λογικοί και σε θέση να νοιάζονται για τον Θεό και να αγαπούν ό,τι ανήκει στον Θεό. Ο Σατανάς δεν κρατά αυτούς τους ανθρώπους δέσμιους, δεν τους κατασκοπεύει, δεν τους κατηγορεί ούτε τους κακοποιεί, είναι εντελώς ελεύθεροι, έχουν αποδεσμευτεί και απελευθερωθεί πλήρως. Ο Ιώβ ήταν ένας τέτοιος απελευθερωμένος άνθρωπος και έτσι ακριβώς εξηγείται το γιατί ο Θεός τον είχε παραδώσει στον Σατανά.
Ο Ιώβ κακοποιήθηκε από τον Σατανά, αλλά απέκτησε επίσης αιώνια ελευθερία και απελευθέρωση και κέρδισε το δικαίωμα να μην υποβληθεί ποτέ ξανά στη διαφθορά, την κακοποίηση και τις κατηγορίες του Σατανά, αντιθέτως να ζήσει ελεύθερα και ανεμπόδιστα στο φως του προσώπου του Θεού και να ζήσει εν μέσω των ευλογιών του Θεού προς αυτόν. Κανείς δεν θα μπορούσε να αφαιρέσει, ούτε να καταστρέψει, ούτε να υφαρπάξει αυτό το δικαίωμα. Δόθηκε στον Ιώβ σε αντάλλαγμα για την πίστη, την αποφασιστικότητα, και την υποταγή του στον Θεό και τον σεβασμό του γι’ Αυτόν. Ο Ιώβ πλήρωσε το τίμημα της ζωής του για να κερδίσει τη χαρά και την ευτυχία στη γη, να κερδίσει το δικαίωμα και την αξίωση, πράγμα απολύτως φυσικό και δικαιολογημένο, να λατρεύει τον Δημιουργό χωρίς παρεμβολές ως πραγματικό δημιούργημα του Θεού στη γη. Αυτό ήταν επίσης το σπουδαιότερο αποτέλεσμα των πειρασμών στους οποίους υποβλήθηκε ο Ιώβ.
Όταν οι άνθρωποι δεν έχουν σωθεί ακόμα, ο Σατανάς αναστατώνει συχνά τη ζωή τους και, μάλιστα, την ελέγχει. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι που δεν έχουν σωθεί είναι δέσμιοι του Σατανά, δεν είναι ελεύθεροι, δεν έχουν ξεγραπωθεί από τον Σατανά, δεν έχουν τα προσόντα ή το δικαίωμα να λατρεύουν τον Θεό, και ο Σατανάς τούς καταδιώκει διαρκώς και τους επιτίθεται άγρια. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν την παραμικρή ευτυχία, δεν έχουν το παραμικρό δικαίωμα σε μια κανονική ύπαρξη, και επιπλέον δεν έχουν την παραμικρή αξιοπρέπεια. Αν ορθώσεις το ανάστημά σου και παλέψεις με τον Σατανά, χρησιμοποιώντας την πίστη σου στον Θεό και την υποταγή σου στον Θεό και τον φόβο σου γι’ Αυτόν ως τα όπλα με τα οποία θα συμμετάσχεις σε έναν αγώνα ζωής και θανάτου με τον Σατανά, έτσι ώστε να νικήσεις πλήρως τον Σατανά και να τον κάνεις να φύγει με την ουρά στα σκέλια και να φοβάται όποτε σε βλέπει, μόνο τότε θα εγκαταλείψει εντελώς τις επιθέσεις και τις κατηγορίες εναντίον σου, και σ' εκείνο το σημείο, θα σωθείς και θα είσαι ελεύθερος. Αν είσαι απλώς αποφασισμένος να σπάσεις κάθε δεσμό με τον Σατανά, αλλά δεν είσαι εξοπλισμένος με αποτελεσματικά όπλα ώστε να νικήσεις τον Σατανά, τότε και πάλι κινδυνεύεις. Καθώς περνάει ο καιρός, όταν έχεις υποστεί τόσα μαρτύρια από τον Σατανά που δεν σου έχει μείνει ούτε μια σπιθαμή δύναμης, αλλά ακόμα δεν έχεις καταφέρει να καταθέσεις μαρτυρία, και δεν έχεις απελευθερωθεί εντελώς από τις κατηγορίες και τις επιθέσεις του Σατανά εναντίον σου, τότε έχεις ελάχιστες ελπίδες σωτηρίας. Στο τέλος, δηλαδή, όταν ανακηρύσσεται η ολοκλήρωση του έργου του Θεού, αν είσαι ακόμα στα χέρια του Σατανά, ανίκανος να απελευθερωθείς, τότε δεν θα έχεις ποτέ την ευκαιρία ή την ελπίδα. Υπονοείται, λοιπόν, πως αυτοί οι άνθρωποι θα είναι πλήρως δέσμιοι του Σατανά.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 53
Αποδέξου τις δοκιμασίες του Θεού, νίκησε τους πειρασμούς του Σατανά και επέτρεψε στον Θεό να κερδίσει ολόκληρο το είναι σου
Κατά τη διάρκεια του έργου της διαρκούς παροχής και υποστήριξης του ανθρώπου από τον Θεό, Εκείνος εκφράζει το σύνολο των προθέσεων και των απαιτήσεών Του στον άνθρωπο και δείχνει τα έργα, τη διάθεσή Του και το τι έχει και είναι Αυτός στον άνθρωπο. Ο στόχος είναι να εξοπλιστεί ο άνθρωπος με ανάστημα και να επιτρέψει στον άνθρωπο να αποκτήσει διάφορες αλήθειες από τον Θεό, ακολουθώντας Τον —αλήθειες που είναι τα όπλα που δόθηκαν στον άνθρωπο από τον Θεό για να πολεμήσει τον Σατανά. Αφού εξοπλιστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίσει τις δοκιμασίες του Θεού. Ο Θεός έχει πολλά μέσα και οδούς για να δοκιμάζει τον άνθρωπο, αλλά καθένα από αυτά απαιτεί τη «συνεργασία» του εχθρού του Θεού: του Σατανά. Τουτέστιν, εφόσον έχει δώσει στον άνθρωπο τα όπλα με τα οποία θα πολεμήσει τον Σατανά, ο Θεός παραδίδει τον άνθρωπο στον Σατανά και επιτρέπει στον Σατανά να «δοκιμάσει» το ανάστημα του ανθρώπου. Εάν ο άνθρωπος μπορεί να ξεφύγει από τους σχηματισμούς μάχης του Σατανά, αν μπορεί να ξεφύγει από τον κλοιό του Σατανά και να επιβιώσει μάλιστα, τότε ο άνθρωπος θα έχει περάσει τη δοκιμασία. Αλλά αν ο άνθρωπος αποτύχει να ξεφύγει από τους σχηματισμούς μάχης του Σατανά και υποκύψει στον Σατανά, τότε δεν θα έχει περάσει τη δοκιμασία. Όποια πτυχή του ανθρώπου κι αν εξετάζει ο Θεός, τα κριτήρια για την εξέτασή Του είναι εάν ο άνθρωπος μένει ή όχι σταθερός στη μαρτυρία του όταν δέχεται επίθεση από τον Σατανά και εάν έχει απαρνηθεί ή όχι τον Θεό και έχει υποχωρήσει και παραδοθεί στον Σατανά ενώ έχει πέσει στην παγίδα του Σατανά. Μπορεί να ειπωθεί ότι το αν ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί ή όχι εξαρτάται από το αν μπορεί να νικήσει και να κατατροπώσει τον Σατανά, και αν μπορεί να κερδίσει ή όχι την ελευθερία του εξαρτάται από το εάν είναι σε θέση να σηκώσει μόνος του τα όπλα που του έδωσε ο Θεός για να νικήσει τα δεσμά του Σατανά, κάνοντας τον Σατανά να χάσει εντελώς την ελπίδα και να τον αφήσει στην ησυχία του. Αν ο Σατανάς χάσει την ελπίδα και παραιτηθεί από κάποιον, αυτό σημαίνει ότι ο Σατανάς δεν θα προσπαθήσει ποτέ ξανά να πάρει αυτό το άτομο από τον Θεό, δεν θα το κατηγορήσει ποτέ ούτε θα το ενοχλήσει, δεν θα το θέσει ποτέ εκ νέου σε μαρτύρια ούτε θα του επιτεθεί. Μόνο κάποιος σαν κι αυτόν θα έχει πραγματικά κερδηθεί από τον Θεό. Αυτή είναι η όλη διαδικασία μέσω της οποίας ο Θεός κερδίζει ανθρώπους.
Η προειδοποίηση και η διαφώτιση που παρέχονται σε μεταγενέστερες γενιές από τη μαρτυρία του Ιώβ
Την ίδια στιγμή που κατανοούν τη διαδικασία με την οποία ο Θεός κερδίζει κάποιον ολοκληρωτικά, οι άνθρωποι καταλαβαίνουν και τους στόχους και τη σημασία της παράδοσης του Ιώβ από τον Θεό στον Σατανά. Οι άνθρωποι δεν ταράζονται πλέον από το μαρτύριο του Ιώβ και εκτιμούν τη σημασία του εκ νέου. Δεν ανησυχούν πλέον αν αυτοί οι ίδιοι υποβληθούν στον ίδιο πειρασμό με τον Ιώβ, και δεν αντιτίθενται πλέον ούτε απορρίπτουν την έλευση των δοκιμασιών του Θεού. Η πίστη του Ιώβ, η υποταγή και η μαρτυρία του για τη νίκη κατά του Σατανά αποτελούν πηγή τεράστιας αρωγής και ενθάρρυνσης για τους ανθρώπους. Στον Ιώβ, βλέπουν την ελπίδα για τη δική τους σωτηρία, και βλέπουν ότι μέσω της πίστης, της υποταγής και του σεβασμού για τον Θεό, είναι απολύτως δυνατό να νικήσουν τον Σατανά και να υπερισχύσουν του Σατανά. Βλέπουν ότι εφόσον υποτάσσονται στην κυριαρχία και τις ρυθμίσεις του Θεού και εφόσον κατέχουν την αποφασιστικότητα και την πίστη να μην απαρνηθούν τον Θεό αφού χάσουν τα πάντα, τότε μπορούν να ταπεινώσουν και να νικήσουν τον Σατανά, και βλέπουν ότι χρειάζονται μόνο την αποφασιστικότητα και την επιμονή να παραμείνουν σταθεροί στη μαρτυρία τους —έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι θα χάσουν τη ζωή τους— για να φοβηθεί ο Σατανάς και να αναγκαστεί σε άτακτη υποχώρηση. Η μαρτυρία του Ιώβ αποτελεί προειδοποίηση για τις επόμενες γενιές και αυτή η προειδοποίηση τους λέει ότι αν δεν νικήσουν τον Σατανά, τότε δεν θα μπορέσουν ποτέ να απαλλαγούν από τις κατηγορίες και τις ενοχλήσεις του Σατανά, ούτε θα μπορέσουν ποτέ να ξεφύγουν από την κακοποίηση και τις επιθέσεις του. Η μαρτυρία του Ιώβ έχει διαφωτίσει τις επόμενες γενιές. Αυτή η διαφώτιση διδάσκει στους ανθρώπους ότι μόνο αν είναι άμεμπτοι και ακέραιοι, θα είναι σε θέση να σέβονται τον Θεό και να αποφεύγουν το κακό. Τους διδάσκει ότι μόνο εάν σέβονται τον Θεό και αποφεύγουν το κακό, μπορούν να γίνουν ισχυροί και μεγάλοι μάρτυρες του Θεού. Μόνο αν γίνουν ισχυροί και μεγάλοι μάρτυρες του Θεού, δεν θα μπορούν ποτέ να ελέγχονται από τον Σατανά και θα ζουν κάτω από την καθοδήγηση και την προστασία του Θεού —μόνο τότε θα έχουν σωθεί πραγματικά. Η προσωπικότητα του Ιώβ και η επιδίωξη της ζωής του πρέπει να τύχουν μίμησης από όλους όσοι επιδιώκουν τη σωτηρία. Αυτά που βίωσε κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής του και η διαγωγή του κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών του είναι ένας πολύτιμος θησαυρός για όλους όσοι σέβονται τον Θεό και αποφεύγουν το κακό.
Η μαρτυρία του Ιώβ παρηγορεί τον Θεό
Αν σας πω τώρα ότι ο Ιώβ είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, ίσως να μην είστε σε θέση να εκτιμήσετε τη σημασία αυτής της φράσης και ίσως να μην είστε σε θέση να συλλάβετε το συναίσθημα πίσω από τον λόγο για τον οποίο μίλησα για όλα αυτά τα πράγματα. Ωστόσο, περιμένετε μέχρι την ημέρα που θα έχετε βιώσει τις ίδιες ή παρόμοιες δοκιμασίες με εκείνες του Ιώβ, όταν θα έχετε περάσει αντιξοότητες, όταν θα έχετε βιώσει δοκιμασίες που προορίζονται προσωπικά για εσάς από τον Θεό, όταν δίνεις τα πάντα και υπομένεις ταπείνωση και κακουχίες, για να υπερισχύσεις του Σατανά και να γίνεις μάρτυρας του Θεού εν μέσω πειρασμών —τότε θα μπορέσεις να εκτιμήσεις τη σημασία όσων εκφράζω. Τότε, θα αισθανθείς ότι είσαι πολύ κατώτερος από τον Ιώβ, θα αισθανθείς πόσο υπέροχος είναι ο Ιώβ και ότι είναι άξιος μίμησης. Όταν έρθει εκείνη η στιγμή, θα συνειδητοποιήσεις πόσο σημαντικά είναι αυτά τα κλασικά λόγια που εκφράζει ο Ιώβ για κάποιον που είναι διεφθαρμένος και που ζει αυτόν τον καιρό και θα συνειδητοποιήσεις πόσο δύσκολο είναι για τους σημερινούς ανθρώπους να επιτύχουν αυτό που πέτυχε ο Ιώβ. Όταν αισθανθείς ότι είναι δύσκολο, θα εκτιμήσεις πόσο ταραγμένη και ανήσυχη είναι η καρδιά του Θεού, θα εκτιμήσεις πόσο υψηλό είναι το τίμημα που πληρώνει ο Θεός για να κερδίσει τέτοιους ανθρώπους και πόσο πολύτιμο είναι αυτό που κάνει και δαπανά ο Θεός για την ανθρωπότητα. Τώρα που έχετε ακούσει αυτά τα λόγια, έχετε κατανοήσει σαφώς και εκτιμήσει σωστά τον Ιώβ; Στα δικά σας μάτια, ήταν ο Ιώβ ένας πραγματικά άμεμπτος και ευθύς άνθρωπος που σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό; Πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι σίγουρα θα συμφωνήσουν. Διότι τα γεγονότα σχετικά με το τι έπραξε και αποκάλυψε ο Ιώβ είναι αναμφισβήτητα από τον άνθρωπο ή τον Σατανά. Αποτελούν την πιο ισχυρή απόδειξη του θριάμβου του Ιώβ επί του Σατανά. Αυτή η απόδειξη δημιουργήθηκε στον Ιώβ και ήταν η πρώτη μαρτυρία που έλαβε ο Θεός. Συνεπώς, όταν ο Ιώβ θριάμβευσε στους πειρασμούς του Σατανά και έγινε μάρτυρας του Θεού, ο Θεός είδε την ελπίδα στον Ιώβ, και η καρδιά Του παρηγορήθηκε από τον Ιώβ. Από τον καιρό της δημιουργίας έως τον καιρό του Ιώβ, αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Θεός βίωσε πραγματικά την ανακούφιση και τι σήμαινε να παρηγορείται από τον άνθρωπο. Ήταν η πρώτη φορά που είχε δει και είχε κερδίσει την αληθινή μαρτυρία που Του έφερε ο Ιώβ.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 54
Ο Ιώβ ακούει για τον Θεό με την ακοή του αυτιού (Επιλεγμένα εδάφια)
Ιώβ 9:11 Ιδού, διαβαίνει πλησίον μου, και δεν βλέπω αυτόν· διέρχεται, και δεν εννοώ αυτόν.
Ιώβ 23:8-9 Ιδού, υπάγω εμπρός, αλλά δεν είναι· και οπίσω, αλλά δεν βλέπω αυτόν· εις τα αριστερά, όταν εργάζηται, αλλά δεν δύναμαι να ίδω αυτόν. Κρύπτεται εις τα δεξιά, και δεν βλέπω αυτόν.
Ιώβ 42:2-6 Εξεύρω ότι δύνασαι τα πάντα, και ουδείς στοχασμός σου δύναται να εμποδισθή. Τις ούτος ο κρύπτων την βουλήν ασυνέτως; Εγώ λοιπόν προέφερα εκείνο, το οποίον δεν ενόουν. Πράγματα υπερθαύμαστα δι’ εμέ, τα οποία δεν εγνώριζον. Άκουσον, δέομαι· και εγώ θέλω λαλήσει· θέλω σε ερωτήσει, και συ δίδαξόν με. Ήκουον περί σου με την ακοήν του ωτίου, αλλά τώρα ο οφθαλμός μου σε βλέπει· διά τούτο βδελύττομαι εμαυτόν, και μετανοώ εν χώματι και σποδώ.
Αν και ο Θεός δεν αποκάλυψε τον εαυτό Του στον Ιώβ, ο Ιώβ πιστεύει στην κυριαρχία του Θεού
Τι σημαίνουν αυτά τα λόγια; Έχουν κάποιοι από εσάς συνειδητοποιήσει ότι εδώ υπάρχει ένα γεγονός; Πρώτον, πώς γνώριζε ο Ιώβ ότι υπάρχει Θεός; Έπειτα, πώς ήξερε ότι ο ουρανός και η γη και τα πάντα κυβερνώνται από τον Θεό; Υπάρχει ένα εδάφιο που απαντά σε αυτές τις δύο ερωτήσεις: «Ήκουον περί σου με την ακοήν του ωτίου, αλλά τώρα ο οφθαλμός μου σε βλέπει· διά τούτο βδελύττομαι εμαυτόν, και μετανοώ εν χώματι και σποδώ». Από αυτά τα λόγια μαθαίνουμε ότι, αντί να έχει δει τον Θεό με τα μάτια του, ο Ιώβ είχε μάθει για τον Θεό από τους μύθους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, άρχισε να πορεύεται το μονοπάτι ακολουθώντας τον Θεό, και κατόπιν επιβεβαίωσε την ύπαρξη του Θεού στη ζωή του και μεταξύ των πάντων. Υπάρχει ένα αναμφισβήτητο γεγονός εδώ ποιο είναι αυτό το γεγονός; Παρά το γεγονός ότι ήταν σε θέση να ακολουθήσει την οδό του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού, ο Ιώβ δεν είχε δει ποτέ τον Θεό. Όσον αφορά αυτό, δεν μοιάζει με τους σημερινούς ανθρώπους; Ο Ιώβ δεν είχε δει ποτέ τον Θεό. Κατά συνέπεια, παρόλο που είχε ακούσει για τον Θεό, δεν ήξερε πού ήταν ο Θεός ή πώς έμοιαζε ο Θεός ή τι έκανε ο Θεός. Αυτά είναι υποκειμενικοί παράγοντες. Αντικειμενικά μιλώντας, παρόλο που ακολουθούσε τον Θεό, ο Θεός δεν είχε εμφανιστεί ποτέ σ’ αυτόν ούτε του είχε μιλήσει. Δεν είναι άραγε αλήθεια αυτό; Παρόλο που ο Θεός δεν είχε μιλήσει στον Ιώβ ούτε του είχε δώσει οποιεσδήποτε εντολές, ο Ιώβ είχε δει την ύπαρξη του Θεού και είχε δει την κυριαρχία Του επί των πάντων, και στους μύθους μέσω των οποίων ο Ιώβ είχε ακούσει για τον Θεό με την ακοή του αυτιού. Κατόπιν τούτων, ξεκίνησε να ζει σεβόμενος τον Θεό και αποφεύγοντας το κακό. Αυτές ήταν οι απαρχές και η διαδικασία με την οποία ο Ιώβ ακολουθούσε τον Θεό. Ανεξάρτητα από το πόσο σεβόταν τον Θεό και απέφευγε το κακό, ανεξάρτητα από το πόσο σταθερός ήταν στην ακεραιότητά του, ο Θεός εξακολουθούσε να μην εμφανίζεται σ’ αυτόν. Ας διαβάσουμε αυτό το εδάφιο. Αυτός είπε: «Ιδού, διαβαίνει πλησίον μου, και δεν βλέπω αυτόν· διέρχεται, και δεν εννοώ αυτόν» (Ιώβ 9:11). Τα λόγια αυτά λένε ότι ο Ιώβ ίσως να ένιωθε τον Θεό γύρω του ή όχι —αλλά δεν είχε μπορέσει ποτέ να δει τον Θεό. Υπήρχαν στιγμές που φανταζόταν ότι ο Θεός περνούσε μπροστά του ή ενεργούσε ή καθοδηγούσε τον άνθρωπο, αλλά δεν το ήξερε. Ο Θεός έρχεται στον άνθρωπο όταν αυτός δεν το περιμένει. Ο άνθρωπος δεν ξέρει πότε ή πού ο Θεός θα έρθει σ’ αυτόν, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει τον Θεό, και έτσι, όσον αφορά τον άνθρωπο, ο Θεός είναι κρυμμένος από αυτόν.
Η πίστη του Ιώβ στον Θεό δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι ο Θεός κρύβεται από αυτόν
Στο ακόλουθο εδάφιο της Γραφής, ο Ιώβ λέει τότε: «Ιδού, υπάγω εμπρός, αλλά δεν είναι· και οπίσω, αλλά δεν βλέπω αυτόν· εις τα αριστερά, όταν εργάζηται, αλλά δεν δύναμαι να ίδω αυτόν. Κρύπτεται εις τα δεξιά, και δεν βλέπω αυτόν» (Ιώβ 23:8-9). Από αυτή την αναφορά, μαθαίνουμε ότι, όσον αφορά την εμπειρία του Ιώβ, ο Θεός κρυβόταν διαρκώς απ’ αυτόν. Ο Θεός δεν είχε εμφανιστεί ανοιχτά σ’ αυτόν, ούτε είχε εκφράσει ανοιχτά οποιαδήποτε λόγια σ’ αυτόν, όμως στην καρδιά του, ο Ιώβ ήταν σίγουρος για την ύπαρξη του Θεού. Πάντα πίστευε ότι ο Θεός μπορεί να περπατά μπροστά του ή να εργάζεται δίπλα του και ότι, παρόλο που δεν μπορούσε να δει τον Θεό, ο Θεός ήταν δίπλα του, κυβερνώντας τα πάντα γύρω του. Ο Ιώβ δεν είχε δει ποτέ τον Θεό, αλλά ήταν σε θέση να παραμείνει πιστός στην πίστη του, κάτι που κανένας άλλος δεν ήταν σε θέση να κάνει. Γιατί δεν μπορούσαν οι άλλοι να το κάνουν αυτό; Επειδή ο Θεός δεν μίλησε στον Ιώβ ούτε εμφανίστηκε σ’ αυτόν και αν δεν πίστευε πραγματικά, δεν θα μπορούσε να συνεχίσει, ούτε θα μπορούσε να μείνει σταθερός στην οδό του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού. Δεν είναι αυτό άραγε αλήθεια; Πώς νιώθεις όταν διαβάζεις ότι ο Ιώβ είπε αυτά τα λόγια; Πιστεύεις ότι η τελειότητα και η ακεραιότητα του Ιώβ, και η δικαιοσύνη του ενώπιον του Θεού είναι αλήθεια και όχι υπερβολή από την πλευρά του Θεού; Παρόλο που ο Θεός αντιμετώπισε τον Ιώβ όπως και τους άλλους ανθρώπους και δεν εμφανίστηκε ούτε μίλησε σ’ αυτόν, ο Ιώβ εξακολουθούσε να μένει σταθερός στην ακεραιότητά του, εξακολουθούσε να πιστεύει στην κυριαρχία του Θεού και, επιπλέον, πρόσφερε ολοκαυτώματα και προσευχόταν ενώπιον του Θεού, φοβούμενος μήπως υβρίσει τον Θεό. Η ικανότητα του Ιώβ να σέβεται τον Θεό χωρίς να Τον έχει δει μας δείχνει πόσο αγαπούσε τα θετικά πράγματα και πόσο ακλόνητη και πραγματική ήταν η πίστη του. Δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του Θεού επειδή ο Θεός κρυβόταν από αυτόν, δεν έχασε την πίστη του ούτε απαρνήθηκε τον Θεό επειδή δεν Τον είχε δει ποτέ. Αντιθέτως, εν μέσω του κρυφού έργου του Θεού να κυβερνά τα πάντα, είχε συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του Θεού και είχε αισθανθεί την κυριαρχία και τη δύναμη του Θεού. Δεν σταμάτησε να είναι ευθύς επειδή ο Θεός κρυβόταν, ούτε και απαρνήθηκε την οδό του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού επειδή ο Θεός δεν είχε εμφανιστεί ποτέ σ’ αυτόν. Ο Ιώβ ουδέποτε ζήτησε να του εμφανιστεί δημόσια ο Θεός για να αποδείξει την ύπαρξή Του, διότι είχε ήδη δει την κυριαρχία του Θεού στα πάντα και πίστευε ότι είχε αποκτήσει τις ευλογίες και τις χάρες που άλλοι δεν είχαν κερδίσει. Παρόλο που ο Θεός κρυβόταν από αυτόν, η πίστη του Ιώβ στον Θεό δεν κλονίστηκε ποτέ. Έτσι, πήρε ό,τι κανείς άλλος δεν είχε πάρει: την επιδοκιμασία του Θεού και την ευλογία του Θεού.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 55
Ο Ιώβ ευλογεί το όνομα του Θεού και δεν σκέφτεται τις ευλογίες ή τις συμφορές
Υπάρχει ένα γεγονός, το οποίο δεν αναφέρεται ποτέ στις ιστορίες των Γραφών για τον Ιώβ, και σε αυτό το γεγονός θα εστιάσουμε σήμερα. Αν και ο Ιώβ δεν είχε δει ποτέ τον Θεό ούτε άκουσε τα λόγια του Θεού με τα ίδια του τα αυτιά, ο Θεός είχε μια θέση στην καρδιά του Ιώβ. Ποια ήταν η στάση του Ιώβ απέναντι στον Θεό; Ήταν, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως: «είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον». Ευλογούσε το όνομα του Θεού άνευ όρων, ανεξαρτήτως πλαισίου και χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος. Βλέπουμε ότι ο Ιώβ είχε δώσει την καρδιά του στον Θεό, επιτρέποντάς στον Θεό να την ελέγχει. Όλα όσα σκεφτόταν, όλα όσα αποφάσιζε και όλα όσα σχεδίαζε στην καρδιά του τα φανέρωνε στον Θεό και δεν τα έκρυβε από τον Θεό. Η καρδιά του δεν εναντιωνόταν στον Θεό και ποτέ δεν είχε ζητήσει από τον Θεό να κάνει τίποτα γι’ αυτόν ή να του δώσει τίποτα και δεν έτρεφε εξωφρενικές επιθυμίες ότι θα κέρδιζε οτιδήποτε από τη λατρεία του στον Θεό. Ο Ιώβ δεν μιλούσε για συναλλαγές με τον Θεό και δεν υπέβαλε αιτήματα ούτε έθετε απαιτήσεις στον Θεό. Δοξολογούσε το όνομα του Θεού εξαιτίας της μεγάλης δύναμης και της εξουσίας του Θεού να κυβερνά τα πάντα, και αυτό δεν εξαρτιόταν από το αν είχε κερδίσει ευλογίες ούτε αν είχε πληγεί από συμφορές. Πίστευε ότι, ανεξάρτητα από το αν ο Θεός ευλογεί τους ανθρώπους ή τους φέρνει συμφορές, η δύναμη και η εξουσία του Θεού δεν αλλάζουν, επομένως, ανεξάρτητα από τις συνθήκες ενός ατόμου, το όνομα του Θεού θα έπρεπε να δοξολογείται. Αυτός ο άνθρωπος είναι ευλογημένος από τον Θεό εξαιτίας της κυριαρχίας του Θεού, και όταν η συμφορά πλήττει τον άνθρωπο, και αυτό οφείλεται στην κυριαρχία του Θεού. Η δύναμη και η εξουσία του Θεού κυριαρχούν και ρυθμίζουν τα πάντα γύρω από τον άνθρωπο. Οι ιδιοτροπίες της τύχης του ανθρώπου είναι η εκδήλωση της δύναμης και της εξουσίας του Θεού και, από όποια άποψη κι αν το δεις, το όνομα του Θεού θα πρέπει να δοξολογείται. Αυτά βίωσε και κατάφερε να μάθει ο Ιώβ κατά τη διάρκεια της ζωής του. Όλες οι σκέψεις και οι πράξεις του Ιώβ έφτασαν στα αυτιά του Θεού και έφτασαν ενώπιον του Θεού και θεωρήθηκαν σημαντικές από τον Θεό. Ο Θεός αγάπησε αυτή τη γνώση του Ιώβ και εκτίμησε πολύ τον Ιώβ που είχε τέτοια καρδιά. Αυτή η καρδιά προσδοκούσε παντού και πάντοτε την εντολή του Θεού, και ανεξάρτητα από τον χρόνο ή τον τόπο, καλωσόριζε ό,τι του συνέβαινε. Ο Ιώβ δεν απαιτούσε τίποτα από τον Θεό. Αυτό που απαιτούσε από τον ίδιο του τον εαυτό ήταν να περιμένει, να αποδέχεται, να αντιμετωπίζει και να υποτάσσεται σε όλες τις ρυθμίσεις που προέρχονταν από τον Θεό. Ο Ιώβ πίστευε ότι αυτό ήταν το καθήκον του και ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε ο Θεός. Ο Ιώβ δεν είχε δει ποτέ τον Θεό, ούτε Τον είχε ακούσει να του μιλάει, να δίνει εντολές, να παραδίδει διδασκαλίες ή να του δίνει οποιεσδήποτε οδηγίες. Με τα σημερινά δεδομένα, για να μπορέσει να κατέχει μια τέτοια γνώση και στάση απέναντι στον Θεό, όταν ο Θεός δεν του είχε δώσει καμία διαφώτιση, καθοδήγηση ή οδηγία σχετικά με την αλήθεια —αυτό ήταν πολύτιμο και το ότι αυτός είχε επιδείξει αυτά τα πράγματα ήταν αρκετό για τον Θεό, και ο Θεός επαίνεσε τη μαρτυρία του και την αγάπησε. Ο Ιώβ δεν είχε ποτέ δει τον Θεό ούτε είχε ακούσει τον Θεό να εκφράζει αυτοπροσώπως οποιαδήποτε διδασκαλία σ’ αυτόν, αλλά η καρδιά του και ο ίδιος ήταν πολύ πιο πολύτιμα για τον Θεό από εκείνους τους ανθρώπους, οι οποίοι, ενώπιον του Θεού, μπορούσαν να μιλάνε μόνο όσον αφορά βαθιές θεωρίες, και μπορούσαν μόνο να καυχιούνται και να μιλούν για προσφορά θυσιών, αλλά οι οποίοι δεν είχαν ποτέ πραγματική γνώση του Θεού και δεν είχαν ποτέ σεβαστεί πραγματικά τον Θεό. Διότι η καρδιά του Ιώβ ήταν αγνή και δεν κρυβόταν από τον Θεό και η ανθρώπινη φύση του ήταν ειλικρινής και καλή, και αγαπούσε τη δικαιοσύνη και ό,τι ήταν θετικό. Μόνο ένας άνθρωπος όπως αυτός που είχε τέτοια καρδιά και ανθρώπινη φύση ήταν σε θέση να ακολουθήσει την οδό του Θεού και ήταν ικανός να σέβεται τον Θεό και να αποφεύγει το κακό. Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορούσε να δει την κυριαρχία του Θεού, μπορούσε να δει την εξουσία και τη δύναμή Του και ήταν σε θέση να υποταχθεί στην κυριαρχία και τις ρυθμίσεις Του. Μόνο ένας άνθρωπος όπως αυτός θα μπορούσε πραγματικά να δοξολογήσει το όνομα του Θεού. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν έβλεπε το αν ο Θεός θα τον ευλογούσε ή θα του έστελνε συμφορές, επειδή γνώριζε ότι όλα ελέγχονται από το χέρι του Θεού, και ότι το να ανησυχεί ο άνθρωπος είναι σημάδι ανοησίας, άγνοιας και έλλειψης λογικής, καθώς επίσης και σημάδι αμφισβήτησης του γεγονότος της κυριαρχίας του Θεού πάνω στα πάντα, και έλλειψης σεβασμού για τον Θεό. Η γνώση του Ιώβ ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε ο Θεός. Άρα, είχε ο Ιώβ μεγαλύτερη θεωρητική γνώση του Θεού από εσάς; Επειδή το έργο και οι ομιλίες του Θεού εκείνον τον καιρό ήταν ελάχιστες, δεν ήταν εύκολο να επιτευχθεί η γνώση του Θεού. Ένα τέτοιο επίτευγμα από τον Ιώβ δεν ήταν καθόλου απλό. Δεν είχε βιώσει το έργο του Θεού, ούτε είχε ακούσει ποτέ τον Θεό να μιλάει, ούτε είχε δει το πρόσωπο του Θεού. Το ότι ήταν σε θέση να έχει μια τέτοια στάση απέναντι στον Θεό ήταν εξ ολοκλήρου το αποτέλεσμα της ανθρώπινης φύσης του και της προσωπικής του επιδίωξης, μιας ανθρώπινης φύσης και επιδίωξης που δεν διαθέτουν οι άνθρωποι σήμερα. Έτσι, εκείνη την εποχή, ο Θεός είπε: «Δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς». Εκείνη την εποχή, ο Θεός είχε ήδη ολοκληρώσει την εκτίμησή του γι’ αυτόν και είχε καταλήξει σ’ αυτό το συμπέρασμα. Πόσο πιο πολύ θα ίσχυε αυτό σήμερα;
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 56
Παρόλο που ο Θεός είναι κρυμμένος από τον άνθρωπο, τα έργα Του μεταξύ των πάντων αρκούν για να Τον γνωρίσει ο άνθρωπος
Ο Ιώβ δεν είχε δει το πρόσωπο του Θεού ούτε είχε ακούσει τα λόγια του Θεού, πολύ λιγότερο δε, είχε βιώσει προσωπικά το έργο του Θεού, αλλά όλοι είδαν τον σεβασμό του για τον Θεό και τη μαρτυρία του κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών του, και ο Θεός τα αγάπησε και τα χάρηκε, και τα επαίνεσε, και οι άνθρωποι τα ζηλεύουν και τα θαυμάζουν και, ακόμη σπουδαιότερο από αυτό, τα υμνούν. Δεν υπήρχε τίποτα σπουδαίο ή εξαιρετικό όσον αφορά τη ζωή του: όπως και κάθε συνηθισμένος άνθρωπος, ζούσε μια συνηθισμένη ζωή, πηγαίνοντας για δουλειά με την ανατολή του ηλίου και επιστρέφοντας στο σπίτι για να ξεκουραστεί όταν νύχτωνε. Η διαφορά είναι ότι κατά τη διάρκεια των συνηθισμένων δεκαετιών της ζωής του, ο ίδιος κέρδισε γνώσεις για την οδό του Θεού, και συνειδητοποίησε και κατανόησε τη μεγάλη δύναμη και κυριαρχία του Θεού όπως ποτέ δεν είχε κάνει κανείς άλλος. Δεν ήταν πιο έξυπνος από οποιονδήποτε συνηθισμένο άνθρωπο, η ζωή του δεν ήταν ιδιαίτερα ανθεκτική, ούτε είχε αόρατες ειδικές ικανότητες. Αυτό που διέθετε, όμως, ήταν μια προσωπικότητα που ήταν ειλικρινής, καλή και ακέραια, μια προσωπικότητα που αγαπούσε τη δικαιοσύνη, την εντιμότητα και τα θετικά πράγματα —τίποτα από αυτά δεν κατέχει η πλειοψηφία των συνηθισμένων ανθρώπων. Ήξερε να διακρίνει μεταξύ αγάπης και μίσους, είχε αίσθηση της δικαιοσύνης, ήταν σταθερός και επίμονος και, στον τρόπο σκέψης του, έδινε σχολαστική προσοχή στη λεπτομέρεια. Έτσι, κατά τη διάρκεια του συνηθισμένου του χρόνου στη γη, είδε όλα τα εξαιρετικά πράγματα που είχε κάνει ο Θεός και είδε το μεγαλείο, την αγιοσύνη και τη δικαιοσύνη του Θεού, είδε το ενδιαφέρον του Θεού, τη χάρη και την προστασία του ανθρώπου από τον Θεό και είδε την εντιμότητα και την εξουσία του υπέρτατου Θεού. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο ο Ιώβ ήταν σε θέση να κερδίσει αυτά τα πράγματα που ήταν πέραν των δυνατοτήτων οποιουδήποτε φυσιολογικού ατόμου ήταν επειδή είχε αγνή καρδιά και η καρδιά του ανήκε στον Θεό και καθοδηγούταν από τον Δημιουργό. Ο δεύτερος λόγος ήταν η επιδίωξη του να είναι άμεμπτος και τέλειος, να είναι κάποιος που συμμορφωνόταν με το θέλημα του Ουρανού, κάποιος που τον αγαπούσε ο Θεός και που απέφευγε το κακό. Ο Ιώβ κατείχε και επιδίωκε αυτά τα πράγματα, ενώ δεν μπορούσε να δει τον Θεό ούτε να ακούσει τα λόγια του Θεού. Παρόλο που δεν είχε δει ποτέ τον Θεό, είχε γνωρίσει τα μέσα με τα οποία ο Θεός κυβερνά επί των πάντων και κατάλαβε τη σοφία με την οποία το κάνει αυτό ο Θεός. Παρόλο που δεν είχε ακούσει ποτέ τον Θεό να μιλάει, ο Ιώβ γνώριζε ότι όλα τα έργα ανταμοιβής και αφαίρεσης από τον άνθρωπο προέρχονται από τον Θεό. Παρόλο που τα χρόνια της ζωής του δεν διέφεραν από αυτά ενός συνηθισμένου ανθρώπου, δεν επέτρεψε το γεγονός αυτό να επηρεάσει τη γνώση του για την κυριαρχία του Θεού επί των πάντων ή να τον επηρεάσει ενόσω ακολουθεί την οδό του σεβασμού του για τον Θεό και της αποφυγής του κακού. Στα μάτια του, οι νόμοι των πάντων έβριθαν από τα έργα του Θεού, και η κυριαρχία του Θεού μπορούσε να φανεί σε οποιαδήποτε φάση της ζωής ενός ατόμου. Δεν είχε δει τον Θεό, αλλά ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσει ότι τα έργα του Θεού είναι παντού και, κατά τη διάρκεια της συνηθισμένης ζωής του στη γη, σε κάθε γωνιά της ζωής του, ήταν σε θέση να δει και να συνειδητοποιήσει τα εξαιρετικά και θαυμαστά έργα του Θεού και μπορούσε να δει τις θαυμαστές ρυθμίσεις του Θεού. Η απόκρυψη και η σιωπή του Θεού δεν εμπόδισαν τον Ιώβ να συνειδητοποιήσει τα έργα του Θεού, ούτε επηρέασαν τη γνώση του για την κυριαρχία του Θεού επί των πάντων. Η ζωή του ήταν η συνειδητοποίηση, κατά την καθημερινότητά του, της κυριαρχίας και των ρυθμίσεων του Θεού, ο οποίος κρύβεται στα πάντα. Στην καθημερινότητά του, επιπλέον, άκουγε και κατανοούσε τη φωνή της καρδιάς του Θεού και τα λόγια του Θεού, ο οποίος είναι σιωπηλός ανάμεσα στα πάντα, αλλά εκφράζει τη φωνή της καρδιάς Του και των λόγων Του, κυβερνώντας τους νόμους των πάντων. Βλέπεις, λοιπόν, ότι εάν οι άνθρωποι διαθέτουν την ίδια ανθρώπινη φύση και επιδίωξη με τον Ιώβ, τότε μπορούν να αποκτήσουν την ίδια συνειδητοποίηση και γνώση όπως ο Ιώβ και μπορούν να αποκτήσουν την ίδια κατανόηση και γνώση της κυριαρχίας του Θεού επί των πάντων όπως ο Ιώβ. Ο Θεός δεν είχε εμφανιστεί στον Ιώβ ούτε του είχε μιλήσει, αλλά ο Ιώβ ήταν σε θέση να είναι άμεμπτος και ευθύς και να σέβεται τον Θεό και να αποφεύγει το κακό. Με άλλα λόγια, χωρίς ο Θεός να έχει εμφανιστεί ή να έχει μιλήσει στον άνθρωπο, τα έργα του Θεού μεταξύ των πάντων και η κυριαρχία Του επί των πάντων αρκούν ώστε ο άνθρωπος να αντιληφθεί την ύπαρξη, τη δύναμη και την εξουσία του Θεού και η δύναμη και η εξουσία του Θεού αρκούν για να κάνουν τον άνθρωπο να ακολουθεί την οδό του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού. Δεδομένου ότι ένας συνηθισμένος άνθρωπος όπως ο Ιώβ ήταν σε θέση να επιτύχει σεβασμό για τον Θεό και αποφυγή του κακού, τότε και κάθε συνηθισμένος άνθρωπος που ακολουθεί τον Θεό θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να επιτύχει το ίδιο. Παρόλο που αυτά τα λόγια ίσως ακούγονται σαν λογικό συμπέρασμα, αυτό δεν αντίκειται στους νόμους των πραγμάτων. Ωστόσο, τα γεγονότα δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες: ο σεβασμός για τον Θεό και η αποφυγή του κακού, φαίνεται ότι είναι προνόμιο του Ιώβ και μόνο του Ιώβ. Όταν αναφέρεται η φράση «σεβασμός για τον Θεό και αποφυγή του κακού», οι άνθρωποι πιστεύουν ότι αυτό θα πρέπει να γίνει μόνο από τον Ιώβ, λες και η οδός του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού είχε το όνομα Ιώβ πάνω και δεν είχε σχέση με κανέναν άλλον άνθρωπο. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ξεκάθαρος: Επειδή μόνο ο Ιώβ κατείχε μια προσωπικότητα που ήταν ειλικρινής, καλή και ακέραια, η οποία αγαπούσε τη δικαιοσύνη και την εντιμότητα και τα θετικά πράγματα, μόνο ο Ιώβ μπορούσε να ακολουθήσει την οδό του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού. Πρέπει όλοι να έχετε κατανοήσει τι υπονοείται εδώ —επειδή κανείς δεν διαθέτει μια ανθρώπινη φύση που είναι ειλικρινής, καλή και ακέραια και που αγαπά τη δικαιοσύνη και την εντιμότητα και ό,τι είναι θετικό, κανείς δεν μπορεί να σέβεται τον Θεό και να αποφεύγει το κακό, οπότε δεν μπορεί ποτέ να κερδίσει τη χαρά του Θεού ή να παραμείνει σταθερός εν μέσω δοκιμασιών. Αυτό σημαίνει επίσης ότι, εκτός από τον Ιώβ, όλοι οι άνθρωποι εξακολουθούν να πέφτουν στην παγίδα του Σατανά και να είναι δέσμιοί του, όλοι δέχονται τις κατηγορίες, τις επιθέσεις και την κακοποίησή του. Είναι αυτοί που ο Σατανάς προσπαθεί να καταπιεί, και είναι όλοι δέσμιοι, φυλακισμένοι που έχει αιχμαλωτίσει ο Σατανάς.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 57
Αν η καρδιά του ανθρώπου εχθρεύεται τον Θεό, πώς μπορεί ο άνθρωπος να σέβεται τον Θεό και να αποφεύγει το κακό;
Δεδομένου ότι οι σημερινοί άνθρωποι δεν διαθέτουν την ίδια ανθρώπινη φύση με τον Ιώβ, τι γίνεται με τη φύση-ουσία τους, και τη στάση τους απέναντι στον Θεό; Σέβονται άραγε τον Θεό; Αποφεύγουν άραγε το κακό; Όσοι δεν σέβονται τον Θεό ούτε αποφεύγουν το κακό μπορούν να συνοψιστούν σε τρεις μόνο λέξεις: «εχθροί του Θεού». Λέτε συχνά αυτές τις τρεις λέξεις, αλλά δεν έχετε μάθει ποτέ το πραγματικό τους νόημα. Οι λέξεις «εχθροί του Θεού» έχουν ουσία: Δεν λένε ότι ο Θεός βλέπει τον άνθρωπο ως εχθρό, αλλά ότι ο άνθρωπος βλέπει τον Θεό ως εχθρό. Πρώτον, όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να πιστεύουν στον Θεό, ποιος από αυτούς δεν έχει τους δικούς του στόχους, τα δικά του κίνητρα και φιλοδοξίες; Παρόλο που μια πλευρά τους πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού και έχει δει την ύπαρξη του Θεού, η πίστη τους στον Θεό εξακολουθεί να περιέχει αυτά τα κίνητρα, και ο απώτερος σκοπός της πίστης τους στον Θεό είναι να λάβουν τις ευλογίες Του και τα πράγματα που επιθυμούν. Στις εμπειρίες της ζωής των ανθρώπων, συχνά αναλογίζονται: «Έχω εγκαταλείψει την οικογένεια και την καριέρα μου για τον Θεό, και τι μου έχει δώσει Αυτός; Πρέπει να τα προσθέσω και να τα επιβεβαιώσω —έλαβα πρόσφατα οποιεσδήποτε ευλογίες; Έχω δώσει πολλά όλο αυτό το διάστημα, έχω τρέξει και τρέχω, και έχω υποφέρει πολύ —μου έχει δώσει ο Θεός οποιεσδήποτε υποσχέσεις σε αντάλλαγμα; Θυμάται τις καλές πράξεις μου; Ποιο θα είναι το τέλος μου; Μπορώ να λάβω τις ευλογίες του Θεού;…» Κάθε άνθρωπος κάνει τέτοιους υπολογισμούς μέσα στην καρδιά του συνέχεια, και θέτει απαιτήσεις στον Θεό που περιλαμβάνουν τα κίνητρα, τις φιλοδοξίες και τη συναλλακτική νοοτροπία του. Τουτέστιν, στην καρδιά του ο άνθρωπος δοκιμάζει διαρκώς τον Θεό, σκαρφίζεται συνεχώς σχέδια για τον Θεό, συνεχώς επιχειρηματολογεί υπέρ της δικής του έκβασης με τον Θεό και προσπαθεί να αντλήσει μια δήλωση από τον Θεό και να δει μήπως ο Θεός μπορεί να του δώσει ό,τι επιθυμεί. Την ίδια στιγμή που ακολουθεί τον Θεό, ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει τον Θεό ως Θεό. Ο άνθρωπος ανέκαθεν προσπαθούσε να κάνει συμφωνίες με τον Θεό, θέτοντας διαρκώς απαιτήσεις σ’ Αυτόν, και μάλιστα ασκώντας Του πίεση σε κάθε βήμα, προσπαθώντας να απομυζήσει ό,τι μπορεί. Ενώ παράλληλα προσπαθεί να κάνει συμφωνίες με τον Θεό, ο άνθρωπος συζητάει επίσης μαζί Του και υπάρχουν ακόμη και άνθρωποι που, όταν υποβάλλονται σε δοκιμασίες ή βρίσκονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις, συχνά γίνονται αδύναμοι, αρνητικοί και αμελείς στο έργο τους, και έχουν πολλά παράπονα από τον Θεό. Από τον καιρό που πρωτοάρχισε ο άνθρωπος να πιστεύει στον Θεό, θεωρούσε τον Θεό ως το κέρας της Αμάλθειας, έναν ελβετικό σουγιά, και θεωρεί τον εαυτό του ως τον μεγαλύτερο πιστωτή του Θεού, λες και είναι έμφυτο δικαίωμα και υποχρέωσή του να προσπαθεί να πάρει ευλογίες και υποσχέσεις από τον Θεό, ενώ οι ευθύνες που πρέπει να εκπληρώσει ο Θεός είναι να προστατεύει και να φροντίζει τον άνθρωπο, και να του παρέχει αυτά που χρειάζεται. Αυτή είναι η βασική κατανόηση της «πίστης στον Θεό» όλων όσοι πιστεύουν στον Θεό, και αυτή είναι η βαθύτερή τους κατανόηση της έννοιας της πίστης στον Θεό. Από τη φύση-ουσία του ανθρώπου ως την υποκειμενική του επιδίωξη, δεν υπάρχει τίποτα που να σχετίζεται με τον σεβασμό του Θεού. Ο σκοπός που ο άνθρωπος πιστεύει στον Θεό δεν θα μπορούσε να έχει καμία σχέση με τη λατρεία του Θεού. Τουτέστιν, ο άνθρωπος δεν έχει ποτέ θεωρήσει ούτε κατανοήσει ότι η πίστη στον Θεό προϋποθέτει να σέβεται και να λατρεύει τον Θεό. Υπό το πρίσμα αυτών των συνθηκών, η ουσία του ανθρώπου είναι προφανής. Ποια είναι αυτή η ουσία; Είναι ότι η καρδιά του ανθρώπου είναι κακόβουλη, καταχθόνια και δόλια, δεν αγαπάει τη δικαιοσύνη και την αμεροληψία και ό,τι είναι θετικό, και είναι τιποτένια και άπληστη. Η καρδιά του ανθρώπου δεν θα μπορούσε να είναι πιο κλειστή στον Θεό. Ο άνθρωπος δεν την έχει δώσει επ’ ουδενί στον Θεό. Ο Θεός δεν έχει δει ποτέ την αληθινή καρδιά του ανθρώπου, ούτε έχει γνωρίσει ποτέ την λατρεία του ανθρώπου. Ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλο τίμημα πληρώνει ο Θεός ή πόσο έργο κάνει ή το πόσα παρέχει στον άνθρωπο, ο άνθρωπος δεν τα βλέπει και αδιαφορεί παντελώς γι’ αυτά. Ο άνθρωπος δεν έδωσε ποτέ την καρδιά του στον Θεό, θέλει απλώς να τη φροντίζει ο ίδιος, να παίρνει τις δικές του αποφάσεις —κάτι που υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος δεν θέλει να ακολουθήσει την οδό του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού ούτε θέλει να υποταχθεί στην κυριαρχία και τις ρυθμίσεις του Θεού, κι ούτε θέλει να λατρεύει τον Θεό ως Θεό. Αυτή είναι η κατάσταση του ανθρώπου σήμερα. Τώρα, ας δούμε και πάλι τον Ιώβ. Κατ’ αρχάς, έκανε κάποια συμφωνία με τον Θεό; Έχει απώτερα κίνητρα με το να μένει σταθερός στην οδό του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού; Εκείνη την εποχή, είχε μιλήσει ο Θεός σε οποιονδήποτε για το τέλος που θα ερχόταν; Εκείνη την εποχή, ο Θεός δεν είχε υποσχεθεί τίποτα σε κανέναν για το τέλος, και σ’ αυτό το πλαίσιο ήταν σε θέση ο Ιώβ να σέβεται τον Θεό και να αποφεύγει το κακό. Μπορούν οι σημερινοί άνθρωποι να συγκριθούν με τον Ιώβ; Υπάρχουν πάρα πολλές διαφορές· ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες. Παρόλο που ο Ιώβ δεν γνώριζε πολλά για τον Θεό, είχε δώσει την καρδιά του στον Θεό και αυτή ανήκε στον Θεό. Δεν έκανε ποτέ συμφωνία με τον Θεό και δεν είχε εξωφρενικές επιθυμίες ή απαιτήσεις από τον Θεό. Αντιθέτως, πίστευε ότι «ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν». Αυτό ήταν αυτό που είχε δει και αποκτήσει επειδή έμενε πιστός στην οδό του σεβασμού για τον Θεό και της αποφυγής του κακού κατά τη διάρκεια της μακρόβιας ζωής του. Ομοίως, είχε επίσης κερδίσει το αποτέλεσμα που αντιπροσωπεύουν τα λόγια: «Τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τις αντιξοότητες δεν θέλομεν δεχθή;» Αυτές οι δύο προτάσεις ήταν αυτό που είχε δει και είχε γνωρίσει ως αποτέλεσμα της υποτακτικής στάσης του στον Θεό κατά τη διάρκεια της εμπειρίας της ζωής του, και ήταν επίσης τα ισχυρότερα όπλα του με τα οποία βγήκε θριαμβευτής κατά τη διάρκεια των πειρασμών του Σατανά, και ήταν το θεμέλιο της ακλόνητης στάσης του στη μαρτυρία του στον Θεό. Σε αυτό το σημείο, θεωρείτε τον Ιώβ υπέροχο άνθρωπο; Ευελπιστείτε ότι θα γίνετε ένας τέτοιος άνθρωπος; Φοβάστε ότι θα πρέπει να υποστείτε τους πειρασμούς του Σατανά; Αποφασίσατε να προσευχηθείτε για να σας υποβάλει ο Θεός στις ίδιες δοκιμασίες όπως τον Ιώβ; Αναμφισβήτητα, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα τολμούσαν να προσευχηθούν για αυτά τα πράγματα. Είναι προφανές λοιπόν ότι η δική σας πίστη είναι απελπιστικά μικρή. Σε σύγκριση με τον Ιώβ, η πίστη σας είναι απλώς ανάξια αναφοράς. Είστε οι εχθροί του Θεού, δεν σέβεστε τον Θεό, είστε ανίκανοι να παραμείνετε σταθεροί στη μαρτυρία σας στον Θεό, και δεν είστε σε θέση να βγείτε θριαμβευτές από τις επιθέσεις, τις κατηγορίες και τους πειρασμούς του Σατανά. Τι σας κάνει ικανούς να λάβετε τις υποσχέσεις του Θεού; Έχοντας ακούσει την ιστορία του Ιώβ και κατανοήσει την πρόθεση του Θεού να σώσει τον άνθρωπο και την έννοια της σωτηρίας του ανθρώπου, διαθέτετε τώρα εσείς την πίστη να δεχτείτε τις ίδιες δοκιμασίες με τον Ιώβ; Δεν θα έπρεπε να έχετε αποφασίσει ώστε να επιτρέψετε στον εαυτό σας να ακολουθήσει την οδό του σεβασμού του Θεού και της αποφυγής του κακού;
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 58
Μην έχεις αμφιβολίες σχετικά με τις δοκιμασίες του Θεού
Αφού έλαβε τη μαρτυρία του Ιώβ μετά το πέρας των δοκιμασιών του, ο Θεός αποφάσισε ότι θα κέρδιζε μια ομάδα —ή περισσότερους από μια ομάδα— ανθρώπων όπως τον Ιώβ, αλλά αποφάσισε να μην επιτρέψει ποτέ ξανά στον Σατανά να επιτεθεί ή να κακοποιήσει οποιοδήποτε άλλο άτομο χρησιμοποιώντας τα μέσα με τα οποία είχε υποβάλει σε πειρασμό, επιτέθηκε και κακοποίησε τον Ιώβ, βάζοντας στοίχημα με τον Θεό. Ο Θεός δεν επέτρεψε στον Σατανά να κάνει ποτέ ξανά τέτοιου είδους πράγματα στον άνθρωπο, ο οποίος είναι αδύναμος, ανόητος και αδαής —ήταν αρκετό που ο Σατανάς είχε υποβάλει σε πειρασμό τον Ιώβ! Το να μην επιτρέψει στον Σατανά να κακοποιεί τους ανθρώπους κατά βούληση είναι το έλεος του Θεού. Για τον Θεό, ήταν αρκετό ότι ο Ιώβ είχε υποστεί τον πειρασμό και την κακοποίηση του Σατανά. Ο Θεός δεν επέτρεψε στον Σατανά να κάνει ξανά τέτοια πράγματα, γιατί η ζωή και όλα όσα αφορούν τους ανθρώπους που ακολουθούν τον Θεό κυβερνώνται και ενορχηστρώνονται από τον Θεό και ο Σατανάς δεν έχει δικαίωμα να χειραγωγεί τους εκλεκτούς του Θεού κατά βούληση —θα πρέπει να είστε σαφείς όσον αφορά αυτό το σημείο! Ο Θεός νοιάζεται για την αδυναμία του ανθρώπου, και κατανοεί την ανοησία και την άγνοιά του. Παρόλο που, για να μπορεί ο άνθρωπος να σωθεί ολοκληρωτικά, ο Θεός πρέπει να τον παραδώσει στον Σατανά, ο Θεός δεν είναι πρόθυμος να δει ποτέ τον άνθρωπο να πιάνεται κορόιδο και να κακοποιείται από τον Σατανά, και δεν θέλει να δει τον άνθρωπο να υποφέρει διαρκώς. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό, και το ότι ο Θεός κυβερνά και οργανώνει τα πάντα γύρω από τον άνθρωπο είναι απολύτως φυσικό και δικαιολογημένο· αυτή είναι η ευθύνη του Θεού και αυτή είναι η εξουσία με την οποία ο Θεός κυβερνά τα πάντα! Ο Θεός δεν επιτρέπει στον Σατανά να κακοποιεί και να κακομεταχειρίζεται τον άνθρωπο κατά βούληση, δεν επιτρέπει στον Σατανά να χρησιμοποιεί διάφορα μέσα για να παρασύρει τον άνθρωπο σε λάθος δρόμο και, επιπλέον, δεν επιτρέπει στον Σατανά να παρεμβαίνει στην κυριαρχία του Θεού στον άνθρωπο, ούτε επιτρέπει στον Σατανά να καταπατά και να καταστρέφει τους νόμους με τους οποίους ο Θεός κυβερνά τα πάντα, να μην μιλήσουμε για το σπουδαίο έργο του Θεού που αφορά τη διαχείριση και τη σωτηρία της ανθρωπότητας! Όσοι ο Θεός επιθυμεί να σώσει και όσοι είναι σε θέση να γίνουν μάρτυρες του Θεού, είναι ο πυρήνας και η αποκρυστάλλωση του έργου διαχείρισης του Θεού των έξι χιλιάδων ετών, καθώς και το τίμημα των προσπαθειών Του στα έξι χιλιάδες έτη του έργου Του. Πώς θα μπορούσε ο Θεός να παραδώσει αδιάφορα αυτούς τους ανθρώπους στον Σατανά;
Οι άνθρωποι συχνά ανησυχούν και φοβούνται τις δοκιμασίες του Θεού, όμως ζουν διαρκώς στην παγίδα του Σατανά και ζουν σε επικίνδυνο έδαφος όπου δέχονται τις επιθέσεις και την κακοποίηση του Σατανά —όμως δεν γνωρίζουν φόβο και είναι ατάραχοι. Τι συμβαίνει; Η πίστη του ανθρώπου στον Θεό περιορίζεται μόνο στα πράγματα που μπορεί να δει. Δεν έχει την παραμικρή εκτίμηση για την αγάπη του Θεού και την έγνοια Του για τον άνθρωπο ή για την τρυφερότητα και το ενδιαφέρον Του προς τον άνθρωπο. Εκτός από ελάχιστο δέος και φόβο για τις δοκιμασίες του Θεού, την κρίση και το παίδεμα, το μεγαλείο και την οργή, ο άνθρωπος δεν κατανοεί ούτε στο ελάχιστο τις ενδελεχείς προθέσεις του Θεού. Μόλις γίνεται αναφορά στις δοκιμασίες, οι άνθρωποι αισθάνονται ότι ο Θεός έχει απώτερα κίνητρα, και κάποιοι πιστεύουν μάλιστα ότι ο Θεός καταστρώνει κακά σχέδια, αγνοώντας τι θα τους κάνει πράγματι ο Θεός. Έτσι, παράλληλα με το να κραυγάζουν ότι υποτάσσονται στην κυριαρχία και τις ρυθμίσεις του Θεού, κάνουν ό,τι μπορούν για να αντισταθούν και να αντιταχθούν στην κυριαρχία του Θεού πάνω στον άνθρωπο και τις ρυθμίσεις για τον άνθρωπο, διότι πιστεύουν ότι αν δεν είναι προσεκτικοί, θα παραπλανηθούν από τον Θεό, ότι αν δεν κρατήσουν στα χέρια τους τη μοίρα τους, τότε ό,τι έχουν, θα μπορούσε να αφαιρεθεί από τον Θεό και η ζωή τους θα μπορούσε, μάλιστα, να βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Ο άνθρωπος βρίσκεται στο στρατόπεδο του Σατανά, αλλά δεν ανησυχεί μήπως κακοποιηθεί από τον Σατανά, και κακοποιείται από τον Σατανά, αλλά δεν φοβάται μήπως αιχμαλωτιστεί από τον Σατανά. Εξακολουθεί να λέει ότι δέχεται τη σωτηρία του Θεού, όμως ποτέ δεν εμπιστεύτηκε τον Θεό ούτε πίστεψε ότι ο Θεός θα σώσει τον άνθρωπο πραγματικά από τα νύχια του Σατανά. Αν, όπως ο Ιώβ, ο άνθρωπος είναι σε θέση να υποταχθεί στις ενορχηστρώσεις και τις ρυθμίσεις του Θεού και μπορεί να αφήσει ολόκληρη την ύπαρξή του στα χέρια του Θεού, τότε η έκβαση του ανθρώπου δεν θα είναι ίδια με του Ιώβ —θα πάρει τις ευλογίες του Θεού; Αν ο άνθρωπος είναι σε θέση να δεχτεί και να υποταχθεί στην κυριαρχία του Θεού, τι έχει να χάσει; Συνεπώς, προτείνω να είστε μετρημένοι στις πράξεις σας, και προσεκτικοί με όλα όσα πρόκειται να σας συμβούν. Μην είστε βιαστικοί ή παρορμητικοί και μην αντιμετωπίζετε τον Θεό και τους ανθρώπους, τα θέματα και τα αντικείμενα που έχει ρυθμίσει για εσάς ανάλογα με την οξυθυμία ή τον αυθορμητισμό σας ή σύμφωνα με τη φαντασία και τις αντιλήψεις σας. Πρέπει να είστε προσεκτικοί στις πράξεις σας, και πρέπει να προσεύχεστε και να αναζητάτε περισσότερα, για να αποφύγετε να προκαλέσετε την οργή του Θεού. Να το θυμάστε αυτό!
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 59
Ο Ιώβ μετά τις δοκιμασίες του (Επιλεγμένα εδάφια)
Ιώβ 42:7-9 Αφού δε ο Ιεχωβά ελάλησε τους λόγους τούτους προς τον Ιώβ, είπεν ο Ιεχωβά προς Ελιφάς τον Θαιμανίτην, Ο θυμός μου εξήφθη κατά σου και κατά των δύο φίλων σου· διότι δεν ελαλήσατε περί εμού το ορθόν ως ο δούλος μου Ιώβ· διά τούτο λάβετε τώρα εις εαυτούς επτά μόσχους και επτά κριούς και υπάγετε προς τον δούλον μου Ιώβ, και προσφέρετε ολοκαύτωμα υπέρ εαυτών· ο δε Ιώβ ο δούλός μου θέλει ικετεύσει υπέρ υμών· διότι θέλω δεχθή το πρόσωπον αυτού· διά να μη πράξω με σας κατά την αφροσύνην σας· διότι δεν ελαλήσατε περί εμού το ορθόν ως ο δούλος μου Ιώβ· Και υπήγον Ελιφάς ο Θαιμανίτης και Βιλδάδ ο Σαυχίτης και Σωφάρ ο Νααμαθίτης, και έκαμον ως προσέταξεν εις αυτούς ο Ιεχωβά· ο δε Ιεχωβά εδέχθη το πρόσωπον του Ιώβ.
Ιώβ 42:10 Και έστρεψεν ο Ιεχωβά την αιχμαλωσίαν του Ιώβ, αφού προσηυχήθη υπέρ των φίλων αυτού· και έδωκεν ο Ιεχωβά εις τον Ιώβ διπλάσια πάντων των όσα είχε πρότερον.
Ιώβ 42:12 Και ευλόγησεν ο Ιεχωβά τα έσχατα του Ιώβ μάλλον παρά τα πρώτα· ώστε απέκτησε δεκατέσσαρας χιλιάδας προβάτων και εξακισχιλίας καμήλους και χίλια ζεύγη βοών και χιλίας όνους.
Ιώβ 42:17 Και ετελεύτησεν ο Ιώβ, γέρων και πλήρης ημερών.
Ο Θεός αγαπά όσους σέβονται τον Θεό και αποφεύγουν το κακό, ενώ θεωρεί τιποτένιους όσους είναι ανόητοι
Στο Ιώβ 42:7-9, ο Θεός λέει ότι ο Ιώβ είναι υπηρέτης Του. Η χρήση του όρου «υπηρέτης» για να αναφερθεί στον Ιώβ καταδεικνύει τη σημασία που είχε ο Ιώβ στην καρδιά Του. Παρόλο που ο Θεός δεν προσφώνησε τον Ιώβ με κάποια έκφραση μεγαλύτερου κύρους, αυτός ο χαρακτηρισμός δεν είχε σχέση με τη σημασία που είχε ο Ιώβ στην καρδιά του Θεού. Η λέξη «υπηρέτης» εδώ είναι το προσωνύμιο του Θεού για τον Ιώβ. Οι πολλαπλές αναφορές του Θεού στον «υπηρέτη Μου Ιώβ» δείχνουν πώς ήταν ευχαριστημένος με τον Ιώβ. Παρόλο που ο Θεός δεν είπε τίποτα για το νόημα που κρύβει η λέξη «υπηρέτης», ο ορισμός του Θεού για τη λέξη «υπηρέτης» μπορεί να φανεί από τα λόγια Του σε αυτό το εδάφιο της Γραφής. Ο Θεός είπε πρώτα στον Ελιφάς τον Θαιμανίτη: «Ο θυμός μου εξήφθη κατά σου και κατά των δύο φίλων σου· διότι δεν ελαλήσατε περί εμού το ορθόν ως ο δούλος μου Ιώβ». Είναι η πρώτη φορά που με αυτά τα λόγια ο Θεός είχε πει ανοιχτά στους ανθρώπους ότι δέχτηκε όλα όσα είπε και έκανε ο Ιώβ αφού υπέστη τις δοκιμασίες του Θεού και είναι η πρώτη φορά που είχε ανοιχτά επιβεβαιώσει την ακρίβεια και την ορθότητα όλων όσα είχε κάνει και είχε πει ο Ιώβ. Ο Θεός ήταν θυμωμένος με τον Ελιφάς και τους υπόλοιπους λόγω της εσφαλμένης, παράλογης συνομιλίας τους, επειδή, όπως ο Ιώβ, δεν μπορούσαν να δουν την εμφάνιση του Θεού ή να ακούσουν τα λόγια που εξέφρασε στη ζωή τους, όμως ο Ιώβ είχε μια τόσο σαφή γνώση του Θεού, ενώ αυτοί μπορούσαν μόνο να κάνουν αβάσιμες υποθέσεις για τον Θεό, πηγαίνοντας ενάντια στις προθέσεις του Θεού σε όλα όσα έκαναν και προκαλώντας Του αίσθημα αποστροφής απέναντί τους. Συνεπώς, ενώ ταυτόχρονα αποδεχόταν όλα όσα έκανε και είπε ο Ιώβ, ο Θεός άρχισε να οργίζεται απέναντι στους άλλους, διότι μέσα τους όχι μόνο δεν μπόρεσε να δει κάποια πραγματικότητα του σεβασμού για τον Θεό, αλλά δεν άκουσε τίποτα περί σεβασμού για τον Θεό σε όσα είπαν. Επομένως, ο Θεός στη συνέχεια τους έθεσε τις εξής απαιτήσεις: «Διά τούτο λάβετε τώρα εις εαυτούς επτά μόσχους και επτά κριούς και υπάγετε προς τον δούλον μου Ιώβ, και προσφέρετε ολοκαύτωμα υπέρ εαυτών· ο δε Ιώβ ο δούλός μου θέλει ικετεύσει υπέρ υμών· διότι θέλω δεχθή το πρόσωπον αυτού· διά να μη πράξω με σας κατά την αφροσύνην σας». Σε αυτό το εδάφιο, ο Θεός λέει στον Ελιφάς και στους άλλους να κάνουν κάτι που θα τους λυτρώσει από τις αμαρτίες τους, διότι η αφροσύνη τους ήταν αμαρτία κατά του Ιεχωβά Θεού, οπότε έπρεπε να προσφέρουν ολοκαυτώματα για να διορθώσουν τα σφάλματά τους. Τα ολοκαυτώματα προσφέρονται συχνά στον Θεό, αλλά το ασυνήθιστο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι αυτά τα ολοκαυτώματα προσφέρθηκαν στον Ιώβ. Ο Ιώβ έγινε δεκτός από τον Θεό επειδή έγινε μάρτυρας του Θεού κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών του. Αυτοί οι φίλοι του Ιώβ, εντωμεταξύ, εκτέθηκαν κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών του. Εξαιτίας της αφροσύνης τους, καταδικάστηκαν από τον Θεό, και προκάλεσαν την οργή του Θεού και θα έπρεπε να τιμωρηθούν από τον Θεό —να τιμωρηθούν προσφέροντας ολοκαυτώματα ενώπιον του Ιώβ— κατόπιν τούτου, ο Ιώβ προσευχήθηκε για χάρη τους για να πάψει η τιμωρία και η οργή του Θεού εναντίον τους. Η πρόθεση του Θεού ήταν να τους κάνει να ντραπούν, γιατί δεν ήταν άνθρωποι που σέβονταν τον Θεό και απέφευγαν το κακό, και είχαν καταδικάσει την ακεραιότητα του Ιώβ. Από τη μια πλευρά, ο Θεός τούς είπε ότι δεν αποδεχόταν τις πράξεις τους, αλλά είχε αποδεχτεί και είχε ικανοποιηθεί απόλυτα από τον Ιώβ. Από την άλλη, ο Θεός τούς είπε ότι η αποδοχή του Θεού ανυψώνει τον άνθρωπο ενώπιον του Θεού, ότι ο Θεός αποστρέφεται τον άνθρωπο εξαιτίας της αφροσύνης του, η οποία Τον υβρίζει, και ο άνθρωπος είναι ποταπός και ελεεινός στα μάτια του Θεού. Αυτοί είναι οι ορισμοί που δόθηκαν από τον Θεό για δύο τύπους ανθρώπων, είναι η στάση του Θεού απέναντι σε αυτούς τους δύο τύπους ανθρώπων και είναι η έκφραση του Θεού για την αξία και τη θέση αυτών των δύο τύπων ανθρώπων. Παρόλο που ο Θεός αποκάλεσε τον Ιώβ υπηρέτη Του, στα μάτια του Θεού αυτός ο υπηρέτης ήταν αγαπητός και είχε την εξουσία να προσευχηθεί για τους άλλους και να τους συγχωρήσει τα σφάλματά τους. Αυτός ο υπηρέτης μπορούσε να μιλήσει απευθείας με τον Θεό και να έρθει απευθείας ενώπιον του Θεού, η δε θέση του ήταν υψηλότερη και πιο σεβάσμια από αυτή των άλλων. Αυτή είναι η πραγματική έννοια της λέξης «υπηρέτης» που εκφράζει ο Θεός. Ο Ιώβ έλαβε αυτή την ιδιαίτερη τιμή εξαιτίας του σεβασμού του για τον Θεό και της αποφυγής του κακού, και ο λόγος για τον οποίο οι άλλοι δεν αποκαλούνταν υπηρέτες από τον Θεό είναι επειδή δεν σέβονταν τον Θεό ούτε απέφευγαν το κακό. Αυτή η άκρως διαφορετική διττή στάση του Θεού είναι η στάση Του προς δύο τύπους ανθρώπων: όσοι σέβονται τον Θεό και αποφεύγουν το κακό γίνονται αποδεκτοί από τον Θεό και θεωρούνται πολύτιμοι στα μάτια Του, ενώ όσοι είναι ανόητοι, δεν σέβονται τον Θεό, είναι ανίκανοι να αποφύγουν το κακό και δεν είναι σε θέση να λάβουν την εύνοια του Θεού. Συχνά ο Θεός τους αποστρέφεται και τους καταδικάζει, και είναι ποταποί στα μάτια του Θεού.
Ο Θεός δίνει εξουσία στον Ιώβ
Ο Ιώβ προσευχήθηκε για τους φίλους του και αργότερα, ως αποτέλεσμα των προσευχών του Ιώβ, ο Θεός δεν τους αντιμετώπισε όπως ταίριαζε στην αφροσύνη τους —δεν τους τιμώρησε ούτε τους εκδικήθηκε. Και για ποιον λόγο δεν το έκανε; Επειδή οι προσευχές του υπηρέτη του Θεού, του Ιώβ, γι’ αυτούς είχαν φτάσει στα αυτιά Του. Ο Θεός τούς συγχώρησε, επειδή δέχτηκε τις προσευχές του Ιώβ. Τι βλέπουμε λοιπόν εδώ; Όταν ο Θεός ευλογεί κάποιον, του δίνει πολλές ανταμοιβές, και όχι μόνο υλικές: ο Θεός τού δίνει εξουσία και το δικαίωμα να προσεύχεται για τους άλλους και ο Θεός ξεχνάει και παραβλέπει τα αμαρτήματα αυτών των ανθρώπων, επειδή εισακούει αυτές τις προσευχές. Αυτή είναι η εξουσία που ο Θεός έδωσε στον Ιώβ. Μέσα από τις προσευχές του Ιώβ για να σταματήσει την καταδίκη τους, ο Ιεχωβά Θεός ντρόπιασε αυτούς τους ανόητους ανθρώπους —κάτι που, φυσικά, ήταν η ειδική τιμωρία Του για τον Ελιφάς και τους άλλους.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 60
Ο Ιώβ ευλογείται από τον Θεό για άλλη μια φορά, και δεν κατηγορείται ποτέ ξανά από τον Σατανά
Μεταξύ των ομιλιών του Ιεχωβά Θεού είναι και τα λόγια: «διότι δεν ελαλήσατε περί εμού το ορθόν ως ο δούλος μου Ιώβ». Τι είπε ο Ιώβ; Μιλήσαμε γι’ αυτό προηγουμένως, καθώς και τις πολλές σελίδες των λόγων στο Βιβλίο του Ιώβ, όπου καταγράφονται όσα είπε ο Ιώβ. Σε όλες αυτές τις πολυάριθμες σελίδες λόγων, ο Ιώβ δεν εξέφρασε ποτέ παράπονα ή αμφιβολίες για τον Θεό. Απλώς περιμένει το αποτέλεσμα. Αυτή η αναμονή είναι η στάση της υποταγής, ως αποτέλεσμα της οποίας, και ως αποτέλεσμα των όσων είπε στον Θεό, ο Ιώβ κέρδισε την αποδοχή από τον Θεό. Όταν υπέμεινε δοκιμασίες και υπέφερε τα δεινά, ο Θεός ήταν στο πλευρό του και, παρόλο που τα δεινά του δεν τα απάλυνε η παρουσία του Θεού, ο Θεός είδε όσα ήθελε να δει και άκουσε όσα ήθελε να ακούσει. Όλες οι πράξεις και τα λόγια του Ιώβ έφθασαν στα μάτια και στα αυτιά του Θεού. Ο Θεός άκουσε και είδε —αυτό είναι γεγονός. Η γνώση του Ιώβ για τον Θεό και οι σκέψεις του για τον Θεό στην καρδιά του την εποχή εκείνη, κατά την περίοδο εκείνη, δεν ήταν τόσο συγκεκριμένες όσο αυτές των σημερινών ανθρώπων, αλλά στο πλαίσιο της εποχής, ο Θεός αναγνώριζε όλα όσα είχε πει, επειδή η συμπεριφορά του και οι σκέψεις στην καρδιά του, καθώς και όσα είχε εκφράσει και αποκαλύψει, κάλυπταν τις απαιτήσεις Του. Κατά τη διάρκεια του χρόνου που ο Ιώβ υποβλήθηκε σε δοκιμασίες, αυτό που σκέφτηκε στην καρδιά του και αποφάσισε να κάνει, έδειξε στον Θεό ένα αποτέλεσμα, ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα για τον Θεό και, μετά από αυτό, ο Θεός έληξε τις δοκιμασίες του Ιώβ, ο Ιώβ εξήλθε από τα προβλήματά του, και οι δοκιμασίες του εξαφανίστηκαν και δεν τις υπέστη ποτέ ξανά. Επειδή ο Ιώβ είχε ήδη υποβληθεί σε δοκιμασίες και είχε παραμείνει σταθερός κατά τη διάρκεια αυτών των δοκιμασιών, και θριάμβευσε απόλυτα κατά του Σατανά, ο Θεός τού έδωσε τις ευλογίες που τόσο δικαίως του άξιζαν. Όπως καταγράφηκε στο Ιώβ 42:10, 12, ο Ιώβ ευλογήθηκε για άλλη μια φορά και με περισσότερα από την πρώτη. Εκείνη τη στιγμή, ο Σατανάς είχε αποσυρθεί και δεν είπε ούτε έκανε τίποτα πια, και από τότε, ο Ιώβ δεν δέχτηκε ποτέ ξανά τις ενοχλήσεις ή τις επιθέσεις του Σατανά, και ο Σατανάς δεν εκτόξευσε ποτέ πια κατηγορίες εναντίον των ευλογιών του Θεού για τον Ιώβ.
Ο Ιώβ περνάει το τελευταίο ήμισυ της ζωής του εν μέσω των ευλογιών του Θεού
Αν και οι ευλογίες Του εκείνη την εποχή περιορίζονταν μόνο στα πρόβατα, τα βόδια, τις καμήλες, τα υλικά αγαθά και ούτω καθεξής, οι ευλογίες που ο Θεός θέλησε να δώσει στον Ιώβ από την καρδιά Του ήταν πολύ περισσότερες από αυτές. Εκείνον τον καιρό, καταγράφηκαν ποιες αιώνιες υποσχέσεις θέλησε να δώσει ο Θεός στον Ιώβ; Στις ευλογίες Του προς τον Ιώβ, ο Θεός δεν ανέφερε ούτε άγγιξε το θέμα του τέλους του και, ανεξάρτητα από το ποια σημασία ή θέση έλαβε ο Ιώβ στην καρδιά του Θεού, εν κατακλείδι, ο Θεός ήταν πολύ μετρημένος όσον αφορά τις ευλογίες Του. Ο Θεός δεν ανακοίνωσε το τέλος του Ιώβ. Τι σημαίνει αυτό; Εκείνη τη στιγμή, όταν το σχέδιο του Θεού δεν είχε ακόμη φτάσει στο σημείο της διακήρυξης του τέλους του ανθρώπου, το σχέδιο δεν είχε ακόμη εισέλθει στο τελικό στάδιο του έργου Του, ο Θεός δεν αναφέρθηκε στο τέλος, δίνοντας απλώς υλικές ευλογίες στον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει ότι το δεύτερο ήμισυ της ζωής του ο Ιώβ το πέρασε εν μέσω των ευλογιών του Θεού, κάτι που τον διαφοροποιούσε από τους άλλους ανθρώπους —αλλά όπως οι άλλοι, γέρασε κι αυτός και όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, ήρθε η μέρα που αποχαιρέτισε τα εγκόσμια. Έτσι, καταγράφεται ότι «και ετελεύτησεν ο Ιώβ, γέρων και πλήρης ημερών» (Ιώβ 42:17). Ποια είναι η σημασία της φράσης «ετελεύτησεν πλήρης ημερών» εδώ; Την εποχή που ο Θεός διακήρυττε το τέλος των ανθρώπων, ο Θεός έθεσε ένα προσδόκιμο ζωής για τον Ιώβ και, όταν ο καιρός είχε έρθει, επέτρεψε στον Ιώβ να αναχωρήσει με φυσικό τρόπο από αυτόν τον κόσμο. Από τη δεύτερη ευλογία του Ιώβ μέχρι τον θάνατό του, ο Θεός δεν πρόσθεσε άλλα δεινά. Για τον Θεό, ο θάνατος του Ιώβ ήταν φυσικός, και επίσης αναγκαίος. Ήταν κάτι πολύ φυσιολογικό, και δεν συνιστούσε κρίση ούτε καταδίκη. Ενόσω ήταν ζωντανός, ο Ιώβ λάτρευε και σεβόταν τον Θεό. Όσον αφορά το είδος του τέλους που είχε μετά τον θάνατό του, ο Θεός δεν είπε τίποτα, ούτε έκανε κανένα σχόλιο επ’ αυτού. Ο Θεός έχει ισχυρό αίσθημα ευπρέπειας σε ό,τι λέει και κάνει, και το περιεχόμενο και οι αρχές των λόγων και των πράξεών Του συνάδουν με το στάδιο του έργου Του και την περίοδο κατά την οποία εργάζεται. Τι είδους τέλος είχε κάποιος όπως ο Ιώβ στην καρδιά του Θεού; Είχε καταλήξει σε κάποια απόφαση ο Θεός στην καρδιά Του; Φυσικά! Αυτό όμως δεν το γνώριζε ο άνθρωπος. Ο Θεός δεν ήθελε, ούτε είχε καμία πρόθεση να το πει στον άνθρωπο. Συνεπώς, εκ πρώτης όψεως, ο Ιώβ πέθανε πλήρης ημερών, και αυτή ήταν η ζωή του Ιώβ.
Το τίμημα που βίωσε ο Ιώβ κατά τη διάρκεια της ζωής του
Άξιζε άραγε η ζωή που έζησε ο Ιώβ; Ποια ήταν η αξία της; Γιατί λέγεται ότι έζησε μια ζωή που άξιζε; Ποια ήταν η αξία του για τον άνθρωπο; Από την σκοπιά του ανθρώπου, αντιπροσώπευε την ανθρωπότητα, την οποία ο Θεός επιθυμεί να σώσει, εφόσον έγινε ηχηρός μάρτυρας του Θεού ενώπιον του Σατανά και των ανθρώπων του κόσμου. Ο ίδιος εκπλήρωσε το καθήκον που όφειλε να εκπληρώσει ένα δημιούργημα, έγινε παράδειγμα και έπαιξε τον ρόλο του πρότυπου για όλους όσους ο Θεός επιθυμεί να σώσει, επιτρέποντας στους ανθρώπους να δουν ότι είναι απολύτως δυνατό να θριαμβεύσουν κατά του Σατανά βασιζόμενοι στον Θεό. Και ποια ήταν η αξία του για τον Θεό; Για τον Θεό, η αξία της ζωής του Ιώβ έγκειτο στην ικανότητά του να σέβεται τον Θεό, να λατρεύει τον Θεό, να μαρτυρεί για τα έργα του Θεού και να δοξολογεί τα έργα του Θεού, προσφέροντας στον Θεό παρηγοριά και ευχαρίστηση. Για τον Θεό, η αξία της ζωής του Ιώβ έγκειτο επίσης στον τρόπο που πριν από τον θάνατό του ο Ιώβ βίωσε τις δοκιμασίες και θριάμβευσε κατά του Σατανά και έγινε ηχηρός μάρτυρας του Θεού ενώπιον του Σατανά και των ανθρώπων του κόσμου, ώστε ο Θεός να κερδίσει δόξα στην ανθρωπότητα, παρηγορώντας την καρδιά Του και επιτρέποντας στην ανυπόμονη καρδιά Του να δει ένα αποτέλεσμα και να δει την ελπίδα. Η μαρτυρία του δημιούργησε προηγούμενο όσον αφορά την ικανότητα να παραμένει κανείς σταθερός στη μαρτυρία του προς τον Θεό, και όσον αφορά την ταπείνωση του Σατανά για λογαριασμό του Θεού στο έργο του Θεού για τη διαχείριση της ανθρωπότητας. Δεν είναι αυτή η αξία της ζωής του Ιώβ; Ο Ιώβ έφερε παρηγοριά στην καρδιά του Θεού, έδωσε στον Θεό μια πρόγευση της χαράς τού να κερδίζεις δόξα και παρέσχε μια θαυμάσια αρχή για το σχέδιο διαχείρισης του Θεού. Από αυτό το σημείο και στο εξής, το όνομα του Ιώβ έγινε σύμβολο της δόξας του Θεού και σημείο του θριάμβου της ανθρωπότητας κατά του Σατανά. Αυτά που βίωσε ο Ιώβ κατά τη διάρκεια της ζωής του, καθώς και ο αξιοσημείωτος θρίαμβος του κατά του Σατανά θα χαίρουν πάντα της αγάπης του Θεού, και η τελειότητα, η ακεραιότητά του και ο σεβασμός του για τον Θεό θα τυγχάνουν σεβασμού και μίμησης από τις επόμενες γενιές. Ο Θεός θα αγαπά πάντα τον Ιώβ σαν ένα άψογο, λαμπερό μαργαριτάρι, και γι’ αυτό αξίζει την απεριόριστη εκτίμηση του ανθρώπου!
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 61
Τα διατάγματα της Εποχής του Νόμου
Οι Δέκα Εντολές
Οι αρχές της ανέγερσης των θυσιαστηρίων
Διατάγματα για τη μεταχείριση των δούλων
Διατάγματα για κλοπή και αποζημίωση
Τήρηση του Σαββατικού έτους και των τριών εορτών
Διατάγματα για την ημέρα του Σαββάτου
Διατάγματα των προσφορών
Ολοκαυτώματα
Προσφορές σιτηρών
Ειρηνικές προσφορές
Προσφορές περί αμαρτίας
Προσφορές περί ανομίας
Διατάγματα προσφορών από ιερείς (ο Ααρών και οι γιοι του διατάσσονται να συμμορφωθούν)
Ολοκαυτώματα από ιερείς
Προσφορές σιτηρών από ιερείς
Προσφορές περί αμαρτίας από ιερείς
Προσφορές περί ανομίας από ιερείς
Ειρηνικές προσφορές από ιερείς
Διατάγματα για τη βρώση των προσφορών από ιερείς
Καθαρά και ακάθαρτα ζώα (όσα είναι κατάλληλα και όσα είναι ακατάλληλα προς κατανάλωση)
Διατάγματα για τον καθαρισμό των γυναικών μετά τον τοκετό
Κανόνες για την εξέταση της λέπρας
Διατάγματα για όσους έχουν ιαθεί από λέπρα
Διατάγματα για την κάθαρση μολυσμένων σπιτιών
Διατάγματα για όσους υποφέρουν από μη φυσιολογικές εκκρίσεις
Η ημέρα της εξιλέωσης που πρέπει να τηρείται άπαξ ετησίως
Κανόνες για τη σφαγή βοοειδών και προβάτων
Η απαγόρευση απεχθών πρακτικών των Εθνών (αιμομιξία, και ούτω καθεξής)
Διατάγματα που πρέπει να τηρεί ο λαός [«Άγιοι θέλετε είσθαι· διότι άγιος είμαι εγώ Ιεχωβά ο Θεός σας» (Λευ. 19:2)]
Η εκτέλεση όσων θυσιάζουν τα παιδιά τους στον Μολώχ
Διατάγματα για την τιμωρία του εγκλήματος της μοιχείας
Κανόνες που θα πρέπει να τηρούνται από τους ιερείς (κανόνες για την καθημερινή συμπεριφορά τους, κανόνες για την κατανάλωση των αγίων πραγμάτων, κανόνες για την προσφορά θυσιών και ούτω καθεξής)
Εορτές που πρέπει να τηρούνται (ημέρα του Σαββάτου, Πάσχα, Πεντηκοστή, ημέρα του Εξιλασμού και ούτω καθεξής)
Λοιπά Διατάγματα (η καύση των λύχνων, το Ιωβηλαίο έτος, η εξαγορά της γης, τάματα, η προσφορά της δεκάτης και ούτω καθεξής)
Τα διατάγματα της Εποχής του Νόμου είναι η πραγματική απόδειξη της καθοδήγησης όλης της ανθρωπότητας από τον Θεό
Συνεπώς, έχετε διαβάσει αυτά τα διατάγματα και τις αρχές της Εποχής του Νόμου, έτσι δεν είναι; Καλύπτουν αυτά τα διατάγματα ένα ευρύ φάσμα; Κατ’ αρχάς, καλύπτουν τις Δέκα Εντολές, κατόπιν είναι τα διατάγματα για την ανέγερση θυσιαστηρίων κλπ. Στη συνέχεια, είναι οι δηλώσεις για την τήρηση του Σαββάτου και των τριών εορτών, και μετά είναι τα διατάγματα για τις προσφορές. Είδατε πόσα είδη προσφορών υπάρχουν; Υπάρχουν ολοκαυτώματα, προσφορές σιτηρών, ειρηνικές προσφορές, προσφορές περί αμαρτίας κλπ. Τις ακολουθούν τα διατάγματα για τις προσφορές των ιερέων, συμπεριλαμβανομένων των ολοκαυτωμάτων και των προσφορών σιτηρών από ιερείς, και άλλου είδους προσφορών. Το όγδοο σύνολο διαταγμάτων αφορά την κατανάλωση προσφορών από ιερείς. Στη συνέχεια υπάρχουν διατάγματα που πρέπει να τηρούνται κατά τη διάρκεια της ζωής των ανθρώπων. Υπάρχουν διατάξεις για πολλές πτυχές της ζωής των ανθρώπων, όπως διατάγματα για το τι μπορούν ή δεν μπορούν να φάνε, για την κάθαρση των γυναικών μετά τον τοκετό και για όσους έχουν ιαθεί από τη λέπρα. Σε αυτά τα διατάγματα, ο Θεός μιλάει μέχρι και για ασθένειες, και υπάρχουν ακόμη και κανόνες για τη σφαγή προβάτων και βοοειδών και ούτω καθεξής. Τα πρόβατα και τα βοοειδή δημιουργήθηκαν από τον Θεό και θα έπρεπε να τα σφαγιάζεις όπως σου λέει ο Θεός. Υπάρχει, χωρίς αμφιβολία, λογική στα λόγια του Θεού, είναι αναμφίβολα σωστό να ενεργείς σύμφωνα με τις διατάξεις του Θεού και σίγουρα ωφέλιμο για τους ανθρώπους! Υπάρχουν επίσης εορτές και κανόνες που πρέπει να τηρούνται, όπως η ημέρα του Σαββάτου, το Πάσχα και άλλες —ο Θεός μίλησε για όλα αυτά. Ας ρίξουμε μια ματιά στις τελευταίες: λοιπά διατάγματα —η καύση των λύχνων, το Ιωβηλαίο έτος, η εξαγορά της γης, τα τάματα, η προσφορά της δεκάτης και ούτω καθεξής. Καλύπτουν αυτά τα διατάγματα ένα ευρύ φάσμα; Το πρώτο πράγμα για το οποίο πρέπει να μιλήσουμε είναι το ζήτημα των προσφορών των ανθρώπων. Μετά υπάρχουν διατάγματα όσον αφορά την κλοπή και την αποζημίωση, και η τήρηση της ημέρας του Σαββάτου… Αφορούν κάθε λεπτομέρεια της ζωής. Τουτέστιν, όταν ο Θεός ξεκίνησε το επίσημο έργο της διαχείρισης του σχεδίου Του, έθεσε πολλά διατάγματα που έπρεπε να ακολουθήσει ο άνθρωπος. Αυτά τα διατάγματα υπήρχαν για να επιτρέψουν στον άνθρωπο να ζήσει την κανονική ζωή του ανθρώπου στη γη, την κανονική ζωή του ανθρώπου που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον Θεό και την καθοδήγησή Του. Ο Θεός είπε πρώτα στον άνθρωπο πώς να κατασκευάζει θυσιαστήρια και πώς να τα διαμορφώνει. Κατόπιν, είπε στον άνθρωπο πώς να κάνει προσφορές και όρισε πώς έπρεπε να ζει ο άνθρωπος —πού έπρεπε να δίνει προσοχή στη ζωή, ποιους κανόνες έπρεπε να τηρεί και τι έπρεπε και τι δεν έπρεπε να κάνει. Αυτό που όρισε ο Θεός για τον άνθρωπο ήταν ολοκληρωμένο και με αυτούς τους κανονισμούς, τα διατάγματα και τις αρχές τυποποίησε τη συμπεριφορά των ανθρώπων, καθοδήγησε τη ζωή τους, καθοδήγησε τη μύησή τους στους νόμους του Θεού, τους οδήγησε να έρθουν ενώπιον του θυσιαστηρίου του Θεού, τους καθοδήγησε να διάγουν μια ζωή μεταξύ όσων είχε δημιουργήσει ο Θεός για τον άνθρωπο όπου υπήρχε τάξη, κανονικότητα και μέτρο. Ο Θεός χρησιμοποίησε για πρώτη φορά αυτά τα απλά διατάγματα και τις αρχές για να θέσει όρια στον άνθρωπο, έτσι ώστε στη γη ο άνθρωπος να έχει μια κανονική ζωή λατρεύοντας τον Θεό, να έχει την κανονική ζωή του ανθρώπου. Αυτό είναι το συγκεκριμένο περιεχόμενο της έναρξης του σχεδίου διαχείρισής Του των έξι χιλιάδων ετών. Τα διατάγματα και οι διατάξεις περιλαμβάνουν ένα πολύ ευρύ περιεχόμενο, συνιστούν τις λεπτομέρειες της καθοδήγησης του Θεού για την ανθρωπότητα κατά την Εποχή του Νόμου, έπρεπε να τυγχάνουν της αποδοχής και να τηρούνται από τους ανθρώπους που ήρθαν πριν από την Εποχή του Νόμου, συνιστούν καταγραφή του έργου που επιτέλεσε ο Θεός κατά τη διάρκεια της Εποχής του Νόμου και αποτελούν την πραγματική απόδειξη της ηγεσίας του Θεού και της καθοδήγησης του συνόλου της ανθρωπότητας.
Η ανθρωπότητα θα είναι για πάντα άρρηκτα συνδεδεμένη με τις διδασκαλίες και τις διατάξεις του Θεού
Σε αυτά τα διατάγματα, βλέπουμε ότι η στάση του Θεού απέναντι στο έργο Του, τη διοίκησή Του, και απέναντι στην ανθρωπότητα είναι σοβαρή, ευσυνείδητη, αυστηρή και υπεύθυνη. Επιτελεί το έργο που πρέπει να επιτελέσει ανάμεσα στους ανθρώπους σύμφωνα με τα στάδιά Του, χωρίς την παραμικρή απόκλιση, εκφράζοντας τα λόγια που πρέπει να εκφράσει προς την ανθρωπότητα χωρίς το παραμικρό σφάλμα ή παράλειψη, επιτρέποντας στον άνθρωπο να δει ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ηγεσία του Θεού και να του δείξει πόσο σημαντικά για την ανθρωπότητα είναι όσα κάνει και λέει ο Θεός. Ανεξάρτητα από το πώς θα είναι ο άνθρωπος στην επόμενη εποχή, στις απαρχές —κατά τη διάρκεια της Εποχής του Νόμου— ο Θεός έκανε αυτά τα απλά πράγματα. Για τον Θεό, οι αντιλήψεις των ανθρώπων για τον Θεό, τον κόσμο και την ανθρωπότητα εκείνη την εποχή ήταν αφηρημένες και θολές και, παρόλο που είχαν μερικές συνειδητές ιδέες και προθέσεις, όλες ήταν ασαφείς και εσφαλμένες, οπότε οι άνθρωποι ήταν άρρηκτα συνδεδεμένοι με τις διδασκαλίες και τις διατάξεις του Θεού για αυτούς. Οι πρώτοι άνθρωποι δεν γνώριζαν τίποτα, οπότε ο Θεός έπρεπε να αρχίσει να διδάσκει τον άνθρωπο τις πιο επιφανειακές και βασικές αρχές για επιβίωση και τα αναγκαία διατάγματα για τη ζωή, να διαποτίζει την καρδιά του ανθρώπου σταδιακά. Μέσω αυτών των διατάξεων, που αποτελούνταν από λόγια, και μέσω αυτών των διαταγμάτων, επέτρεψε στον άνθρωπο να Τον κατανοεί σταδιακά, να εκτιμά και να κατανοεί σταδιακά την ηγεσία Του και μια βασική έννοια της σχέσης μεταξύ Αυτού και του ανθρώπου. Αφού πέτυχε αυτό το αποτέλεσμα, μόνο τότε ήταν σε θέση ο Θεός να επιτελέσει, σιγά σιγά, το έργο που θα επιτελούσε αργότερα. Συνεπώς, αυτά τα διατάγματα και το έργο που επιτέλεσε ο Θεός κατά την Εποχή του Νόμου αποτελούν τον θεμέλιο λίθο του έργου Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, και το πρώτο στάδιο του έργου στο σχέδιο διαχείρισης του Θεού. Παρόλο που, πριν από το έργο της Εποχής του Νόμου, ο Θεός είχε μιλήσει στον Αδάμ, στην Εύα και στους απογόνους τους, αυτές οι εντολές και οι διδασκαλίες δεν ήταν τόσο συστηματικές ούτε συγκεκριμένες ώστε να δίδονται μία μία στον άνθρωπο και δεν καταγράφηκαν, ούτε έγιναν διατάγματα. Αυτό συμβαίνει επειδή, εκείνον τον καιρό, το σχέδιο του Θεού δεν είχε προχωρήσει τόσο πολύ. Μόνο όταν ο Θεός θα είχε οδηγήσει τον άνθρωπο σε αυτό το στάδιο θα μπορούσε να ξεκινήσει να εκφράζει αυτά τα διατάγματα της Εποχής του Νόμου και να αρχίσει να κάνει τον άνθρωπο να τους τηρεί. Ήταν μια αναγκαία διαδικασία και το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτο. Αυτοί οι απλοί κανονισμοί και τα διατάγματα δείχνουν στον άνθρωπο τα στάδια του έργου διαχείρισης του Θεού και τη σοφία του Θεού που αποκαλύφθηκε στο σχέδιο διαχείρισής Του. Ο Θεός ξέρει τι περιεχόμενο και ποια μέσα να χρησιμοποιήσει για να ξεκινήσει, και ποια μέσα να συνεχίσει να χρησιμοποιεί μέχρι τέλους, ώστε να μπορέσει να κερδίσει μια ομάδα ανθρώπων που θα γίνουν μάρτυρές Του, αλλά και να κερδίσει μια ομάδα ανθρώπων που θα έχουν τις ίδιες απόψεις μ’ Αυτόν. Γνωρίζει τι έχει μέσα του ο άνθρωπος και γνωρίζει τι λείπει στον άνθρωπο. Γνωρίζει τι πρέπει να του παρέχει και πώς θα πρέπει να καθοδηγήσει τον άνθρωπο, και γνωρίζει, επίσης, τι θα πρέπει και τι δεν θα πρέπει να κάνει ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι σαν μαριονέτα: παρόλο που δεν είχε κατανοήσει τις προθέσεις του Θεού, δεν είχε επιλογή παρά να καθοδηγηθεί από το έργο διαχείρισης του Θεού, σταδιακά, μέχρι σήμερα. Δεν υπήρχε καμία ασάφεια στην καρδιά του Θεού για το τι έπρεπε να κάνει. Στην καρδιά Του υπήρχε ένα πολύ σαφές και ζωντανό σχέδιο και διεξήγαγε το έργο που ο ίδιος επιθυμούσε να επιτελέσει σύμφωνα με τα στάδια και το σχέδιό Του, προχωρώντας από την επιφάνεια στο βάθος. Παρόλο που δεν είχε υποδείξει το έργο που επρόκειτο να επιτελέσει αργότερα, το μετέπειτα έργο Του συνέχισε να διεξάγεται και να προχωρεί σε αυστηρή συμφωνία με το σχέδιό Του, το οποίο είναι μια εκδήλωση αυτού που έχει και είναι ο Θεός, και είναι επίσης η εξουσία του Θεού. Ανεξάρτητα από το ποιο στάδιο του σχεδίου διαχείρισής Του επιτελεί, η διάθεσή και η ουσία Του αντιπροσωπεύουν τον ίδιο. Αυτό είναι απολύτως αληθές. Ανεξάρτητα από την εποχή ή το στάδιο του έργου, υπάρχουν πράγματα που δεν θα αλλάξουν ποτέ: το τι είδους ανθρώπους αγαπά ο Θεός, το τι είδους ανθρώπους αποστρέφεται, η διάθεσή Του και αυτό που έχει και είναι Αυτός. Ακόμα κι αν αυτά τα διατάγματα και οι αρχές που όρισε ο Θεός κατά τη διάρκεια του έργου της Εποχής του Νόμου φαίνονται πολύ απλά και επιφανειακά στους ανθρώπους σήμερα, και παρόλο που είναι εύκολο να γίνουν κατανοητά και να επιτευχθούν, μέσα τους υπάρχει ακόμα η σοφία του Θεού και υπάρχει μάλιστα και η διάθεση του Θεού και αυτό που έχει και είναι Αυτός. Διότι μέσα σε αυτά τα φαινομενικά απλά διατάγματα εκφράζεται η ευθύνη και η φροντίδα του Θεού απέναντι στην ανθρωπότητα, καθώς και η εξαίρετη ουσία των σκέψεών Του, επιτρέποντας έτσι στον άνθρωπο να συνειδητοποιήσει πραγματικά το γεγονός ότι ο Θεός κυβερνάει τα πάντα και τα πάντα ελέγχονται από το χέρι Του. Ανεξάρτητα από το πόση γνώση διαθέτουν οι άνθρωποι, ή πόσες θεωρίες ή μυστήρια κατανοούν, για τον Θεό κανένα από αυτά δεν είναι ικανό να αντικαταστήσει την παροχή Του και την ηγεσία της ανθρωπότητας. Η ανθρωπότητα θα είναι για πάντα άρρηκτα συνδεδεμένη με την καθοδήγηση του Θεού και το προσωπικό έργο του Θεού. Αυτή είναι η άρρηκτη σχέση μεταξύ ανθρώπου και Θεού. Ανεξάρτητα από το αν ο Θεός σού δίνει μια εντολή ή ένα διάταγμα, ή σου παρέχει την αλήθεια για να κατανοήσεις τις προθέσεις Του, ανεξάρτητα από το τι κάνει, ο σκοπός του Θεού είναι να οδηγήσει τον άνθρωπο σε ένα όμορφο αύριο. Τα λόγια που εκφράζει ο Θεός και το έργο που επιτελεί είναι η αποκάλυψη μίας πτυχής της ουσίας Του και η αποκάλυψη μίας πτυχής της διάθεσης και της σοφίας Του, είναι ένα απαραίτητο βήμα του σχεδίου διαχείρισής Του. Αυτό δεν πρέπει να παραβλεφθεί! Σε ό,τι κι αν κάνει ο Θεός υπάρχουν οι προθέσεις Του. Ο Θεός δεν φοβάται άστοχες παρατηρήσεις, ούτε φοβάται τις αντιλήψεις ή τις σκέψεις του ανθρώπου γι’ Αυτόν. Επιτελεί απλώς το έργο Του και συνεχίζει τη διαχείρισή Του σύμφωνα με το σχέδιο διαχείρισής Του, χωρίς να τον εμποδίζει κανένας άνθρωπος, θέμα ή αντικείμενο.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 62
Ανασκόπηση των σκέψεων, των ιδεών και των ενεργειών του Θεού από τη δημιουργία του κόσμου
Σήμερα, θα συνοψίσουμε πρώτα τις σκέψεις, τις ιδέες και την καθεμιά κίνηση του Θεού από τότε που δημιούργησε την ανθρωπότητα. Θα ρίξουμε μια ματιά στο έργο που έχει εκτελέσει, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι την επίσημη αρχή της Εποχής της Χάριτος. Μπορούμε τότε να ανακαλύψουμε ποιες σκέψεις και ιδέες του Θεού είναι άγνωστες στον άνθρωπο και, από εκεί, μπορούμε να αποσαφηνίσουμε τη σειρά του σχεδίου διαχείρισης του Θεού και να κατανοήσουμε απόλυτα το πλαίσιο στο οποίο ο Θεός δημιούργησε το έργο της διαχείρισής Του, την πηγή και τη διαδικασία της ανάπτυξής του, καθώς επίσης και να κατανοήσουμε απόλυτα τα αποτελέσματα που επιδιώκει από το έργο της διαχείρισής Του, δηλαδή, τον πυρήνα και τον σκοπό του έργου της διαχείρισής Του. Για να κατανοήσουμε τα πράγματα αυτά, πρέπει να επιστρέψουμε σε μια μακρινή, ήρεμη και ήσυχη εποχή, όπου δεν υπήρχαν άνθρωποι…
Ο ίδιος ο Θεός δημιουργεί τον πρώτο ζωντανό άνθρωπο
Όταν ο Θεός σηκώθηκε από το κρεβάτι Του, η πρώτη σκέψη που έκανε ήταν η εξής: να δημιουργήσει ένα ζωντανό άτομο —έναν πραγματικό, ζωντανό άνθρωπο— κάποιον με τον οποίο θα ζει μαζί και ο οποίος θα είναι η μόνιμη συντροφιά Του· το άτομο αυτό θα μπορούσε να Τον ακούει και Εκείνος θα μπορούσε να του εκμυστηρεύεται πράγματα και να μιλάει μαζί του. Τότε, για πρώτη φορά, ο Θεός σήκωσε μια χούφτα χώμα και την χρησιμοποίησε για να δημιουργήσει τον πρώτο ζωντανό άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα που είχε φανταστεί στο μυαλό Του και, στη συνέχεια, έδωσε στο ζωντανό αυτό πλάσμα ένα όνομα: Αδάμ. Μόλις ο Θεός απέκτησε αυτό το άτομο που ζούσε και ανέπνεε, πώς αισθάνθηκε; Για πρώτη φορά, αισθάνθηκε τη χαρά του να έχεις κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, μια συντροφιά. Επίσης, αισθάνθηκε για πρώτη φορά την ευθύνη του να είσαι πατέρας και το ενδιαφέρον που τη συνοδεύει. Το άτομο αυτό, που ζούσε και ανέπνεε, έφερε στον Θεό ευτυχία και χαρά· για πρώτη φορά αισθάνθηκε παρηγορημένος. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πραγματοποίησε ποτέ ο Θεός, όχι με τις σκέψεις ή τον λόγο Του, αλλά με τα ίδια Του τα χέρια. Όταν το είδος του όντος αυτού —ένα άτομο που ζούσε και ανέπνεε— στάθηκε μπροστά στον Θεό, φτιαγμένο από σάρκα και αίμα, με σώμα και μορφή, και ικανό να μιλήσει με τον Θεό, αυτός βίωσε ένα είδος χαράς που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ. Ο Θεός ένιωσε πραγματικά την ευθύνη Του, ενώ το ζωντανό αυτό ον δεν άγγιξε μόνο την καρδιά Του, αλλά ζέστανε και συγκίνησε την καρδιά Του με την κάθε μικρή κίνηση που έκανε. Όταν το ζωντανό αυτό ον στάθηκε ενώπιον του Θεού, ήταν η πρώτη φορά που Αυτός έκανε τη σκέψη να κερδίσει κι άλλους τέτοιους ανθρώπους. Αυτή ήταν η σειρά των γεγονότων που ξεκίνησε με την πρώτη αυτή σκέψη που έκανε ο Θεός. Για τον Θεό, όλα αυτά τα γεγονότα συνέβαιναν για πρώτη φορά, αλλά, κατά τα πρώτα γεγονότα αυτά, ό,τι κι αν αισθανόταν εκείνη τη στιγμή —χαρά, ευθύνη, ενδιαφέρον— δεν είχε με ποιον να το μοιραστεί. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο Θεός αισθάνθηκε πραγματικά μια μοναξιά και μια θλίψη, που δεν είχε ποτέ Του βιώσει στο παρελθόν. Ένιωσε πως ο άνθρωπος δεν μπορούσε να δεχτεί ή να κατανοήσει την αγάπη και το ενδιαφέρον Του, ούτε τις προθέσεις Του για τον άνθρωπο, κι έτσι αισθανόταν ακόμα λύπη και πόνο στην καρδιά Του. Παρόλο που είχε κάνει τα πράγματα αυτά για τον άνθρωπο, ο άνθρωπος δεν το γνώριζε και δεν μπορούσε να το καταλάβει. Πέρα από την ευτυχία, η χαρά και η παρηγοριά που Του έφερε ο άνθρωπος, γρήγορα Του γέννησε και τα πρώτα αισθήματα λύπης και μοναξιάς. Αυτές ήταν οι σκέψεις και τα συναισθήματα του Θεού εκείνη τη στιγμή. Όσο ο Θεός έκανε όλα αυτά τα πράγματα, στην καρδιά Του περνούσε από τη χαρά στη λύπη και από τη λύπη στον πόνο και αυτά τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα με άγχος. Το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να βιαστεί να αφήσει αυτό το άτομο, το ανθρώπινο αυτό γένος να γνωρίσει αυτό που υπήρχε στην καρδιά Του και να κατανοήσει τις προθέσεις Του νωρίτερα. Τότε, θα μπορούσαν να γίνουν οι ακόλουθοί Του και να μοιραστούν τις σκέψεις Του και να συμμορφωθούν με τις προθέσεις Του. Δεν θα άκουγαν πλέον απλώς τον Θεό να μιλά και θα παρέμεναν άφωνοι· δεν θα αγνοούσαν πλέον τον τρόπο που θα συμμετείχαν στο έργο του Θεού και, πάνω απ’ όλα, δεν θα ήταν πλέον άνθρωποι αδιάφοροι προς τις απαιτήσεις του Θεού. Τα πρώτα αυτά πράγματα που έκανε ο Θεός έχουν μεγάλη σημασία και μεγάλη αξία για το σχέδιο της διαχείρισής Του και για τα ανθρώπινα όντα σήμερα.
Αφού δημιούργησε τα πάντα και την ανθρωπότητα, ο Θεός δεν αναπαύτηκε. Ήταν ανυπόμονος και πρόθυμος να εκτελέσει τη διαχείρισή Του και να κερδίσει μέσα από την ανθρωπότητα τους ανθρώπους που τόσο αγαπούσε.
Ο Θεός κάνει μια σειρά από πρωτοφανή έργα τον καιρό γύρω από την Εποχή του Νόμου
Στη συνέχεια, λίγο αφότου ο Θεός δημιούργησε τα ανθρώπινα όντα, βλέπουμε από τη Βίβλο πως ένας φοβερός κατακλυσμός έπληξε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Νώε αναφέρεται στα πρακτικά του κατακλυσμού και μπορεί να ειπωθεί πως ο Νώε ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έλαβε το κάλεσμα του Θεού για να εργαστεί μαζί Του και να ολοκληρώσει μια αποστολή για τον Θεό. Φυσικά, αυτή ήταν και η πρώτη φορά που ο Θεός κάλεσε κάποιον άνθρωπο από τη γη να κάνει κάτι σύμφωνα με την εντολή Του. Μόλις ο Νώε ολοκλήρωσε την κατασκευή της κιβωτού, ο Θεός πλημμύρισε τη γη για πρώτη φορά. Όταν ο Θεός κατέστρεψε τη γη με τον κατακλυσμό, ήταν η πρώτη φορά, από τότε που δημιούργησε τα ανθρώπινα όντα, που αισθάνθηκε να τον κατακλύζει αηδία απέναντί τους· αυτό ήταν που ανάγκασε τον Θεό να πάρει την οδυνηρή απόφαση να καταστρέψει την ανθρώπινη αυτή φυλή με τον κατακλυσμό. Αφού ο κατακλυσμός κατέστρεψε τη γη, ο Θεός έκανε την πρώτη Του συμφωνία με τους ανθρώπους, μια συμφωνία για να δείξει πως δεν θα κατέστρεφε ποτέ ξανά τον κόσμο με κατακλυσμούς. Το σημείο της συμφωνίας αυτής ήταν το ουράνιο τόξο. Αυτή ήταν η πρώτη συμφωνία του Θεού με την ανθρωπότητα, επομένως το ουράνιο τόξο ήταν το πρώτο σημείο μιας συμφωνίας που δόθηκε από τον Θεό· το ουράνιο τόξο είναι κάτι πραγματικό, φυσικό και υπαρκτό. Είναι η ίδια η ύπαρξη του ουράνιου τόξου που κάνει τον Θεό να νιώθει συχνά θλίψη για την προηγούμενη ανθρώπινη φυλή την οποία έχασε και αποτελεί γι’ Αυτόν διαρκή υπενθύμιση αυτού που της συνέβη… Ο Θεός δεν μπορούσε να επιβραδύνει τον ρυθμό Του· ήταν ανυπόμονος και πρόθυμος να κάνει το επόμενο βήμα στη διαχείρισή Του. Στη συνέχεια, ο Θεός επέλεξε τον Αβραάμ ως την πρώτη Του επιλογή για το έργο Του σε όλο το Ισραήλ. Αυτή ήταν επίσης η πρώτη φορά που ο Θεός επέλεξε έναν τέτοιο υποψήφιο. Ο Θεός αποφάσισε να ξεκινήσει την εκτέλεση του έργου Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας μέσω του ανθρώπου αυτού, καθώς και να συνεχίσει το έργο Του μέσα από τους απογόνους του ανθρώπου αυτού. Μπορούμε να δούμε στη Βίβλο πως αυτό έκανε ο Θεός με τον Αβραάμ. Τότε, ο Θεός όρισε το Ισραήλ ως τον πρώτο εκλεκτό Του τόπο και ξεκίνησε το έργο της Εποχής του Νόμου μέσω του εκλεκτού Του λαού, τους Ισραηλίτες. Και πάλι για πρώτη φορά, ο Θεός παρέδωσε στους Ισραηλίτες τους ρητούς κανόνες και τα θεσπίσματα που θα πρέπει να ακολουθεί η ανθρωπότητα, και τα επεξήγησε λεπτομερώς. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Θεός παρέδιδε στα ανθρώπινα όντα τέτοιους σαφείς, τυποποιημένους κανόνες σχετικά με το πώς θα πρέπει να προσφέρουν θυσίες, πώς θα πρέπει να ζουν, τι θα πρέπει να κάνουν και τι όχι, ποιες εορτές και ημέρες θα πρέπει να τηρούν και ποιες αρχές θα πρέπει να ακολουθούν σε ό,τι κι αν κάνουν. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Θεός παρείχε στην ανθρωπότητα τόσο λεπτομερείς, τυποποιημένους κανονισμούς και αρχές για το πώς να διάγουν τις ζωές τους.
Κάθε φορά που λέω «η πρώτη φορά», αυτό αναφέρεται σε ένα είδος έργου που ο Θεός δεν είχε αναλάβει ποτέ στο παρελθόν. Αναφέρεται σε έργο που δεν υφίστατο προηγουμένως και, παρόλο που ο Θεός είχε δημιουργήσει την ανθρωπότητα και κάθε είδους πλάσμα και ζωντανό οργανισμό, αυτό είναι το είδος έργου που δεν είχε κάνει ποτέ πριν. Όλο αυτό το έργο περιλάμβανε τη διαχείριση της ανθρωπότητας από τον Θεό· είχε να κάνει στο σύνολο του με τους ανθρώπους και με τη σωτηρία και τη διαχείρισή τους απ’ Αυτόν. Μετά τον Αβραάμ, ο Θεός έκανε ξανά άλλη μια πρωτιά —επέλεξε τον Ιώβ ως εκείνον που θα ζούσε υπό τον νόμο και που θα μπορούσε να υπομείνει τους πειρασμούς του Σατανά, ενώ θα συνέχιζε να σέβεται τον Θεό, να αποφεύγει το κακό και να μένει σταθερός στη μαρτυρία του για τον Θεό. Αυτή ήταν επίσης η πρώτη φορά που ο Θεός επέτρεψε στον Σατανά να βάλει σε πειρασμό κάποιον άνθρωπο, όπως και η πρώτη φορά που Αυτός έβαλε στοίχημα με τον Σατανά. Στο τέλος, για πρώτη φορά, κέρδισε κάποιον που ήταν ικανός να μείνει σταθερός στη μαρτυρία και να καταθέσει μαρτυρία γι’ Αυτόν ενώ αντιμετώπιζε τον Σατανά, και κάποιον που μπορούσε να ντροπιάσει εντελώς τον Σατανά. Από τότε που ο Θεός δημιούργησε την ανθρωπότητα, αυτός ήταν ο πρώτος άνθρωπος που απέκτησε και που ήταν ικανός να γίνει μάρτυρας γι’ Αυτόν. Αφού κέρδισε τον άνθρωπο αυτό, ο Θεός ανυπομονούσε ακόμη περισσότερο να συνεχίσει τη διαχείρισή Του και να εκτελέσει το επόμενο στάδιο του έργου Του, προετοιμάζοντας την τοποθεσία και τους ανθρώπους που θα επέλεγε για το επόμενο βήμα του έργου Του.
Αφού συναναστραφήκαμε σχετικά με όλα αυτά, κατανοείτε πραγματικά τις προθέσεις του Θεού; Ο Θεός θεωρεί αυτήν την περίπτωση της διαχείρισης της ανθρωπότητας από τον ίδιο, της σωτηρίας της ανθρωπότητας από τον ίδιο, ως πιο σημαντική απ’ οτιδήποτε άλλο. Αυτά τα πράγματα τα κάνει όχι μόνο με το μυαλό Του, όχι μόνο με τα λόγια Του και σίγουρα δεν τα κάνει με χαλαρότητα· κάνει αυτά τα πράγματα με τις προθέσεις Του, έχοντας ένα σχέδιο, έναν στόχο και πρότυπα. Μπορεί να δει κανείς πως αυτή η περίπτωση του έργου του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας έχει τεράστια σημασία τόσο για τον Θεό όσο και για τον άνθρωπο. Όσο δύσκολο κι αν είναι το έργο, όσο μεγάλα κι αν είναι τα εμπόδια, όσο αδύναμοι κι αν είναι οι άνθρωποι ή όσο βαθιά κι αν είναι η επαναστατικότητα της ανθρωπότητας, τίποτε από αυτά δεν είναι δύσκολο για τον Θεό. Ο Θεός μένει απασχολημένος, δαπανά το αίμα της καρδιάς Του και διαχειρίζεται το έργο που θέλει να επιτελέσει· εκτός αυτού, διευθετεί τα πάντα και κυριαρχεί σε όλους τους ανθρώπους στους οποίους θέλει να εργαστεί και σε όλο το έργο που θέλει να επιτελέσει· όλα αυτά είναι πρωτοφανή. Αυτή είναι η πρώτη φορά που ο Θεός έχει χρησιμοποιήσει αυτές τις μεθόδους και έχει πληρώσει ένα τόσο μεγάλο τίμημα για να επιτελέσει αυτό το τεράστιο έργο ώστε να διαχειριστεί και να σώσει την ανθρωπότητα. Καθώς ο Θεός επιτελεί όλο αυτό το έργο, λίγο λίγο και χωρίς καμία επιφύλαξη εκφράζει και αποδεσμεύει στην ανθρωπότητα το αίμα της καρδιάς Του, αυτό που Αυτός έχει και είναι, τη σοφία και την παντοδυναμία Του, καθώς και κάθε πτυχή της διάθεσής Του. Η έκφραση και η αποδέσμευση αυτών των μεθόδων είναι κάτι το πρωτοφανές. Επομένως, σε ολόκληρο το σύμπαν, πέρα από τους ανθρώπους που ο Θεός σκοπεύει να διαχειριστεί και να σώσει, δεν έχουν υπάρξει ποτέ πλάσματα που να ήταν τόσο κοντά με τον Θεό, που να είχαν τόσο στενή σχέση μαζί Του. Στην καρδιά Του, η ανθρωπότητα την οποία θέλει να διαχειριστεί και να σώσει έχει πρωταρχική σημασία και Εκείνος εκτιμά αυτήν την ανθρωπότητα περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Παρόλο που έχει πληρώσει μεγάλο τίμημα για τους ανθρώπους και παρόλο που διαρκώς Τον πληγώνουν και επαναστατούν εναντίον Του, δεν έχει κανένα παράπονο και δεν μετανιώνει για τίποτα, εξακολουθεί να μην τους αφήνει και να μην τους παρατάει και συνεχίζει να εκτελεί ακατάπαυστα το έργο Του. Αυτό συμβαίνει γιατί γνωρίζει πως, αργά ή γρήγορα, θα έρθει η ημέρα που οι άνθρωποι θα αφυπνιστούν από το κάλεσμα των λόγων Του, θα συγκινηθούν από τα λόγια Του, θα αναγνωρίσουν πως Αυτός είναι ο Κύριος της δημιουργίας και τότε θα επιστρέψουν στο πλευρό Του…
Αφού τα ακούσατε όλα αυτά σήμερα, μπορεί να αισθάνεστε πως όλα όσα κάνει ο Θεός είναι πολύ φυσιολογικά. Φαίνεται πως οι άνθρωποι ανέκαθεν αισθάνονταν κάποιες από τις προθέσεις που έχει ο Θεός γι’ αυτούς μέσα από τον λόγο και το έργο Του, αλλά πάντα υπάρχει κάποια απόσταση ανάμεσα στα αισθήματα ή τη γνώση τους και σε αυτό που σκέφτεται ο Θεός. Γι’ αυτό, πιστεύω πως είναι αναγκαίο να επικοινωνήσω με όλους τους ανθρώπους τον λόγο για τον οποίο ο Θεός δημιούργησε την ανθρωπότητα, καθώς και το υπόβαθρο πίσω από την επιθυμία Του να κερδίσει την ανθρωπότητα για την οποία ήλπιζε. Είναι απαραίτητο να το μοιραστώ αυτό με τους πάντες, έτσι ώστε όλοι να είναι ξεκάθαροι και να το κατανοούν στις καρδιές τους. Επειδή η κάθε σκέψη και ιδέα του Θεού και η κάθε φάση και περίοδος του έργου Του σχετίζονται και συνδέονται στενά με ολόκληρο το έργο της διαχείρισής Του, όταν άρα καταλάβεις τις σκέψεις, τις ιδέες και τις προθέσεις Του σε κάθε βήμα του έργου Του, είναι ακριβώς σαν να καταλαβαίνεις πώς προέκυψε το έργο του σχεδίου διαχείρισής Του. Πάνω σε αυτό το θεμέλιο είναι που γίνεται βαθύτερη η κατανόησή σου για τον Θεό. Παρόλο που όλα όσα έκανε ο Θεός όταν δημιούργησε για πρώτη φορά τον κόσμο, τα οποία ανέφερα προηγουμένως, φαίνονται προς το παρόν απλώς «πληροφορίες» που δεν έχουν σχέση με την επιδίωξη της αλήθειας, κατά τη διάρκεια της εμπειρίας σου, θα έρθει ωστόσο η μέρα που δεν θα πιστεύεις πως αυτό είναι κάτι τόσο απλό όπως μερικές πληροφορίες ούτε ότι αποτελεί απλώς κάποιο είδος μυστηρίου. Όσο θα προοδεύει η ζωή σου, μόλις ο Θεός έχει κάποια θέση στην καρδιά σου ή μόλις κατανοήσεις τις προθέσεις Του καλύτερα και βαθύτερα, τότε θα καταλάβεις πραγματικά τη σημασία και την αναγκαιότητα των όσων λέω σήμερα. Όσο κι αν το κατανοείτε τώρα αυτό, εξακολουθεί να είναι αναγκαίο να κατανοείτε και να γνωρίζετε αυτά τα πράγματα. Όταν ο Θεός κάνει κάτι, όταν εκτελεί το έργο Του, ανεξάρτητα από το εάν το εκτελεί με τις ιδέες Του ή με τα ίδια Του τα χέρια, και ανεξάρτητα από το εάν είναι η πρώτη φορά που το κάνει ή η τελευταία, στο τέλος, ο Θεός έχει σχέδιο, και οι σκοποί και οι σκέψεις Του βρίσκονται σε ό,τι κι αν κάνει. Αυτοί οι σκοποί και οι σκέψεις εκπροσωπούν τη διάθεση του Θεού και εκφράζουν αυτό που Αυτός έχει και είναι. Τα δύο αυτά πράγματα —η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι— πρέπει να γίνουν κατανοητά σε κάθε άνθρωπο. Όταν οι άνθρωποι κατανοήσουν τη διάθεσή Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι, μπορούν σταδιακά να κατανοήσουν γιατί ο Θεός κάνει όσα κάνει και λέει όσα λέει. Απ’ αυτό, μπορούν τότε να έχουν μεγαλύτερη πίστη για ν’ ακολουθούν τον Θεό, να επιδιώκουν την αλήθεια και μια αλλαγή στη διάθεσή τους. Δηλαδή, η κατανόηση του Θεού από τον άνθρωπο και η πίστη του ανθρώπου στον Θεό είναι αδιαχώριστα.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 63
Αν αυτό για το οποίο αποκτούν γνώση οι άνθρωποι και το οποίο καταφέρνουν να κατανοήσουν είναι η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι, τότε αυτό που αποκτούν θα είναι η ζωή που πηγάζει από τον Θεό. Μόλις η ζωή αυτή σφυρηλατηθεί μέσα σου, ο σεβασμός σου για τον Θεό θα γίνεται ολοένα μεγαλύτερος. Πρόκειται για κέρδος που λαμβάνει χώρα πολύ φυσιολογικά. Αν δεν θέλεις να κατανοήσεις ή να μάθεις για τη διάθεση του Θεού ή την ουσία Του, αν δεν θέλεις καν να στοχαστείς ή να επικεντρωθείς σε αυτά τα πράγματα, μπορώ να σου πω με βεβαιότητα πως ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκεις την πίστη σου στον Θεό, επί του παρόντος, δεν θα σου επιτρέψει ποτέ να ικανοποιήσεις τις προθέσεις Του ή να λάβεις τον έπαινό Του. Επιπλέον, δεν θα μπορέσεις ποτέ να επιτύχεις πραγματικά τη σωτηρία —αυτές είναι οι τελικές συνέπειες. Όταν οι άνθρωποι δεν κατανοούν τον Θεό και δεν γνωρίζουν τη διάθεσή Του, οι καρδιές τους δεν μπορούν ποτέ ν’ ανοίξουν πραγματικά σ’ Αυτόν. Μόλις κατανοήσουν τον Θεό, θα αρχίσουν να εκτιμούν και να γεύονται αυτό που υπάρχει μέσα στην καρδιά Του με ενδιαφέρον και πίστη. Όταν εκτιμήσεις και γευτείς αυτό που υπάρχει μέσα στην καρδιά του Θεού, η καρδιά σου θα ανοίξει σ’ Αυτόν σταδιακά και βαθμιαία. Όταν η καρδιά σου ανοίξει σ’ Αυτόν, θα νιώσεις πόσο επαίσχυντες και αξιοκαταφρόνητες ήταν οι ανταλλαγές σου με τον Θεό, οι απαιτήσεις σου από τον Θεό και οι ίδιες σου οι υπερβολικές επιθυμίες. Όταν η καρδιά σου ανοίξει πραγματικά στον Θεό, θα δεις πως η καρδιά Του είναι ένας τόσο απέραντος κόσμος και θα εισέλθεις σε ένα βασίλειο που δεν έχεις βιώσει ποτέ ξανά. Στο βασίλειο αυτό δεν υπάρχει εξαπάτηση, δεν υπάρχει δόλος, δεν υπάρχει σκότος και κακό. Υπάρχει μόνο ειλικρίνεια και πιστότητα· μόνο φως και εντιμότητα· μόνο δικαιοσύνη και καλοσύνη. Είναι γεμάτο αγάπη και φροντίδα, γεμάτο συμπόνια και μακροθυμία και, μέσα από αυτό, νιώθεις την ευτυχία και τη χαρά του να είσαι ζωντανός. Αυτά είναι τα πράγματα που θα σου αποκαλύψει ο Θεός όταν Του ανοίξεις την καρδιά σου. Ο απέραντος αυτός κόσμος είναι γεμάτος με τη σοφία του Θεού και την παντοδυναμία Του· είναι επίσης γεμάτος με την αγάπη και την εξουσία Του. Εδώ, μπορείς να δεις κάθε πτυχή αυτού που έχει και είναι ο Θεός, τι Του δίνει χαρά, γιατί Αυτός ανησυχεί και γιατί θλίβεται, γιατί οργίζεται… Αυτά μπορεί να δει ο κάθε άνθρωπος που ανοίγει την καρδιά του στον Θεό και Του επιτρέπει να εισέλθει. Ο Θεός μπορεί να εισέλθει στην καρδιά σου, μόνο αν την ανοίξεις σ’ Αυτόν. Μπορείς να δεις αυτό που έχει και είναι ο Θεός και τις προθέσεις Του για εσένα, μόνο αν Αυτός έχει εισέλθει στην καρδιά σου. Εκείνη τη στιγμή, θα ανακαλύψεις πως τα πάντα στον Θεό είναι τόσο πολύτιμα και πως αυτό που έχει και είναι Αυτός είναι υπεράξιο να εκτιμάται. Σε σύγκριση μ’ αυτό, οι άνθρωποι, τα γεγονότα και τα πράγματα γύρω σου, ακόμη και τα αγαπημένα σου πρόσωπα, ο σύντροφός σου και τα πράγματα που αγαπάς, δεν είναι καν άξια αναφοράς. Είναι τόσο μικρά και τόσο ασήμαντα· θα νιώσεις πως κανένα υλικό αντικείμενο δεν θα μπορέσει ποτέ να σε προσελκύσει ξανά ή πως κανένα υλικό αντικείμενο δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να σε παρασύρει να πληρώσεις οποιοδήποτε τίμημα γι’ αυτό. Στην ταπεινότητα του Θεού θα δεις το μεγαλείο και την υπεροχή Του. Επιπλέον, θα δεις σε κάποια πράξη του Θεού που παλιά πίστευες ότι ήταν αρκετά μικρή την απέραντη σοφία και τη μακροθυμία Του, όπως και την υπομονή Του, την ανοχή Του και την κατανόησή Του προς εσένα. Αυτό θα γεννήσει μέσα σου λατρεία γι’ Αυτόν. Τη μέρα εκείνη, θα νιώσεις πως η ανθρωπότητα ζει σε έναν τόσο βρόμικο κόσμο, πως η αγάπη, η υποτιθέμενη προστασία ή το ενδιαφέρον που παίρνεις από τους ανθρώπους στο πλευρό σου, από τα όσα συμβαίνουν στη ζωή σου, ακόμη και από αυτούς που αγαπάς, δεν είναι καν άξια αναφοράς· μόνο ο Θεός είναι ο αγαπημένος σου και μόνο τον Θεό εκτιμάς περισσότερο. Όταν έλθει εκείνη η μέρα, πιστεύω πως μερικοί θα πουν: Η αγάπη του Θεού είναι τόσο μεγάλη και η ουσία Του είναι τόσο αγία· στον Θεό δεν υπάρχει δόλος, κακό, φθόνος και έριδα, αλλά μόνο δικαιοσύνη και αυθεντικότητα, και οι άνθρωποι πρέπει να λαχταρούν όλα όσα έχει και είναι ο Θεός. Οι άνθρωποι πρέπει να αγωνίζονται και να πασχίζουν γι’ αυτά. Πάνω σε τι έχει οικοδομηθεί η ικανότητα της ανθρωπότητας να το επιτύχει αυτό; Έχει οικοδομηθεί πάνω στην κατανόησή τους για τη διάθεση του Θεού και στην κατανόησή τους για την ουσία του Θεού. Επομένως, η κατανόηση της διάθεσης του Θεού και αυτού που Αυτός έχει και είναι, αποτελεί δια βίου μάθημα για κάθε άνθρωπο· είναι ένας ισόβιος στόχος που επιδιώκει κάθε άνθρωπος που αγωνίζεται για να αλλάξει τη διάθεσή του και να γνωρίσει τον Θεό.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 64
Η πρώτη φορά που ενσαρκώνεται ο Θεός για να κάνει έργο
Εάν θέλουμε να κατανοήσουμε περισσότερα από αυτά που έχει και είναι ο Θεός, δεν μπορούμε να σταματήσουμε στην Παλαιά Διαθήκη ή στην Εποχή του Νόμου· πρέπει να συνεχίσουμε εμπρός, ακολουθώντας τα βήματα που έκανε ο Θεός στο έργο Του. Έτσι, όπως ο Θεός τελείωσε την Εποχή του Νόμου και ξεκίνησε την Εποχή της Χάριτος, είθε τα δικά μας βήματα να ακολουθήσουν κατά πόδας, μέσα στην Εποχή της Χάριτος —μια εποχή γεμάτη χάρη και λύτρωση. Κατά την εποχή αυτή, ο Θεός έκανε και πάλι κάτι πολύ σημαντικό που δεν είχε κάνει ποτέ πριν. Το έργο κατά τη νέα αυτή εποχή αποτέλεσε μια νέα αφετηρία για τον Θεό και την ανθρωπότητα —μια αφετηρία που αποτελείτο από ένα ακόμη νέο έργο που έγινε από τον Θεό και που δεν είχε γίνει ποτέ πριν. Το νέο αυτό έργο ήταν πρωτοφανές, κάτι που ξεπερνά τις δυνατότητες της φαντασίας των ανθρώπων και όλων των πλασμάτων. Είναι κάτι πλέον ευρέως γνωστό σε όλους τους ανθρώπους —για πρώτη φορά, ο Θεός έγινε ανθρώπινο ον, και για πρώτη φορά ξεκίνησε νέο έργο με τη μορφή ενός ανθρώπου, με την ταυτότητα ενός ανθρώπου. Το νέο αυτό έργο σήμαινε πως ο Θεός είχε ολοκληρώσει το έργο Του στην Εποχή του Νόμου και πως δεν θα έκανε ούτε θα έλεγε πια τίποτε υπό τον νόμο. Επιπλέον, δεν θα έλεγε ούτε θα έκανε οτιδήποτε με τη μορφή του νόμου ή σύμφωνα με τις αρχές ή τους κανόνες του νόμου. Με άλλα λόγια, το σύνολο του έργου Του που βασιζόταν στον νόμο ανακόπηκε δια παντός και δεν θα συνεχιζόταν, επειδή ο Θεός ήθελε να ξεκινήσει νέο έργο και να κάνει νέα πράγματα. Το σχέδιό Του είχε και πάλι μια νέα αφετηρία, κι έτσι, ο Θεός έπρεπε να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην επόμενη εποχή.
Το εάν τα νέα αυτά ήταν χαρμόσυνα ή δυσοίωνα για τους ανθρώπους εξαρτιόταν από την ουσία του κάθε ατόμου ξεχωριστά. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως για κάποιους ανθρώπους τα νέα αυτά δεν ήταν χαρμόσυνα, αλλά δυσοίωνα, γιατί, όταν ο Θεός ξεκίνησε το νέο Του έργο, οι άνθρωποι εκείνοι που απλώς τηρούσαν τους νόμους και τους κανόνες, που απλώς ακολουθούσαν τα δόγματα αλλά δεν σέβονταν τον Θεό, έτειναν να χρησιμοποιούν το παλιό έργο του Θεού για να καταδικάσουν το νέο Του έργο. Για τους ανθρώπους αυτούς, τα νέα αυτά ήταν δυσοίωνα. Ωστόσο, για κάθε άνθρωπο που ήταν αθώος και ανοιχτός, που ήταν ειλικρινής με τον Θεό και πρόθυμος να δεχτεί τη λύτρωσή Του, τα νέα της πρώτης ενσάρκωσης του Θεού ήταν ιδιαίτερα χαρμόσυνα. Διότι, από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν οι άνθρωποι, αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Θεός είχε εμφανιστεί και είχε ζήσει ανάμεσα στην ανθρωπότητα σε μια μορφή που δεν ήταν το Πνεύμα· αυτήν την φορά, Αυτός γεννήθηκε από άνθρωπο, έζησε ανάμεσα στους ανθρώπους ως ο Υιός του ανθρώπου και εργάστηκε ανάμεσά τους. Αυτή η «πρωτιά» γκρέμισε τις αντιλήψεις των ανθρώπων· ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Επιπλέον, όλοι οι ακόλουθοι του Θεού απέκτησαν ένα υλικό όφελος. Ο Θεός, όχι μόνο έβαλε τέλος στην παλαιά εποχή, αλλά, επιπλέον, έβαλε τέλος στις παλιές μεθόδους εργασίας Του και στον τρόπο εργασίας Του. Δεν ζητούσε πια στους αγγελιαφόρους Του να μεταφέρουν τις προθέσεις Του, δεν βρισκόταν πια κρυμμένος στα σύννεφα, και δεν εμφανιζόταν και δεν μιλούσε πλέον προστακτικά στους ανθρώπους μέσω βροντής. Σε αντίθεση με οτιδήποτε στο παρελθόν, μέσω μιας μεθόδου που δεν μπορούσαν να φανταστούν οι άνθρωποι και που δυσκολεύονταν να κατανοήσουν ή να δεχτούν —της ενσάρκωσης— Αυτός έγινε ο Υιός του ανθρώπου προκειμένου να ξεκινήσει το έργο της εποχής εκείνης. Αυτή η ενέργεια του Θεού βρήκε εντελώς απροετοίμαστη την ανθρωπότητα· έκανε τους ανθρώπους να νιώσουν αμηχανία, επειδή ο Θεός είχε ξεκινήσει και πάλι νέο έργο που δεν είχε κάνει ποτέ Του στο παρελθόν.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 65
Ο Ιησούς μαδάει στάχυα για να φάει το Σάββατο
Ματθ. 12:1 Εν εκείνω τω καιρώ επορεύετο ο Ιησούς διά των σπαρτών εν σαββάτω· οι δε μαθηταί αυτού επείνασαν και ήρχισαν να ανασπώσιν αστάχυα και να τρώγωσιν.
Ο Υιός του ανθρώπου είναι Κύριος του Σαββάτου
Ματθ. 12:6-8 Σας λέγω δε ότι εδώ είναι κάποιος μεγαλήτερος του ιερού. Εάν όμως εγνωρίζετε τι είναι Έλεον θέλω και ουχί θυσίαν, δεν ηθέλετε καταδικάσει τους αθώους. Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου.
Ας ρίξουμε πρώτα μια ματιά στην περικοπή αυτή: «Εν εκείνω τω καιρώ επορεύετο ο Ιησούς διά των σπαρτών εν σαββάτω· οι δε μαθηταί αυτού επείνασαν και ήρχισαν να ανασπώσιν αστάχυα και να τρώγωσιν».
Γιατί επέλεξα την περικοπή αυτή; Πώς συνδέεται με τη διάθεση του Θεού; Στο κείμενο αυτό, το πρώτο πράγμα που μαθαίνουμε είναι πως ήταν ημέρα Σάββατο, ωστόσο, ο Κύριος Ιησούς βγήκε έξω και οδήγησε τους μαθητές Του μέσα από τα σπαρτά. Αυτό που είναι ακόμα πιο «προδοτικό» είναι πως επιπλέον «ήρχισαν να ανασπώσιν αστάχυα και να τρώγωσιν». Στην Εποχή του Νόμου, ο νόμος του Ιεχωβά Θεού όριζε πως οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να βγαίνουν έξω ξέγνοιαστα και να συμμετέχουν σε δραστηριότητες το Σάββατο· υπήρχαν πολλά πράγματα που δεν μπορούσαν να γίνουν το Σάββατο. Η ενέργεια αυτή, από πλευράς του Κυρίου Ιησού, προβλημάτισε εκείνους που είχαν ζήσει υπό τον νόμο για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ προκάλεσε ακόμα και επικρίσεις. Όσο για τη σύγχυσή τους και τον τρόπο με τον οποίο μιλούσαν γι’ αυτό που έκανε ο Ιησούς, θα τα αφήσουμε προς το παρόν κατά μέρος και θα συζητήσουμε πρώτα για τον λόγο που ο Κύριος Ιησούς επέλεξε από όλες τις μέρες να το κάνει αυτό το Σάββατο, καθώς και γι’ αυτό που ήθελε να επικοινωνήσει μέσω της ενέργειας αυτής στους ανθρώπους που ζούσαν υπό τον νόμο. Αυτή είναι η σύνδεση μεταξύ της περικοπής αυτής και της διάθεσης του Θεού για την οποία θέλω να μιλήσω.
Όταν ήλθε ο Κύριος Ιησούς, χρησιμοποίησε τις πρακτικές Του ενέργειες για να πει στους ανθρώπους ότι Ο Θεός είχε αναχωρήσει από την Εποχή του Νόμου, είχε ξεκινήσει νέο έργο, και ότι το νέο αυτό έργο δεν απαιτούσε την τήρηση του Σαββάτου. Το γεγονός ότι ο Θεός εξήλθε από τους περιορισμούς της μέρας του Σαββάτου αποτελούσε μονάχα μια πρόγευση του νέου Του έργου· το πραγματικό και σπουδαίο έργο δεν είχε καταφτάσει ακόμα. Όταν ο Κύριος Ιησούς ξεκίνησε το έργο Του, είχε ήδη αφήσει πίσω Του τα «δεσμά» της Εποχής του Νόμου και είχε καταρρίψει τους κανονισμούς και τις αρχές της εποχής εκείνης. Μέσα Του, δεν υπήρχε ίχνος από οτιδήποτε σχετιζόταν με τον νόμο· είχε απαλλαγεί απ’ αυτόν εξ ολοκλήρου, δεν τον τηρούσε πια και ούτε απαιτούσε από την ανθρωπότητα να τον τηρεί. Επομένως, εδώ βλέπεις πως ο Κύριος Ιησούς διέσχισε τα σπαρτά το Σάββατο και πως ο Κύριος δεν αναπαυόταν· ήταν έξω και εργαζόταν, δεν αναπαυόταν. Η ενέργειά Του αυτή πήγαινε κόντρα στις αντιλήψεις των ανθρώπων και τους επικοινώνησε πως Αυτός δεν ζούσε πια υπό τον νόμο, πως είχε αφήσει τους περιορισμούς του Σαββάτου και εμφανιζόταν ενώπιον της ανθρωπότητας και εν μέσω αυτής με νέα εικόνα, με νέο τρόπο εργασίας. Η ενέργειά Του αυτή έδειξε στους ανθρώπους πως είχε φέρει μαζί Του νέο έργο, έργο που ξεκίνησε με την αποχώρηση από την υπαγωγή στον νόμο και την αναχώρηση από το Σάββατο. Όταν ο Θεός εκτελούσε το νέο Του έργο, δεν ήταν πια προσκολλημένος στο παρελθόν και δεν Τον απασχολούσαν πια οι κανονισμοί της Εποχής του Νόμου. Επιπλέον, δεν επηρεαζόταν από το έργο Του στην προηγούμενη εποχή, αλλά αντιθέτως εργαζόταν το Σάββατο όπως ακριβώς έκανε και οποιαδήποτε άλλη ημέρα, και όταν οι μαθητές Του πεινούσαν το Σάββατο, μπορούσαν να κόψουν μερικά στάχυα και να φάνε. Όλα αυτά ήταν πολύ φυσιολογικά στα μάτια του Θεού. Για τον Θεό επιτρέπεται να έχει μια νέα αρχή για πολύ από το νέο έργο που θέλει να κάνει και τα νέα λόγια που θέλει να πει. Όταν ξεκινά κάτι νέο, μήτε αναφέρει το προηγούμενο έργο Του ξανά μήτε συνεχίζει να το επιτελεί. Διότι ο Θεός έχει τις αρχές Του στο έργο Του, όταν θέλει να ξεκινήσει νέο έργο, τότε είναι που θέλει να φέρει την ανθρωπότητα σε ένα νέο στάδιο του έργου Του και τότε είναι που το έργο Του θα εισέλθει σε κάποια ανώτερη φάση. Αν οι άνθρωποι συνεχίσουν να ενεργούν σύμφωνα με τα παλιά ρητά και τους κανονισμούς ή συνεχίσουν να είναι προσηλωμένοι σ’ αυτά, ο Θεός δεν θα το θυμάται ούτε θα το εγκρίνει. Αυτό συμβαίνει επειδή έχει ήδη φέρει νέο έργο κι έχει εισέλθει σε μια νέα φάση του έργου Του. Όταν Αυτός ξεκινά νέο έργο, εμφανίζεται στην ανθρωπότητα με μια εντελώς νέα εικόνα, από μια εντελώς νέα σκοπιά και μ’ έναν εντελώς νέο τρόπο, έτσι ώστε οι άνθρωποι να δουν διαφορετικές πτυχές της διάθεσής Του και αυτού που Αυτός έχει και είναι. Αυτός είναι ένας από τους στόχους Του στο νέο Του έργο. Ο Θεός δεν προσκολλάται σε παλιά πράγματά ούτε βαδίζει στην πεπατημένη· όταν εργάζεται και μιλά, δεν είναι όπως Τον φαντάζονται οι άνθρωποι —δεν απαγορεύει το ένα και το άλλο. Στον Θεό, τα πάντα είναι ελεύθερα και απελευθερωμένα και δεν υπάρχει καμία απαγόρευση, καθόλου περιορισμοί —όλο αυτό που φέρνει στην ανθρωπότητα είναι ελευθερία και απελευθέρωση. Είναι ένας ζωντανός Θεός, ένας Θεός που υπάρχει πραγματικά και αληθινά. Δεν είναι κάποια μαριονέτα ή κάποια πήλινη φιγούρα και είναι τελείως διαφορετικός από τα είδωλα που φυλάσσουν σαν ιερά και λατρεύουν οι άνθρωποι. Είναι ζωντανός και ζωηρός, και αυτό που φέρνουν ο λόγος Του και το έργο Του στην ανθρωπότητα είναι όλο ζωή και φως, όλο ελευθερία και απελευθέρωση, επειδή Αυτός έχει την αλήθεια, τη ζωή και την οδό, και κάνει όλο το έργο που έχει την πρόθεση να κάνει χωρίς να περιορίζεται από τίποτα. Ό,τι κι αν λένε οι άνθρωποι και όπως κι αν βλέπουν ή αξιολογούν το νέο Του έργο, Αυτός θα κάνει το έργο που έχει την πρόθεση να κάνει δίχως ενδοιασμούς. Δεν θα ανησυχεί για τις αντιλήψεις του οποιουδήποτε ή τις κατηγορίες του σχετικά με το έργο και τα λόγια Του, αλλά και ούτε για την έντονη εναντίωση και αντίστασή τους στο νέο Του έργο. Θα ήταν αδύνατον για οποιοδήποτε δημιούργημα να χρησιμοποιήσει την ανθρώπινη λογική ή την ανθρώπινη φαντασία, γνώση και ηθική για να μετρήσει ή να βγάλει ετυμηγορία γι’ αυτό που κάνει ο Θεός και για να δυσφημίσει, να αναστατώσει ή να υπονομεύσει το έργο Του. Δεν υπάρχει καμία απαγόρευση στο έργο Του και σε ό,τι κάνει· δεν γίνεται να περιοριστεί από κανέναν άνθρωπο, γεγονός ή πράγμα ούτε να αναστατωθεί από καμιά εχθρική δύναμη. Όσον αφορά το νέο Του έργο, είναι ένας παντοτινά νικηφόρος Βασιλιάς, και όλες οι εχθρικές δυνάμεις και όλες οι αιρέσεις και οι πλάνες της ανθρωπότητας ποδοπατούνται κάτω από το υποπόδιό Του. Όποιο νέο στάδιο του έργου Του κι αν εκτελεί, σίγουρα θα αναπτυχθεί και θα επεκταθεί μέσα από την ανθρωπότητα και σίγουρα θα επιτελεστεί ανεμπόδιστα και θα γνωρίσει απόλυτη επιτυχία σε ολόκληρο το σύμπαν. Αυτή είναι η παντοδυναμία και η σοφία του Θεού, η εξουσία και η δύναμή Του. Επομένως, ο Κύριος Ιησούς μπορούσε να βγει έξω στα φανερά και να εργαστεί το Σάββατο, επειδή στην καρδιά Του δεν υπήρχαν κανόνες, δεν υπήρχε καμιά γνώση ή δόγμα που να προήλθε από την ανθρωπότητα. Αυτό που Αυτός είχε ήταν το νέο έργο του Θεού και η οδός Του. Το έργο Του ήταν η οδός να ελευθερώσει την ανθρωπότητα, να αποδεσμεύσει τους ανθρώπους, να τους επιτρέψει να υπάρξουν στο φως και να ζήσουν. Εν τω μεταξύ, εκείνοι που λατρεύουν είδωλα ή ψεύτικους θεούς ζουν την κάθε μέρα δεσμευμένοι από τον Σατανά, περιορισμένοι από κάθε λογής κανόνες και ταμπού —σήμερα απαγορεύεται αυτό, αύριο κάτι άλλο— δεν έχουν καμία ελευθερία στις ζωές τους. Είναι σαν αλυσοδεμένοι φυλακισμένοι, που ζουν μια ζωή δίχως καμία χαρά. Τι αντιπροσωπεύει η «απαγόρευση»; Αντιπροσωπεύει περιορισμούς, δεσμά και κακό. Όταν ένας άνθρωπος λατρεύει κάποιο είδωλο, λατρεύει έναν ψεύτικο θεό, ένα κακό πνεύμα. Η απαγόρευση εμφανίζεται όταν ασκούνται τέτοιες δραστηριότητες. Δεν μπορείς να φας αυτό ή εκείνο, δεν μπορείς να βγεις έξω σήμερα, αύριο δεν μπορείς να μαγειρέψεις, την επομένη δεν μπορείς να μετακομίσεις σε νέο σπίτι, πρέπει να επιλέγονται συγκεκριμένες ημέρες για γάμους και κηδείες, ακόμη και για τη γέννηση ενός παιδιού. Πώς ονομάζεται αυτό; Αυτό ονομάζεται απαγόρευση· είναι η σκλαβιά της ανθρωπότητας, ενώ τα δεσμά του Σατανά και των κακών πνευμάτων ελέγχουν τους ανθρώπους και περιορίζουν τις καρδιές και τα σώματά τους. Υπάρχουν αυτές οι απαγορεύσεις με τον Θεό; Όταν μιλάς για την αγιοσύνη του Θεού, πρέπει πρώτα να σκεφτείς αυτό: Με τον Θεό, δεν υπάρχουν απαγορεύσεις. Ο Θεός έχει αρχές στον λόγο και στο έργο Του, αλλά όχι απαγορεύσεις, επειδή ο Θεός ο ίδιος είναι η αλήθεια, η οδός και η ζωή.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 66
«Σας λέγω δε ότι εδώ είναι κάποιος μεγαλήτερος του ιερού. Εάν όμως εγνωρίζετε τι είναι Έλεον θέλω και ουχί θυσίαν, δεν ηθέλετε καταδικάσει τους αθώους. Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου» (Ματθ. 12:6-8). Σε τι αναφέρεται η λέξη «ιερό» εδώ; Για να το θέσουμε απλά, αναφέρεται σε ένα μεγαλοπρεπές, ψηλό κτίριο και, κατά την Εποχή του Νόμου, το ιερό ήταν μέρος για να λατρεύουν οι ιερείς τον Θεό. Όταν ο Κύριος Ιησούς είπε «εδώ είναι κάποιος μεγαλήτερος του ιερού», σε ποιον αναφερόταν το «κάποιος»; Προφανώς, το «κάποιος» είναι ο Κύριος Ιησούς στη σάρκα, γιατί μόνο Αυτός ήταν μεγαλύτερος του ιερού. Τι έλεγαν τα λόγια αυτά στους ανθρώπους; Έλεγαν στους ανθρώπους να βγουν από το ιερό —ο Θεός είχε ήδη εγκαταλείψει το ιερό και δεν εργαζόταν πια μέσα σ’ αυτό, επομένως οι άνθρωποι έπρεπε να αναζητήσουν τ’ αχνάρια του Θεού έξω από το ιερό και να ακολουθήσουν τα βήματά Του στο νέο Του έργο. Όταν ο Κύριος Ιησούς το είπε αυτό, υπήρχε μια λογική βάση πίσω από τα λόγια Του, η οποία ήταν ότι υπό τον νόμο, οι άνθρωποι είχαν καταλήξει να βλέπουν το ιερό σαν κάτι μεγαλύτερο από τον Θεό τον ίδιο. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι λάτρευαν το ιερό αντί να λατρεύουν τον Θεό, έτσι, ο Κύριος Ιησούς τους προειδοποίησε να μη λατρεύουν είδωλα, αλλά αντιθέτως να λατρεύουν τον Θεό, διότι είναι υπέρτατος. Έτσι, είπε: «Έλεον θέλω και ουχί θυσίαν». Είναι εμφανές πως, στα μάτια του Κυρίου Ιησού, οι περισσότεροι άνθρωποι που ζούσαν υπό τον νόμο δεν λάτρευαν πια τον Ιεχωβά, αλλά εκτελούσαν απλώς τη διαδικασία της θυσίας τυπικά, και ο Κύριος Ιησούς προσδιόρισε πως η διαδικασία αυτή συνιστούσε ειδωλολατρία. Οι ειδωλολάτρες αυτοί, έβλεπαν το ιερό σαν κάτι μεγαλύτερο και ανώτερο από τον Θεό. Στις καρδιές τους υπήρχε μόνο το ιερό, όχι ο Θεός, επομένως, αν επρόκειτο να χάσουν το ιερό, τότε θα έχαναν τον τόπο της κατοίκησής τους. Χωρίς το ιερό, δεν είχαν πού να λατρεύουν και δεν μπορούσαν να προσφέρουν τις θυσίες τους. Ο υποτιθέμενος «τόπος κατοίκησής» τους είναι ο τόπος όπου χρησιμοποιούσαν την ψεύτικη πρόφαση ότι λατρεύουν τον Ιεχωβά Θεό προκειμένου να παραμένουν στο ιερό και να εκτελέσουν τις δικές τους υποθέσεις. Η υποτιθέμενη «προσφορά θυσιών» ήταν απλώς η εκτέλεση των προσωπικών τους επαίσχυντων δοσοληψιών υπό το πρόσχημα της τέλεσης της υπηρεσίας τους στο ιερό. Αυτός ήταν ο λόγος που οι άνθρωποι της εποχής έβλεπαν το ιερό σαν κάτι μεγαλύτερο από τον Θεό. Ο Κύριος Ιησούς είπε αυτά τα λόγια ως προειδοποίηση προς τους ανθρώπους, επειδή χρησιμοποιούσαν το ιερό σαν βιτρίνα και τις θυσίες σαν κάλυψη για να εξαπατούν τους ανθρώπους και τον Θεό. Αν εφαρμόσετε τα λόγια αυτά στο παρόν, παραμένουν εξίσου έγκυρα και εξίσου σχετικά. Παρόλο που οι άνθρωποι σήμερα έχουν βιώσει διαφορετικό έργο του Θεού από αυτό που βίωσαν οι άνθρωποι στην Εποχή του Νόμου, η φύση-ουσία τους είναι η ίδια. Στο πλαίσιο του έργου σήμερα, οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να κάνουν πράγματα του ίδιου τύπου όπως παρουσιάζονται στα λόγια «το ιερό είναι μεγαλύτερο από τον Θεό». Για παράδειγμα, οι άνθρωποι βλέπουν την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως τη δουλειά τους· θεωρούν το να γίνεις μάρτυρας για τον Θεό και να πολεμήσεις τον μεγάλο κόκκινο δράκοντα ως πολιτικά κινήματα για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για τη δημοκρατία και την ελευθερία· μετατρέπουν το καθήκον τους να αξιοποιήσουν τις δεξιότητές τους σε καριέρα, αλλά αντιμετωπίζουν τον σεβασμό στον Θεό και την αποφυγή του κακού ως τίποτα περισσότερο από μια θρησκευτική διδαχή προς τήρηση, και ούτω καθεξής. Αυτές οι συμπεριφορές δεν είναι ουσιαστικά το ίδιο όπως «το ιερό είναι μεγαλύτερο από τον Θεό»; Η διαφορά είναι ότι, πριν δύο χιλιάδες χρόνια, οι άνθρωποι εκτελούσαν τις προσωπικές τους δραστηριότητες μέσα στο φυσικό ιερό, ενώ σήμερα, οι άνθρωποι εκτελούν τις προσωπικές τους δραστηριότητες σε άυλα ιερά. Οι άνθρωποι εκείνοι που εκτιμούν τους κανόνες θεωρούν τους κανόνες μεγαλύτερους από τον Θεό· οι άνθρωποι εκείνοι που αγαπούν το κύρος θεωρούν το κύρος μεγαλύτερο από τον Θεό· εκείνοι που αγαπούν την καριέρα τους θεωρούν τις καριέρες μεγαλύτερες από τον Θεό και ούτω καθεξής. Όλες οι εκφράσεις τους Με οδηγούν να πω: «Οι άνθρωποι, μέσα από τα λόγια τους, δοξάζουν τον Θεό ως τον μεγαλύτερο, ωστόσο, στα μάτια τους, τα πάντα είναι μεγαλύτερα από τον Θεό». Αυτό συμβαίνει γιατί οι άνθρωποι, ενόσω βρίσκονται στο μονοπάτι απ’ το οποίο ακολουθούν τον Θεό, μόλις βρουν την ευκαιρία να επιδείξουν τα δικά τους ταλέντα ή να ασκήσουν τις δικές τους δραστηριότητες ή να επιτύχουν στις δικές τους καριέρες, απομακρύνονται από τον Θεό και ρίχνονται στη λατρεμένη καριέρα τους. Όσο γι’ αυτό που τους έχει εμπιστευτεί ο Θεός και τις προθέσεις Του, τα πράγματα αυτά έχουν απορριφθεί εδώ και καιρό. Ποια είναι η διαφορά μεταξύ της κατάστασης αυτών των ανθρώπων και εκείνων που εκτελούσαν τις δραστηριότητες τους στο ιερό πριν δύο χιλιάδες χρόνια;
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 67
Το εδάφιο «ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου» δείχνει στους ανθρώπους πως όλα όσα αφορούν τον Θεό δεν έχουν υλική φύση και πως, ενώ ο Θεός μπορεί να φροντίσει όλες τις υλικές σου ανάγκες, όταν έχουν καλυφθεί όλες οι υλικές σου ανάγκες, μπορεί η ικανοποίηση από τέτοια πράγματα να αντικαταστήσει την επιδίωξή σου για την αλήθεια; Αυτό είναι προφανώς αδύνατον! Η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι, σχετικά με τα οποία συναναστραφήκαμε, αποτελούν και τα δύο την αλήθεια. Η αξία της δεν μπορεί να μετρηθεί απέναντι σε οποιοδήποτε υλικό αντικείμενο, όσο πολύτιμο κι αν είναι αυτό, ούτε μπορεί η αξία της να υπολογισθεί σε χρήματα, γιατί δεν είναι υλικό αντικείμενο, και καλύπτει τις ανάγκες της καρδιάς του κάθε ανθρώπου. Για κάθε άνθρωπο, η αξία των άυλων αυτών αληθειών θα ’πρεπε να ’ναι μεγαλύτερη από την αξία οποιουδήποτε υλικού πράγματος που μπορεί να εκτιμάς, έτσι δεν είναι; Η δήλωση αυτή είναι κάτι στο οποίο πρέπει να σταθείτε. Το σημείο κλειδί σ’ αυτό που μόλις είπα είναι πως αυτό που έχει και είναι ο Θεός και τα πάντα σχετικά με τον Θεό είναι τα πιο σημαντικά πράγματα για κάθε άνθρωπο και δεν μπορούν να αντικατασταθούν από οποιοδήποτε υλικό αντικείμενο. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα: Όταν πεινάς, χρειάζεσαι φαγητό. Το φαγητό αυτό μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο καλό ή περισσότερο ή λιγότερο απογοητευτικό, αλλά, εφόσον χορτάσεις, το δυσάρεστο αίσθημα της πείνας δεν θα υπάρχει πια —θα εξαφανιστεί. Μπορείς να καθίσεις ήσυχα και να ξεκουράσεις το σώμα σου. Η πείνα των ανθρώπων μπορεί να εξαλειφθεί με το φαγητό, ωστόσο, όταν ακολουθείς τον Θεό και νιώθεις πως δεν Τον κατανοείς καθόλου, πώς μπορείς να εξαλείψεις το κενό στην καρδιά σου; Μπορεί να εξαλειφθεί με φαγητό; Ή όταν ακολουθείς τον Θεό, αλλά δεν κατανοείς τις προθέσεις Του, τι μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να αντισταθμίσεις αυτήν την πείνα στην καρδιά σου; Κατά τη διαδικασία της εμπειρίας της σωτηρίας σου μέσα από τον Θεό, ενώ επιδιώκεις μια αλλαγή στη διάθεσή σου, αν δεν κατανοείς τις προθέσεις Του ή δεν γνωρίζεις ποια είναι η αλήθεια κι αν δεν γνωρίζεις τη διάθεση του Θεού, τότε δεν θα αισθάνεσαι ιδιαίτερα άβολα; Δεν θα αισθάνεσαι μεγάλη πείνα και δίψα στην καρδιά σου; Τα αισθήματα αυτά δεν θα σε αποτρέπουν απ’ το να βρεις ανάπαυση στην καρδιά σου; Επομένως, πώς μπορείς να αντισταθμίσεις αυτήν την πείνα στην καρδιά σου; Υπάρχει τρόπος να την εξαλείψεις; Μερικοί άνθρωποι πηγαίνουν για ψώνια, μερικοί αναζητούν τους φίλους τους για να εκμυστηρευτούν σ’ αυτούς, μερικοί απολαμβάνουν έναν ύπνο μεγάλης διάρκειας, ενώ άλλοι διαβάζουν τον λόγο του Θεού ή εργάζονται πιο σκληρά και καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια για να κάνουν τα καθήκοντά τους. Μπορούν τα πράγματα αυτά να εξαλείψουν τις πραγματικές σου δυσκολίες; Όλοι σας κατανοείτε πλήρως αυτά τα είδη πρακτικών. Όταν νιώθεις ανήμπορος, όταν νιώθεις την έντονη επιθυμία να λάβεις διαφώτιση από τον Θεό για να σου επιτρέψει να γνωρίσεις την πραγματικότητα της αλήθειας και τις προθέσεις Του, τι χρειάζεσαι πιο πολύ; Αυτό που χρειάζεσαι δεν είναι κάποιο πλήρες γεύμα ούτε μερικά ευγενικά λόγια, πόσο μάλλον οι εφήμερες ανέσεις και η ικανοποίηση της σάρκας. Αυτό που χρειάζεσαι είναι να σου πει ο Θεός ευθέως και ξεκάθαρα τι θα πρέπει να κάνεις και πώς θα πρέπει να το κάνεις· να σου πει ξεκάθαρα ποια είναι η αλήθεια. Αφού το έχεις κατανοήσεις αυτό, ακόμη κι αν αποκτάς ελάχιστη μόνο κατανόηση, δεν θα νιώθεις περισσότερο ικανοποιημένος στην καρδιά σου από όσο θα ένιωθες μετά από ένα καλό γεύμα; Όταν η καρδιά σου είναι ικανοποιημένη, δεν αποκτά η καρδιά σου και ολόκληρο το είναι σου πραγματική ανάπαυση; Μέσω της αναλογίας και της ανάλυσης αυτής, καταλαβαίνετε πλέον γιατί ήθελα να μοιραστώ μαζί σας το εδάφιο «ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου»; Το νόημά του είναι πως αυτό που εκπορεύεται από τον Θεό, αυτό που Αυτός έχει και είναι, και τα πάντα σχετικά μ’ Αυτόν είναι μεγαλύτερα από καθετί άλλο, συμπεριλαμβανομένου και του πράγματος ή του ατόμου που κάποτε πίστευες ότι ήταν ό,τι πιο πολύτιμο για σένα. Δηλαδή, αν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να αποκτήσει λόγο από το στόμα του Θεού ή δεν κατανοεί τις προθέσεις Του, τότε δεν μπορεί να βρει ανάπαυση. Στις μελλοντικές σας εμπειρίες, θα καταλάβετε γιατί ήθελα να δείτε αυτήν την περικοπή σήμερα· είναι κάτι πολύ σημαντικό. Όλα όσα κάνει ο Θεός είναι αλήθεια και ζωή. Η αλήθεια είναι κάτι που οι άνθρωποι δεν μπορούν να στερούνται στη ζωή τους και είναι κάτι που ποτέ δεν μπορεί να τους λείπει· μπορείς ακόμα να πεις πως είναι το σημαντικότερο πράγμα. Παρόλο που δεν μπορείς να τη δεις ή να την αγγίξεις, η σημασία της για εσένα δεν μπορεί να αγνοηθεί· είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να φέρει ανάπαυση στην καρδιά σου.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 68
Είναι η κατανόηση σας για την αλήθεια ενσωματωμένη στις δικές σας καταστάσεις; Στην πραγματική ζωή, πρέπει πρώτα να σκεφτείς ποιες αλήθειες σχετίζονται με τους ανθρώπους, τα γεγονότα και τα πράγματα που έχεις συναντήσει· ανάμεσα σ’ αυτές τις αλήθειες μπορείς να βρεις τις προθέσεις του Θεού και να συνδέσεις αυτά που έχεις συναντήσει με τις προθέσεις Του. Εάν δεν γνωρίζεις ποιες πτυχές της αλήθειας σχετίζονται με τα πράγματα που έχεις συναντήσει αλλά αντιθέτως πας κατευθείαν να αναζητήσεις τις προθέσεις του Θεού, αυτό αποτελεί μια τυφλή προσέγγιση η οποία δεν μπορεί να αποφέρει αποτελέσματα. Εάν θέλεις να αναζητήσεις την αλήθεια και να κατανοήσεις τις προθέσεις του Θεού, πρέπει πρώτα να εξετάσεις τι είδους πράγματα σου έχουν συμβεί, με ποιες πτυχές της αλήθειας σχετίζονται και να αναζητήσεις τη συγκεκριμένη αλήθεια στον λόγο του Θεού που σχετίζεται μ’ αυτά που έχεις βιώσει. Στη συνέχεια, να αναζητήσεις το μονοπάτι άσκησης που είναι σωστό για εσένα στην αλήθεια εκείνη· με τον τρόπο αυτό, μπορείς να αποκτήσεις έμμεση κατανόηση των προθέσεων του Θεού. Το να αναζητάς και να κάνεις πράξη την αλήθεια δεν είναι να εφαρμόζεις μηχανικά κάποια διδαχή ή να ακολουθείς κάποιον τύπο. Η αλήθεια δεν είναι τυποποιημένη ούτε και είναι νόμος. Δεν είναι νεκρή —είναι η ίδια η ζωή, είναι κάτι ζωντανό και είναι ο κανόνας που πρέπει να ακολουθούν τα δημιουργημένα όντα στη ζωή και ο κανόνας που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι στη ζωή. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να καταλάβεις, όσο το δυνατόν περισσότερο, εμπειρικά. Σε όποιο στάδιο κι αν έχεις φτάσει στην εμπειρία σου, είσαι αναπόσπαστος από τον λόγο του Θεού ή από την αλήθεια, ενώ αυτό που κατανοείς για τη διάθεση του Θεού και αυτό που γνωρίζεις γι’ αυτό που έχει και είναι ο Θεός, εκφράζονται όλα μέσα από τον λόγο του Θεού· είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την αλήθεια. Η διάθεση του Θεού και αυτό που έχει και είναι Αυτός είναι, από μόνα τους, η αλήθεια· η αλήθεια είναι μια αυθεντική εκδήλωση της διάθεσης του Θεού και αυτού που Αυτός έχει και είναι. Κάνει απτό αυτό που έχει και είναι Εκείνος και κάνει μια σαφή δήλωση του τι έχει και είναι Εκείνος· σου λέει πιο ευθέως τι αρέσει στον Θεό, τι δεν Του αρέσει, τι θέλει Αυτός να κάνεις και τι δεν σου επιτρέπει να κάνεις, ποιους ανθρώπους σιχαίνεσαι και σε ποιους ανθρώπους βρίσκει ευχαρίστηση. Πίσω από τις αλήθειες που εκφράζει ο Θεός, οι άνθρωποι μπορούν να δουν την ευχαρίστηση, τον θυμό, τη λύπη και την ευτυχία Του, όπως και την ουσία Του —αυτή είναι η αποκάλυψη της διάθεσής Του. Πέρα του να γνωρίζεις αυτό που έχει και είναι ο Θεός και να κατανοείς τη διάθεσή Του από τον λόγο Του, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η ανάγκη να επιτύχεις αυτήν την κατανόηση μέσα από πρακτική εμπειρία. Αν ένας άνθρωπος απομακρύνει τον εαυτό του από την πραγματική ζωή ώστε να γνωρίσει τον Θεό, τότε δεν θα μπορέσει να το επιτύχει αυτό. Ακόμη κι αν υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να αποκτήσουν κάποια κατανόηση από τον λόγο του Θεού, η κατανόησή τους περιορίζεται σε θεωρίες και λέξεις, και προκύπτει μια απόκλιση από το πώς είναι πραγματικά ο ίδιος ο Θεός.
Αυτό που επικοινωνούμε τώρα, έγκειται όλο μέσα στο πλαίσιο των ιστοριών που καταγράφονται στη Βίβλο. Μέσω των ιστοριών αυτών και μέσω της ανάλυσης αυτών των πραγμάτων που συνέβησαν, οι άνθρωποι μπορούν να κατανοήσουν τη διάθεσή Του και αυτό που Αυτός εξέφρασε πως έχει και είναι, επιτρέποντας τους να γνωρίσουν την κάθε πτυχή του Θεού πιο ευρέως, πιο βαθιά, πιο εκτενώς και πιο πλήρως. Επομένως, ο μόνος τρόπος για να γνωρίσεις την κάθε πτυχή του Θεού είναι μέσα από αυτές τις ιστορίες; Όχι, δεν είναι ο μόνος τρόπος! Γιατί αυτό που λέει ο Θεός και το έργο που εκτελεί στην Εποχή της Βασιλείας, μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να γνωρίσουν τη διάθεσή Του και να την κατανοήσουν πιο πλήρως. Ωστόσο, πιστεύω πως είναι λίγο πιο εύκολο να γνωρίσεις τη διάθεση του Θεού και να κατανοήσεις αυτό που Αυτός έχει και είναι, μέσα από κάποια παραδείγματα ή κάποιες ιστορίες που καταγράφονται στη Βίβλο και τις οποίες γνωρίζουν οι άνθρωποι. Αν χρησιμοποιήσω τον λόγο της κρίσης και της παίδευσης και τις αλήθειες που εκφράζει ο Θεός σήμερα, λέξη προς λέξη, για να σου δώσω τη δυνατότητα να Τον γνωρίσεις με αυτόν τον τρόπο, θα νιώσεις πως είναι πολύ ανιαρό και κουραστικό, ενώ μερικοί άνθρωποι θα νιώσουν ακόμη πως ο λόγος του Θεού φαίνεται πολύ τυποποιημένος. Ωστόσο, αν πάρω αυτές τις ιστορίες της Βίβλου σαν παράδειγμα για να γνωρίσουν οι άνθρωποι τη διάθεση του Θεού, τότε δεν θα το βρουν βαρετό. Μπορείς να πεις πως ενόσω επεξηγούνται τα παραδείγματα αυτά, οι λεπτομέρειες σχετικά με αυτό που υπήρχε στην καρδιά του Θεού εκείνη την εποχή —η διάθεση ή το συναίσθημά Του, οι σκέψεις και οι ιδέες Του— έχουν ειπωθεί στους ανθρώπους στη γλώσσα των ανθρώπων, και ο στόχος όλων αυτών είναι να τους επιτραπεί να εκτιμήσουν, να νιώσουν πως αυτό που έχει και είναι ο Θεός δεν είναι τυποποιημένο. Δεν είναι κάποιος θρύλος ή κάτι που δεν μπορούν να δουν ή να αγγίξουν οι άνθρωποι. Είναι κάτι που υπάρχει πραγματικά, που οι άνθρωποι μπορούν να νιώσουν και να εκτιμήσουν. Αυτός είναι ο απώτερος στόχος. Μπορείς να πεις πως οι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτήν την εποχή είναι ευλογημένοι. Από τις ιστορίες της Βίβλου, μπορούν να αντλήσουν ευρύτερη κατανόηση του προηγούμενου έργου του Θεού· μπορούν να δουν τη διάθεσή Του μέσα από το έργο που έχει κάνει· μπορούν να κατανοήσουν τις προθέσεις του Θεού για την ανθρωπότητα μέσα από τις διαθέσεις αυτές που έχει εκφράσει, όπως και να κατανοήσουν τις απτές εκδηλώσεις της αγιοσύνης και της φροντίδας Του για τους ανθρώπους, και με αυτόν τον τρόπο μπορούν να επιτύχουν μια πιο εμπεριστατωμένη και πιο βαθιά γνώση της διάθεσης του Θεού. Πιστεύω πως όλοι σας μπορείτε τώρα να το νιώσετε αυτό!
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 69
Μέσα στο πλαίσιο του έργου που ολοκλήρωσε ο Κύριος Ιησούς κατά την Εποχή της Χάριτος, μπορείς να δεις ακόμα μια πτυχή αυτού που έχει και είναι ο Θεός. Αυτή η πτυχή εκφράστηκε μέσω της σάρκας Του και οι άνθρωποι ήταν σε θέση να το δουν και να το εκτιμήσουν λόγω της ανθρώπινης φύσης Του. Στον Υιό του ανθρώπου, οι άνθρωποι είδαν τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός στη σάρκα βίωσε την ανθρώπινη φύση Του, όπως και είδαν τη θεϊκή φύση του Θεού να εκφράζεται μέσω της σάρκας. Οι δύο αυτοί τύποι έκφρασης επέτρεψαν στους ανθρώπους να δουν έναν ιδιαίτερα πρακτικό Θεό, όπως και επέτρεψαν στους ανθρώπους να σχηματίσουν μια διαφορετική ιδέα για τον Θεό. Ωστόσο, κατά το διάστημα που μεσολάβησε από τη δημιουργία του κόσμου έως το τέλος της Εποχής του Νόμου, δηλαδή πριν την Εποχή της Χάριτος, οι μόνες πτυχές του Θεού που έβλεπαν, άκουγαν και βίωναν οι άνθρωποι ήταν μονάχα η θεϊκή φύση του Θεού, τα πράγματα που έκανε και έλεγε ο Θεός σε ένα άυλο βασίλειο και τα πράγματα που εξέφραζε από την αληθινή Του υπόσταση, τα οποία δεν μπορούσαν να δουν ή ν’ αγγίξουν. Συχνά, τα πράγματα αυτά έκαναν τους ανθρώπους να αισθάνονται πως ο Θεός ήταν τόσο επιβλητικός στο μεγαλείο Του που δεν μπορούσαν να Τον πλησιάσουν. Η εντύπωση που έδινε συνήθως ο Θεός στους ανθρώπους ήταν πως τρεμόπαιζε στην ικανότητά τους να Τον αντιληφθούν, ενώ οι άνθρωποι αισθάνονταν, επιπλέον, πως όλες οι σκέψεις και οι ιδέες Του ήταν τόσο μυστηριώδεις και τόσο ασύλληπτες, που δεν υπήρχε τρόπος να τις φτάσουν, πόσο μάλλον να επιχειρήσουν να τις κατανοήσουν και να την εκτιμήσουν. Για τους ανθρώπους, τα πάντα στον Θεό ήταν πολύ μακρινά, τόσο μακρινά που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να τα δουν, δεν μπορούσαν να τ’ αγγίξουν. Φαινόταν να βρίσκεται ψηλά στον ουρανό, όπως και φαινόταν να μην υπάρχει καθόλου. Επομένως, για τους ανθρώπους, η κατανόηση της καρδιάς και του νου του Θεού ή οποιουδήποτε σκεπτικού Του ήταν ανεπίτευκτη ή ακόμα και πέρα από τις δυνατότητές τους. Παρόλο που ο Θεός εκτέλεσε κάποιο απτό έργο κατά την Εποχή του Νόμου και διατύπωσε κάποιον συγκεκριμένο λόγο και εξέφρασε κάποιες συγκεκριμένες διαθέσεις για να επιτρέψει στους ανθρώπους να εκτιμήσουν και να αντιληφθούν κάποια αληθινή γνώση σχετικά με Αυτόν, στο τέλος όμως, αυτές οι εκφράσεις του τι έχει και είναι ο Θεός προήλθαν από ένα άυλο βασίλειο, ενώ αυτό που κατάλαβαν οι άνθρωποι και αυτό που γνώρισαν αφορούσε ακόμη τη θεϊκή πτυχή αυτού που Αυτός έχει και είναι. Η ανθρωπότητα δεν μπορούσε να αποκτήσει σαφή ιδέα από αυτήν την έκφραση αυτού που Αυτός έχει και είναι, και η εντύπωσή τους για τον Θεό παρέμενε κολλημένη στο πλαίσιο του «ένα πνευματικό σώμα στο οποίο είναι δύσκολο να έρθεις κοντά, το οποίο τη μια δύναται κανείς να αντιληφθεί, και την άλλη όχι». Επειδή ο Θεός δεν χρησιμοποίησε κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο ή κάποια εικόνα που ανήκε στο υλικό βασίλειο για να εμφανιστεί ενώπιον των ανθρώπων, αυτοί παρέμειναν ανίκανοι να Τον ορίσουν χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων. Στην καρδιά και στο μυαλό τους, οι άνθρωποι πάντοτε ήθελαν να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα για να καθιερώσουν ένα πρότυπο για τον Θεό, να Τον κάνουν υλικό και να Τον εξανθρωπίσουν, όπως πόσο ψηλός είναι, πόσο μεγάλος είναι, πώς μοιάζει, τι ακριβώς Του αρέσει και ποια είναι η προσωπικότητά Του. Στην πραγματικότητα, ο Θεός γνώριζε στην καρδιά Του πως οι άνθρωποι σκέφτονταν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ήταν ξεκάθαρος με τις ανάγκες των ανθρώπων και, φυσικά, γνώριζε τι έπρεπε να κάνει Αυτός, έτσι εκτέλεσε το έργο Του με διαφορετικό τρόπο στην Εποχή της Χάριτος. Ο νέος αυτός τρόπος ήταν και θεϊκός και εξανθρωπισμένος. Κατά το διάστημα που εργαζόταν ο Κύριος Ιησούς, οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν πως ο Θεός είχε πολλές ανθρώπινες εκφράσεις. Για παράδειγμα, μπορούσε να χορέψει, να παραστεί σε γάμους, να κοινωνεί με τους ανθρώπους, να μιλά μαζί τους και να συζητά πράγματα μαζί τους. Πέρα από αυτό, ο Κύριος Ιησούς ολοκλήρωσε και πολύ έργο που αντιπροσώπευε τη θεϊκή Του φύση και, φυσικά, όλο αυτό το έργο ήταν μια έκφραση και μια αποκάλυψη της διάθεσης του Θεού. Κατά το διάστημα αυτό, όταν η θεϊκή φύση του Θεού υλοποιήθηκε σε συνηθισμένη σάρκα με τέτοιο τρόπο ώστε οι άνθρωποι μπορούσαν να τη δουν και να την αγγίξουν, δεν ένιωθαν πια πως Αυτός τρεμόπαιζε στην αντίληψή τους ή πως δεν μπορούσαν να Τον πλησιάσουν. Αντιθέτως, μπορούσαν να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τις προθέσεις του Θεού ή να καταλάβουν τη θεϊκή Του φύση μέσα από κάθε κίνηση, μέσα από τον λόγο και μέσα από το έργο του Υιού του ανθρώπου. Ο ενσαρκωμένος Υιός του ανθρώπου εξέφρασε τη θεϊκή φύση του Θεού μέσω της ανθρώπινης φύσης Του και μετέφερε τις προθέσεις του Θεού στην ανθρωπότητα. Επιπλέον, εκφράζοντας τις προθέσεις και τη διάθεση του Θεού, αποκάλυψε, επίσης, στους ανθρώπους τον Θεό που δεν μπορούν να δουν ή να αγγίξουν, ο οποίος κατοικεί στο πνευματικό βασίλειο. Αυτό που είδαν οι άνθρωποι ήταν ο Θεός ο ίδιος σε απτή μορφή, φτιαγμένος από σάρκα και αίμα. Επομένως, ο ενσαρκωμένος Υιός του ανθρώπου έκανε απτά και εξανθρωπισμένα κάποια πράγματα, όπως την ταυτότητα του ίδιου του Θεού, τη θέση, την εικόνα, τη διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι. Παρόλο που η εξωτερική εμφάνιση του Υιού του ανθρώπου είχε μερικούς περιορισμούς όσον αφορά την εικόνα του Θεού, η ουσία Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι, ήταν πλήρως ικανά να εκπροσωπούν την ταυτότητα και τη θέση του ίδιου του Θεού· απλώς υπήρχαν μερικές διαφορές στη μορφή της έκφρασης. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως ο Υιός του ανθρώπου εκπροσωπούσε την ταυτότητα και τη θέση του ίδιου του Θεού, τόσο στη μορφή της ανθρώπινης φύσης Του όσο και στη θεϊκή Του φύση. Κατά το διάστημα αυτό, ωστόσο, ο Θεός εργαζόταν μέσω της σάρκας, μιλούσε από την οπτική της σάρκας και στεκόταν ενώπιον της ανθρωπότητας με την ταυτότητα και τη θέση του Υιού του ανθρώπου. Αυτό έδωσε στους ανθρώπους την ευκαιρία να συναντήσουν και να βιώσουν τα πρακτικά λόγια και το πρακτικό έργο του Θεού ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Επιπλέον, επέτρεψε στους ανθρώπους να αποκτήσουν μια εικόνα της θεϊκής Του φύσης και του μεγαλείου Του εν μέσω ταπεινότητας, όπως και να αποκτήσουν μια πρώτη κατανόηση και έναν πρώτο ορισμό της αυθεντικότητας και της πρακτικότητας του Θεού. Αν και το έργο που ολοκληρώθηκε από τον Κύριο Ιησού, οι μέθοδοι εργασίας Του και η οπτική από την οποία Αυτός μιλούσε διέφεραν από την αληθινή υπόσταση του Θεού στο πνευματικό βασίλειο, τα πάντα γύρω από Αυτόν αντιπροσώπευαν πραγματικά τον ίδιο τον Θεό, τον οποίο η ανθρωπότητα δεν είχε ξαναδεί —αυτό είναι αδιαμφισβήτητο! Αυτό σημαίνει πως, ανεξάρτητα από τη μορφή με την οποία εμφανίζεται ο Θεός, ανεξάρτητα από την οπτική από την οποία μιλά ή από την εικόνα με την οποία αντικρίζει την ανθρωπότητα, ο Θεός δεν αντιπροσωπεύει τίποτε άλλο παρά τον εαυτό Του. Δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει κανέναν άνθρωπο ούτε κανέναν από τη διεφθαρμένη ανθρωπότητα. Ο Θεός είναι ο Θεός ο ίδιος, κι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 70
Η παραβολή του απολωλότος προβάτου
Ματθ. 18:12-14 Τι σας φαίνεται; εάν άνθρωπός τις έχη εκατόν πρόβατα και πλανηθή εν εξ αυτών, δεν αφίνει τα ενενήκοντα εννέα και υπάγων επί τα όρη, ζητεί το πλανώμενον; Και εάν συμβή να εύρη αυτό, αληθώς σας λέγω ότι χαίρει δι’ αυτό μάλλον παρά διά τα ενενήκοντα εννέα τα μη πεπλανημένα. Ούτω δεν είναι πρόθεσις έμπροσθεν του Πατρός σας του εν ουρανοίς να απολεσθή εις των μικρών τούτων.
Αυτή η περικοπή είναι μια παραβολή —τι είδους συναίσθημα γεννά στους ανθρώπους; Ο τρόπος έκφρασης που χρησιμοποιεί εδώ —η παραβολή— είναι ένα σχήμα λόγου στη γλώσσα των ανθρώπων και, ως εκ τούτου, είναι κάτι που ανήκει στο φάσμα της ανθρώπινης γνώσης. Αν ο Θεός είχε πει κάτι ανάλογο κατά την Εποχή του Νόμου, οι άνθρωποι θα είχαν νιώσει πως τέτοια λόγια δεν ήταν πραγματικά συμβατά με την ταυτότητα του Θεού, ωστόσο, όταν ο Υιός του ανθρώπου μετέφερε αυτά τα λόγια κατά την Εποχή της Χάριτος, ήταν κάτι το παρήγορο, το ζεστό και το οικείο στους ανθρώπους. Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε, όταν εμφανίστηκε με τη μορφή ενός ανθρώπου, χρησιμοποίησε μια ιδιαίτερα ταιριαστή παραβολή η οποία προήλθε από τη δική Του ανθρώπινη φύση, για να εκφράσει τη φωνή της καρδιάς Του. Η φωνή αυτή αντιπροσώπευε την ίδια τη φωνή του Θεού και το έργο που Αυτός ήθελε να εκτελέσει την εποχή εκείνη. Αντιπροσώπευε επίσης μια στάση που είχε ο Θεός απέναντι στους ανθρώπους κατά την Εποχή της Χάριτος. Βλέποντάς το από την οπτική της στάσης του Θεού προς τους ανθρώπους, Αυτός σύγκρινε τον κάθε άνθρωπο με ένα πρόβατο. Αν ένα πρόβατο χανόταν, τότε Αυτός θα έκανε ό,τι χρειαζόταν για να το βρει. Αυτό αντιπροσώπευε μια αρχή του έργου του Θεού την εποχή εκείνη ανάμεσα στην ανθρωπότητα, όταν ήταν ενσαρκωμένος. Ο Θεός χρησιμοποίησε την παραβολή αυτή για να περιγράψει τη βούληση και τη στάση Του στο έργο εκείνο. Αυτό ήταν το πλεονέκτημα της ενσάρκωσης του Θεού: μπορούσε να εκμεταλλευτεί τη γνώση της ανθρωπότητας και να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα των ανθρώπων για να μιλήσει με τους ανθρώπους και να εκφράσει τις επιθυμίες Του. Εξήγησε ή «μετέφρασε» στον άνθρωπο τη βαρυσήμαντη, θεϊκή Του γλώσσα, την οποία οι άνθρωποι δυσκολεύονταν να καταλάβουν, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων, τον ανθρώπινο τρόπο. Αυτό βοήθησε τους ανθρώπους να κατανοήσουν τις προθέσεις Του και να γνωρίσουν αυτό που Αυτός ήθελε να κάνει. Μπορούσε επίσης να κάνει συζητήσεις με τους ανθρώπους από την ανθρώπινη οπτική, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων, όπως και να επικοινωνεί με τους ανθρώπους με τρόπο που καταλάβαιναν. Μπορούσε ακόμα και να μιλήσει και να εργαστεί χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και τη γνώση των ανθρώπων, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορούσαν να νιώσουν την καλοσύνη και την εγγύτητα του Θεού, έτσι ώστε να μπορούσαν να δουν την καρδιά Του. Τι βλέπετε σε αυτό; Υπάρχει καμία απαγόρευση στον λόγο και τις ενέργειες του Θεού; Όπως το βλέπουν οι άνθρωποι, αποκλείεται ο Θεός να μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη γνώση, τη γλώσσα ή τον τρόπο ομιλίας των ανθρώπων, για να μιλήσει γι’ αυτά που ο Θεός ο ίδιος ήθελε να πει, το έργο που Αυτός ήθελε να εκτελέσει ή για να εκφράσει τις δικές Του προθέσεις. Μα αυτό είναι λανθασμένο σκεπτικό. Ο Θεός χρησιμοποίησε αυτού του είδους την παραβολή, ώστε οι άνθρωποι να νιώσουν την πραγματικότητα και την ειλικρίνεια του Θεού, και να δουν τη στάση Του προς τους ανθρώπους κατά την περίοδο εκείνη. Η παραβολή αυτή αφύπνισε τους ανθρώπους που ζούσαν υπό τον νόμο για μεγάλο διάστημα από κάποιο όνειρο, καθώς και ενέπνευσε γενιές και γενιές ανθρώπων που ζούσαν στην Εποχή της Χάριτος. Διαβάζοντας την περικοπή της παραβολής αυτής, οι άνθρωποι γνωρίζουν την ειλικρίνεια του Θεού σχετικά με τη σωτηρία της ανθρωπότητας και κατανοούν το βάρος και τη σημασία που αποδίδεται στην ανθρωπότητα στην καρδιά του Θεού.
Ας ρίξουμε μια ματιά στο τελευταίο εδάφιο της περικοπής: «Ούτω δεν είναι πρόθεσις έμπροσθεν του Πατρός σας του εν ουρανοίς να απολεσθή εις των μικρών τούτων». Αυτός ήταν ο λόγος του ίδιου του Κυρίου Ιησού ή ο λόγος του Πατέρα στον ουρανό; Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται πως αυτός που μιλά είναι ο Κύριος Ιησούς, ωστόσο, η πρόθεσή Του αντιπροσωπεύει την πρόθεση του Θεού του ίδιου, γι’ αυτό και είπε: «Ούτω δεν είναι πρόθεσις έμπροσθεν του Πατρός σας του εν ουρανοίς να απολεσθή εις των μικρών τούτων». Οι άνθρωποι, την εποχή εκείνη, αναγνώριζαν μόνο τον Πατέρα στον ουρανό σαν Θεό, και πίστευαν πως το άτομο που έβλεπαν μπροστά τους ήταν απλώς απεσταλμένος Του και δεν μπορούσε να εκπροσωπεί τον Πατέρα στον ουρανό. Γι’ αυτό έπρεπε να προσθέσει αυτό το εδάφιο ο Κύριος Ιησούς στο τέλος αυτής της παραβολής, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορέσουν να νιώσουν πραγματικά την πρόθεση του Θεού για την ανθρωπότητα, όπως και να νιώσουν την αυθεντικότητα και την ακρίβεια των όσων Αυτός έλεγε. Παρόλο που αυτό το εδάφιο ήταν κάτι το απλό να πει κανείς, ειπώθηκε με ενδιαφέρον και αγάπη και αποκάλυψε την ταπεινότητα και την απόκρυψη του Κυρίου Ιησού. Ανεξάρτητα από το εάν ο Θεός ενσαρκώθηκε ή εάν εργαζόταν στο πνευματικό βασίλειο, Αυτός γνώριζε την καρδιά του ανθρώπου καλύτερα, κατανοούσε καλύτερα αυτό που χρειάζονταν οι άνθρωποι, γνώριζε για τι ανησυχούσαν και τι τους προκαλούσε σύγχυση, κι γι’ αυτό πρόσθεσε αυτό το εδάφιο. Το εδάφιο αυτό επισήμανε ένα πρόβλημα κρυμμένο στην ανθρωπότητα: Οι άνθρωποι ήταν επιφυλακτικοί προς αυτά που έλεγε ο Υιός του ανθρώπου, επομένως, όταν μιλούσε ο Κύριος Ιησούς έπρεπε να προσθέσει: «Ούτω δεν είναι πρόθεσις έμπροσθεν του Πατρός σας του εν ουρανοίς να απολεσθή εις των μικρών τούτων» και μόνο με την προϋπόθεση αυτή μπορούσε ο λόγος Του να αποφέρει καρπούς, να κάνει τους ανθρώπους να πιστέψουν στην ακρίβειά του και να βελτιωθεί η αξιοπιστία του. Αυτό δείχνει πως, όταν ο Θεός έγινε ένας κανονικός Υιός του ανθρώπου, ο Θεός και η ανθρωπότητα μοιράζονταν μια ιδιαίτερα περίεργη σχέση και πως η κατάσταση του Υιού του ανθρώπου ήταν ιδιαίτερα αμήχανη. Δείχνει επίσης πόσο ασήμαντη ήταν η θέση του Κυρίου Ιησού ανάμεσα στους ανθρώπους κατά την εποχή εκείνη. Όταν το είπε αυτό, στην πραγματικότητα έλεγε στους ανθρώπους: Μείνετε ήσυχοι —αυτά τα λόγια δεν αντιπροσωπεύουν αυτό που βρίσκεται στη δική Μου καρδιά, αλλά είναι η πρόθεση του Θεού που βρίσκεται στις καρδιές σας. Για την ανθρωπότητα, δεν ήταν αυτό κάτι το ειρωνικό; Παρόλο που το γεγονός πως ο Θεός εργαζόταν στη σάρκα παρείχε πολλά οφέλη τα οποία Αυτός δεν είχε στο άτομό Του, έπρεπε να ανέχεται τις αμφιβολίες και την απόρριψή τους, όπως και την απάθεια και την ανία τους. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως η διαδικασία του έργου του Υιού του ανθρώπου ήταν η διαδικασία της βίωσης της απόρριψης από την ανθρωπότητα και της βίωσης του ανταγωνισμού της απέναντί Του. Επιπλέον, ήταν η διαδικασία του να εργάζεται για να κερδίζει συνεχώς την εμπιστοσύνη της ανθρωπότητας και να κατακτά την ανθρωπότητα μέσα από αυτό που Αυτός έχει και είναι, μέσα από την ίδια την ουσία Του. Δεν ήταν τόσο ότι ο Θεός ενσαρκωμένος είχε κηρύξει πόλεμο επί γης κατά του Σατανά· ήταν περισσότερο ότι ο Θεός είχε γίνει ένας κοινός άνθρωπος, είχε ξεκινήσει έναν αγώνα μαζί μ’ αυτούς που Τον ακολουθούσαν και, στον αγώνα αυτό, ο Υιός του ανθρώπου, με την ταπεινότητά Του, με αυτό που Αυτός έχει και είναι, και με την αγάπη και τη σοφία Του, ολοκλήρωσε το έργο Του, απέκτησε τους ανθρώπους που Αυτός ήθελε, κέρδισε την ταυτότητα και τη θέση που Του άξιζαν και «επέστρεψε» στον θρόνο Του.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 71
Να συγχωρείς εβδομήντα φορές το επτά
Ματθ. 18:21-22 Τότε προσελθών προς αυτόν ο Πέτρος, είπε· Κύριε, ποσάκις αν αμαρτήση εις εμέ ο αδελφός μου και θέλω συγχωρήσει αυτόν; έως επτάκις; Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Δεν σοι λέγω έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά.
Η αγάπη του Κυρίου
Ματθ. 22:37-39 Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου. Αύτη είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτής· Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν.
Από τις δύο αυτές περικοπές, η μία μιλά για συγχώρεση και η άλλη για αγάπη. Τα δύο αυτά θέματα τονίζουν πραγματικά το έργο που ο Κύριος Ιησούς ήθελε να φέρει εις πέρας στην Εποχή της Χάριτος.
Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε, έφερε μαζί Του ένα στάδιο του έργου Του, το οποίο ήταν οι συγκεκριμένες αναθέσεις έργου και η διάθεση που ήθελε να εκφράσει κατά την εποχή εκείνη. Κατά την περίοδο εκείνη, όλα όσα έκανε ο Υιός του ανθρώπου περιστρέφονταν γύρω από το έργο που ήθελε να εκτελέσει ο Θεός την εποχή εκείνη. Δεν θα έκανε ούτε περισσότερα, ούτε λιγότερα. Καθετί που Αυτός έκανε και κάθε είδους έργο που εκτελούσε σχετιζόταν με την εποχή αυτή. Είτε το εξέφραζε με τρόπο ανθρώπινο, στη γλώσσα των ανθρώπων είτε μέσω θεϊκής γλώσσας, και ανεξαρτήτως του τρόπου ή της οπτικής με τα οποία το έκανε, ο στόχος Του ήταν να βοηθήσει τους ανθρώπους να κατανοήσουν τι ήθελε να κάνει Αυτός, ποιες ήταν οι προθέσεις Του και ποιες οι απαιτήσεις Του από τους ανθρώπους. Μπορεί να χρησιμοποιήσει διάφορα μέσα και διαφορετικές οπτικές για να βοηθήσει τους ανθρώπους να κατανοήσουν και να γνωρίσουν τις προθέσεις Του, και να κατανοήσουν το έργο Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Έτσι, στην Εποχή της Χάριτος, βλέπουμε τον Κύριο Ιησού να χρησιμοποιεί, ως επί το πλείστον, τη γλώσσα των ανθρώπων για να εκφράσει αυτό που Αυτός ήθελε να επικοινωνήσει με την ανθρωπότητα. Επιπλέον, Τον βλέπουμε από τη σκοπιά ενός κοινού καθοδηγητή να μιλά με τους ανθρώπους, φροντίζοντας τις ανάγκες τους και βοηθώντας τους με αυτά που είχαν ζητήσει. Αυτός ο τρόπος εργασίας δεν υπήρχε στην Εποχή του Νόμου που προηγήθηκε της Εποχής της Χάριτος. Έγινε πιο οικείος και πιο συμπονετικός προς την ανθρωπότητα, όπως και πιο ικανός να επιτυγχάνει πρακτικά αποτελέσματα σε μορφή και τρόπο. Η μεταφορά σχετικά με το να συγχωρείς τους ανθρώπους εβδομήντα φορές το επτά, πράγματι διευκρινίζει αυτό το σημείο. Ο στόχος που επιτυγχάνεται από τον αριθμό στη μεταφορά αυτή είναι πως επιτρέπει στους ανθρώπους να κατανοήσουν την πρόθεση του Κυρίου Ιησού τη στιγμή που το είπε. Ο στόχος Του ήταν πως οι άνθρωποι πρέπει να συγχωρούν τους άλλους, όχι μια και δυο φορές, ούτε καν επτά φορές, αλλά εβδομήντα φορές το επτά. Τι είδους ιδέα περιλαμβάνεται μέσα στην ιδέα του «εβδομήντα φορές το επτά»; Είναι για να οδηγήσει τους ανθρώπους στο να εκλάβουν τη συγχώρεση ως δική τους ευθύνη, ως κάτι που πρέπει να μάθουν και ως μια «οδό» την οποία πρέπει να τηρούν. Αν και ήταν μόνο μια μεταφορά, χρησίμευσε για να επισημάνει ένα κρίσιμο σημείο. Βοήθησε τους ανθρώπους να εκτιμήσουν εις βάθος αυτό που Αυτός εννοούσε και να βρουν τους κατάλληλους τρόπους άσκησης και τις αρχές και τα πρότυπα άσκησης. Η μεταφορά αυτή βοήθησε τους ανθρώπους να καταλάβουν ξεκάθαρα και τους έδωσε μια ακριβή αντίληψη —πως έπρεπε να διδαχθούν τη συγχώρεση και να συγχωρούν αμέτρητες φορές άνευ όρων, με μια στάση μακροθυμίας και κατανόησης προς τους άλλους. Όταν το είπε αυτό ο Κύριος Ιησούς, τι υπήρχε μέσα στην καρδιά Του; Στ’ αλήθεια σκεφτόταν τον αριθμό «εβδομήντα φορές το επτά»; Όχι, δεν τον σκεφτόταν. Υπάρχει αριθμός φορών που ο Θεός συγχωρεί τον άνθρωπο; Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον «αριθμό των φορών» που αναφέρεται εδώ, που θέλουν πραγματικά να κατανοήσουν την προέλευση και τη σημασία του αριθμού αυτού. Θέλουν να κατανοήσουν τον λόγο για τον οποίο ο αριθμός αυτός βγήκε από το στόμα του Κυρίου Ιησού· πιστεύουν πως υπάρχει κάποιος βαθύτερος υπαινιγμός πίσω από τον αριθμό αυτό. Αλλά στην πραγματικότητα, αυτό ήταν απλώς ένα σχήμα του ανθρώπινου λόγου που χρησιμοποίησε ο Θεός. Κάθε υπαινιγμός και σημασία πρέπει να λαμβάνεται μαζί με τις απαιτήσεις που έχει ο Κύριος Ιησούς από την ανθρωπότητα. Όταν ο Θεός δεν είχε ενσαρκωθεί ακόμα, οι άνθρωποι δεν κατανοούσαν πολλά από αυτά που έλεγε, γιατί τα λόγια Του προέρχονταν από την ολοκληρωμένη θεϊκή φύση. Η οπτική και το συγκείμενο αυτών που Αυτός έλεγε ήταν αόρατα και ανέφικτα για την ανθρωπότητα· είχαν εκφραστεί από ένα πνευματικό βασίλειο που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουν. Γιατί οι άνθρωποι που ζούσαν στη σάρκα, δεν μπορούσαν να διέλθουν στο πνευματικό βασίλειο. Ωστόσο, αφότου ο Θεός ενσαρκώθηκε, μίλησε στην ανθρωπότητα από την οπτική της ανθρώπινης φύσης, και εξήλθε και υπερέβη τη σφαίρα του πνευματικού βασιλείου. Μπορούσε να εκφράσει τη θεϊκή Του διάθεση, τις προθέσεις και τη στάση Του, μέσα από πράγματα που οι άνθρωποι μπορούσαν να φανταστούν, πράγματα που έβλεπαν και συναντούσαν στις ζωές τους, χρησιμοποιώντας μεθόδους που οι άνθρωποι μπορούσαν να δεχθούν, σε μια γλώσσα που μπορούσαν να καταλάβουν και με μια γνώση που μπορούσαν να συλλάβουν, έτσι ώστε να επιτρέψει στην ανθρωπότητα να κατανοήσει και να γνωρίσει τον Θεό, να κατανοήσει τις επιθυμίες Του και τα απαιτούμενά Του πρότυπα εντός του πλαισίου των δυνατοτήτων τους και μέχρι τον βαθμό που ήταν ικανοί. Αυτή ήταν η μέθοδος και η αρχή του έργου του Θεού στην ανθρώπινη φύση. Αν και οι τρόποι και οι αρχές εργασίας του Θεού στη σάρκα επιτυγχάνονταν κυρίως με τη βοήθεια ή μέσω της ανθρώπινης φύσης, επέτυχε πράγματι αποτελέσματα που δεν θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί με εργασία απευθείας στη θεϊκή φύση. Το έργο του Θεού στην ανθρώπινη φύση ήταν πιο απτό, αυθεντικό και στοχευμένο, οι μέθοδοι ήταν πολύ πιο ελαστικές, ενώ σε μορφή υπερέβαινε το έργο που επιτελέστηκε κατά την Εποχή του Νόμου.
Στη συνέχεια, ας μιλήσουμε για την αγάπη προς τον Κύριο και την αγάπη του πλησίον ως σεαυτόν. Αυτό είναι κάτι που εκφράζεται απευθείας στη θεϊκή φύση; Όχι, προφανώς και όχι! Όλα αυτά ήταν πράγματα για τα οποία μίλησε ο Υιός του ανθρώπου στην ανθρώπινη φύση· μόνο τα ανθρώπινα όντα θα έλεγαν κάτι του τύπου «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν» και «Αγάπα τους άλλους όπως εκτιμάς την ίδια σου τη ζωή». Αυτός ο τρόπος ομιλίας είναι αποκλειστικά ανθρώπινος. Ο Θεός δεν έχει μιλήσει ποτέ κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αν μη τι άλλο, ο Θεός δεν έχει τέτοιου είδους γλώσσα στη θεϊκή Του φύση, επειδή δεν έχει ανάγκη από τέτοιου είδους αρχή, όπως το «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», προκειμένου να ρυθμίσει την αγάπη Του για την ανθρωπότητα, επειδή η αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα είναι μια φυσική αποκάλυψη αυτού που Αυτός έχει και είναι. Πότε έχετε ακούσει τον Θεό να λέει κάτι του τύπου: «Αγαπώ την ανθρωπότητα όπως αγαπώ τον εαυτό Μου»; Δεν Τον έχετε ακούσει, επειδή η αγάπη βρίσκεται στην ουσία του Θεού και σε αυτό που Αυτός έχει και είναι. Η αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα και η στάση Του, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίζεται τους ανθρώπους αποτελούν φυσική έκφραση και αποκάλυψη της διάθεσής Του. Δεν χρειάζεται να το κάνει αυτό σκόπιμα με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο ή να ακολουθεί σκόπιμα μια συγκεκριμένη μέθοδο ή έναν κώδικα ηθικής για να επιτύχει να αγαπά τον πλησίον Του όπως τον εαυτό Του —ήδη κατέχει αυτού του είδους την ουσία. Τι βλέπεις σε αυτό; Όταν ο Θεός εργαζόταν στην ανθρώπινη φύση, πολλές μέθοδοι, πολύς λόγος και πολλές αλήθειες Του εκφράζονταν με ανθρώπινο τρόπο. Ωστόσο, την ίδια ώρα, η διάθεση του Θεού, αυτό που Αυτός έχει και είναι και οι προθέσεις Του εκφράζονταν για να τα γνωρίσουν και να τα κατανοήσουν οι άνθρωποι. Αυτό που κατάφεραν να γνωρίσουν και να κατανοήσουν ήταν ακριβώς η ουσία Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι, που αντιπροσωπεύουν την έμφυτη ταυτότητα και τη θέση του Θεού του ίδιου. Με άλλα λόγια, ο Υιός του ανθρώπου στη σάρκα εξέφρασε την έμφυτη διάθεση και την ουσία του Θεού του ίδιου στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό και όσο το δυνατόν ακριβέστερα. Η ανθρώπινη φύση του Υιού του ανθρώπου, όχι μόνο δεν ήταν κάποιο εμπόδιο ή κάποιος φραγμός στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τον Θεό στον ουρανό, αλλά στην πραγματικότητα ήταν το μόνο κανάλι και η μόνη γέφυρα που είχε η ανθρωπότητα για να συνδεθεί με τον Κύριο της κτίσης. Τώρα, στο σημείο αυτό, δεν πιστεύετε πως υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ της φύσης και των μεθόδων του έργου που εκτέλεσε ο Κύριος Ιησούς κατά την Εποχή της Χάριτος και του τρέχοντος σταδίου του έργου; Το τρέχον στάδιο του έργου χρησιμοποιεί επίσης πολλή από τη γλώσσα των ανθρώπων για να εκφράσει τη διάθεση του Θεού, όπως και πολλή από τη γλώσσα και πολλές από τις μεθόδους της καθημερινότητας της ανθρωπότητας και της ανθρώπινης γνώσης για να εκφράσει τις προθέσεις του ίδιου του Θεού. Όταν ο Θεός ενσαρκώνεται, είτε μιλάει από ανθρώπινη είτε από θεϊκή οπτική, πολλή από τη γλώσσα και πολλές από τις μεθόδους έκφρασής Του περνούν από το μέσο της γλώσσας και των μεθόδων των ανθρώπων. Δηλαδή, όταν ο Θεός ενσαρκώνεται, αυτή είναι η καλύτερη ευκαιρία που έχεις για να δεις την παντοδυναμία και τη σοφία του Θεού, και να γνωρίσεις την κάθε πρακτική πτυχή του Θεού. Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε, ενώ μεγάλωνε, κατάφερε να κατανοήσει, να μάθει και να συλλάβει μερική από τη γνώση, την κοινή λογική, τη γλώσσα και τις μεθόδους έκφρασης της ανθρωπότητας στην ανθρώπινη φύση. Και όταν ο ενσαρκωμένος Θεός κατείχε τα πράγματα αυτά που προήλθαν από τους ανθρώπους τους οποίους Αυτός είχε δημιουργήσει, έγιναν τα εργαλεία του Θεού στη σάρκα για να εκφράζει τη διάθεση και τη θεϊκή Του φύση, και Του επέτρεψαν να κάνει το έργο Του πιο συναφές, πιο αυθεντικό και πιο ακριβές όταν εργαζόταν μέσα από την ανθρωπότητα, από ανθρώπινη οπτική, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων. Αυτό έκανε το έργο Του πιο προσιτό και πιο εύκολα κατανοητό στους ανθρώπους, επιτυγχάνοντας, έτσι, τα αποτελέσματα που ήθελε ο Θεός. Δεν είναι πιο πρακτικό για τον Θεό να εργάζεται στη σάρκα μ’ αυτόν τον τρόπο; Δεν είναι αυτή η σοφία του Θεού; Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε, όταν η σάρκα του Θεού ήταν ικανή να αναλάβει το έργο που Αυτός ήθελε να επιτελέσει, τότε ήταν που Αυτός θα εξέφραζε πρακτικά τη διάθεση και το έργο Του και τότε ήταν, επίσης, η στιγμή κατά την οποία Αυτός μπορούσε να ξεκινήσει επίσημα τη διακονία Του ως ο Υιός του ανθρώπου. Αυτό σήμαινε πως δεν υπήρχε πια «χάσμα γενεών» ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, πως ο Θεός σύντομα θα έπαυε το έργο της επικοινωνίας μέσω αγγέλων και πως ο Θεός ο ίδιος μπορούσε να εκφράσει προσωπικά όλο τον λόγο και το έργο που Αυτός ήθελε στη σάρκα. Σήμαινε επίσης πως οι άνθρωποι που σώζει ο Θεός ήταν πιο κοντά σ’ Αυτόν, πως το έργο της διαχείρισής Του είχε εισέλθει σε νέα εδάφη και πως ολόκληρη η ανθρωπότητα επρόκειτο να βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα εποχή.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 72
Όλοι όσοι έχουν διαβάσει τη Βίβλο γνωρίζουν πως πολλά γεγονότα συνέβησαν όταν γεννήθηκε ο Κύριος Ιησούς. Το σημαντικότερο από αυτά τα γεγονότα ήταν η καταδίωξή Του από τον βασιλιά των διαβόλων, ένα τόσο ακραίο γεγονός που όλα τα παιδιά της πόλης που ήταν από δύο χρονών και κάτω σφαγιάστηκαν. Είναι εμφανές πως ο Θεός πήρε μεγάλο ρίσκο με την ενσάρκωσή Του ανάμεσα στους ανθρώπους· είναι επίσης εμφανές το μεγάλο τίμημα που πλήρωσε για την ολοκλήρωση της διαχείρισής Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Οι μεγάλες ελπίδες που είχε ο Θεός για το έργο Του στη σάρκα ανάμεσα στην ανθρωπότητα είναι επίσης εμφανείς. Όταν η σάρκα του Θεού ήταν ικανή να αναλάβει το έργο ανάμεσα στην ανθρωπότητα, πώς αισθανόταν Αυτός; Οι άνθρωποι θα έπρεπε να μπορούν να το καταλάβουν αυτό σε κάποιον βαθμό, έτσι δεν είναι; Αν μη τι άλλο, ο Θεός ήταν ευτυχισμένος, επειδή μπορούσε να ξεκινήσει να επιτελεί το νέο Του έργο ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Όταν βαπτίστηκε ο Κύριος Ιησούς και ξεκίνησε επίσημα το έργο Του για να εκπληρώσει τη διακονία Του, η καρδιά του Θεού ήταν πλημμυρισμένη από χαρά, επειδή, μετά από τόσα χρόνια αναμονής και προετοιμασίας, μπορούσε επιτέλους να ενδυθεί τη σάρκα ενός κανονικού ανθρώπου και να ξεκινήσει το νέο Του έργο με τη μορφή ενός ανθρώπου από σάρκα και αίμα, τον οποίο οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν και να αγγίξουν. Μπορούσε επιτέλους να μιλήσει πρόσωπο με πρόσωπο και καρδιά με καρδιά με τους ανθρώπους, μέσω της ταυτότητας ενός ανθρώπου. Ο Θεός μπορούσε επιτέλους να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την ανθρωπότητα, μέσω των ανθρώπινων τρόπων και της ανθρώπινης γλώσσας· μπορούσε να φροντίζει την ανθρωπότητα, να τους διαφωτίζει και να τους βοηθά, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων· μπορούσε να τρώει στο ίδιο τραπέζι και να ζει στον ίδιο χώρο μ’ αυτούς. Μπορούσε επίσης να δει τα ανθρώπινα όντα, να δει τα πράγματα και να δει τα πάντα, με τον τρόπο που τα έβλεπαν οι άνθρωποι, ακόμα και μέσα από τα ίδια τους τα μάτια. Για τον Θεό, αυτή ήταν ήδη η πρώτη Του νίκη του έργου Του στη σάρκα. Μπορεί επίσης να ειπωθεί πως ήταν το κατόρθωμα ενός σπουδαίου έργου και αυτό ήταν, βέβαια, αυτό για το οποίο χαιρόταν περισσότερο ο Θεός. Αρχής γενομένης από τότε, ο Θεός αισθάνθηκε, για πρώτη φορά, μια κάποια παρηγοριά από το έργο Του ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Όλα τα γεγονότα που πραγματοποιηθήκαν ήταν τόσο πρακτικά και τόσο φυσικά, ενώ η παρηγοριά που αισθανόταν ο Θεός ήταν τόσο αληθινή. Για την ανθρωπότητα, κάθε φορά που περατώνεται ένα νέο στάδιο του έργου του Θεού και κάθε φορά που ο Θεός νιώθει ικανοποιημένος, τότε είναι που μπορεί η ανθρωπότητα να έρθει πιο κοντά στον Θεό και στη σωτηρία. Για τον Θεό, αυτό είναι επίσης το ξεκίνημα του νέου Του έργου, προχωρώντας στο σχέδιο διαχείρισής Του, και, επιπλέον, αυτές είναι οι στιγμές που οι προθέσεις Του πλησιάζουν στην πλήρη εκπλήρωση. Για την ανθρωπότητα, το ότι παρουσιάστηκε μια τέτοια ευκαιρία είναι μεγάλη τύχη και πολύ θετικό· για όλους όσοι προσμένουν τη σωτηρία του Θεού, τα νέα είναι σπουδαία και χαρμόσυνα. Όταν ο Θεός εκτελεί ένα νέο στάδιο έργου, αποκτά τότε μια νέα αρχή, κι όταν το νέο αυτό έργο και η νέα αυτή αρχή ξεκινούν και όταν παρουσιάζονται στην ανθρωπότητα, τότε το αποτέλεσμα αυτού του σταδίου του έργου έχει ήδη αποφασιστεί και περατωθεί, και ο Θεός έχει ήδη δει το τελικό αποτέλεσμα και τους καρπούς του. Τότε είναι επίσης που τα αποτελέσματα αυτά κάνουν τον Θεό να νιώθει ικανοποιημένος και, φυσικά, τότε είναι που η καρδιά Του νιώθει ευτυχία. Ο Θεός αισθάνεται καθησυχασμένος επειδή, στα μάτια Του, έχει ήδη δει και καθορίσει τους ανθρώπους που Αυτός αναζητά και έχει ήδη κερδίσει αυτήν την ομάδα ανθρώπων, μια ομάδα ικανή να κάνει το έργο Του επιτυχημένο και να Του φέρει ικανοποίηση. Συνεπώς, αφήνει κατά μέρος τις ανησυχίες Του και νιώθει ευτυχισμένος. Με άλλα λόγια, όταν η σάρκα του Θεού είναι έτοιμη να ξεκινήσει νέο έργο ανάμεσα στους ανθρώπους, όταν Αυτός ξεκινά, δίχως παρεμπόδιση, να κάνει το έργο που πρέπει να κάνει και όταν νιώθει πως όλα έχουν επιτευχθεί, τότε, για Εκείνον, το τέλος φαίνεται ήδη. Λόγω αυτού, είναι ικανοποιημένος και η καρδιά Του είναι ευτυχισμένη. Πώς εκφράζεται η ευτυχία του Θεού; Μπορείτε να φανταστείτε ποια μπορεί να είναι η απάντηση; Ενδεχομένως να κλάψει ο Θεός; Μπορεί να κλάψει ο Θεός; Μπορεί να χειροκροτήσει; Μπορεί να χορέψει; Μπορεί να τραγουδήσει; Αν ναι, τι θα τραγουδούσε; Φυσικά, ο Θεός θα μπορούσε να τραγουδήσει ένα όμορφο, συγκινητικό τραγούδι, ένα τραγούδι που θα εξέφραζε τη χαρά και την ευτυχία στην καρδιά Του. Θα το τραγουδούσε για την ανθρωπότητα, για τον εαυτό Του και για τα όλα τα πράγματα. Η ευτυχία του Θεού μπορεί να εκφραστεί με οποιονδήποτε τρόπο —όλα αυτά είναι φυσιολογικά, γιατί ο Θεός έχει χαρές και λύπες, ενώ τα διάφορα συναισθήματά Του μπορούν να εκφραστούν με διάφορους τρόπους. Αυτό είναι το δικαίωμά Του και τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο φυσιολογικό και ενδεδειγμένο. Οι άνθρωποι δεν θα πρέπει να σκέφτονται τίποτε άλλο γι’ αυτό. Δεν θα πρέπει να προσπαθείτε να χρησιμοποιήσετε το «ξόρκι της περίσφιξης του κρίκου»[α] στον Θεό, λέγοντάς Του πως δεν πρέπει να κάνει αυτό ή το άλλο, πως δεν πρέπει να ενεργεί κατ’ αυτόν ή τον άλλο τρόπο και, έτσι, να περιορίζετε την ευτυχία Του ή όποιο άλλο συναίσθημα μπορεί Εκείνος να έχει. Στις καρδιές των ανθρώπων, ο Θεός δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, δεν μπορεί να δακρύσει, δεν μπορεί να κλάψει —δεν μπορεί να εκφράσει κανένα συναίσθημα. Μέσα από αυτά που έχουμε επικοινωνήσει κατά τις δυο αυτές συναναστροφές, πιστεύω πως δεν θα βλέπετε πια τον Θεό κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά θα Του επιτρέψετε να έχει μια κάποια ελευθερία και απελευθέρωση. Αυτό είναι κάτι πολύ καλό. Στο μέλλον, αν είστε ικανοί να νιώθετε πραγματικά τη θλίψη του Θεού όταν ακούτε πως είναι θλιμμένος και αν είστε ικανοί να νιώθετε πραγματικά την ευτυχία Του όταν ακούτε πως είναι ευτυχισμένος, τότε θα είστε τουλάχιστον σε θέση να κατανοείτε ξεκάθαρα τι κάνει τον Θεό ευτυχισμένο και τι Τον κάνει θλιμμένο. Όταν είσαι ικανός να νιώθεις θλίψη επειδή ο Θεός είναι θλιμμένος και να νιώθεις ευτυχία επειδή είναι ευτυχισμένος, τότε Αυτός θα έχει κερδίσει πλήρως την καρδιά σου και δεν θα υπάρχει πια κάποιος φραγμός ανάμεσα σ’ εσένα και Αυτόν. Δεν θα προσπαθείς πια να περιορίσεις τον Θεό με ανθρώπινες φαντασιώσεις, αντιλήψεις και γνώση. Εκείνη τη στιγμή, ο Θεός θα είναι ζωντανός και έντονος στην καρδιά σου. Θα είναι ο Θεός της ζωής σου και ο Κύριος των πάντων σχετικά μ’ εσένα. Έχετε αυτήν τη φιλοδοξία; Είστε πεπεισμένοι πως μπορείτε να το επιτύχετε αυτό;
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Υποσημειώσεις:
α. Το «ξόρκι της περίσφιξης του κρίκου» είναι ένα ξόρκι το οποίο χρησιμοποίησε ο μοναχός Τανγκ Σανζάνγκ στο κινέζικο μυθιστόρημα «Ταξίδι στη Δύση». Χρησιμοποιεί αυτό το ξόρκι για να ελέγξει τον Σουν Γουκόνγκ, σφίγγοντας έναν μεταλλικό κρίκο γύρω από το κεφάλι του δεύτερου, προκαλώντας του αφόρητους πονοκεφάλους και θέτοντάς τον, με αυτόν τον τρόπο, υπό τον έλεγχό του. Έχει καταστεί μια μεταφορά που περιγράφει κάτι που δεσμεύει τον άνθρωπο.
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 73
Οι παραβολές του Κυρίου Ιησού
Η παραβολή του σπορέα (Ματθ. 13:1-9)
Η παραβολή των ζιζανίων (Ματθ. 13:24-30)
Η παραβολή του κόκκου του σιναπιού (Ματθ. 13:31-32)
Η παραβολή για το προζύμι (Ματθ. 13:33)
Η παραβολή των ζιζανίων επεξηγημένη (Ματθ. 13:36-43)
Η παραβολή του θησαυρού (Ματθ. 13:44)
Η παραβολή του μαργαριταριού (Ματθ. 13:45-46)
Η παραβολή του διχτυού (Ματθ. 13:47-50)
Η πρώτη είναι η παραβολή του σπορέα. Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα παραβολή· η σπορά είναι κάτι το συνηθισμένο στις ζωές των ανθρώπων. Η δεύτερη είναι η παραβολή των ζιζανίων. Κάθε άνθρωπος που έχει ασχοληθεί με καλλιέργειες και σίγουρα κάθε ενήλικας θα γνωρίζει τι είναι τα «ζιζάνια». Η τρίτη είναι η παραβολή του κόκκου του σιναπιού. Όλοι σας γνωρίζετε τι είναι το σινάπι, έτσι δεν είναι; Αν δεν γνωρίζετε, μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στη Βίβλο. Η τέταρτη παραβολή είναι η παραβολή για το προζύμι. Τώρα, οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν πως το προζύμι χρησιμοποιείται στη ζύμωση και ότι είναι κάτι που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους. Οι υπόλοιπες παραβολές, συμπεριλαμβανομένων της έκτης —της παραβολής του θησαυρού· της έβδομης —της παραβολής του μαργαριταριού· και της όγδοης —της παραβολής του διχτυού, όλες αντλήθηκαν και προήλθαν από τις αληθινές ζωές των ανθρώπων. Τι είδους εικόνα σχηματίζουν οι παραβολές αυτές; Την εικόνα του Θεού να γίνεται κανονικό άτομο και να ζει μαζί με την ανθρωπότητα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της ζωής, τη γλώσσα των ανθρώπων, για να επικοινωνεί με τους ανθρώπους και να τους παρέχει αυτά που χρειάζονται. Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε και έζησε ανάμεσα στην ανθρωπότητα για μεγάλο διάστημα, αφού βίωσε και είδε τους διάφορους τρόπους ζωής των ανθρώπων, οι εμπειρίες αυτές έγιναν το διδακτικό Του υλικό μέσω του οποίου μετέτρεψε τη θεϊκή Του γλώσσα στη γλώσσα των ανθρώπων. Φυσικά, τα πράγματα αυτά που είδε και άκουσε στη ζωή εμπλούτισαν επίσης την ανθρώπινη εμπειρία του Υιού του ανθρώπου. Όταν ήθελε οι άνθρωποι να κατανοήσουν κάποιες αλήθειες, να κατανοήσουν κάποιες από τις προθέσεις του Θεού, τότε μπορούσε να χρησιμοποιήσει παραβολές παρόμοιες με τις παραπάνω για να μιλήσει στους ανθρώπους για τις προθέσεις του Θεού και τις απαιτήσεις Του από την ανθρωπότητα. Οι παραβολές αυτές σχετίζονταν όλες με τις ζωές των ανθρώπων· καμιά τους δεν ήταν άσχετη με τις ανθρώπινες ζωές. Όταν ο Κύριος Ιησούς έζησε με την ανθρωπότητα, είδε αγρότες να φροντίζουν τα χωράφια τους και ήξερε τι ήταν τα ζιζάνια και το προζύμι· καταλάβαινε πως οι άνθρωποι αγαπούν τους θησαυρούς, έτσι χρησιμοποίησε τις μεταφορές του θησαυρού και του μαργαριταριού. Στη ζωή, συχνά έβλεπε ψαράδες να ρίχνουν τα δίχτυα τους· ο Κύριος Ιησούς είδε αυτή και άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με την ανθρώπινη ζωή, όπως και βίωσε αυτού του είδους τη ζωή. Ακριβώς όπως κάθε άλλο κανονικό ανθρώπινο ον, βίωσε την ανθρώπινη καθημερινότητα και την κατανάλωση τριών γευμάτων τη μέρα. Βίωσε προσωπικά τη ζωή ενός μέσου ανθρώπου και παρατήρησε τις ζωές των άλλων. Όταν παρατήρησε και βίωσε προσωπικά όλα αυτά, αυτό που σκέφτηκε δεν ήταν το πώς θα έχει μια καλή ζωή ή πώς θα μπορούσε να ζήσει πιο ελεύθερα και πιο άνετα. Αντιθέτως, κατά τις εμπειρίες του στην αυθεντική ανθρώπινη ζωή, ο Κύριος Ιησούς είδε τη δυστυχία στις ζωές των ανθρώπων. Είδε τη δυστυχία, την εξαθλίωση και τη θλίψη των ανθρώπων που ζούσαν υπό την εξουσία του Σατανά και που ζούσαν μια αμαρτωλή ζωή υπό τη διαφθορά του Σατανά. Ενώ βίωνε προσωπικά την ανθρώπινη ζωή, βίωσε επίσης πόσο ανήμποροι ήταν οι άνθρωποι που ζούσαν εν μέσω της διαφθοράς, όπως και είδε και βίωσε τις άθλιες καταστάσεις των ανθρώπων που ζούσαν στην αμαρτία, οι οποίοι έχασαν πάσα κατεύθυνση εν μέσω των βασανιστηρίων στα οποία υποβλήθηκαν από τον Σατανά και από την αμαρτία. Όταν τα είδε αυτά ο Κύριος Ιησούς, τα είδε με τη θεϊκή ή με την ανθρώπινη φύση Του; Η ανθρώπινη φύση Του υπήρχε πραγματικά και ήταν ολοζώντανη· Αυτός μπορούσε να τα βιώνει και να τα βλέπει όλα αυτά. Αλλά, φυσικά, έβλεπε αυτά τα πράγματα στην ουσία Του, η οποία είναι η θεϊκή Του φύση. Δηλαδή, αυτά τα είδε ο Χριστός ο ίδιος, ο Κύριος Ιησούς ο οποίος ήταν άνθρωπος, και όλα όσα είδε Τον έκαναν να νιώσει τη σημασία και την αναγκαιότητα του έργου που είχε αναλάβει κατά τη διάρκεια αυτής της φοράς που ζούσε στη σάρκα. Παρόλο που ο ίδιος γνώριζε πόσο τεράστια ήταν η ευθύνη που έπρεπε να επωμιστεί στη σάρκα, όπως και γνώριζε πόσο τρομερός θα ήταν ο πόνος τον οποίο θα αντιμετώπιζε, όταν έβλεπε την ανθρωπότητα αβοήθητη μέσα στην αμαρτία, όταν έβλεπε την εξαθλίωση των ζωών τους και τους αδύναμους αγώνες τους υπό τον νόμο, αισθανόταν όλο και πιο θλιμμένος και αγωνιούσε όλο και περισσότερο να σώσει την ανθρωπότητα από την αμαρτία. Ανεξαρτήτου του είδους των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε ή του πόνου που θα υφίστατο, Αυτός γινόταν όλο και πιο αποφασισμένος να λυτρώσει την ανθρωπότητα, η οποία ζούσε στην αμαρτία. Κατά τη διαδικασία αυτή, μπορείς να πεις πως ο Κύριος Ιησούς ξεκίνησε να κατανοεί όλο και πιο ξεκάθαρα το έργο που έπρεπε να εκτελέσει κι αυτό που Του είχε ανατεθεί. Γινόταν επίσης όλο και πιο ανυπόμονος να ολοκληρώσει το έργο που Αυτός έπρεπε να αναλάβει —να επωμιστεί όλες τις αμαρτίες της ανθρωπότητας, να εξιλεωθεί για την ανθρωπότητα, ώστε αυτή να μη ζει πια στην αμαρτία και, παράλληλα, ώστε ο Θεός να μη θυμόταν τις αμαρτίες των ανθρώπων χάρη στην προσφορά περί αμαρτίας, επιτρέποντάς Του να συνεχίσει να προχωρά με το έργο Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Μπορεί να ειπωθεί πως, στην καρδιά Του, ο Κύριος Ιησούς ήταν πρόθυμος να προσφέρει τον εαυτό Του για την ανθρωπότητα, να θυσιάσει τον εαυτό Του. Ήταν επίσης πρόθυμος να ενεργήσει ως προσφορά περί αμαρτίας και να καρφωθεί στον σταυρό, και ήταν πράγματι ανυπόμονος να ολοκληρώσει το έργο αυτό. Όταν είδε τις άθλιες συνθήκες της ανθρώπινης ζωής, ήθελε ακόμη περισσότερο να εκπληρώσει την αποστολή Του όσο το δυνατόν γρηγορότερα, δίχως την καθυστέρηση ενός λεπτού ή ούτε καν ενός δευτερολέπτου. Αισθανόμενος τέτοια επείγουσα ανάγκη, δεν αναλώθηκε σε καμιά σκέψη για το πόσο μεγάλος θα ήταν ο δικός Του ο πόνος ούτε έτρεφε περαιτέρω ανησυχίες για το πόση ταπείνωση θα έπρεπε να υποστεί. Είχε μονάχα μια πεποίθηση στην καρδιά Του: Εφόσον πρόσφερε τον εαυτό Του και εφόσον καρφωνόταν στον σταυρό σαν προσφορά περί αμαρτίας, τότε το θέλημα του Θεού θα επιτελούταν και ο Θεός θα μπορούσε να ξεκινήσει νέο έργο. Η ζωή της ανθρωπότητας και η κατάσταση της ύπαρξής της στην αμαρτία θα μεταμορφώνονταν ολοκληρωτικά. Η πεποίθησή Του κι αυτό που ήταν αποφασισμένος να κάνει σχετίζονταν με τη σωτηρία του ανθρώπου κι Αυτός είχε μονάχα έναν στόχο, ο οποίος ήταν να ακολουθήσει το θέλημα του Θεού, ώστε να μπορέσει ο Θεός να ξεκινήσει επιτυχώς το επόμενο στάδιο του έργου Του. Αυτά σκεφτόταν ο Κύριος Ιησούς την περίοδο εκείνη.
Ζώντας στη σάρκα, ο ενσαρκωμένος Θεός κατείχε κανονική ανθρώπινη φύση· είχε τα αισθήματα και τον ορθολογισμό ενός κανονικού ανθρώπου. Γνώριζε τι ήταν η ευτυχία και τι ήταν ο πόνος, και όταν είδε την ανθρωπότητα να ζει μια τέτοιου είδους ζωή, ένιωσε βαθιά μέσα Του πως το να δώσει απλώς στους ανθρώπους μερικές διδαχές, παρέχοντάς τους κάτι ή διδάσκοντάς τους κάτι, δεν θα ήταν αρκετό για να τους απομακρύνει από την αμαρτία. Ούτε κάνοντάς τους να υπακούν απλώς στις εντολές δεν θα τους λύτρωνε από την αμαρτία· μόνο όταν Αυτός επωμίστηκε την αμαρτία της ανθρωπότητας και έγινε το ομοίωμα της αμαρτωλής σάρκας, μπορούσε να κερδίσει την ελευθερία της ανθρωπότητας και τη συγχώρεση της ανθρωπότητας από τον Θεό ως αντάλλαγμα. Έτσι, αφού ο Κύριος Ιησούς είχε βιώσει και δει τις ζωές των ανθρώπων στην αμαρτία, μια έντονη επιθυμία εκδηλώθηκε στην καρδιά Του —να επιτρέψει στους ανθρώπους να απελευθερωθούν από τις ζωές κατά τις οποίες αγωνίζονταν στην αμαρτία. Η επιθυμία αυτή, Τον έκανε να νιώθει όλο και περισσότερο πως έπρεπε να πάει στον σταυρό και να επωμιστεί τις αμαρτίες της ανθρωπότητας όσο το δυνατόν συντομότερα και γρηγορότερα. Αυτές ήταν οι σκέψεις του Κυρίου Ιησού την περίοδο εκείνη, αφού είχε ζήσει με τους ανθρώπους και είχε δει, ακούσει και νιώσει την αθλιότητα των ζωών τους στην αμαρτία. Το ότι ο ενσαρκωμένος Θεός μπορούσε να έχει τέτοιου είδους πρόθεση για την ανθρωπότητα, ότι μπορούσε να εκφράζει και να αποκαλύπτει αυτού του είδους τη διάθεση —είναι αυτό κάτι που θα μπορούσε να έχει ένας μέσος άνθρωπος; Τι θα έβλεπε ένας μέσος άνθρωπος, ζώντας σε ένα τέτοιου είδους περιβάλλον; Τι θα σκεφτόταν; Αν τ’ αντιμετώπιζε όλα αυτά ένας μέσος άνθρωπος, θα έβλεπε τα προβλήματα από κάποια εξυψωμένη οπτική; Σίγουρα όχι! Παρόλο που η εξωτερική εμφάνιση του ενσαρκωμένου Θεού είναι ακριβώς ίδια μ’ αυτή του ανθρώπου, και παρόλο που Αυτός μαθαίνει ανθρώπινη γνώση και μιλά τη γλώσσα των ανθρώπων, ενώ, μερικές φορές, εκφράζει ακόμα και τις ιδέες Του μέσω των μεθόδων ή των τρόπων ομιλίας της ανθρωπότητας, παρ’ όλα αυτά, ο τρόπος με τον οποίο Αυτός βλέπει τους ανθρώπους και βλέπει την ουσία των πραγμάτων δεν είναι σε καμία περίπτωση ο ίδιος με τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν οι διεφθαρμένοι άνθρωποι την ανθρωπότητα και την ουσία των πραγμάτων. Η οπτική Του και το ύψωμα στο οποίο Αυτός στέκεται είναι κάτι το απλησίαστο για έναν διεφθαρμένο άνθρωπο. Αυτό συμβαίνει γιατί ο Θεός είναι η αλήθεια, γιατί η σάρκα που φορά κατέχει επίσης την ουσία του Θεού, και οι σκέψεις και αυτό που εκφράζεται από την ανθρώπινη φύση Του είναι επίσης η αλήθεια. Για τους διεφθαρμένους ανθρώπους, αυτά που Αυτός εκφράζει στη σάρκα είναι παροχές της αλήθειας και της ζωής. Οι παροχές αυτές δεν είναι μόνο για έναν άνθρωπο, αλλά για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Στην καρδιά κάθε διεφθαρμένου ανθρώπου, υπάρχουν μόνο οι λίγοι εκείνοι άνθρωποι που σχετίζονται μ’ αυτόν. Νοιάζεται και ενδιαφέρεται μόνο για αυτή τη χούφτα ανθρώπων. Όταν η καταστροφή είναι εν όψει, σκέφτεται πρώτα τα παιδιά του, τον ή τη σύζυγό του και τους γονείς του. Το πολύ, ένας πιο συμπονετικός άνθρωπος θα αναλωνόταν σε κάποια σκέψη για κάποιον συγγενή ή καλό φίλο, αλλά επεκτείνονται οι σκέψεις ακόμη και ενός τόσο συμπονετικού ατόμου πέρα από αυτό; Όχι, ποτέ! Επειδή οι άνθρωποι, εν τέλει, είναι άνθρωποι και μπορούν να βλέπουν τα πάντα μονάχα από το ύψωμα και την οπτική ενός ανθρώπινου όντος. Ωστόσο, ο ενσαρκωμένος Θεός είναι τελείως διαφορετικός από έναν διεφθαρμένο άνθρωπο. Όσο συνηθισμένη, κανονική και ασήμαντη κι αν είναι η σάρκα του ενσαρκωμένου Θεού ή ακόμα και με όση περιφρόνηση κι αν Τον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι, οι σκέψεις και η στάση Του προς την ανθρωπότητα είναι πράγματα που δεν μπορεί να κατέχει κανένας άνθρωπος, που δεν μπορεί να μιμηθεί κανένας άνθρωπος. Πάντα θα παρατηρεί την ανθρωπότητα από την οπτική της θεϊκής φύσης, από το ύψωμα της θέσης Του ως Δημιουργός. Πάντα θα βλέπει την ανθρωπότητα μέσα από την ουσία και τη νοοτροπία του Θεού. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δει την ανθρωπότητα από το ύψωμα ενός μέσου ανθρώπου ή από την οπτική ενός διεφθαρμένου ατόμου. Όταν οι άνθρωποι βλέπουν την ανθρωπότητα, τη βλέπουν με την ανθρώπινη όραση και χρησιμοποιούν ως μέτρο τους πράγματα όπως την ανθρώπινη γνώση και τους ανθρώπινους κανόνες και θεωρίες. Αυτό είναι εντός του πλαισίου των όσων μπορούν να δουν οι άνθρωποι με τα μάτια τους και είναι εντός του πλαισίου που μπορεί να επιτευχθεί από διεφθαρμένους ανθρώπους. Όταν ο Θεός βλέπει την ανθρωπότητα, τη βλέπει με θεϊκή όραση και χρησιμοποιεί σαν μέτρο την ουσία Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι. Το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει πράγματα που δεν μπορούν να δουν οι άνθρωποι και εδώ είναι που διαφέρουν εξ ολοκλήρου ο Θεός ενσαρκωμένος και οι διεφθαρμένοι άνθρωποι. Η διαφορά αυτή καθορίζεται από τις διαφορετικές ουσίες των ανθρώπων και του Θεού —οι διαφορετικές αυτές ουσίες είναι που ορίζουν τις ταυτότητες και τις θέσεις τους, όπως και την οπτική και το ύψωμα από τα οποία βλέπουν τα πράγματα. Βλέπετε την έκφραση και την αποκάλυψη του ίδιου του Θεού στον Κύριο Ιησού; Μπορείτε να πείτε πως αυτά που έκανε και είπε ο Κύριος Ιησούς, σχετίζονταν με τη διακονία Του και με το έργο της διαχείρισης του Θεού και πως όλα ήταν η έκφραση και η αποκάλυψη της ουσίας του Θεού. Παρόλο που είχε ανθρώπινη εκδήλωση, η θεϊκή Του ουσία και η αποκάλυψη της θεϊκής Του φύσης είναι αδιαμφισβήτητες. Αυτή η ανθρώπινη εκδήλωση, ήταν πραγματικά μια εκδήλωση της ανθρώπινης φύσης; Η ανθρώπινη εκδήλωσή Του, λόγω της ουσίας της, ήταν τελείως διαφορετική από την ανθρώπινη εκδήλωση των διεφθαρμένων ανθρώπων. Ο Κύριος Ιησούς ήταν ο ενσαρκωμένος Θεός. Αν ήταν πραγματικά ένας από τους κοινούς, διεφθαρμένους ανθρώπους, θα μπορούσε να είχε δει τη ζωή της ανθρωπότητας στην αμαρτία από θεϊκή οπτική; Φυσικά και όχι! Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στον Υιό του ανθρώπου και τους κοινούς ανθρώπους. Οι διεφθαρμένοι άνθρωποι ζουν όλοι τους στην αμαρτία, ενώ στη θέα της αμαρτίας δεν νιώθουν τίποτα· είναι όλοι τους ίδιοι, όπως ένα γουρούνι που ζει στη λάσπη και δεν νιώθει καθόλου άβολα ή βρόμικο —αντιθέτως, τρώει καλά και κοιμάται βαριά. Αν κάποιος καθαρίσει το χοιροστάσιο, το γουρούνι θα νιώσει άβολα και δεν θα παραμείνει καθαρό. Πολύ σύντομα, θα κυλιέται ξανά στη λάσπη και θα νιώθει απολύτως άνετα, γιατί είναι ένα βρόμικο πλάσμα. Οι άνθρωποι βλέπουν τα γουρούνια ως βρώμικα, αλλά αν καθαρίσεις το χώρο διαβίωσης ενός γουρουνιού, αυτό δεν αισθάνεται καθόλου καλύτερα —γι’ αυτό κανείς δεν έχει γουρούνια στο σπίτι του. Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα γουρούνια θα είναι πάντα διαφορετικός από το πώς αισθάνονται τα γουρούνια τα ίδια, γιατί οι άνθρωποι και τα γουρούνια δεν είναι του ίδιου είδους. Έτσι, επειδή ο ενσαρκωμένος Υιός του ανθρώπου δεν είναι του ίδιου είδους με τους διεφθαρμένους ανθρώπους, μόνο ο ενσαρκωμένος Θεός μπορεί να σταθεί σε μια θεϊκή οπτική, στο ύψωμα του Θεού, από το οποίο βλέπει την ανθρωπότητα και τα πάντα.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 74
Τι συμβαίνει με το μαρτύριο που βιώνει ο Θεός όταν ενσαρκώνεται και ζει ανάμεσα στην ανθρωπότητα; Τι μαρτύριο είναι αυτό; Καταλαβαίνει πραγματικά κανείς; Κάποιοι λένε πως ο Θεός υποφέρει πολύ, πως παρόλο που είναι ο ίδιος ο Θεός, οι άνθρωποι δεν κατανοούν την ουσία Του, αλλά τείνουν πάντα να Του συμπεριφέρονται σαν άνθρωπο, κάνοντάς Τον να νιώθει θλιμμένος και αδικημένος —λένε πως, για τους λόγους αυτούς, το μαρτύριο του Θεού είναι πραγματικά μεγάλο. Άλλοι λένε πως ο Θεός είναι αθώος και αναμάρτητος, αλλά υποφέρει με τον ίδιο τρόπο όπως η ανθρωπότητα, πως βιώνει τη δίωξη, τη συκοφαντία και την ταπείνωση δίπλα στην ανθρωπότητα· λένε πως υπομένει επίσης τις παρανοήσεις και τον στασιασμό των ακολούθων Του —συνεπώς, λένε πως το μαρτύριο του Θεού πραγματικά δεν μπορεί να μετρηθεί. Τώρα, φαίνεται πως δεν κατανοείτε πραγματικά τον Θεό. Μάλιστα, το μαρτύριο για το οποίο μιλάτε, δεν μετράει σαν πραγματικό μαρτύριο για τον Θεό, επειδή υπάρχει μαρτύριο μεγαλύτερο από αυτό. Τότε, τι εστί πραγματικό μαρτύριο για τον Θεό τον ίδιο; Τι εστί πραγματικό μαρτύριο για τη σάρκα του Θεού ενσαρκωμένου; Για τον Θεό, το ότι δεν Τον κατανοεί η ανθρωπότητα δεν μετρά σαν μαρτύριο ούτε μετρά σαν μαρτύριο το ότι οι άνθρωποι Τον έχουν κάπως παρανοήσει και δεν Τον βλέπουν σαν Θεό. Ωστόσο, οι άνθρωποι νιώθουν συχνά πως ο Θεός πρέπει να έχει υποστεί μεγάλη αδικία, πως κατά το διάστημα το οποίο ο Θεός περνά στη σάρκα, δεν μπορεί να δείξει την υπόστασή Του στην ανθρωπότητα και να επιτρέψει στους ανθρώπους να δουν το μεγαλείο Του, και πως ο Θεός κρύβεται ταπεινά σε μια ασήμαντη σάρκα, και πως αυτό πρέπει να είναι ένα μεγάλο μαρτύριο γι’ Αυτόν. Οι άνθρωποι παίρνουν στα σοβαρά τα όσα καταλαβαίνουν και τα όσα βλέπουν από το μαρτύριο του Θεού και προβάλλουν στον Θεό κάθε λογής συμπόνια, ενώ συχνά θα Τον επαινέσουν και λίγο για το μαρτύριό Του. Στην πραγματικότητα, υπάρχει κάποια διαφορά· υπάρχει κενό ανάμεσα σ’ αυτό που κατανοούν οι άνθρωποι για το μαρτύριο του Θεού και σ’ αυτό που Αυτός νιώθει πραγματικά. Σας λέω την αλήθεια —για τον Θεό, είτε είναι το Πνεύμα του Θεού είτε η σάρκα του ενσαρκωμένου Θεού, το μαρτύριο που περιγράφηκε πιο πάνω δεν είναι πραγματικό μαρτύριο. Τότε ποιο είναι ακριβώς το μαρτύριο του Θεού; Ας μιλήσουμε για το μαρτύριο του Θεού μόνο από την οπτική του Θεού ενσαρκωμένου.
Όταν ενσαρκώνεται ο Θεός και μεταμορφώνεται σε έναν μέσο, κανονικό άνθρωπο που ζει δίπλα-δίπλα με τους ανθρώπους μες στην ανθρωπότητα, δεν μπορεί να δει και να νιώσει τις μεθόδους και τους νόμους των ανθρώπων, καθώς και τις θεωρίες τους για τη ζωή; Πώς Τον κάνουν να αισθάνεται αυτές οι μέθοδοι και οι νόμοι για το πώς πρέπει να ζεις; Αισθάνεται απέχθεια στην καρδιά Του; Γιατί θα αισθανόταν απέχθεια; Ποιες είναι οι μέθοδοι και οι νόμοι των ανθρώπων για το πώς πρέπει να ζεις; Πάνω σε ποιες αρχές έχουν ριζώσει; Σε τι βασίζονται; Οι μέθοδοι της ανθρωπότητας, οι νόμοι της και ούτω καθεξής, όπως σχετίζονται με τον τρόπο ζωής —όλα αυτά έχουν δημιουργηθεί στη βάση της λογικής, της γνώσης και της φιλοσοφίας του Σατανά. Οι άνθρωποι που ζουν υπό τέτοιου είδους νόμους, δεν έχουν ανθρωπιά, δεν έχουν αλήθεια —αψηφούν όλοι τους την αλήθεια και είναι εχθρικοί προς τον Θεό. Αν ρίξουμε μια ματιά στην ουσία του Θεού, βλέπουμε πως η ουσία Του είναι ακριβώς το αντίθετο της λογικής, της γνώσης και της φιλοσοφίας του Σατανά. Η ουσία Του είναι γεμάτη δικαιοσύνη, αλήθεια, αγιοσύνη και άλλες πραγματικότητες όλων των θετικών πραγμάτων. Τι νιώθει ο Θεός, ο οποίος κατέχει αυτήν την ουσία και ζει ανάμεσα σε μια τέτοια ανθρωπότητα; Τι νιώθει στην καρδιά Του; Δεν είναι γεμάτη πόνο; Η καρδιά Του πονά με πόνο που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει ή να βιώσει. Αυτό οφείλεται στο ότι όλα όσα Αυτός αντιμετωπίζει, συναντά, ακούει, βλέπει και βιώνει, είναι όλα τους η διαφθορά και το κακό της ανθρωπότητας, όπως και η επαναστατικότητα και η αντίστασή τους στην αλήθεια. Ό,τι προέρχεται από τους ανθρώπους είναι η πηγή του μαρτυρίου Του. Με άλλα λόγια, επειδή η ουσία Του δεν είναι ίδια μ’ αυτή των διεφθαρμένων ανθρώπων, η διαφθορά των ανθρώπων γίνεται η πηγή του μεγαλύτερου μαρτυρίου Του. Όταν ο Θεός ενσαρκώνεται, μπορεί να βρει κάποιον που να μοιράζεται μια κοινή γλώσσα μ’ Αυτόν; Ένα τέτοιο άτομο δεν μπορεί να βρεθεί μέσα στην ανθρωπότητα. Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να επικοινωνεί ή που να μπορεί να έχει τέτοια συνομιλία με τον Θεό —τι είδους συναίσθημα θα έλεγες πως έχει ο Θεός γι’ αυτό; Τα πράγματα για τα οποία οι άνθρωποι συζητούν, τα οποία αγαπούν, επιδιώκουν και λαχταρούν, έχουν όλα να κάνουν με την αμαρτία και με τις κακές συνήθειες. Όταν τα αντικρίζει όλα αυτά ο Θεός, δεν είναι σαν μαχαιριά στην καρδιά Του; Αντίκρυ σε τέτοια πράγματα, θα μπορούσε να έχει χαρά στην καρδιά Του; Θα μπορούσε να βρει παρηγοριά; Εκείνοι που ζουν μαζί Του είναι άνθρωποι που βρίθουν από επαναστατικότητα και κακό, επομένως πώς να μην υποφέρει η καρδιά Του; Πόσο μεγάλο είναι στην πραγματικότητα αυτό το μαρτύριο και ποιος νοιάζεται γι’ αυτό; Ποιος δίνει προσοχή; Και ποιος είναι ικανός να το εκτιμήσει; Οι άνθρωποι δεν έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν την καρδιά του Θεού. Το μαρτύριό Του είναι κάτι που οι άνθρωποι αδυνατούν ιδιαίτερα να εκτιμήσουν, ενώ η ψυχρότητα και η απάθεια της ανθρωπότητας κάνουν το μαρτύριο του Θεού ακόμα πιο βαθύ.
Υπάρχουν άνθρωποι που συχνά συμμερίζονται τα δεινά του Χριστού, επειδή υπάρχει ένα εδάφιο στη Βίβλο που αναφέρει: «Αι αλώπεκες έχουσι φωλεάς και τα πετεινά κατοικίας, ο δε Υιός του ανθρώπου δεν έχει πουθενά να κλίνη την κεφαλήν». Όταν το ακούν αυτό οι άνθρωποι, το παίρνουν κατάκαρδα και πιστεύουν πως αυτό είναι το μεγαλύτερο μαρτύριο που υπομένει ο Θεός και το μεγαλύτερο μαρτύριο που υπομένει ο Χριστός. Τώρα, εξετάζοντάς το από τη σκοπιά των γεγονότων, είναι πράγματι έτσι; Όχι· ο Θεός δεν θεωρεί τις δυσκολίες αυτές ως μαρτύριο. Δεν έχει διαμαρτυρηθεί ποτέ Του για την αδικία εξαιτίας των δυσκολιών της σάρκας που βιώνει και δεν έχει κάνει ποτέ Του τους ανθρώπους να Του ανταποδώσουν οτιδήποτε ή να Τον ανταμείψουν με οτιδήποτε. Ωστόσο, όταν βλέπει τα πάντα για την ανθρωπότητα και τις διεφθαρμένες ζωές και το κακό των διεφθαρμένων ανθρώπων, όταν βλέπει πως η ανθρωπότητα βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Σατανά, πως είναι φυλακισμένη από τον Σατανά και δεν μπορεί να ξεφύγει, πως οι άνθρωποι που ζουν στην αμαρτία δεν γνωρίζουν ποια είναι η αλήθεια, Αυτός δεν μπορεί να ανεχθεί όλες αυτές τις αμαρτίες. Η απέχθειά Του για τους ανθρώπους αυξάνεται μέρα με τη μέρα, ωστόσο, πρέπει να τα υπομένει όλα αυτά. Αυτό είναι το μεγάλο μαρτύριο του Θεού. Ο Θεός δεν μπορεί να εκφράσει πλήρως ούτε τη φωνή της καρδιάς Του ούτε και τα συναισθήματά Του στους ακόλουθούς Του, ενώ κανένας από τους ακόλουθούς Του δεν μπορεί να κατανοήσει πραγματικά το μαρτύριό Του. Κανείς δεν προσπαθεί καν να κατανοήσει ή να παρηγορήσει την καρδιά Του, η οποία υπομένει ξανά το μαρτύριο αυτό μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, και ώρα με την ώρα. Τι βλέπετε σε όλο αυτό; Ο Θεός δεν απαιτεί τίποτα από τους ανθρώπους σε αντάλλαγμα των όσων έχει δώσει, αλλά, λόγω της ουσίας του Θεού, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ανεχθεί το κακό, τη διαφθορά και την αμαρτία της ανθρωπότητας, και αντ’ αυτού αισθάνεται πολύ έντονη αποστροφή και μίσος, κάτι που οδηγεί την καρδιά και τη σάρκα του Θεού να υπομένουν ατέρμονο μαρτύριο. Το έχετε δει αυτό; Το πιο πιθανόν είναι πως κανείς σας δεν το έβλεπε, γιατί κανείς σας δεν κατανοεί πραγματικά τον Θεό. Με την πάροδο του χρόνου, θα πρέπει να το βιώσετε σταδιακά από μόνοι σας.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 75
Ο Ιησούς ταΐζει τους πέντε χιλιάδες
Ιωάν. 6:8-13 Λέγει προς αυτόν εις εκ των μαθητών αυτού, Ανδρέας ο αδελφός Σίμωνος Πέτρου· Εδώ είναι εν παιδάριον, το οποίον έχει πέντε άρτους κριθίνους και δύο οψάρια· αλλά ταύτα τι είναι εις τοσούτους; Είπε δε ο Ιησούς· Κάμετε τους ανθρώπους να καθήσωσιν· ήτο δε χόρτος πολύς εν τω τόπω. Εκάθησαν λοιπόν οι άνδρες τον αριθμόν έως πεντακισχίλιοι. Και έλαβεν ο Ιησούς τους άρτους και ευχαριστήσας διεμοίρασεν εις τους μαθητάς, οι δε μαθηταί εις τους καθημένους· ομοίως και εκ των οψαρίων όσον ήθελον. Αφού δε εχορτάσθησαν, λέγει προς τους μαθητάς αυτούς· Συνάξατε τα περισσεύσαντα κλάσματα, διά να μη χαθή τίποτε. Εσύναξαν λοιπόν και εγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων εκ των πέντε άρτων των κριθίνων, τα οποία επερίσσευσαν εις τους φαγόντας.
Ποια είναι η ιδέα των «πέντε άρτων και των δύο ψαριών»; Υπό κανονικές συνθήκες, πόσοι άνθρωποι θα μπορούσαν να τραφούν επαρκώς με πέντε καρβέλια ψωμί και δύο ψάρια; Αν βασίσετε τον υπολογισμό σας στην όρεξη ενός μέσου ανθρώπου, αυτό θα επαρκούσε μονάχα για δυο ανθρώπους. Αυτή είναι η ιδέα των «πέντε άρτων και των δυο ψαριών» στην πιο βασική της μορφή. Ωστόσο, σ’ αυτήν την περικοπή, πόσους ανθρώπους τάισαν οι πέντε άρτοι και τα δύο ψάρια; Το παρακάτω καταγράφεται στις Γραφές: «Ήτο δε χόρτος πολύς εν τω τόπω. Εκάθησαν λοιπόν οι άνδρες τον αριθμόν έως πεντακισχίλιοι». Σε σύγκριση με πέντε άρτους και δύο ψάρια, το πέντε χιλιάδες είναι μεγάλος αριθμός; Τι δείχνει το ότι ο αριθμός αυτός είναι τόσο μεγάλος; Από ανθρώπινη οπτική, το να μοιράσεις πέντε άρτους και δύο ψάρια σε πέντε χιλιάδες ανθρώπους θα ήταν αδύνατο, γιατί η διαφορά μεταξύ των ανθρώπων και του φαγητού είναι υπερβολικά μεγάλη. Ακόμα κι αν κάθε άνθρωπος έτρωγε μια πολύ μικρή μπουκιά, και πάλι δεν θα επαρκούσαν για πέντε χιλιάδες ανθρώπους. Αλλά εδώ, ο Κύριος Ιησούς έκανε ένα θαύμα —όχι μόνο εξασφάλισε ότι πέντε χιλιάδες άνθρωποι μπορούσαν να φάνε μέχρι να χορτάσουν, αλλά περίσσεψε κιόλας φαγητό. Λέει στις Γραφές: «Αφού δε εχορτάσθησαν, λέγει προς τους μαθητάς αυτούς· Συνάξατε τα περισσεύσαντα κλάσματα, διά να μη χαθή τίποτε. Εσύναξαν λοιπόν και εγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων εκ των πέντε άρτων των κριθίνων, τα οποία επερίσσευσαν εις τους φαγόντας». Το θαύμα αυτό έδωσε στους ανθρώπους τη δυνατότητα να δουν την ταυτότητα και τη θέση του Κυρίου Ιησού, όπως και να δουν πως τίποτα δεν είναι αδύνατο για τον Θεό· με αυτόν τον τρόπο, είδαν την αλήθεια της παντοδυναμίας του Θεού. Πέντε άρτοι και δύο ψάρια ήταν αρκετά για να ταΐσουν πέντε χιλιάδες, ωστόσο, αν δεν υπήρχε καθόλου φαγητό, θα μπορούσε ο Θεός να ταΐσει πέντε χιλιάδες ανθρώπους; Φυσικά και θα μπορούσε! Αυτό ήταν θαύμα, επομένως, οι άνθρωποι αναπόφευκτα ένιωσαν πως ήταν κάτι το ακατανόητο, το απίστευτο και το μυστηριώδες, αλλά για τον Θεό, η πράξη αυτή δεν ήταν τίποτα. Εφόσον ήταν κάτι το συνηθισμένο για τον Θεό, γιατί θα έπρεπε να το ξεχωρίσουμε τώρα για ερμηνεία; Επειδή αυτό που κρύβεται πίσω από το θαύμα είναι η πρόθεση του Κυρίου Ιησού, την οποία δεν έχει αντιληφθεί ποτέ πριν η ανθρωπότητα.
Πρώτα, ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι είδους άνθρωποι ήταν αυτοί οι πέντε χιλιάδες. Ήταν ακόλουθοι του Κυρίου Ιησού; Από τις Γραφές, γνωρίζουμε πως δεν ήταν ακόλουθοί Του. Γνώριζαν ποιος ήταν ο Κύριος Ιησούς; Σίγουρα όχι! Αν μη τι άλλο, δεν ήξεραν πως ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά τους ήταν ο Χριστός, ενώ, μερικοί μπορεί να γνώριζαν μόνο τ’ όνομά Του και να ήξεραν ή να είχαν ακούσει κάτι για πράγματα που Αυτός είχε κάνει. Η περιέργειά τους για τον Κύριο Ιησού είχε απλώς προκληθεί όταν άκουσαν ιστορίες γι’ Αυτόν, αλλά σίγουρα δεν μπορείτε να πείτε πως Τον ακολουθούσαν, πόσο μάλλον πως Τον κατανοούσαν. Όταν ο Κύριος Ιησούς είδε αυτούς τους πέντε χιλιάδες ανθρώπους, αυτοί πεινούσαν και το μόνο που μπορούσαν να σκεφτούν ήταν να γεμίσουν το στομάχι τους, επομένως σ’ αυτό το πλαίσιο ικανοποίησε ο Κύριος Ιησούς την επιθυμία τους. Όταν ικανοποίησε την επιθυμία τους, τι υπήρχε μέσα στην καρδιά Του; Ποια ήταν η στάση Του προς τους ανθρώπους αυτούς, που το μόνο που ήθελαν ήταν να φάνε και να χορτάσουν; Την ώρα εκείνη, οι σκέψεις και η στάση του Κυρίου Ιησού σχετίζονταν με τη διάθεση και την ουσία του Θεού. Απέναντι σ’ αυτούς τους πέντε χιλιάδες ανθρώπους με τα άδεια στομάχια, που το μόνο που ήθελαν ήταν να φάνε ένα πλήρες γεύμα, απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους που ήταν γεμάτοι περιέργεια και ελπίδα γι’ Αυτόν, το μόνο που σκέφτηκε ο Κύριος Ιησούς ήταν να αξιοποιήσει αυτό το θαύμα για να τους απονείμει χάρη. Ωστόσο, δεν έτρεφε ελπίδες πως θα γίνονταν ακόλουθοί Του, γιατί ήξερε πως το μόνο που ήθελαν ήταν να συμμετάσχουν στη διασκέδαση και να χορτάσουν φαγητό, οπότε αξιοποίησε στο μέγιστο αυτά που είχε και χρησιμοποίησε πέντε καρβέλια ψωμί και δύο ψάρια για να ταΐσει πέντε χιλιάδες ανθρώπους. Άνοιξε τα μάτια σ’ αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι απολάμβαναν να βλέπουν συναρπαστικά πράγματα, οι οποίοι ήθελαν να δουν θαύματα, κι έτσι είδαν με τα μάτια τους τα πράγματα που μπορούσε να επιτύχει ο ενσαρκωμένος Θεός. Παρόλο που ο Κύριος Ιησούς χρησιμοποίησε κάτι το υλικό για να ικανοποιήσει την περιέργειά τους, ήδη γνώριζε στην καρδιά Του πως το μόνο που ήθελαν αυτοί οι πέντε χιλιάδες άνθρωποι ήταν να χορτάσουν με άρτο, επομένως δεν κήρυξε σε αυτούς ούτε τους είπε τίποτα απολύτως —απλώς τους άφησε να δουν το θαύμα όπως πραγματοποιήθηκε. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να συμπεριφερθεί σ’ αυτούς τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόταν στους μαθητές Του που Τον ακολουθούσαν πραγματικά, ωστόσο, στην καρδιά του Θεού, όλα τα πλάσματα βρίσκονται υπό τη διακυβέρνησή Του και επέτρεπε σε όλα τα πλάσματα που Αυτός έβλεπε να απολαύσουν τη χάρη του Θεού, όταν ήταν απαραίτητο. Παρόλο που οι άνθρωποι αυτοί δεν γνώριζαν ποιος ήταν και δεν Τον κατανοούσαν ή δεν είχαν κάποια συγκεκριμένη εντύπωση γι’ Αυτόν ή ευγνωμοσύνη προς το πρόσωπό Του, ακόμα και αφού έφαγαν τους άρτους και τα ψάρια, αυτό δεν ήταν κάτι με το οποίο διαφώνησε ο Θεός —έδωσε στους ανθρώπους αυτούς μια υπέροχη ευκαιρία να απολαύσουν τη χάρη του Θεού. Κάποιοι άνθρωποι λένε πως ο Θεός έχει αρχές σε όσα κάνει, πως δεν προσέχει ούτε προστατεύει τους μη πιστούς, και πως, συγκεκριμένα, δεν τους επιτρέπει να απολαμβάνουν τη χάρη Του. Είναι πράγματι έτσι; Στα μάτια του Θεού, εφόσον είναι ζωντανά όντα τα οποία ο ίδιος δημιούργησε, θα τους διαχειρίζεται και θα τους φροντίζει, και με ποικίλους τρόπους θα τους περιποιείται, θα κάνει σχέδια γι’ αυτούς και θα τους κυβερνά. Αυτές είναι οι σκέψεις και η στάση του Θεού προς τα πάντα.
Παρόλο που οι πέντε χιλιάδες άνθρωποι που έφαγαν τα καρβέλια ψωμί και τα ψάρια δεν σχεδίαζαν να ακολουθήσουν τον Κύριο Ιησού, Αυτός δεν έθεσε καμία υψηλή απαίτηση σ’ αυτούς· μόλις χόρτασαν, ξέρετε τι έκανε ο Κύριος Ιησούς; Τους κήρυξε καθόλου; Πού πήγε αφότου το έκανε αυτό; Οι Γραφές δεν καταγράφουν να τους είπε τίποτα ο Κύριος Ιησούς, μόνο πως έφυγε ήσυχα όταν είχε εκτελέσει το θαύμα Του. Επομένως, έθεσε καμία απαίτηση στους ανθρώπους αυτούς; Υπήρχε καθόλου μίσος; Όχι, εδώ δεν υπήρχε τίποτε τέτοιο. Απλώς δεν ήθελε να δώσει άλλη σημασία στους ανθρώπους αυτούς που δεν θα Τον ακολουθούσαν και, την ώρα εκείνη, η καρδιά Του πονούσε. Επειδή είχε δει την εξαχρείωση και είχε νιώσει την απόρριψη της ανθρωπότητας, όταν είδε αυτούς τους ανθρώπους και βρέθηκε μαζί τους, λυπήθηκε από την ανθρώπινη αμβλύνοια και άγνοια και η καρδιά Του πονούσε, το μόνο που ήθελε ήταν να εγκαταλείψει τους ανθρώπους αυτούς το συντομότερο δυνατόν. Ο Κύριος δεν έθεσε καμία απαίτηση σ’ αυτούς στην καρδιά Του, δεν ήθελε να τους δώσει σημασία, και ακόμα περισσότερο, δεν ήθελε να δαπανήσει την ενέργειά Του σ’ αυτούς. Γνώριζε πως δεν μπορούσαν να Τον ακολουθήσουν, αλλά παρ’ όλα αυτά, η στάση Του προς αυτούς παρέμεινε ιδιαίτερα ξεκάθαρη. Ήθελε απλώς να τους φερθεί με ευγένεια, να τους απονέμει χάρη και πράγματι αυτή ήταν η στάση του Θεού προς κάθε δημιούργημα υπό τη διακυβέρνησή Του —να φέρεται σε κάθε δημιούργημα με ευγένεια, να το φροντίζει και να το τρέφει. Για τον λόγο ακριβώς που ο Κύριος Ιησούς ήταν ο Θεός ενσαρκωμένος, αποκάλυψε πολύ φυσικά την ίδια την ουσία του Θεού και φέρθηκε στους ανθρώπους αυτούς με ευγένεια. Τους φέρθηκε με μια καρδιά γεμάτη αγαθοσύνη και μακροθυμία, και με μια τέτοια καρδιά τους έδειχνε καλοσύνη. Όπως κι αν έβλεπαν οι άνθρωποι αυτοί τον Κύριο Ιησού και όποιο κι αν ήταν το αποτέλεσμα, Αυτός φερόταν σε κάθε δημιούργημα βάσει της ταυτότητάς Του ως Κύριος όλης της κτίσης. Όλα όσα αποκάλυπτε ήταν, χωρίς εξαίρεση, η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι. Ο Κύριος Ιησούς έκανε ήσυχα αυτό το πράγμα και μετά έφυγε ήσυχα —ποια πτυχή της διάθεσης του Θεού είναι αυτή; Θα λέγατε πως είναι η στοργική καλοσύνη του Θεού; Θα μπορούσατε να πείτε ότι αυτή είναι η ανιδιοτέλεια του Θεού; Είναι αυτό κάτι για το οποίο είναι ικανός ένας κοινός άνθρωπος; Σίγουρα όχι! Κατ’ ουσίαν, ποιοι ήταν αυτοί οι πέντε χιλιάδες άνθρωποι που τάισε ο Κύριος Ιησούς με πέντε άρτους και δύο ψάρια; Θα λέγατε πως ήταν άνθρωποι που βρίσκονταν σε σύμπνοια μ’ Αυτόν; Θα λέγατε πως ήταν όλοι τους εχθρικοί προς τον Θεό; Μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα πως σίγουρα δεν ήταν σε σύμπνοια με τον Κύριο και πως η ουσία τους ήταν απόλυτα εχθρική προς τον Θεό. Ωστόσο, πώς τους φέρθηκε ο Θεός; Χρησιμοποίησε μια μέθοδο για να εξουδετερώσει την εχθρότητα των ανθρώπων προς τον Θεό —η μέθοδος αυτή λέγεται «καλοσύνη». Με άλλα λόγια, παρόλο που ο Κύριος Ιησούς έβλεπε αυτούς τους ανθρώπους σαν αμαρτωλούς, στα μάτια του Θεού δεν έπαυαν να είναι δημιούργημά Του, επομένως, ακόμα κι έτσι, φέρθηκε σ’ αυτούς τους αμαρτωλούς με ευγένεια. Αυτή είναι η μακροθυμία του Θεού, και η μακροθυμία αυτή καθορίζεται από την ίδια την ταυτότητα και την ουσία του Θεού. Επομένως, αυτό είναι κάτι για το οποίο κανένας άνθρωπος που έχει δημιουργηθεί από τον Θεό δεν είναι ικανός· μόνο ο Θεός μπορεί να το κάνει.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 76
Όταν θα είσαι ικανός να εκτιμήσεις πραγματικά τις σκέψεις και τη στάση του Θεού προς την ανθρωπότητα, όταν θα μπορείς να κατανοήσεις πραγματικά τα συναισθήματα και το ενδιαφέρον του Θεού για κάθε δημιούργημα, τότε θα είσαι ικανός να κατανοήσεις την αφοσίωση και την αγάπη που έχει δαπανήσει ο Δημιουργός σε κάθε έναν από τους ανθρώπους που δημιούργησε. Όταν συμβεί αυτό, θα χρησιμοποιήσεις δύο λέξεις για να περιγράψεις την αγάπη του Θεού. Ποιες είναι οι δύο αυτές λέξεις; Μερικοί λένε «ανιδιοτελής» και άλλοι «φιλάνθρωπη». Απ’ αυτές τις δύο, η λέξη «φιλάνθρωπη» είναι η λιγότερο κατάλληλη για να περιγράψει την αγάπη του Θεού. Είναι μια λέξη που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να περιγράψουν κάποιον που είναι μεγαλόψυχος ή ανοιχτόμυαλος. Αποστρέφομαι αυτήν τη λέξη, γιατί αναφέρεται στην απονομή ελεημοσύνης τυχαία, αδιακρίτως, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές. Είναι μια έκρηξη συναισθημάτων, η οποία είναι κοινή για τους ανόητους και μπερδεμένους ανθρώπους. Όταν η λέξη αυτή χρησιμοποιείται για να περιγράψει την αγάπη του Θεού, υπάρχει αναπόφευκτα ένας βλάσφημος συνειρμός. Έχω εδώ δύο λέξεις που περιγράφουν πιο εύστοχα την αγάπη του Θεού. Ποιες είναι αυτές; Η πρώτη είναι «απέραντη». Δεν είναι ιδιαίτερα ενθυμητική λέξη; Η δεύτερη είναι «αχανής». Υπάρχει πρακτικό νόημα πίσω από αυτές τις λέξεις που χρησιμοποιώ για να περιγράψω την αγάπη του Θεού. Αν το πάρουμε κυριολεκτικά, η λέξη «απέραντος» περιγράφει τον όγκο ή τη χωρητικότητα κάποιου πράγματος, αλλά άσχετα από το πόσο μεγάλο είναι το πράγμα αυτό, είναι κάτι που μπορούν να αγγίξουν και να δουν οι άνθρωποι. Αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει —δεν είναι κάποιο αφηρημένο αντικείμενο, αλλά κάτι που μπορεί να δώσει ιδέες στους ανθρώπους με έναν σχετικά ακριβή και πρακτικό τρόπο. Είτε την κοιτάζεις από δισδιάστατη είτε από τρισδιάστατη οπτική, δεν χρειάζεται να φανταστείς την ύπαρξή της, επειδή είναι κάτι που υπάρχει πραγματικά με τρόπο αληθινό. Παρόλο που η χρήση της λέξης «απέραντη», για να περιγράψουμε την αγάπη του Θεού, μπορεί να φαίνεται σαν μια προσπάθεια να προσδιορίζουμε ποσοτικά την αγάπη Του, δίνει, επίσης, την αίσθηση πως η αγάπη Του είναι ποσοτικά απροσδιόριστη. Λέω πως η αγάπη του Θεού μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά, γιατί η αγάπη Του δεν είναι κενή και ούτε είναι κάτι θρυλικό. Αντιθέτως, είναι κάτι που μοιράζονται τα πάντα υπό τη διακυβέρνηση του Θεού, κάτι που απολαμβάνουν όλα τα πλάσματα, σε διάφορους βαθμούς και από διαφορετικές οπτικές. Παρόλο που οι άνθρωποι δεν μπορούν να τη δουν ή να την αγγίξουν, η αγάπη αυτή δίνει τροφή και ζωή στα πάντα, όπως αποκαλύπτεται, λίγο-λίγο, στις ζωές τους, ενώ αυτοί μετρούν και καταθέτουν μαρτυρία για την αγάπη του Θεού, την οποία απολαμβάνουν κάθε στιγμή που περνά. Λέω πως η αγάπη του Θεού δεν μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά, γιατί το μυστήριο της φροντίδας και της θρέψης των πάντων από τον Θεό είναι κάτι δύσκολο για τους ανθρώπους να συλλάβουν, όπως είναι και οι σκέψεις του Θεού για τα πάντα, ιδίως αυτές που αφορούν την ανθρωπότητα. Με άλλα λόγια, κανείς δεν γνωρίζει το αίμα και τα δάκρυα που έχει χύσει ο Δημιουργός για την ανθρωπότητα. Κανείς δεν μπορεί να συλλάβει και κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει το βάθος ή το βάρος της αγάπης που έχει ο Δημιουργός για την ανθρωπότητα, την οποία δημιούργησε με τα ίδια Του τα χέρια. Η περιγραφή της αγάπης του Θεού ως απέραντη, βοηθά τους ανθρώπους να εκτιμήσουν και να κατανοήσουν το εύρος και την αλήθεια της ύπαρξής της. Βοηθά επίσης τους ανθρώπους να κατανοήσουν βαθύτερα το πρακτικό νόημα της λέξης «Δημιουργός» και να αποκτήσουν μια βαθύτερη κατανόηση του πραγματικού νοήματος αυτού που ονομάζεται «δημιούργημα». Τι περιγράφει συνήθως η λέξη «αχανής»; Χρησιμοποιείται συνήθως για να περιγράψει τον ωκεανό ή το σύμπαν, για παράδειγμα: «αχανές σύμπαν» ή «αχανής ωκεανός». Η επεκτασιμότητα και το ήρεμο βάθος του σύμπαντος είναι πέραν της ανθρώπινης κατανόησης· είναι κάτι που εξάπτει τη φαντασία των ανθρώπων, κάτι για το οποίο αισθάνονται μεγάλο θαυμασμό. Το μυστήριο και η βαθύτητά του είναι εντός του οπτικού πεδίου, αλλά και κάτι το άπιαστο. Όταν σκέφτεσαι τον ωκεανό, σκέφτεσαι το εύρος του —μοιάζει απεριόριστος και μπορείς να νιώσεις το μυστηριώδες στοιχείο του και τη μεγάλη χωρητικότητά του όσον αφορά τη διατήρηση πραγμάτων. Γι’ αυτό χρησιμοποίησα τον όρο «αχανής» για να περιγράψω την αγάπη του Θεού, για να βοηθήσω τους ανθρώπους να νιώσουν πόσο πολύτιμη είναι, να νιώσουν τη βαθιά ομορφιά της αγάπης Του, και πως η δύναμη της αγάπης του Θεού είναι απέραντη και ευρεία. Χρησιμοποίησα αυτήν τη λέξη για να βοηθήσω τους ανθρώπους να νιώσουν την αγιοσύνη της αγάπης Του, όπως και την αξιοπρέπεια και τη μη προσβλητικότητα του Θεού που αποκαλύπτεται μέσω της αγάπης Του. Τώρα, πιστεύετε πως η λέξη «αχανής» περιγράφει κατάλληλα την αγάπη του Θεού; Η αγάπη του Θεού είναι αντάξια των δύο αυτών χαρακτηρισμών «απέραντη» και «αχανής»; Απολύτως! Στη γλώσσα των ανθρώπων, μόνο οι δυο αυτές λέξεις είναι κάπως κατάλληλες και πλησιάζουν σχετικά στο να περιγράψουν την αγάπη του Θεού. Δεν νομίζετε; Αν σας ζητούσα να περιγράψετε την αγάπη του Θεού, θα χρησιμοποιούσατε αυτές τις δυο λέξεις; Το πιθανότερο είναι να μην το κάνατε, γιατί η κατανόηση και η εκτίμηση που έχετε για την αγάπη του Θεού περιορίζεται στο πεδίο μιας δισδιάστατης οπτικής και δεν έχει ανέλθει στο ύψος του τρισδιάστατου χώρου. Επομένως, αν σας ζητούσα να περιγράψετε την αγάπη του Θεού, θα νιώθατε πως δεν έχετε τα λόγια να το κάνετε ή ίσως θα είχατε μείνει μέχρι και άφωνοι. Μπορεί να σας είναι δύσκολο να κατανοήσετε τις δυο λέξεις για τις οποίες μίλησα σήμερα ή μπορεί απλώς να μη συμφωνείτε. Αυτό απλώς αποδεικνύει πως η εκτίμηση και η κατανόησή σας για την αγάπη του Θεού είναι επιφανειακή και περιορίζεται σε ένα στενό πεδίο. Έχω ξαναπεί πως ο Θεός είναι ανιδιοτελής· θυμάστε αυτήν τη λέξη, «ανιδιοτελής». Θα μπορούσε η αγάπη του Θεού να περιγραφεί μόνο ως ανιδιοτελής; Το πεδίο αυτό δεν είναι πολύ περιορισμένο; Θα πρέπει να στοχαστείτε το ζήτημα αυτό παραπάνω, ώστε να μπορέσετε να κερδίσετε κάτι απ’ αυτό.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 77
Η ανάσταση του Λαζάρου δοξάζει τον Θεό
Ιωάν. 11:43-44 Και ταύτα ειπών, μετά φωνής μεγάλης εκραύγασε· Λάζαρε, ελθέ έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς, δεδεμένος τους πόδας και τας χείρας με τα σάβανα, και το πρόσωπον αυτού ήτο περιδεδεμένον με σουδάριον. Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς· Λύσατε αυτόν και αφήσατε να υπάγη.
Τι εντυπώσεις έχετε αφού διαβάσετε την περικοπή αυτή; Το θαύμα αυτό που έκανε ο Κύριος Ιησούς είχε πολύ μεγαλύτερη σπουδαιότητα από το προηγούμενο, γιατί κανένα θαύμα δεν είναι πιο εκπληκτικό από το να κάνεις έναν νεκρό να επιστρέψει από τον τάφο. Εκείνη την εποχή, ήταν εξαιρετικά σημαντικό το ότι ο Κύριος Ιησούς έκανε κάτι τέτοιο. Επειδή ο Θεός είχε ενσαρκωθεί, οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν μόνο τη φυσική εμφάνισή Του, την πρακτική πλευρά Του και την ασήμαντη πτυχή Του. Ακόμα κι αν κάποιοι άνθρωποι έβλεπαν και κατανοούσαν κάτι από τον χαρακτήρα Του ή κάποιες από τις ιδιαίτερες ικανότητες που Αυτός έμοιαζε να διαθέτει, κανείς δεν γνώριζε από πού ήλθε ο Κύριος Ιησούς, ποιος ήταν πραγματικά στην ουσία Του και τι άλλα πράγματα ήταν πραγματικά ικανός να κάνει. Όλα αυτά ήταν άγνωστα στην ανθρωπότητα. Τόσο πολλοί άνθρωποι ήθελαν να βρουν αποδείξεις για να απαντήσουν σ’ αυτά τα ερωτήματα για τον Κύριο Ιησού και να μάθουν την αλήθεια. Μπορούσε ο Θεός να κάνει κάτι για να αποδείξει την ίδια Του την ταυτότητα; Για τον Θεό, αυτό ήταν παιχνιδάκι· ήταν πανεύκολο. Μπορούσε να κάνει κάτι οπουδήποτε, οποτεδήποτε, για να αποδείξει την ταυτότητα και την ουσία Του, ωστόσο ο Θεός έκανε τα πράγματα με τον δικό Του τρόπο —με σχέδιο και με βήματα. Δεν ενεργούσε αδιακρίτως, αντιθέτως έψαχνε την κατάλληλη στιγμή και την κατάλληλη ευκαιρία για να κάνει κάτι που θα επέτρεπε στον άνθρωπο να δει, κάτι που ήταν πραγματικά εμποτισμένο με νόημα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, Εκείνος αποδείκνυε την εξουσία και την ταυτότητά Του. Οπότε, μπορούσε η ανάσταση του Λαζάρου να αποδείξει την ταυτότητα του Κυρίου Ιησού; Ας εξετάσουμε την ακόλουθη Γραφική περικοπή: «Και ταύτα ειπών, μετά φωνής μεγάλης εκραύγασε· Λάζαρε, ελθέ έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς […]» Όταν το έκανε αυτό ο Κύριος Ιησούς, είπε μονάχα ένα πράγμα: «Λάζαρε, ελθέ έξω». Τότε ο Λάζαρος εξήλθε από τον τάφο του· αυτό επετεύχθη χάρη σε μερικά μόνο λόγια που εξήλθαν από το στόμα του Κυρίου. Κατά την περίοδο αυτή, ο Κύριος Ιησούς δεν έστησε κάποιο θυσιαστήριο ούτε και εκτέλεσε άλλες ενέργειες. Είπε μόνο αυτό το ένα πράγμα. Θα πρέπει αυτό να αποκαλείται θαύμα ή προσταγή; Ή μήπως ήταν κάποιου είδους μαγεία; Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται πως θα μπορούσε να ονομαστεί θαύμα, ενώ, αν το δείτε από σύγχρονη οπτική, ασφαλώς και πάλι θα μπορούσατε να το αποκαλέσετε θαύμα. Ωστόσο, σίγουρα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί το είδος της μαγείας που υποτίθεται ότι επαναφέρει μια ψυχή στη ζωή, ενώ, σε καμία περίπτωση δεν ήταν μαγικό κόλπο κανενός είδους. Είναι ορθό να ειπωθεί πως το θαύμα αυτό ήταν η πιο φυσιολογική, μικροσκοπική επίδειξη της εξουσίας του Δημιουργού. Αυτή είναι η εξουσία και η δύναμη του Θεού. Ο Θεός έχει την εξουσία να κάνει κάποιον να πεθάνει, να κάνει το πνεύμα του να αφήσει το σώμα του και να επιστρέψει στον Άδη ή όπου αλλού θα πρέπει να πάει. Η στιγμή του θανάτου κάποιου ανθρώπου και το μέρος όπου θα πάει μετά θάνατον —αυτά καθορίζονται από τον Θεό. Μπορεί να πάρει αυτές τις αποφάσεις οποτεδήποτε και οπουδήποτε, χωρίς να περιορίζεται από ανθρώπους, γεγονότα, αντικείμενα ή από τον χώρο και τη γεωγραφία. Αν Αυτός θέλει να το κάνει, μπορεί να το κάνει, επειδή τα πάντα και όλα τα ζωντανά όντα βρίσκονται υπό τη διακυβέρνησή Του, και τα πάντα γεννιούνται, ζουν και χάνονται μέσω του λόγου Του και της εξουσίας Του. Μπορεί να αναστήσει κάποιον νεκρό κι αυτό είναι επίσης κάτι που μπορεί να κάνει οποτεδήποτε, οπουδήποτε. Αυτή είναι η εξουσία που μόνο ο Δημιουργός κατέχει.
Όταν ο Κύριος Ιησούς έκανε πράγματα όπως το να επαναφέρει τον Λάζαρο από τον τάφο, ο στόχος Του ήταν να αποδείξει στους ανθρώπους, να δείξει στον Σατανά και να γνωστοποιήσει και στους δύο πως τα πάντα σχετικά με την ανθρωπότητα, η ζωή και ο θάνατος της ανθρωπότητας, καθορίζονται από τον Θεό και πως, παρόλο που Αυτός είχε ενσαρκωθεί, παρέμενε επικεφαλής του υλικού κόσμου ο οποίος είναι ορατός, όπως και του πνευματικού βασιλείου το οποίο δεν μπορούν να δουν οι άνθρωποι. Αυτό ήταν για να μάθουν η ανθρωπότητα και ο Σατανάς πως τα πάντα σχετικά με την ανθρωπότητα δεν είναι υπό τη διοίκηση του Σατανά. Αυτή ήταν μια αποκάλυψη και μια εκδήλωση της εξουσίας του Θεού, όπως και ήταν ένας τρόπος να στείλει ο Θεός ένα μήνυμα στα πάντα, πως η ζωή και ο θάνατος της ανθρωπότητας βρίσκονται στα χέρια του Θεού. Η ανάσταση του Λαζάρου από τον Κύριο Ιησού ήταν ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο Δημιουργός διδάσκει και καθοδηγεί την ανθρωπότητα. Ήταν μια απτή ενέργεια, στην οποία χρησιμοποίησε τη δύναμη και την εξουσία Του για να καθοδηγήσει και να φροντίσει την ανθρωπότητα. Ήταν ένας τρόπος, χωρίς τη χρήση λόγων, να επιτρέψει ο Δημιουργός στην ανθρωπότητα να δει την αλήθεια πως Αυτός είναι ο επικεφαλής των πάντων. Ήταν ένας τρόπος για να πει στην ανθρωπότητα, μέσω πρακτικών ενεργειών, πως δεν υπάρχει άλλη σωτηρία, παρά αυτή μέσω Αυτού. Αυτό το σιωπηλό μέσο που χρησιμοποίησε για να καθοδηγήσει την ανθρωπότητα είναι αιώνιο, ανεξίτηλο, φέρνοντας στις καρδιές των ανθρώπων μια κατάπληξη και μια διαφώτιση που δεν μπορούν να ξεθωριάσουν ποτέ. Η ανάσταση του Λαζάρου δόξασε τον Θεό —αυτό έχει βαθύ αντίκτυπο σε κάθε ακόλουθο του Θεού. Παγιώνει σταθερά σε κάθε άνθρωπο που κατανοεί βαθιά το γεγονός αυτό, την κατανόηση και το όραμα πως μόνο ο Θεός μπορεί να διοικεί τη ζωή και τον θάνατο της ανθρωπότητας. Παρόλο που ο Θεός έχει αυτού του είδους την εξουσία και, παρόλο που μέσω της ανάστασης του Λαζάρου έστειλε ένα μήνυμα για την κυριαρχία Του επί της ζωής και του θανάτου της ανθρωπότητας, αυτό δεν ήταν το πρωταρχικό Του έργο. Ο Θεός δεν κάνει ποτέ κάτι άνευ νοήματος. Καθετί που κάνει έχει μεγάλη αξία και είναι ένα ασύγκριτο κόσμημα μέσα σε ένα θησαυροφυλάκιο. Σε καμία περίπτωση δεν θα έθετε ως πρωταρχικό ή μοναδικό στόχο ή θέμα του έργου Του το να «κάνει κάποιον να βγει από τον τάφο του». Ο Θεός δεν κάνει τίποτα άνευ νοήματος. Η ανάσταση του Λαζάρου ως μεμονωμένο γεγονός επαρκεί για να επιδείξει την εξουσία του Θεού και για να αποδείξει την ταυτότητα του Κυρίου Ιησού. Γι’ αυτό δεν επανέλαβε τέτοιου είδους θαύμα ο Κύριος Ιησούς. Ο Θεός ενεργεί βάσει των δικών Του αρχών. Στη γλώσσα των ανθρώπων, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο Θεός απασχολεί το μυαλό Του μόνο με σοβαρά ζητήματα. Με άλλα λόγια, όταν ο Θεός κάνει πράγματα, δεν παρεκκλίνει από τον σκοπό του έργου Του. Γνωρίζει ποιο έργο θέλει να εκτελέσει σ’ αυτό το στάδιο, τι θέλει να επιτύχει και θα εργαστεί αυστηρώς βάσει του σχεδίου Του. Αν ένας διεφθαρμένος άνθρωπος είχε αυτού του είδους την ικανότητα, θα σκεφτόταν απλώς τρόπους να αποκαλύψει την ικανότητά του, ώστε οι άλλοι να μάθουν πόσο εντυπωσιακός είναι, ώστε να γονατίσουν σ’ αυτόν, ώστε να τους ελέγχει και να τους ρημάξει. Αυτό είναι το κακό που προέρχεται απ’ τον Σατανά και ονομάζεται διαφθορά. Ο Θεός δεν έχει μια τέτοια διάθεση ούτε και μια τέτοια ουσία. Ο σκοπός Του όταν κάνει πράγματα δεν είναι να κάνει φιγούρα, αλλά να προσφέρει στην ανθρωπότητα περισσότερη αποκάλυψη και καθοδήγηση, και γι’ αυτό οι άνθρωποι βλέπουν πολύ λίγα παραδείγματα τέτοιου τύπου περιστατικών στη Βίβλο. Αυτό δεν σημαίνει πως οι δυνάμεις του Κυρίου Ιησού ήταν περιορισμένες ή πως ήταν ανίκανος για τέτοια πράγματα. Απλώς, ο Θεός δεν ήθελε να το κάνει, γιατί η ανάσταση του Λαζάρου από τον Κύριο Ιησού είχε ιδιαίτερα πρακτική σημασία και γιατί το πρωταρχικό έργο της ενσάρκωσης του Θεού δεν ήταν να τελέσει θαύματα, δεν ήταν να αναστήσει νεκρούς, αλλά ήταν το έργο της λύτρωσης για την ανθρωπότητα. Έτσι, μεγάλο μέρος του έργου που ολοκλήρωσε ο Κύριος Ιησούς ήταν το να διδάσκει τους ανθρώπους, να τους φροντίζει και να τους βοηθά, ενώ γεγονότα όπως η ανάσταση του Λαζάρου ήταν απλώς ένα μικρό τμήμα της διακονίας που επιτέλεσε ο Κύριος Ιησούς. Επιπλέον, θα μπορούσατε να πείτε πως το να «κάνει φιγούρα» δεν είναι μέρος της ουσίας του Θεού, επομένως, ο Κύριος Ιησούς δεν ασκούσε σκόπιμα αυτοσυγκράτηση με το να μην επιδεικνύει περισσότερα θαύματα ούτε οφειλόταν αυτό σε περιβαλλοντολογικούς περιορισμούς και σίγουρα δεν οφειλόταν σε έλλειψη δύναμης.
Όταν ο Κύριος Ιησούς επανέφερε τον Λάζαρο στη ζωή, χρησιμοποίησε μόνο μερικά λόγια: «Λάζαρε, ελθέ έξω». Δεν είπε τίποτα παραπάνω. Επομένως, τι επιδεικνύουν αυτά τα λόγια; Επιδεικνύουν πως ο Θεός μπορεί να κατορθώσει οτιδήποτε μέσω της ομιλίας, συμπεριλαμβανομένου του να αναστήσει έναν νεκρό. Όταν ο Θεός δημιούργησε τα πάντα, όταν δημιούργησε τον κόσμο, το έκανε με λόγια —προφορικές εντολές, λόγο με εξουσία, και με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν τα πάντα, κι έτσι, επετεύχθη. Αυτά τα λίγα λόγια που είπε ο Κύριος Ιησούς ήταν ακριβώς όπως τα λόγια που εξέφερε ο Θεός όταν δημιούργησε τους ουρανούς και τη γη και τα πάντα· με τον ίδιο τρόπο, διατηρούσαν την εξουσία του Θεού και τη δύναμη του Δημιουργού. Τα πάντα σχηματίστηκαν και έμειναν σταθερά χάρη στον λόγο από το στόμα του Θεού και, με όμοιο τρόπο, ο Λάζαρος εξήλθε από τον τάφο του χάρη στον λόγο από το στόμα του Κυρίου Ιησού. Αυτή ήταν η εξουσία του Θεού που εκδηλώθηκε και υλοποιήθηκε στην ενσαρκωμένη σάρκα Του. Αυτού του είδους η εξουσία και η ικανότητα ανήκαν στον Δημιουργό και στον Υιό του ανθρώπου, στον οποίο υλοποιήθηκε ο Δημιουργός. Αυτή είναι η κατανόηση που διδάσκεται στην ανθρωπότητα μέσω της επαναφοράς του Λαζάρου στη ζωή από τον Θεό.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 78
Οι Φαρισαίοι επικρίνουν τον Ιησού
Μάρκ. 3:21-22 Και ότε ήκουσαν οι συγγενείς αυτού, εξήλθον διά να πιάσωσιν αυτόν· διότι έλεγον ότι είναι έξω εαυτού. Και οι γραμματείς, οίτινες κατέβησαν από Ιεροσολύμων, έλεγον ότι έχει Βεελζεβούλ, και ότι διά του άρχοντος των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια.
Ο Ιησούς επιπλήττει τους Φαρισαίους
Ματθ. 12:31-32 Διά τούτο σας λέγω, Πάσα αμαρτία και βλασφημία θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους, η κατά του Πνεύματος όμως βλασφημία δεν θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους· και όστις είπη λόγον κατά του Υιού του ανθρώπου, θέλει συγχωρηθή εις αυτόν· όστις όμως είπη κατά του Πνεύματος του Αγίου, δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι.
Ματθ. 23:13-15 Αλλ’ ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι κατατρώγετε τας οικίας των χηρών και τούτο επί προφάσει ότι κάμνετε μακράς προσευχάς· διά τούτο θέλετε λάβει μεγαλητέραν καταδίκην. Ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων· επειδή σεις δεν εισέρχεσθε ουδέ τους εισερχομένους αφίνετε να εισέλθωσιν. Ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι περιέρχεσθε την θάλασσαν και την ξηράν διά να κάμητε ένα προσήλυτον, και όταν γείνη, κάμνετε αυτόν υιόν της γεέννης διπλότερον υμών.
Το περιεχόμενο των δύο παραπάνω περικοπών είναι διαφορετικό. Ας ρίξουμε πρώτα μια ματιά στην πρώτη περικοπή: Οι Φαρισαίοι Επικρίνουν τον Ιησού.
Στη Βίβλο, η αξιολόγηση των Φαρισαίων για τον ίδιο τον Ιησού και για τα πράγματα που Αυτός έκανε ήταν: «[…] έλεγον ότι είναι έξω εαυτού. […] ότι έχει Βεελζεβούλ, και ότι διά του άρχοντος των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Μάρκ. 3:21-22). Η επίκριση του Κυρίου Ιησού από τους γραμματείς και τους Φαρισαίους δεν ήταν απλώς μίμηση των λόγων των άλλων ούτε αβάσιμη εικασία —ήταν το συμπέρασμά που έβγαλαν για τον Κύριο Ιησού από όσα είδαν και άκουσαν για τις ενέργειές Του. Παρόλο που το συμπέρασμά τους βγήκε δήθεν στο όνομα της δικαιοσύνης και φαινόταν βάσιμο στους ανθρώπους, ήταν δύσκολο ακόμα και για τους ίδιους να συγκρατήσουν την αλαζονεία με την οποία επέκριναν τον Κύριο Ιησού. Η φρενήρης ενέργεια του μίσους τους για τον Κύριο Ιησού, φανέρωσε τις ίδιες τους τις τρελές φιλοδοξίες, τις κακές και σατανικές τους όψεις, καθώς επίσης και τη μοχθηρή φύση με την οποία αντιστέκονταν στον Θεό. Αυτά τα πράγματα που είπαν όταν επέκριναν τον Κύριο Ιησού υποκινούνταν από τις τρελές τους φιλοδοξίες, τη ζήλια, και την άσχημη και μοχθηρή φύση της εχθρότητάς τους προς τον Θεό και την αλήθεια. Δεν ερεύνησαν την πηγή των ενεργειών του Κυρίου Ιησού, ούτε ερεύνησαν την ουσία όσων Αυτός είπε ή έκανε. Αντιθέτως, στα τυφλά, σε κατάσταση παράφορης ταραχής και με σκόπιμη κακεντρέχεια, επιτέθηκαν σ’ αυτά που Αυτός είχε κάνει και τα δυσφήμησαν. Έφτασαν, μάλιστα, σε τέτοιο σημείο ώστε να δυσφημίσουν εσκεμμένα το Πνεύμα Του, δηλαδή, το Άγιο Πνεύμα, το οποίο είναι το Πνεύμα του Θεού. Αυτό εννοούσαν όταν είπαν, «είναι έξω εαυτού», «ο Βεελζεβούλ» και ο «άρχοντας των δαιμονίων». Με άλλα λόγια, είπαν πως το Πνεύμα του Θεού ήταν ο Βεελζεβούλ και ο άρχοντας των δαιμονίων. Χαρακτήρισαν ως τρέλα το έργο του ενσαρκωμένου Πνεύματος του Θεού, το οποίο είχε ενδυθεί τη σάρκα. Όχι μόνο βλασφήμησαν το Πνεύμα του Θεού, αποκαλώντας Το Βεελζεβούλ και άρχοντα των δαιμονίων, αλλά καταδίκασαν επίσης το έργο του Θεού και καταδίκασαν και βλασφήμησαν τον Κύριο Ιησού Χριστό. Η ουσία της αντίστασής τους προς τον Θεό και της βλασφημίας τους κατά του Θεού ήταν ολόιδια με την ουσία της αντίστασης και της βλασφημίας που δόθηκαν από τον Σατανά και τα δαιμόνια. Δεν αντιπροσώπευαν απλώς διεφθαρμένους ανθρώπους, αλλά, πολύ περισσότερο, ήταν η προσωποποίηση του Σατανά. Ήταν ένα κανάλι για τον Σατανά ανάμεσα στην ανθρωπότητα, όπως και συνεργοί και υπηρέτες του Σατανά. Η ουσία της βλασφημίας και της σπίλωσής τους κατά του Κυρίου Ιησού Χριστού, ήταν ο αγώνας τους με τον Θεό για θέση, η αναμέτρησή τους με τον Θεό και η ατέρμονη υποβολή του Θεού σε δοκιμασίες από αυτούς. Η ουσία της αντίστασής τους στον Θεό, η στάση εχθρότητας τους προς Αυτόν, καθώς επίσης και τα λόγια και οι σκέψεις τους, βλασφημούσαν άμεσα και εξόργιζαν το Πνεύμα του Θεού. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Θεός όρισε μια λογική κρίση βασισμένη σε όσα είχαν πει και κάνει και ο Θεός αποφάσισε πως οι πράξεις τους είναι η αμαρτία της βλασφημίας κατά του Αγίου Πνεύματος. Η αμαρτία αυτή είναι ασυγχώρητη σ’ αυτόν, αλλά και στον άλλο κόσμο, όπως αποδεικνύεται από την ακόλουθη Γραφική περικοπή: «Η κατά του Πνεύματος βλασφημία δεν θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους» και «όστις είπη κατά του Πνεύματος του Αγίου, δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι». Σήμερα, ας μιλήσουμε για το πραγματικό νόημα αυτού του λόγου του Θεού: «δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι». Ας αποσαφηνίσουμε, δηλαδή, το πώς εκπληρώνει ο Θεός τα λόγια: «δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι».
Όλα όσα συζητήσαμε σχετίζονται με τη διάθεση του Θεού και με τη στάση Του προς τους ανθρώπους, τα γεγονότα και τα πράγματα. Φυσικά, οι δύο παραπάνω περικοπές, δεν αποτελούν εξαίρεση. Παρατηρήσατε τίποτα στις δυο αυτές Γραφικές περικοπές; Μερικοί άνθρωποι λένε πως βλέπουν τον θυμό του Θεού μέσα σ’ αυτές. Μερικοί λένε πως βλέπουν την πλευρά της διάθεσης του Θεού που δεν ανέχεται την ύβρη της ανθρωπότητας και πως, αν οι άνθρωποι κάνουν κάτι βλάσφημο προς τον Θεό, τότε δεν θα λάβουν τη συγχώρεσή Του. Παρά το γεγονός πως, σ’ αυτές τις δυο περικοπές, οι άνθρωποι βλέπουν και αντιλαμβάνονται τον θυμό και τη μη ανεκτικότητα του Θεού προς την ύβρη της ανθρωπότητας, εξακολουθούν να μην κατανοούν πραγματικά τη στάση Του. Σε αυτές τις δύο περικοπές υπάρχουν κρυφές αναφορές στην πραγματική στάση του Θεού και την προσέγγιση Του προς εκείνους που Τον βλασφημούν και Τον εξοργίζουν. Η στάση και η προσέγγισή Του καταδεικνύουν το πραγματικό νόημα της παρακάτω περικοπής: «Όστις είπη κατά του Πνεύματος του Αγίου, δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι». Όταν οι άνθρωποι βλασφημούν τον Θεό και όταν Τον εξοργίζουν, Αυτός εκδίδει ετυμηγορία, και η ετυμηγορία αυτή είναι ένα αποτέλεσμα που εκδίδεται από Αυτόν. Στη Βίβλο, περιγράφεται ως εξής: «Διά τούτο σας λέγω, Πάσα αμαρτία και βλασφημία θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους, η κατά του Πνεύματος όμως βλασφημία δεν θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους» (Ματθ. 12:31) και «Αλλ’ ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί» (Ματθ. 23:13). Ωστόσο, καταγράφεται στη Βίβλο ποιο ήταν το αποτέλεσμα για εκείνους τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, καθώς και για εκείνους που είπαν πως ο Κύριος Ιησούς ήταν τρελός, αφού είπε τα πράγματα αυτά; Καταγράφεται να υπέστησαν κάποια τιμωρία; Όχι —αυτό μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα. Λέγοντας εδώ «Όχι» δεν σημαίνει πως δεν υπήρχε τέτοια καταγραφή, αλλά στην πραγματικότητα ότι απλώς δεν υπήρχε κάποιο αποτέλεσμα ορατό στο ανθρώπινο μάτι. Η φράση «δεν καταγράφηκε» διασαφηνίζει το ζήτημα της στάσης και των αρχών που έχει ο Θεός για τη διαχείριση συγκεκριμένων πραγμάτων. Ο Θεός δεν κλείνει τα μάτια ή τα αυτιά όσον αφορά τους ανθρώπους που Τον βλασφημούν ή Του αντιστέκονται ή ακόμα και εκείνους που Τον κακολογούν, τους ανθρώπους που σκοπίμως Του επιτίθενται, Τον κακολογούν και Τον καταριούνται —αλλά αντιθέτως, έχει ξεκάθαρη στάση προς αυτούς. Μισεί τους ανθρώπους αυτούς και τους καταδικάζει στην καρδιά Του. Επιπλέον, ανακοινώνει ανοιχτά ποιο θα είναι το αποτέλεσμά τους, ώστε οι άνθρωποι να γνωρίζουν πως έχει ξεκάθαρη στάση προς εκείνους που Τον βλασφημούν, όπως και να γνωρίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα καθορίσει το αποτέλεσμά τους. Ωστόσο, αφού τα είπε αυτά ο Θεός, οι άνθρωποι σπάνια μπορούσαν να βλέπουν την αλήθεια για το πώς ο Θεός θα χειριζόταν τους ανθρώπους εκείνους και δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τις αρχές πίσω από το αποτέλεσμα και την ετυμηγορία που εξέδιδε ο Θεός για εκείνους. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν τη συγκεκριμένη προσέγγιση και τις μεθόδους που έχει ο Θεός για τον χειρισμό τους. Αυτό έχει να κάνει με τις αρχές που έχει ο Θεός όταν κάνει πράγματα. Ο Θεός χρησιμοποιεί την εμφάνιση γεγονότων για να αντιμετωπίσει τις κακές πράξεις κάποιων ανθρώπων. Δηλαδή, δεν ανακοινώνει την αμαρτία τους και δεν καθορίζει το αποτέλεσμά τους, αλλά αντιθέτως χρησιμοποιεί απευθείας την εμφάνιση γεγονότων για να αποδώσει την τιμωρία τους και τα δίκαια αντίποινά τους. Όταν λάβουν χώρα τα γεγονότα αυτά, η σάρκα των ανθρώπων είναι αυτή που τιμωρείται, δηλαδή η τιμωρία είναι κάτι το ορατό στο ανθρώπινο μάτι. Όταν αντιμετωπίζει τις κακές πράξεις κάποιων ανθρώπων, ο Θεός τούς καταριέται απλώς με λόγια και τους πλήττει επίσης ο θυμός Του, αλλά η τιμωρία που εισπράττουν μπορεί να είναι κάτι που οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν. Παρ’ όλα αυτά, η φύση μιας τέτοιας έκβασης μπορεί να είναι ακόμα πιο σοβαρή από εκείνη των εκβάσεων που μπορούν να δουν οι άνθρωποι, όπως το να τιμωρείσαι ή να σκοτώνεσαι. Αυτό συμβαίνει γιατί, υπό τις συνθήκες που ο Θεός έχει καθορίσει να μη σώζει τέτοιου είδους ανθρώπους, να μην τους δείχνει πια έλεος ή να έχει μακροθυμία προς αυτούς και να μην τους προσφέρει άλλες ευκαιρίες, τότε η στάση που Αυτός υιοθετεί απέναντί τους είναι μια στάση κατά την οποία τους παραμερίζει. Ποια είναι εδώ η σημασία του «παραμερίζω»; Η βασική σημασία του όρου είναι να αφήνεις κάτι στην άκρη, να το αγνοείς και να μη του δίνεις πια σημασία. Εδώ, όμως, όταν ο Θεός παραμερίζει κάποιον, υπάρχουν δύο διαφορετικές εξηγήσεις για τη σημασία του: Η πρώτη είναι πως Αυτός έχει παραδώσει τη ζωή και τα πάντα σχετικά με τον άνθρωπο εκείνο στον Σατανά, ώστε να τα αντιμετωπίσει εκείνος, και ο Θεός δεν θα ήταν πια υπεύθυνος γι’ αυτά και δεν θα διαχειριζόταν πια αυτόν τον άνθρωπο. Ανεξάρτητα απ’ το αν ο άνθρωπος εκείνος ήταν τρελός ή χαζός, ή αν ήταν νεκρός ή ζωντανός, ή αν είχε πέσει στην κόλαση ως τιμωρία, τίποτα από αυτά δεν θα είχε καμία σχέση με τον Θεό. Αυτό θα σήμαινε πως ένα τέτοιο δημιούργημα δεν θα είχε καμία σχέση με τον Δημιουργό. Η δεύτερη εξήγηση είναι πως ο Θεός έχει αποφασίσει πως Αυτός ο ίδιος θέλει να κάνει κάτι με τον άνθρωπο αυτό, με τα ίδια Του τα χέρια. Είναι πιθανό να αξιοποιήσει την υπηρεσία αυτού του ανθρώπου ή να το χρησιμοποιήσει ως αντιθετικό στοιχείο. Είναι πιθανό να έχει ειδικό τρόπο για να αντιμετωπίζει αυτό το είδος ανθρώπου, ειδικό τρόπο να του φέρεται, όπως ακριβώς με τον Παύλο για παράδειγμα. Αυτή είναι η αρχή και η στάση στην καρδιά του Θεού βάσει των οποίων έχει αποφασίσει να αντιμετωπίζει αυτό το είδος ανθρώπου. Επομένως, όταν οι άνθρωποι αντιστέκονται στον Θεό και όταν Τον κακολογούν και Τον βλασφημούν, αν προκαλούν τη διάθεσή Του ή σπρώξουν τον Θεό πέρα από τα όριά Του, τότε τις συνέπειες δεν αντέχουν καν να τις σκεφτούν. Η πιο σοβαρή συνέπεια είναι πως ο Θεός παραδίδει τις ζωές τους και τα πάντα σχετικά με αυτούς στον Σατανά μια για πάντα. Δεν θα συγχωρεθούν σε όλη την αιωνιότητα. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος αυτός έχει γίνει τροφή στο στόμα του Σατανά, ένα παιχνίδι στο χέρι του και, από εκεί και πέρα, ο Θεός δεν έχει καμία παραπάνω σχέση μαζί του. Φαντάζεστε πόση δυστυχία υπήρχε όταν ο Σατανάς έβαζε τον Ιώβ σε πειρασμό; Ακόμη και υπό τον όρο πως ο Σατανάς δεν επιτρεπόταν να βλάψει τη ζωή του Ιώβ, ο Ιώβ και πάλι υπέφερε πολύ. Επιπλέον, δεν είναι ακόμα πιο δύσκολο να φανταστείς τα δεινά που θα προκαλούνταν από τον Σατανά σε κάποιον ο οποίος έχει παραδοθεί εξ ολοκλήρου στον Σατανά, που είναι εξ ολοκλήρου στον έλεγχο του Σατανά, που έχει χάσει ολοκληρωτικά τη φροντίδα και το έλεος του Θεού, που δεν βρίσκεται πια υπό τη διακυβέρνηση του Δημιουργού, που του έχει αφαιρεθεί το δικαίωμα να Τον λατρεύει και το δικαίωμα να είναι δημιούργημα υπό τη διακυβέρνηση του Δημιουργού, και του οποίου η σχέση με τον Κύριο της κτίσης έχει αποκοπεί ολοκληρωτικά; Η δίωξη του Ιώβ από τον Σατανά ήταν κάτι το ορατό στο ανθρώπινο μάτι, αλλά, αν ο Θεός παραδώσει τη ζωή κάποιου στον Σατανά, οι συνέπειες ξεπερνούν την ανθρώπινη φαντασία. Για παράδειγμα, κάποιοι άνθρωποι μπορεί να ξαναγεννηθούν ως αγελάδες ή γαϊδούρια, ενώ κάποιοι μπορεί να καταληφθούν ή να κυριευτούν από ακάθαρτα, κακά πνεύματα, και ούτω καθεξής. Τέτοια είναι τα αποτελέσματα κάποιων από τους ανθρώπους που παραδίδονται από τον Θεό στον Σατανά. Απ’ έξω, φαίνεται πως οι άνθρωποι εκείνοι που γελοιοποίησαν, κακολόγησαν, καταδίκασαν και βλασφήμησαν τον Κύριο Ιησού, δεν υπέστησαν καμία συνέπεια. Ωστόσο, η αλήθεια είναι πως ο Θεός έχει μια προσέγγιση για να αντιμετωπίζει τα πάντα. Μπορεί να μη χρησιμοποιεί σαφή γλώσσα για να πει στους ανθρώπους το αποτέλεσμα του πώς αντιμετωπίζει το κάθε είδος ανθρώπου. Μερικές φορές, δεν μιλάει ευθέως, αλλά αντιθέτως ενεργεί ευθέως. Το γεγονός πως δεν μιλάει γι’ αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει κανένα αποτέλεσμα· στην πραγματικότητα, σε μια τέτοια περίπτωση είναι πιθανό το αποτέλεσμα να είναι ακόμα πιο σοβαρό. Εξωτερικά, μπορεί να φαίνεται ότι υπάρχουν κάποιοι, στους οποίους ο Θεός δεν μιλάει ξεκάθαρα σχετικά με τη στάση Του, αλλά στην πραγματικότητα, ο Θεός δεν θέλει να τους δίνει καμία σημασία εδώ και πολύ καιρό. Δεν θέλει να τους βλέπει πια. Λόγω των πραγμάτων που έχουν κάνει και της συμπεριφοράς τους, λόγω της φύσης-ουσίας τους, το μόνο που θέλει ο Θεός είναι να εξαφανιστούν από μπροστά Του, να τους παραδώσει απευθείας στον Σατανά, να δώσει το πνεύμα, την ψυχή και το σώμα τους στον Σατανά και να επιτρέψει στον Σατανά να κάνει ό,τι θέλει μαζί τους. Είναι ξεκάθαρος ο βαθμός στον οποίο τους μισεί ο Θεός, ο βαθμός στον οποίο Τον αηδιάζουν. Αν ένας άνθρωπος εξαγριώσει τον Θεό σε βαθμό που ο Θεός δεν θέλει πια ούτε να τον ξαναδεί και τον εγκαταλείψει ολοκληρωτικά, σε βαθμό που δεν θέλει καν να τον αντιμετωπίσει ο ίδιος —αν φτάσει στο σημείο που Αυτός θα τον παραδώσει στον Σατανά για να τον κάνει ό,τι θέλει, που θα επιτρέψει στον Σατανά να τον ελέγχει, να τον καταστρέψει και να τον μεταχειριστεί με οποιονδήποτε τρόπο τον ευχαριστεί— τότε ο άνθρωπος αυτός έχει παντελώς τελειώσει. Το δικαίωμά του να είναι άνθρωπος έχει ανακληθεί οριστικά και το δικαίωμά του να είναι δημιούργημα έχει πάψει να υφίσταται. Δεν είναι αυτό το πιο σοβαρό είδος τιμωρίας;
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 79
Ο λόγος του Ιησού στους μαθητές Του μετά την ανάστασή Του (Επιλεγμένα εδάφια)
Ιωάν. 20:26-29 Και μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί αυτού και Θωμάς μετ’ αυτών. Έρχεται ο Ιησούς, ενώ αι θύραι ήσαν κεκλεισμέναι, και εστάθη εις το μέσον και είπεν· Ειρήνη υμίν. Έπειτα λέγει προς τον Θωμάν· Φέρε τον δάκτυλόν σου εδώ και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός. Και απεκρίθη ο Θωμάς και είπε προς αυτόν· Ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Επειδή με είδες, Θωμά, επίστευσας· μακάριοι όσοι δεν είδον και επίστευσαν.
Ιωάν. 21:16-17 Λέγει προς αυτόν πάλιν δευτέραν φοράν· Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με; Λέγει προς αυτόν· Ναι, Κύριε, συ εξεύρεις ότι σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν· Ποίμαινε τα πρόβατά μου. Λέγει προς αυτόν την τρίτην φοράν· Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με; Ελυπήθη ο Πέτρος ότι είπε προς αυτόν την τρίτην φοράν· Αγαπάς με; και είπε προς αυτόν· Κύριε, συ εξεύρεις τα πάντα, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Βόσκε τα πρόβατά μου.
Αυτό που εξιστορούν οι περικοπές αυτές είναι ορισμένα πράγματα που έκανε και είπε ο Κύριος Ιησούς στους μαθητές Του μετά την ανάστασή Του. Πρώτα, ας ρίξουμε μια ματιά σε τυχόν διαφορές που μπορεί να υπάρχουν στον Κύριο Ιησού πριν και μετά την ανάσταση. Ήταν ακόμα ο ίδιος Κύριος Ιησούς των περασμένων ημερών; Οι Γραφές περιέχουν το ακόλουθο εδάφιο που περιγράφει τον Κύριο Ιησού μετά την ανάσταση: «Έρχεται ο Ιησούς, ενώ αι θύραι ήσαν κεκλεισμέναι, και εστάθη εις το μέσον και είπεν· Ειρήνη υμίν». Είναι πολύ ξεκάθαρο πως, εκείνη τη στιγμή, ο Κύριος Ιησούς δεν κατοικούσε πια σ’ ένα σαρκικό σώμα, αλλά πως ήταν πλέον σ’ ένα πνευματικό σώμα. Αυτό οφειλόταν στο ότι είχε υπερβεί τους περιορισμούς της σάρκας· παρόλο που η πόρτα ήταν κλειστή, μπορούσε ακόμα να έλθει ανάμεσα στους ανθρώπους και να τους επιτρέψει να Τον δούνε. Αυτή είναι η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του Κυρίου Ιησού μετά την ανάσταση και του Κυρίου Ιησού που ζούσε στη σάρκα, πριν από την ανάσταση. Παρόλο που δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ της εμφάνισης του πνευματικού σώματος εκείνης της στιγμής και της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού όπως ήταν πριν, ο Κύριος Ιησούς, εκείνη τη στιγμή, είχε γίνει κάποιος που οι άνθρωποι ένιωθαν σαν ξένο, γιατί είχε γίνει πνευματικό σώμα αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς και, σε σύγκριση με την προηγούμενη σάρκα Του, το πνευματικό αυτό σώμα ήταν πιο ακατάληπτο και δυσνόητο στους ανθρώπους. Δημιούργησε επίσης μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στον Κύριο Ιησού και στους ανθρώπους, ενώ οι άνθρωποι ένιωθαν στις καρδιές τους πως, εκείνη τη στιγμή, ο Κύριος Ιησούς είχε γίνει πιο μυστηριώδης. Αυτές οι νοήσεις και τα συναισθήματα από πλευράς των ανθρώπων, τους επανέφεραν ξαφνικά σε μια εποχή πίστης σε έναν Θεό που δεν μπορούσαν να δουν ή ν’ αγγίξουν. Έτσι, το πρώτο πράγμα που έκανε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του ήταν να επιτρέψει σε όλους να Τον δουν, να επιβεβαιώσει πως Αυτός υπάρχει και να επιβεβαιώσει το γεγονός της ανάστασής Του. Επιπλέον, αυτή η ενέργεια αποκατέστησε τη σχέση Του με τους ανθρώπους στην προηγούμενη κατάστασή της όταν Αυτός εργαζόταν στη σάρκα, όταν ήταν ο Χριστός τον οποίο μπορούσαν να δουν και ν’ αγγίξουν. Ένα από τα αποτελέσματα αυτού είναι πως οι άνθρωποι δεν είχαν καμία απολύτως αμφιβολία πως ο Κύριος Ιησούς είχε αναστηθεί από τους νεκρούς αφού είχε καρφωθεί στον σταυρό, και επίσης δεν είχαν καμία αμφιβολία για το έργο του Κυρίου Ιησού για τη λύτρωση της ανθρωπότητας. Ένα άλλο αποτέλεσμα είναι πως το γεγονός ότι ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στους ανθρώπους μετά την ανάστασή Του και τους επέτρεψε να Τον δουν και να Τον αγγίξουν εδραίωσε σταθερά την ανθρωπότητα στην Εποχή της Χάριτος, διασφαλίζοντας πως από εκεί και πέρα, οι άνθρωποι δεν θα επέστρεφαν στην προηγούμενη Εποχή του Νόμου, με την υποτιθέμενη αιτιολογία ότι ο Κύριος Ιησούς «εξαφανίστηκε» ή ότι «έφυγε χωρίς να πει λέξη». Έτσι διασφάλισε ότι θα συνέχιζαν να προχωρούν προς τα εμπρός, ακολουθώντας τις διδαχές του Κυρίου Ιησού και το έργο που Αυτός είχε εκτελέσει. Κατά συνέπεια, άνοιξε επίσημα μια νέα φάση στο έργο της Εποχής της Χάριτος, ενώ, από εκεί και έπειτα, οι άνθρωποι που ζούσαν υπό τον νόμο εξήλθαν επίσημα από τον νόμο και εισήλθαν σε μια νέα περίοδο, μια νέα αρχή. Αυτές είναι οι πολύπλευρες σημασίες της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού στην ανθρωπότητα μετά την ανάσταση.
Εφόσον ο Κύριος Ιησούς κατοικούσε τώρα σ’ ένα πνευματικό σώμα, πώς μπορούσαν οι άνθρωποι να Τον αγγίξουν και να Τον δουν; Αυτό το ερώτημα θίγει τη σημασία της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού στην ανθρωπότητα. Παρατηρήσατε τίποτα στις Γραφικές περικοπές που μόλις διαβάσαμε; Γενικά, τα πνευματικά σώματα δεν είναι ορατά ή απτά, ενώ, μετά την ανάσταση, το έργο που είχε αναλάβει ο Κύριος Ιησούς είχε ήδη ολοκληρωθεί. Επομένως, στη θεωρία, δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο να επιστρέψει ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους συναντήσει με την αρχική Του μορφή, ωστόσο, η εμφάνιση του πνευματικού σώματος του Κυρίου Ιησού σε ανθρώπους όπως ο Θωμάς έκανε τη σημασία της εμφάνισής Του πιο απτή, ώστε διείσδυσε βαθύτερα στις καρδιές των ανθρώπων. Όταν εμφανίστηκε στον Θωμά, άφησε τον δύσπιστο Θωμά να αγγίξει το χέρι Του, λέγοντάς του: «Φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Τα λόγια αυτά και οι ενέργειες αυτές δεν ήταν πράγματα που ήθελε να πει και να κάνει ο Κύριος Ιησούς μόνο αφότου είχε αναστηθεί· στην πραγματικότητα, ήταν πράγματα που ήθελε να πει και να κάνει πριν καρφωθεί στον σταυρό, γιατί οι αμφιβολίες του Θωμά δεν είχαν αρχίσει μόλις τότε, αλλά τον συνόδευαν καθ’ όλη την περίοδο που ακολουθούσε τον Κύριο Ιησού. Είναι εμφανές πως, πριν καρφωθεί στον σταυρό, ο Κύριος Ιησούς είχε ήδη μια κατανόηση για ανθρώπους σαν τον Θωμά. Επομένως, τι μπορούμε να δούμε από αυτό; Παρέμενε ο ίδιος Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του. Η ουσία Του δεν είχε αλλάξει. Ωστόσο, εδώ ήταν ο Κύριος Ιησούς που είχε αναστηθεί από τους νεκρούς και είχε επιστρέψει από το πνευματικό βασίλειο με την αρχική Του εικόνα, με την αρχική Του διάθεση και με την κατανόηση που είχε για την ανθρωπότητα από τον χρόνο Του στη σάρκα, επομένως, πήγε πρώτα στον Θωμά και τον άφησε να αγγίξει το πλευρό Του, όχι μόνο για να επιτρέψει στον Θωμά να δει το πνευματικό Του σώμα μετά την ανάσταση, αλλά και για να τον αφήσει να αγγίξει και να νιώσει την ύπαρξη του πνευματικού Του σώματος και να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά τις αμφιβολίες του. Πριν καρφωθεί στον σταυρό ο Κύριος Ιησούς, ο Θωμάς πάντοτε αμφέβαλε πως Αυτός ήταν ο Χριστός και ήταν ανίκανος να πιστέψει. Η πίστη του στον Θεό είχε οικοδομηθεί μόνο πάνω σ’ αυτά που μπορούσε να δει με τα ίδια του τα μάτια, πάνω σ’ αυτά που μπορούσε να αγγίξει με τα ίδια του τα χέρια. Ο Κύριος Ιησούς κατανοούσε καλά την πίστη αυτού του είδους ανθρώπων. Πίστευαν μόνο στον επουράνιο Θεό, ενώ δεν πίστευαν καθόλου τον Απεσταλμένο του Θεού ή τον ενσαρκωμένο Χριστό και ούτε Τον δέχονταν. Για να να ομολογήσει και να πιστέψει ο Πέτρος στην ύπαρξη του Κυρίου Ιησού, όπως και να πιστέψει πως Αυτός ήταν πραγματικά ο ενσαρκωμένος Θεός, επέτρεψε στον Θωμά να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει το πλευρό Του. Οι αμφιβολίες του Θωμά είχαν καμιά διαφορά πριν και μετά την ανάσταση του Κυρίου Ιησού; Πάντοτε αμφέβαλλε και με εξαίρεση το πνευματικό σώμα του Κυρίου Ιησού που του εμφανίστηκε προσωπικά και του επέτρεψε να αγγίξει τα σημάδια από τα καρφιά στο σώμα Του, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μπορούσε κανείς να εξαλείψει τις αμφιβολίες του και να τον κάνει να τις αποχωριστεί. Έτσι, από τη στιγμή που ο Κύριος Ιησούς επέτρεψε στον Θωμά να αγγίξει το πλευρό Του και να αισθανθεί πραγματικά την ύπαρξη των σημαδιών από τα καρφιά, οι αμφιβολίες του Θωμά εξαφανίστηκαν, κατάλαβε πραγματικά πως ο Κύριος Ιησούς είχε αναστηθεί, και ομολόγησε και πίστεψε πως ο Κύριος Ιησούς ήταν ο πραγματικός Χριστός και ο ενσαρκωμένος Θεός. Παρόλο που την ώρα εκείνη ο Θωμάς δεν αμφέβαλλε πια, είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να συναντηθεί με τον Χριστό. Είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να είναι μαζί Του, να Τον ακολουθεί, να Τον γνωρίσει. Είχε χάσει την ευκαιρία να οδηγηθεί στην τελείωση από τον Χριστό. Η εμφάνιση και ο λόγος του Κυρίου Ιησού παρείχαν ένα συμπέρασμα και μια ετυμηγορία για την πίστη εκείνων που ήταν γεμάτοι αμφιβολίες. Χρησιμοποίησε τα πρακτικά Του λόγια και τις ενέργειές Του για να πει στους αμφισβητίες, να πει σε εκείνους που πίστευαν μόνο στον Θεό στον ουρανό, αλλά όχι στον Χριστό, το εξής: ο Θεός δεν επιδοκίμαζε την πίστη τους ούτε τους επιδοκίμαζε που Τον ακολουθούσαν, ενώ αμφέβαλλαν γι’ Αυτόν. Η μέρα κατά την οποία πίστεψαν πλήρως στον Θεό και στον Χριστό μπορούσε να είναι μόνο η μέρα που ο Θεός ολοκλήρωσε το μέγα Του έργο. Φυσικά, η μέρα εκείνη ήταν επίσης η μέρα που διατυπώθηκε μια ετυμηγορία για τις αμφιβολίες τους. Η στάση τους προς τον Χριστό καθόρισε τη μοίρα τους, οι επίμονες αμφιβολίες τους σήμαιναν πως η πίστη τους δεν απέδωσε κανέναν καρπό γι’ αυτούς, ενώ η σκληρότητά τους σήμαινε πως οι ελπίδες τους ήταν μάταιες. Επειδή η πίστη τους στον επουράνιο Θεό τρεφόταν με ψευδαισθήσεις και οι αμφιβολίες τους προς τον Χριστό ήταν στην πραγματικότητα η αληθινή τους στάση προς τον Θεό, παρόλο που άγγιξαν τα σημάδια από τα καρφιά στο σώμα του Κυρίου Ιησού, η πίστη τους παρέμενε ανώφελη και το αποτέλεσμά τους θα μπορούσε να περιγραφεί μόνο ως μια τρύπα στο νερό —ήταν όλο μάταιο. Αυτό που είπε ο Κύριος Ιησούς στον Θωμά ήταν επίσης πολύ ξεκάθαρα ο τρόπος Του να πει σε κάθε άνθρωπο: Ο αναστημένος Κύριος Ιησούς είναι ο Κύριος Ιησούς που πέρασε τριάντα τρία και μισό χρόνια εργαζόμενος ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Παρόλο που είχε καρφωθεί στον σταυρό και είχε βιώσει την κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, και παρόλο που είχε βιώσει την ανάσταση, δεν είχε υποστεί καμία αλλαγή σε καμία πτυχή. Παρόλο που τώρα είχε σημάδια από καρφιά στο σώμα Του και παρόλο που είχε αναστηθεί και είχε βγει από τον τάφο, η διάθεσή Του, η κατανόησή Του για την ανθρωπότητα και οι προθέσεις Του προς την ανθρωπότητα δεν είχαν υποστεί την παραμικρή αλλαγή. Επίσης, έλεγε στους ανθρώπους πως είχε κατέβει από τον σταυρό, είχε θριαμβεύσει επί της αμαρτίας, είχε ξεπεράσει τις κακουχίες και είχε θριαμβεύσει επί του θανάτου. Τα σημάδια από τα καρφιά ήταν απλώς οι αποδείξεις της νίκης Του επί του Σατανά, οι αποδείξεις πως έγινε θυσία υπέρ αμαρτίας για να λυτρώσει επιτυχώς όλη την ανθρωπότητα. Έλεγε στους ανθρώπους πως Αυτός είχε ήδη επωμιστεί τις αμαρτίες της ανθρωπότητας και πως είχε ολοκληρώσει το έργο της λύτρωσης. Όταν επέστρεψε για να δει τους μαθητές Του, τους είπε αυτό το μήνυμα μέσω της εμφάνισής Του: «Είμαι ακόμα ζωντανός, υπάρχω ακόμα· σήμερα, στέκομαι πραγματικά μπροστά σας για να Με δείτε και να Με αγγίξετε. Θα είμαι πάντοτε μαζί σας». Ο Κύριος Ιησούς ήθελε επίσης να χρησιμοποιήσει την περίπτωση του Θωμά ως προειδοποίηση για τους ανθρώπους στο μέλλον: Παρόλο που δεν μπορείς μήτε να δεις μήτε να αγγίξεις τον Κύριο Ιησού κατά την πίστη σου σ’ Αυτόν, είσαι ευλογημένος εξαιτίας της αληθινής σου πίστης, όπως και μπορείς να δεις τον Κύριο Ιησού εξαιτίας της αληθινής σου πίστης, και αυτό το είδος ανθρώπου είναι ευλογημένο.
Ο λόγος αυτός που καταγράφεται στη Βίβλο και που εξέφερε ο Κύριος Ιησούς όταν εμφανίστηκε στον Θωμά προσφέρει μεγάλη βοήθεια σε όλους τους ανθρώπους στην Εποχή της Χάριτος. Η εμφάνισή Του στον Θωμά και τα λόγια που του είπε έχουν επηρεάσει σημαντικά τις γενιές που ακολούθησαν· έχουν παντοτινή σημασία. Ο Θωμάς αντιπροσωπεύει ένα είδος ανθρώπου που πιστεύει στον Θεό, ωστόσο αμφιβάλλει για τον Θεό. Αυτοί οι άνθρωποι είναι καχύποπτοι εκ φύσεως, έχουν μοχθηρές καρδιές, είναι επίβουλοι και δεν πιστεύουν στα πράγματα που μπορεί να επιτύχει ο Θεός. Δεν πιστεύουν στην παντοδυναμία του Θεού και στην κυριαρχία Του, ούτε πιστεύουν στον ενσαρκωμένο Θεό. Ωστόσο, η ανάσταση του Κυρίου Ιησού ερχόταν σε πλήρη αντίθεση μ’ εκείνα τα χαρακτηριστικά που είχαν και τους παρείχε την ευκαιρία να ανακαλύψουν τις ίδιες τους τις αμφιβολίες, να αναγνωρίσουν τις ίδιες τους τις αμφιβολίες και να ομολογήσουν την ίδια τους την επιβουλή, καταλήγοντας, έτσι, στο να πιστέψουν πραγματικά στην ύπαρξη και στην ανάσταση του Κυρίου Ιησού. Αυτό που συνέβη με τον Θωμά, προειδοποίησε και επέστησε την προσοχή στις μελλοντικές γενιές, έτσι ώστε περισσότεροι άνθρωποι να μπορέσουν να προειδοποιήσουν τους εαυτούς τους να μην είναι αμφισβητίες σαν τον Θωμά, καθώς και ότι αν γέμιζαν με αμφιβολίες, τότε θα βυθίζονταν στο σκότος. Αν ακολουθείς τον Θεό, αλλά, όπως ακριβώς ο Θωμάς, θέλεις πάντα να αγγίζεις το πλευρό του Κυρίου και να νιώθεις τα σημάδια Του από τα καρφιά για να επιβεβαιώσεις, να επαληθεύσεις και να κάνεις εικασίες σχετικά με το αν υπάρχει ο Θεός ή όχι, τότε ο Θεός θα σε απαρνηθεί. Επομένως, ο Κύριος Ιησούς απαιτεί από τους ανθρώπους να μην είναι σαν τον Θωμά, πιστεύοντας μόνο στα όσα μπορούν να δουν με ίδια τα μάτια τους, αλλά να είναι αγνοί, ειλικρινείς άνθρωποι και να μην τρέφουν αμφιβολίες για τον Θεό, αλλά απλώς να πιστεύουν σ’ Αυτόν και να Τον ακολουθούν. Οι άνθρωποι σαν κι αυτούς είναι ευλογημένοι. Αυτή είναι μια πολύ μικρή απαίτηση που έχει ο Κύριος Ιησούς από τους ανθρώπους, καθώς και είναι μια προειδοποίηση προς τους ακόλουθούς Του.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 80
Ο λόγος του Ιησού στους μαθητές Του μετά την ανάστασή Του (Επιλεγμένα εδάφια)
Ιωάν. 21:16-17 Λέγει προς αυτόν πάλιν δευτέραν φοράν· Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με; Λέγει προς αυτόν· Ναι, Κύριε, συ εξεύρεις ότι σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν· Ποίμαινε τα πρόβατά μου. Λέγει προς αυτόν την τρίτην φοράν· Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με; Ελυπήθη ο Πέτρος ότι είπε προς αυτόν την τρίτην φοράν· Αγαπάς με; και είπε προς αυτόν· Κύριε, συ εξεύρεις τα πάντα, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Βόσκε τα πρόβατά μου.
Στη συζήτηση αυτή, ο Κύριος Ιησούς ρώτησε επανειλημμένως τον Πέτρο ένα πράγμα: «Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με;» Αυτό αποτελεί ένα υψηλότερο πρότυπο το οποίο απαίτησε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του από ανθρώπους όπως ο Πέτρος, ανθρώπους που πιστεύουν πραγματικά στον Χριστό και αγωνίζονται για να αγαπούν τον Κύριο. Η ερώτηση αυτή ήταν κάτι σαν έρευνα και ανάκριση, αλλά, ακόμη περισσότερο, ήταν μια απαίτηση και μια προσδοκία από τους ανθρώπους σαν τον Πέτρο. Ο Κύριος Ιησούς χρησιμοποίησε αυτήν την ερωτηματική μέθοδο, έτσι ώστε οι άνθρωποι να συλλογιστούν και να κοιτάξουν μέσα τους και να αναρωτηθούν: Ποιες είναι οι απαιτήσεις του Κυρίου Ιησού από τους ανθρώπους; Αγαπώ τον Κύριο; Είμαι άνθρωπος που αγαπάει τον Θεό; Πώς οφείλω να αγαπώ τον Θεό; Παρόλο που ο Κύριος Ιησούς έκανε μόνο αυτήν την ερώτηση στον Πέτρο, η αλήθεια είναι πως, στην καρδιά Του, θέτοντας στον Πέτρο αυτά τα ερωτήματα, ήθελε να χρησιμοποιήσει αυτήν την ευκαιρία για να απευθύνει αυτό το ίδιο είδος ερώτησης σε περισσότερους ανθρώπους που επιζητούν να αγαπούν τον Θεό. Απλώς, ο Πέτρος είχε την ευλογία να ενεργεί ως ο εκπρόσωπος αυτού του είδους ανθρώπου, να δέχεται αυτές τις ερωτήσεις από το στόμα του ίδιου του Κυρίου Ιησού.
Σε σύγκριση με τα ακόλουθα λόγια που είπε ο Κύριος Ιησούς στον Θωμά μετά την ανάστασή Του: «Φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός», η τριπλά επαναλαμβανόμενη ερώτησή του προς τον Πέτρο: «Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με;» επιτρέπει στους ανθρώπους να νιώσουν καλύτερα την αυστηρότητα της στάσης του Κυρίου Ιησού, όπως και το αίσθημα του επείγοντος που ένιωθε όταν τον ρωτούσε. Όσο για τον δύσπιστο Θωμά, με τη δόλια φύση του, ο Κύριος Ιησούς τού επέτρεψε να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει τα σημάδια από τα καρφιά στο σώμα Του, γεγονός που τον οδήγησε στο να πιστέψει πως ο Κύριος Ιησούς ήταν ο αναστημένος Υιός του ανθρώπου και στο να αναγνωρίσει την ταυτότητα του Κυρίου Ιησού ως Χριστό. Επιπλέον, παρόλο που ο Κύριος Ιησούς δεν επέπληξε τον Θωμά με αυστηρότητα ούτε και εξέφρασε λεκτικά κάποια σαφή κρίση γι’ αυτόν, παρ’ όλα αυτά, χρησιμοποίησε πρακτικές ενέργειες για να ενημερώσει τον Θωμά πως τον κατανοούσε, ενώ, ταυτόχρονα, επιδείκνυε τη στάση και την αποφασιστικότητά Του προς αυτό το είδος ανθρώπου. Οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες του Κυρίου Ιησού από αυτό το είδος ανθρώπου δεν φαίνονται από αυτά που είπε, επειδή οι άνθρωποι σαν τον Θωμά απλούστατα δεν έχουν ούτε ένα ίχνος αληθινής πίστης. Οι απαιτήσεις που έχει ο Κύριος Ιησούς από αυτούς φτάνουν μέχρι εκεί, αλλά η στάση που Αυτός αποκάλυψε προς τους ανθρώπους σαν τον Πέτρο είναι τελείως διαφορετική. Δεν απαίτησε από τον Πέτρο να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει τα σημάδια Του από τα καρφιά, ούτε είπε στον Πέτρο: «Μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Αντιθέτως, έκανε στον Πέτρο την ίδια ερώτηση επανειλημμένα. Η ερώτηση προκαλούσε σκέψεις και ήταν γεμάτη νόημα, μια ερώτηση που δεν μπορεί παρά να κάνει κάθε ακόλουθο του Χριστού να νιώσει μετάνοια και φόβο, αλλά και να νιώσει την ανήσυχη και λυπημένη διάθεση του Κυρίου Ιησού. Επιπλέον, όταν πονούν πολύ και υποφέρουν, είναι πιο ικανοί να κατανοήσουν το ενδιαφέρον και τη φροντίδα του Κυρίου Ιησού Χριστού· συνειδητοποιούν τις ειλικρινείς Του διδαχές και τις αυστηρές Του απαιτήσεις για αγνούς και έντιμους ανθρώπους. Η ερώτηση του Κυρίου Ιησού επιτρέπει στους ανθρώπους να νιώσουν πως οι προσδοκίες που έχει ο Κύριος από τους ανθρώπους και που αποκαλύπτονται σ’ αυτόν τον απλό λόγο, δεν είναι απλώς να πιστεύεις σ’ Αυτόν και να Τον ακολουθείς, αλλά να επιτύχεις να έχεις αγάπη, να αγαπάς τον Κύριό σου και τον Θεό σου. Αυτό το είδος αγάπης δείχνει πως κάποιος νοιάζεται και υποτάσσεται. Οι άνθρωποι ζουν για τον Θεό, πεθαίνουν για τον Θεό, αφιερώνουν τα πάντα στον Θεό, και δαπανούν και δίνουν τα πάντα για τον Θεό. Αυτό το είδος αγάπης σημαίνει επίσης να δίνει κανείς στον Θεό παρηγοριά, επιτρέποντάς Του να απολαμβάνει τη μαρτυρία και να αναπαύεται. Είναι η ανταπόδοση της ανθρωπότητας στον Θεό, η ευθύνη, η υποχρέωση και το καθήκον του ανθρώπου, και είναι μια οδός που πρέπει να ακολουθούν οι άνθρωποι καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Οι τρεις αυτές ερωτήσεις ήταν μια απαίτηση και μια προτροπή που έκανε ο Κύριος Ιησούς προς τον Πέτρο και προς όλους τους ανθρώπους που θα οδηγούνταν στην τελείωση. Ήταν οι τρεις αυτές ερωτήσεις που οδήγησαν και παρακίνησαν τον Πέτρο να ακολουθήσει το μονοπάτι του στη ζωή ως το τέλος, ενώ ήταν οι ερωτήσεις αυτές κατά την αναχώρηση του Κυρίου Ιησού που οδήγησαν τον Πέτρο να ξεκινήσει στο μονοπάτι του προς την τελείωση, που τον οδήγησαν, χάρη στην αγάπη του για τον Κύριο, να φροντίζει την καρδιά του Κυρίου, να υποταχθεί στον Κύριο, να προσφέρει παρηγοριά στον Κύριο και να προσφέρει ολόκληρη τη ζωή του και όλο του το είναι χάρη στην αγάπη του.
Κατά την Εποχή της Χάριτος, το έργο του Θεού αφορούσε κυρίως δύο είδη ανθρώπων. Το πρώτο ήταν το είδος του ανθρώπου που πίστευε σ’ Αυτόν και Τον ακολουθούσε, που μπορούσε να τηρεί τις εντολές Του και να σηκώσει τον σταυρό, και που μπορούσε να μείνει πιστός στην οδό της Εποχής της Χάριτος. Αυτό το είδος ανθρώπου θα λάμβανε την ευλογία του Θεού και θα απολάμβανε τη χάρη του Θεού. Το δεύτερο είδος ανθρώπου ήταν σαν τον Πέτρο —κάποιος που μπορούσε να οδηγηθεί στην τελείωση. Έτσι, αφού αναστήθηκε ο Κύριος Ιησούς, έκανε πρώτα τα δύο αυτά πλέον σημαντικά πράγματα. Το ένα έγινε με τον Θωμά, το άλλο με τον Πέτρο. Τι αντιπροσωπεύουν αυτά τα δυο πράγματα; Αντιπροσωπεύουν τις πραγματικές προθέσεις του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας; Αντιπροσωπεύουν την ειλικρίνεια του Θεού προς την ανθρωπότητα; Το έργο που Αυτός έκανε με τον Θωμά ήταν για να προειδοποιήσει τους ανθρώπους να μην είναι δύσπιστοι, αλλά απλώς να πιστεύουν. Το έργο που έκανε με τον Πέτρο ήταν για να ενδυναμώσει την πίστη των ανθρώπων σαν τον Πέτρο και για να κάνει ξεκάθαρες τις απαιτήσεις Του από αυτό το είδος ανθρώπου, να δείξει ποιους στόχους θα έπρεπε να επιδιώκουν.
Αφού αναστήθηκε ο Κύριος Ιησούς, εμφανίστηκε στους ανθρώπους που Αυτός θεώρησε απαραίτητο, μίλησε μαζί τους, διατύπωσε τις απαιτήσεις Του από αυτούς, αφήνοντας πίσω τις προθέσεις και τις προσδοκίες Του για τους ανθρώπους. Με άλλα λόγια, ως ο ενσαρκωμένος Θεός, το ενδιαφέρον Του για την ανθρωπότητα και οι απαιτήσεις Του από τους ανθρώπους δεν άλλαξαν ποτέ· αυτά παρέμειναν τα ίδια όταν ήταν ενσαρκωμένος και όταν ήταν στο πνευματικό Του σώμα αφού καρφώθηκε στον σταυρό και αναστήθηκε. Ενδιαφερόταν για τους μαθητές αυτούς πριν βρεθεί πάνω στον σταυρό, και στην καρδιά Του, ήταν ξεκάθαρος όσον αφορά την κατάσταση του κάθε ανθρώπου και κατανοούσε τα ελαττώματα κάθε ανθρώπου και, φυσικά, η κατανόηση Του για κάθε άνθρωπο αφότου πέθανε, αναστήθηκε και έγινε πνευματικό σώμα, ήταν η ίδια όπως ήταν όταν Αυτός ήταν στη σάρκα. Γνώριζε πως οι άνθρωποι δεν ήταν απολύτως βέβαιοι για την ταυτότητά Του ως Χριστός, αλλά, κατά το διάστημά Του στη σάρκα, δεν διατύπωσε αυστηρές απαιτήσεις από τους ανθρώπους. Ωστόσο, αφού είχε αναστηθεί, εμφανίστηκε σ’ αυτούς και φρόντισε να βεβαιωθούν απολύτως για το γεγονός πως ο Κύριος Ιησούς είχε έλθει από τον Θεό και πως ήταν ο ενσαρκωμένος Θεός, ενώ χρησιμοποίησε το γεγονός της εμφάνισης και της ανάστασής Του ως το μεγαλύτερο όραμα και το κίνητρο της δια βίου επιδίωξης της ανθρωπότητας. Η ανάστασή Του από τον θάνατο, όχι μόνο ενδυνάμωσε όλους όσοι Τον ακολουθούσαν, αλλά επίσης εφάρμοσε πλήρως, ανάμεσα στην ανθρωπότητα, το έργο Του της Εποχής της Χάριτος, με αποτέλεσμα το ευαγγέλιο της σωτηρίας του Κυρίου Ιησού στην Εποχή της Χάριτος να αρχίσει να διαδίδεται σταδιακά σε κάθε γωνιά της ανθρωπότητας. Θα έλεγες πως η εμφάνιση του Κυρίου Ιησού μετά την ανάστασή Του είχε καμιά σημασία; Αν, εκείνη την περίοδο, ήσουν ο Θωμάς ή ο Πέτρος και συναντούσες αυτό το τόσο βαρυσήμαντο πράγμα στη ζωή σου, τι είδους επίπτωση θα είχε πάνω σου; Θα το είχες δει σαν το καλύτερο και το σπουδαιότερο όραμα στη ζωή της πίστης σου στον Θεό; Θα το είχες δει σαν δύναμη που θα σε παρακινούσε καθώς ακολουθούσες τον Θεό, αγωνιζόσουν για να Τον ικανοποιείς και επεδίωκες να αγαπήσεις τον Θεό σε ολόκληρη τη ζωή σου; Θα είχες δαπανήσει μια ζωή προσπαθειών για να διαδώσεις αυτό το σπουδαιότερο από όλα τα οράματα; Θα είχες αποδεχθεί τη διάδοση της σωτηρίας του Κυρίου Ιησού ως αποστολή από τον Θεό; Παρόλο που δεν το έχετε βιώσει αυτό, τα δύο παραδείγματα του Θωμά και του Πέτρου ήδη αρκούν για να αποκτήσουν οι σύγχρονοι άνθρωποι μια σαφή κατανόηση του Θεού και των προθέσεών Του. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως, αφού ο Θεός ενσαρκώθηκε, αφού βίωσε προσωπικά τη ζωή ανάμεσα στην ανθρωπότητα και βίωσε προσωπικά την ανθρώπινη ζωή και, αφού είδε την εξαχρείωση της ανθρωπότητας και την κατάσταση της ανθρώπινης ζωής εκείνη την περίοδο, ο Θεός στη σάρκα ένιωσε πιο βαθιά πόσο ανήμπορη, οικτρή και αξιοθρήνητη είναι η ανθρωπότητα. Ο Θεός που ζει στη σάρκα απέκτησε περισσότερη ενσυναίσθηση για την ανθρώπινη κατάσταση, λόγω της ανθρώπινης φύσης Του, λόγω των σαρκικών ενστίκτων Του. Αυτό Τον οδήγησε να νιώσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τους ακόλουθούς Του. Αυτά είναι πιθανόν πράγματα που δεν μπορείτε να κατανοήσετε, αλλά μπορώ να περιγράψω αυτήν την ανησυχία και το ενδιαφέρον που ένιωσε ο Θεός στη σάρκα προς καθέναν από τους ακόλουθούς Του, χρησιμοποιώντας δύο λέξεις: «έντονο ενδιαφέρον». Παρόλο που ο όρος αυτός προέρχεται από τη γλώσσα των ανθρώπων και παρόλο που είναι άκρως ανθρώπινος, εντούτοις πραγματικά εκφράζει και περιγράφει τα συναισθήματα του Θεού για τους ακόλουθούς Του. Όσο για το έντονο ενδιαφέρον του Θεού για τους ανθρώπους, κατά τη διάρκεια των εμπειριών σας, σταδιακά θα το νιώσετε και θα πάρετε μια γεύση απ’ αυτό. Ωστόσο, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο κατανοώντας σταδιακά τη διάθεση του Θεού, με βάση την επιδίωξη μιας αλλαγής στη δική σας τη διάθεση. Όταν ο Κύριος Ιησούς έκανε αυτήν την εμφάνιση, αυτό οδήγησε το έντονο ενδιαφέρον Του για τους ακόλουθούς Του στην ανθρώπινη φύση στο να υλοποιηθεί και να περάσει στο πνευματικό Του σώμα ή, μπορεί να πει κανείς, στη θεϊκή Του φύση. Η εμφάνισή Του επέτρεψε στους ανθρώπους να βιώσουν για άλλη μια φορά και να νιώσουν το ενδιαφέρον και τη φροντίδα του Θεού, αποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, δυναμικά πως ο Θεός είναι Αυτός που εγκαινιάζει μια εποχή, που ξεδιπλώνει μια εποχή και που τελειώνει, επίσης, μια εποχή. Μέσω της εμφάνισής Του, ενδυνάμωσε την πίστη όλων των ανθρώπων και απέδειξε στον κόσμο το γεγονός πως είναι ο Θεός ο ίδιος. Αυτό έδωσε στους ακόλουθούς Του αιώνια επιβεβαίωση, ενώ, μέσω της εμφάνισής Του, εγκαινίασε επίσης μια φάση του έργου Του στη νέα εποχή.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 81
Ο Ιησούς τρώει ψωμί και εξηγεί τις Γραφές μετά την ανάστασή Του
Λουκ. 24:30-32 Και αφού εκάθησε μετ’ αυτών εις την τράπεζαν, λαβών τον άρτον ευλόγησε και κόψας έδιδεν εις αυτούς. Αυτών δε διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί, και εγνώρισαν αυτόν. Και αυτός έγεινεν άφαντος απ’ αυτών. Και είπον προς αλλήλους· Δεν εκαίετο εν υμίν η καρδία ημών, ότε ελάλει προς ημάς καθ’ οδόν και μας εξήγει τας γραφάς;
Οι μαθητές δίνουν στον Ιησού να φάει ψητό ψάρι
Λουκ. 24:36-43 Ενώ δε ελάλουν ταύτα, αυτός ο Ιησούς εστάθη εν μέσω αυτών και λέγει προς αυτούς· Ειρήνη υμίν. Εκείνοι δε εκπλαγέντες και έμφοβοι γενόμενοι ενόμιζον ότι έβλεπον πνεύμα. Και είπε προς αυτούς· Διά τι είσθε τεταραγμένοι; και διά τι αναβαίνουσιν εις τας καρδίας σας διαλογισμοί; ίδετε τας χείρας μου και τους πόδας μου, ότι αυτός εγώ είμαι· ψηλαφήσατέ με και ίδετε, διότι πνεύμα σάρκα και οστέα δεν έχει, καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα. Και τούτο ειπών, έδειξεν εις αυτούς τας χείρας και τους πόδας. Ενώ δε αυτοί ηπίστουν έτι από της χαράς και εθαύμαζον, είπε προς αυτούς· Έχετε τι φαγώσιμον ενταύθα; Οι δε έδωκαν εις αυτόν μέρος οπτού ιχθύος και από κηρήθραν μέλιτος. Και λαβών ενώπιον αυτών έφαγεν.
Στη συνέχεια, θα εξετάσουμε τα παραπάνω εδάφια των Γραφών. Το πρώτο εδάφιο εξιστορεί πως ο Κύριος Ιησούς τρώει ψωμί και εξηγεί τις Γραφές μετά την ανάστασή Του, ενώ το δεύτερο εδάφιο εξιστορεί πως ο Κύριος Ιησούς τρώει ένα ψητό ψάρι. Πώς σας βοηθούν τα δύο αυτά εδάφια να γνωρίσετε τη διάθεση του Θεού; Μπορείτε να φανταστείτε την εικόνα που σχηματίζεται από αυτές τις περιγραφές του Κυρίου Ιησού που να τρώει ψωμί και μετά ένα ψητό ψάρι; Μπορείτε να φανταστείτε πώς μπορεί να νιώθατε αν ο Κύριος Ιησούς στεκόταν μπροστά σας τρώγοντας ψωμί; Ή αν έτρωγε στο ίδιο τραπέζι μ’ εσάς, αν έτρωγε ψάρι και ψωμί με τους ανθρώπους, τι είδους συναίσθημα θα είχες εκείνη τη στιγμή; Αν ένιωθες πολύ κοντά με τον Κύριο, πως Αυτός είναι πολύ οικείος με εσένα, τότε το συναίσθημα αυτό είναι σωστό. Αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα ήθελε να επιτύχει ο Κύριος Ιησούς τρώγοντας ψωμί και ψάρι μπροστά στον συναγμένο λαό μετά την ανάστασή Του. Αν ο Κύριος Ιησούς είχε μόνο μιλήσει με τους ανθρώπους μετά την ανάστασή Του, αν αυτοί δεν μπορούσαν να νιώσουν τη σάρκα και τα οστά Του, αλλά αντίθετα ένιωθαν πως Αυτός ήταν ένα απρόσιτο Πνεύμα, πώς θα είχαν αισθανθεί; Δεν θα είχαν απογοητευτεί; Νιώθοντας απογοητευμένοι, δεν θα είχαν νιώσει εγκαταλελειμμένοι οι άνθρωποι; Δεν θα είχαν νιώσει μια απόσταση μεταξύ των ίδιων και του Κυρίου Ιησού Χριστού; Τι είδους αρνητικό αντίκτυπο θα είχε δημιουργήσει αυτή η απόσταση στη σχέση των ανθρώπων με τον Θεό; Σίγουρα οι άνθρωποι θα είχαν νιώσει φοβισμένοι, πως δεν θα τολμούσαν να έλθουν κοντά Του, κι έτσι η στάση που θα είχαν υιοθετήσει θα ήταν να Τον κρατούν σε μια σεβαστή απόσταση. Από εκεί και πέρα, θα είχαν αποκόψει τη στενή τους σχέση με τον Κύριο Ιησού Χριστό και θα είχαν επιστρέψει στη σχέση που είχε η ανθρωπότητα με τον Θεό στον ουρανό πριν από την Εποχή της Χάριτος. Το πνευματικό σώμα που δεν μπορούσαν να αγγίξουν ή να αισθανθούν οι άνθρωποι θα είχε οδηγήσει στην εκρίζωση της οικειότητάς τους με τον Θεό, όπως και θα είχε κάνει τη στενή εκείνη σχέση, η οποία δημιουργήθηκε κατά τη ζωή του Κυρίου Ιησού Χριστού στη σάρκα, χωρίς να υπάρχει απόσταση μεταξύ Αυτού και των ανθρώπων, να πάψει να υφίσταται. Τα μόνα πράγματα που προκαλούσε στους ανθρώπους το πνευματικό σώμα ήταν συναισθήματα φόβου, αποφυγής και ένα βλέμμα δίχως λόγια. Δεν θα είχαν τολμήσει να Τον πλησιάσουν ή να επιδοθούν σε διάλογο μαζί Του, πόσο μάλλον να Τον ακολουθήσουν, να Τον εμπιστευτούν ή να Τον θαυμάσουν. Ο Θεός δεν επιθυμούσε να δει αυτό το είδος συναισθήματος που είχαν οι άνθρωποι γι’ Αυτόν. Δεν ήθελε να δει τους ανθρώπους να Τον αποφεύγουν ή να απομακρύνονται απ’ Αυτόν· το μόνο που ήθελε ήταν να Τον κατανοήσουν οι άνθρωποι, να Τον πλησιάσουν και να γίνουν η οικογένειά Του. Αν η ίδια σου η οικογένεια, τα παιδιά σου, σε έβλεπαν και δεν σε αναγνώριζαν, δεν τολμούσαν να σε πλησιάσουν και πάντα σε απέφευγαν, αν δεν μπορούσες να αποκτήσεις την κατανόησή τους για όλα όσα είχες κάνει γι’ αυτούς, πώς θα αισθανόσουν; Δεν θα ήταν επώδυνο; Δεν θα ήσουν συντετριμμένος; Έτσι ακριβώς αισθάνεται ο Θεός όταν Τον αποφεύγουν οι άνθρωποι. Έτσι, μετά την ανάστασή Του, ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στους ανθρώπους πάλι με τη μορφή σάρκας και οστών, και συνέχιζε να τρώει και να πίνει με αυτούς. Ο Θεός βλέπει τους ανθρώπους ως οικογένεια και ο Θεός θέλει η ανθρωπότητα να Τον βλέπει επίσης ως τον πιο αγαπητό σ’ αυτήν· μόνο έτσι μπορεί ο Θεός να κερδίσει πραγματικά τους ανθρώπους και μόνο έτσι μπορούν οι άνθρωποι να αγαπούν και να λατρεύουν πραγματικά τον Θεό. Τώρα μπορείτε να κατανοήσετε την πρόθεσή Μου όταν διάλεξα αυτά τα δύο εδάφια των Γραφών, στις οποίες ο Κύριος Ιησούς τρώει ψωμί και εξηγεί τις Γραφές μετά την ανάστασή Του και στις οποίες οι μαθητές Τού δίνουν ένα ψητό ψάρι για να φάει;
Μπορεί να ειπωθεί ότι είχε αφιερωθεί πολλή και προσεκτική σκέψη στη σειρά των πραγμάτων που είπε και έκανε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του. Αυτά τα πράγματα ήταν γεμάτα με τη βαθιά στοργή που είχε ο Θεός προς την ανθρωπότητα, όπως και γεμάτα με την εκτίμηση και τη σχολαστική φροντίδα που Αυτός είχε για τη στενή σχέση που είχε δημιουργήσει με την ανθρωπότητα κατά τον χρόνο Του στη σάρκα. Ακόμη περισσότερο, ήταν γεμάτα με τη νοσταλγία και τη λαχτάρα που Αυτός ένιωθε για τη ζωή Του στην οποία έτρωγε και ζούσε μαζί με τους ακόλουθούς Του κατά τον χρόνο Του στη σάρκα. Έτσι, ο Θεός δεν ήθελε οι άνθρωποι να νιώθουν απόσταση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο ούτε και ήθελε να απομακρυνθεί η ανθρωπότητα από τον Θεό. Ακόμη περισσότερο, δεν ήθελε να νιώσει η ανθρωπότητα πως ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του δεν ήταν πια ο Κύριος που είχε υπάρξει τόσο οικείος με τους ανθρώπους, πως δεν ήταν πια μαζί με την ανθρωπότητα επειδή είχε επιστρέψει στο πνευματικό βασίλειο, είχε επιστρέψει στον Πατέρα τον οποίο οι άνθρωποι ποτέ δεν μπορούσαν να δουν ή να φτάσουν. Δεν ήθελε οι άνθρωποι να νιώσουν πως είχε προκύψει κάποια διαφορά στη θέση μεταξύ Αυτού και της ανθρωπότητας. Όταν ο Θεός βλέπει ανθρώπους που θέλουν να Τον ακολουθήσουν, αλλά που Τον κρατούν σε σεβαστή απόσταση, η καρδιά Του πονά, γιατί αυτό σημαίνει πως οι καρδιές τους είναι πολύ μακριά απ’ Αυτόν και πως θα Του είναι πολύ δύσκολο να κερδίσει τις καρδιές τους. Επομένως, αν Αυτός είχε εμφανιστεί στους ανθρώπους σε ένα πνευματικό σώμα που δεν μπορούσαν να δουν ή ν’ αγγίξουν, αυτό θα είχε απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό για άλλη μια φορά, όπως και θα είχε οδηγήσει την ανθρωπότητα να θεωρήσει εσφαλμένα πως ο Χριστός, μετά την ανάστασή Του, είχε υπερυψωθεί, πως ήταν διαφορετικής φύσης από τους ανθρώπους και πως ήταν κάποιος που δεν μπορούσε πια να μοιραστεί το τραπέζι με ανθρώπους και να φάει μαζί τους, επειδή οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί, ακάθαρτοι και ποτέ δεν μπορούν να πλησιάσουν τον Θεό. Για να διαλύσει αυτές τις παρανοήσεις της ανθρωπότητας, ο Κύριος Ιησούς έκανε διάφορα από τα πράγματα που συνήθιζε να κάνει στη σάρκα, όπως καταγράφεται στη Βίβλο: «λαβών τον άρτον ευλόγησε και κόψας έδιδεν εις αυτούς». Τους εξήγησε επίσης τις Γραφές, όπως συνήθιζε να κάνει στο παρελθόν. Όλα αυτά τα πράγματα που έκανε ο Κύριος Ιησούς, έκαναν κάθε άνθρωπο που Τον έβλεπε να νιώθει πως ο Κύριος δεν είχε αλλάξει, πως ήταν ακόμα ο ίδιος Κύριος Ιησούς. Παρόλο που είχε καρφωθεί στον σταυρό και είχε βιώσει τον θάνατο, είχε αναστηθεί και δεν είχε αφήσει την ανθρωπότητα. Είχε επιστρέψει για να βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους, ενώ τίποτα σχετικά μ’ Αυτόν δεν είχε αλλάξει. Ο Υιός του ανθρώπου που στεκόταν ενώπιον των ανθρώπων ήταν ακόμα ο ίδιος Κύριος Ιησούς. Η συμπεριφορά Του και ο τρόπος με τον οποίο συζητούσε με τους ανθρώπους έμοιαζαν ιδιαίτερα οικεία. Εξακολουθούσε να είναι τόσο γεμάτος στοργική καλοσύνη, χάρη και μακροθυμία —εξακολουθούσε να είναι ο ίδιος Κύριος Ιησούς που αγαπούσε τους άλλους όπως αγαπούσε τον εαυτό Του, που μπορούσε να συγχωρήσει την ανθρωπότητα εβδομήντα επί επτά. Όπως έκανε πάντα πριν, Αυτός έφαγε με τους ανθρώπους, συζήτησε μαζί τους τις Γραφές και, το σπουδαιότερο, ήταν πλασμένος από σάρκα και οστά, και μπορούσαν να Τον δουν και να Τον αγγίξουν, ακριβώς όπως πρότερα. Ο Υιός του ανθρώπου καθώς ήταν επέτρεψε στους ανθρώπους να νιώσουν οικειότητα, να αισθανθούν άνετα και να νιώσουν τη χαρά του να ανακτάς κάτι που είχε χαθεί. Με σπουδαία ευκολία, εκείνοι ξεκίνησαν με θάρρος και σιγουριά να βασίζονται πάνω Του και να στηρίζονται σ’ αυτόν τον Υιό του ανθρώπου που μπορούσε να συγχωρήσει την ανθρωπότητα για τις αμαρτίες της. Ξεκίνησαν επίσης να προσεύχονται στο όνομα του Κυρίου Ιησού δίχως δισταγμό, να προσεύχονται να λάβουν τη χάρη Του, την ευλογία Του και να αποκτήσουν γαλήνη και χαρά από Αυτόν, να λάβουν τη φροντίδα και την προστασία Του, όπως και ξεκίνησαν να θεραπεύουν τους ασθενείς και να εκβάλλουν τα δαιμόνια στο όνομα του Κυρίου Ιησού.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄
Καθημερινά λόγια του Θεού Απόσπασμα 82
Κατά το διάστημα που ο Κύριος Ιησούς εργάστηκε στη σάρκα, οι περισσότεροι από τους ακόλουθούς Του δεν μπορούσαν να επαληθεύσουν πλήρως την ταυτότητά Του και τα όσα είπε. Όταν πλησίαζε στον σταυρό, οι ακόλουθοί Του διατηρούσαν μια στάση παρατήρησης. Ύστερα, από τη στιγμή που καρφώθηκε στον σταυρό έως ότου ενταφιάστηκε, οι άνθρωποι διατηρούσαν μια στάση απογοήτευσης προς Αυτόν. Κατά το διάστημα αυτό, οι άνθρωποι είχαν ήδη περάσει, στις καρδιές τους, από την αμφιβολία σχετικά με τα πράγματα που είχε πει ο Κύριος Ιησούς κατά τον χρόνο Του στη σάρκα στην απόλυτη άρνησή τους. Ύστερα, όταν εξήλθε από τον τάφο και εμφανίστηκε στους ανθρώπους, στον έναν μετά τον άλλον, η πλειοψηφία των όσων Τον είδαν με τα ίδια τους τα μάτια ή άκουσαν τα νέα της ανάστασής Του άλλαξαν σταδιακά τη στάση τους από την άρνηση στον σκεπτικισμό. Μόνο όταν ο Κύριος Ιησούς ζήτησε από τον Θωμά να αγγίξει το πλευρό Του με το χέρι του και όταν έκοψε το ψωμί και το έφαγε μπροστά στο πλήθος μετά την ανάστασή Του και, κατόπιν, προχώρησε στο να φάει ένα ψητό ψάρι μπροστά τους, δέχτηκαν αυτοί πραγματικά το γεγονός πως ο Κύριος Ιησούς ήταν ο Χριστός στη σάρκα. Θα μπορούσατε να πείτε πως ήταν λες και το πνευματικό αυτό σώμα με σάρκα και οστά, που στεκόταν ενώπιον εκείνων των ανθρώπων, αφύπνιζε τον καθένα τους από κάποιο όνειρο: Ο Υιός του ανθρώπου που στεκόταν μπροστά τους ήταν Εκείνος που υπήρχε από αμνημονεύτων χρόνων. Είχε μορφή, σάρκα και οστά, και είχε ήδη ζήσει και φάει στο πλευρό της ανθρωπότητας για μεγάλο διάστημα… Τη στιγμή εκείνη, οι άνθρωποι αισθάνθηκαν πως η ύπαρξή Του ήταν τόσο αληθινή και τόσο υπέροχη. Την ίδια στιγμή, ήταν επίσης τόσο περιχαρείς και ευτυχισμένοι, και κατακλυσμένοι από συναισθήματα. Η επανεμφάνισή Του επέτρεψε στους ανθρώπους να δουν πραγματικά την ταπεινότητά Του, να νιώσουν την εγγύτητά Του και την προσήλωσή Του στην ανθρωπότητα, και να νιώσουν πόσο πολύ τους σκέφτοταν Εκείνος. Η σύντομη αυτή επανασύνδεση, έκανε τους ανθρώπους που είδαν τον Κύριο Ιησού να νιώσουν σαν να είχε περάσει μια ζωή. Οι χαμένες, μπερδεμένες, φοβισμένες, ανήσυχες, γεμάτες λαχτάρα και μουδιασμένες τους καρδιές βρήκαν παρηγοριά. Δεν είχαν πια αμφιβολίες και δεν ήταν πια απογοητευμένοι, γιατί ένιωθαν πως πλέον υπήρχε ελπίδα και κάτι στο οποίο μπορούσαν να στηριχτούν. Ο Υιός του ανθρώπου που στεκόταν τότε ενώπιόν τους θα ήταν πάντοτε η οπισθοφυλακή τους· θα ήταν ο ισχυρός τους πύργος, το καταφύγιο τους για όλη την αιωνιότητα.
Παρόλο που ο Κύριος Ιησούς είχε αναστηθεί, η καρδιά και το έργο Του δεν είχαν αφήσει την ανθρωπότητα. Εμφανιζόμενος στους ανθρώπους, τους είπε πως σε όποια μορφή κι αν υπήρχε Αυτός, θα συνόδευε τους ανθρώπους, θα βάδιζε μαζί τους και θα ήταν μαζί τους παντού και πάντα. Τους είπε πως, παντού και πάντα, θα φρόντιζε την ανθρωπότητα και θα την καθοδηγούσε, θα της επέτρεπε να Τον βλέπει και να Τον αγγίζει, και θα διασφάλιζε να μη νιώθει ποτέ ξανά αβοήθητη. Ο Κύριος Ιησούς ήθελε να μάθουν οι άνθρωποι πως δεν ζουν μόνοι σ’ αυτόν τον κόσμο. Η ανθρωπότητα έχει τη φροντίδα του Θεού· ο Θεός είναι μαζί της. Οι άνθρωποι μπορούν πάντοτε να στηρίζονται στον Θεό και Αυτός αποτελεί οικογένεια για τον κάθε ακόλουθό Του. Με στήριγμα τον Θεό, η ανθρωπότητα δεν θα νιώθει πια μόνη ή αβοήθητη, ενώ εκείνοι που Τον δέχονται ως προσφορά περί αμαρτίας τους, δεν θα είναι πια δέσμιοι της αμαρτίας. Στα μάτια των ανθρώπων, αυτά τα τμήματα του έργου Του που εκτέλεσε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του, ήταν πολύ μικρά πράγματα, αλλά, όπως το βλέπω Εγώ, το κάθε ένα πράγμα που έκανε ήταν τόσο γεμάτο νόημα, τόσο πολύτιμο, τόσο σημαντικό και βαρυσήμαντο.
Παρόλο που ο χρόνος που πέρασε ο Κύριος Ιησούς εκτελώντας έργο στη σάρκα ήταν γεμάτος κακουχίες και βάσανα, εκπλήρωσε ολοκληρωτικά και απόλυτα το έργο Του την εποχή εκείνη στη σάρκα, για να λυτρώσει την ανθρωπότητα μέσω της εμφάνισής Του στο πνευματικό Του σώμα από σάρκα και αίμα. Ξεκίνησε τη διακονία Του με την ενσάρκωσή Του και ολοκλήρωσε τη διακονία Του με την εμφάνισή Του στην ανθρωπότητα στη σαρκική Του μορφή. Προανήγγειλε την Εποχή της Χάριτος, ξεκινώντας τη νέα εποχή μέσω της ταυτότητάς Του ως Χριστός. Μέσω της ταυτότητάς Του ως Χριστός, επιτέλεσε έργο στην Εποχή της Χάριτος, ενώ ενδυνάμωσε και οδήγησε όλους τους ακόλουθούς Του στην Εποχή της Χάριτος. Για το έργο του Θεού, μπορεί να ειπωθεί πως Αυτός πραγματικά ολοκληρώνει αυτό που αρχίζει. Υπάρχουν στάδια και ένα σχέδιο, και το έργο είναι γεμάτο με τη σοφία, την παντοδυναμία, τις θαυμαστές Του πράξεις, και την αγάπη και το έλεός Του. Φυσικά, ο κύριος άξονας που διέρχεται από όλο το έργο του Θεού, είναι η φροντίδα Του για την ανθρωπότητα· είναι διαποτισμένο με το ενδιαφέρον που Αυτός νιώθει και που ποτέ δεν μπορεί να παραμερίσει. Σε αυτούς τους στίχους της Βίβλου, σε καθετί που ο Κύριος Ιησούς έκανε μετά την ανάστασή Του, αποκαλύφθηκαν οι αμετάβλητες ελπίδες και το ενδιαφέρον του Θεού για την ανθρωπότητα, όπως και η σχολαστική φροντίδα Του και η αγάπη Του για την ανθρωπότητα. Τίποτε από αυτά δεν έχει αλλάξει ποτέ μέχρι και τη σημερινή ημέρα —μπορείτε να το δείτε; Όταν το βλέπετε αυτό, οι καρδιές σας δεν πλησιάζουν ασυναίσθητα τον Θεό; Αν ζούσατε σ’ εκείνη την εποχή και σας εμφανιζόταν ο Κύριος Ιησούς, μετά την ανάστασή Του σε μια υλική μορφή για να Τον δείτε και, αν καθόταν μπροστά σας, έτρωγε ψωμί και ψάρι, σας εξηγούσε τις Γραφές και μιλούσε μαζί σας, τότε πώς θα αισθανόσασταν; Θα αισθανόσασταν ευτυχισμένοι; Ή θα αισθανόσασταν ένοχοι; Οι πρότερες παρανοήσεις και η αποφυγή του Θεού, οι διαμάχες με τον Θεό και οι αμφιβολίες γι’ Αυτόν, δεν θα εξαφανίζονταν όλες έτσι απλά; Η σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου δεν θα γινόταν πιο κανονική και πρέπουσα;
Ερμηνεύοντας τα περιορισμένα αυτά κεφάλαια της Βίβλου, εντοπίζετε καμιά ατέλεια στη διάθεση του Θεού; Εντοπίζετε καμιά νόθευση στην αγάπη του Θεού; Βλέπετε καθόλου απάτη ή κακό στην παντοδυναμία ή στη σοφία του Θεού; Σίγουρα όχι! Τώρα, μπορείτε να πείτε με σιγουριά πως ο Θεός είναι άγιος; Μπορείτε να πείτε με σιγουριά πως κάθε ένα από τα συναισθήματα του Θεού αποτελεί μια αποκάλυψη της ουσίας και της διάθεσής Του; Ελπίζω πως αφού διαβάσατε τα λόγια αυτά, η κατανόηση που αποκτήσατε από αυτά θα σας βοηθήσει και θα σας αποφέρει οφέλη στην επιδίωξή σας για αλλαγή διάθεσης και φόβο Θεού και πως τα λόγια αυτά θα σας αποφέρουν καρπούς, καρπούς που θα αυξάνονται μέρα με τη μέρα, ώστε κατά τη διαδικασία αυτής της επιδίωξης να έρθετε όλο και πιο κοντά στον Θεό, όλο και πιο κοντά στο πρότυπο που απαιτεί ο Θεός. Δεν θα αποστρέφεστε πια την επιδίωξη της αλήθειας και δεν θα νιώθετε πια πως η επιδίωξη της αλήθειας και η αλλαγή της διάθεσης είναι κάτι το φορτικό ή το περιττό. Αντιθέτως, παρακινημένοι από την έκφραση της πραγματικής διάθεσης του Θεού και την αγία ουσία του Θεού, θα λαχταράτε το φως, θα λαχταράτε τη δικαιοσύνη και θα πάρετε την απόφαση να επιδιώκετε την αλήθεια, να επιδιώκετε την ικανοποίηση των προθέσεων του Θεού και θα γίνετε ένας άνθρωπος που έχει κερδηθεί από τον Θεό· θα γίνεται ένας πραγματικός άνθρωπος.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄