3. Ο σκοπός και η σημασία του έργου του Θεού στην Εποχή του Νόμου
Σχετικά λόγια του Θεού:
Στην αρχή, μετά τη δημιουργία του ανθρώπινου είδους, οι Ισραηλίτες ήταν αυτοί που χρησίμευαν ως βάση του έργου του Θεού. Ολόκληρο το Ισραήλ ήταν η βάση του έργου του Ιεχωβά στη γη. Το έργο του Ιεχωβά ήταν να ηγείται του ανθρώπου και να τον καθοδηγεί απευθείας ορίζοντας τους νόμους, ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να ζει μια κανονική ζωή και να λατρεύει τον Ιεχωβά μ’ έναν κανονικό τρόπο στη γη. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε ούτε να δει ούτε να αγγίξει τον Θεό την εποχή του Νόμου. Επειδή το μόνο που έκανε ο Θεός ήταν να καθοδηγεί τους πρώτους ανθρώπους που είχαν διαφθαρεί από τον Σατανά, διδάσκοντας και καθοδηγώντας τους, τα λόγια Του περιείχαν μόνο νόμους, θεσπίσματα και τις νόρμες για τη διαγωγή τους, και όχι τις αλήθειες που παρέχουν ζωή στους ανθρώπους. Οι Ισραηλίτες, υπό την ηγεσία Του, δεν είχαν διαφθαρεί βαθιά απ’ τον Σατανά. Το έργο του νόμου Του ήταν μόνο το πρώτο στάδιο στο έργο της σωτηρίας, η αρχή του έργου της σωτηρίας, και, ουσιαστικά, δεν είχε καμιά σχέση με αλλαγές στη διάθεση της ζωής του ανθρώπου.
«Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Η διαφορά μεταξύ της διακονίας του ενσαρκωμένου Θεού και του καθήκοντος του ανθρώπου
«Ιεχωβά» είναι το όνομα που πήρα κατά τη διάρκεια του έργου Μου στο Ισραήλ, και σημαίνει ο Θεός των Ισραηλιτών (ο εκλεκτός λαός του Θεού) ο οποίος μπορεί να δείξει έλεος στον άνθρωπο, να καταραστεί τον άνθρωπο και να καθοδηγήσει τη ζωή του ανθρώπου· ο Θεός που κατέχει μεγάλη δύναμη και είναι γεμάτος σοφία. […] Δηλαδή, μόνο ο Ιεχωβά είναι ο Θεός του εκλεκτού λαού του Ισραήλ, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ, ο Θεός του Ιακώβ, ο Θεός του Μωυσή κι ο Θεός όλου του λαού του Ισραήλ. Επομένως, όλοι οι Ισραηλίτες εκείνου του καιρού, συμπεριλαμβανομένων των Ιουδαίων, λάτρευαν τον Ιεχωβά. Έκαναν θυσίες σ’ Αυτόν στο θυσιαστήριο και Τον υπηρετούσαν στον ναό φορώντας ιμάτια ιερέων. Αυτό που ήλπιζαν ήταν η επανεμφάνιση του Ιεχωβά. […] Το όνομα Ιεχωβά είναι ένα συγκεκριμένο όνομα για τον λαό του Ισραήλ που έζησε κάτω από τον νόμο. Σε κάθε εποχή και σε κάθε στάδιο του έργου, το όνομά Μου δεν είναι αβάσιμο, αλλά έχει αντιπροσωπευτική σημασία: Κάθε όνομα αντιπροσωπεύει μία εποχή. Το «Ιεχωβά» αντιπροσωπεύει την Εποχή του Νόμου και είναι η τιμητική προσφώνηση με την οποία ο λαός του Ισραήλ αποκαλούσε τον Θεό που λάτρευε.
«Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ο Σωτήρας έχει ήδη επιστρέψει πάνω σ’ ένα «λευκό σύννεφο»
Κατά τη διάρκεια της Εποχής του Νόμου, το έργο της καθοδήγησης της ανθρωπότητας γινόταν υπό το όνομα Ιεχωβά και το πρώτο στάδιο του έργου ξεκίνησε επί γης. Σε αυτό το στάδιο, το έργο συνίστατο στην οικοδόμηση του ναού και του βωμού, και στο να χρησιμοποιήσει τον νόμο για να καθοδηγήσει τον λαό του Ισραήλ και να εργαστεί ανάμεσα στον λαό του Ισραήλ. Καθοδηγώντας τον λαό του Ισραήλ, διαμόρφωσε μια βάση για το έργο Του επί γης. Από τη βάση αυτή, διέδωσε το έργο Του πέρα από το Ισραήλ, δηλαδή, ξεκινώντας από το Ισραήλ, διέδωσε το έργο Του έξωθεν, κι έτσι οι μετέπειτα γενιές κατάφεραν σταδιακά να γνωρίσουν ότι ο Ιεχωβά ήταν ο Θεός και ότι ο Ιεχωβά ήταν Εκείνος που δημιούργησε τους ουρανούς και τη γη και όλα τα πράγματα, καθώς και ότι ο Ιεχωβά ήταν Εκείνος που δημιούργησε όλα τα δημιουργήματα. Διέδωσε το έργο Του μέσω του λαού του Ισραήλ έξωθεν και πέρα από αυτόν. Η γη του Ισραήλ ήταν ο πρώτος άγιος τόπος του έργου του Ιεχωβά επί γης και η γη του Ισραήλ ήταν ο τόπος όπου εκτέλεσε έργο για πρώτη φορά ο Θεός επί γης. Αυτό ήταν το έργο της Εποχής του Νόμου.
«Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Το όραμα του έργου του Θεού (3)
Οι πρώτοι άνθρωποι δεν γνώριζαν τίποτα, οπότε ο Θεός έπρεπε να αρχίσει να διδάσκει τον άνθρωπο τις πιο επιφανειακές και βασικές αρχές για επιβίωση και τα αναγκαία διατάγματα για τη ζωή, να διαποτίζει την καρδιά του ανθρώπου σταδιακά. Μέσω αυτών των διατάξεων, που αποτελούνταν από λόγια, και μέσω αυτών των διαταγμάτων, επέτρεψε στον άνθρωπο να Τον κατανοεί σταδιακά, να εκτιμά και να κατανοεί σταδιακά την ηγεσία Του και μια βασική έννοια της σχέσης μεταξύ Αυτού και του ανθρώπου. Αφού πέτυχε αυτό το αποτέλεσμα, μόνο τότε ήταν σε θέση ο Θεός να επιτελέσει, σιγά σιγά, το έργο που θα επιτελούσε αργότερα. Συνεπώς, αυτά τα διατάγματα και το έργο που επιτέλεσε ο Θεός κατά την Εποχή του Νόμου αποτελούν τον θεμέλιο λίθο του έργου Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, και το πρώτο στάδιο του έργου στο σχέδιο διαχείρισης του Θεού.
«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄
Το έργο την Εποχή του Νόμου
Το έργο που επιτέλεσε ο Ιεχωβά στους Ισραηλίτες γνωστοποίησε στην ανθρωπότητα τον επίγειο τόπο προέλευσης του Θεού, που ήταν επίσης ο άγιος τόπος όπου Εκείνος ήταν παρών. Περιόρισε το έργο Του στον λαό του Ισραήλ. Αρχικά, δεν έκανε έργο εκτός του Ισραήλ· αντιθέτως, επέλεξε έναν λαό που έκρινε κατάλληλο προκειμένου να περιορίσει το εύρος του έργου Του. Το Ισραήλ είναι το μέρος όπου ο Θεός δημιούργησε τον Αδάμ και την Εύα, και από το χώμα εκείνου του τόπου ο Ιεχωβά έφτιαξε τον άνθρωπο. Ο τόπος αυτός έγινε η βάση του έργου Του στη γη. Οι Ισραηλίτες, οι οποίοι ήταν οι απόγονοι του Νώε, καθώς επίσης και οι απόγονοι του Αδάμ, ήταν το ανθρώπινο θεμέλιο του έργου του Ιεχωβά στη γη.
Εκείνη την εποχή, η σημασία, ο σκοπός και τα βήματα του έργου του Ιεχωβά στο Ισραήλ ήταν να επιτελέσει το έργο Του σε ολόκληρη τη γη, το οποίο, με επίκεντρο το Ισραήλ, εξαπλώθηκε σταδιακά στα έθνη των Εθνικών. Αυτή είναι η αρχή σύμφωνα με την οποία εργάζεται μέσα στο σύμπαν: ξεκινά από ένα συγκεκριμένο σημείο για να παρακινήσει το σύνολο και, στη συνέχεια, επεκτείνει το έργο Του μέχρι όλοι οι άνθρωποι στο σύμπαν να λάβουν το ευαγγέλιό Του. Οι πρώτοι Ισραηλίτες ήταν οι απόγονοι του Νώε. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν προικισμένοι μόνο με την πνοή του Ιεχωβά και ήξεραν πώς να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες της ζωής, αλλά δεν γνώριζαν τι είδους Θεός ήταν ο Ιεχωβά ούτε τις προθέσεις Του για τον άνθρωπο, πόσο μάλλον πώς θα έπρεπε να έχουν φόβο του Δημιουργού. Όσο για το αν υπήρχαν κανονισμοί και νόμοι στους οποίους έπρεπε να υπακούν[α] ή κάποιο καθήκον που θα έπρεπε να κάνουν τα δημιουργημένα όντα για τον Δημιουργό, οι απόγονοι του Αδάμ δεν γνώριζαν τίποτα γι’ αυτά τα πράγματα. Το μόνο που ήξεραν ήταν ότι ο άντρας έπρεπε να ιδρώνει και να εργάζεται σκληρά για να φροντίζει την οικογένειά του και ότι η γυναίκα έπρεπε να υποτάσσεται στον άντρα της και να διαιωνίζει την ανθρώπινη φυλή που είχε δημιουργήσει ο Ιεχωβά. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι αυτοί, που είχαν μόνο την πνοή του Ιεχωβά και τη ζωή Του, δεν ήξεραν τίποτα για το πώς να ακολουθούν τους νόμους του Θεού ή πώς να ικανοποιούν τον Δημιουργό. Κατανοούσαν ελάχιστα. Οπότε, παρόλο που δεν υπήρχε τίποτα το διεστραμμένο ή το δόλιο μες στην καρδιά τους, και παρόλο που σπανίως προέκυπταν ζήλειες και διαμάχες μεταξύ τους, δεν γνώριζαν ούτε κατανοούσαν καθόλου τον Ιεχωβά, τον Δημιουργό. Αυτοί οι πρόγονοι του ανθρώπου ήξεραν μόνο να τρώνε και να απολαμβάνουν τα αγαθά του Ιεχωβά, αλλά δεν ήξεραν να έχουν φόβο του Ιεχωβά· δεν γνώριζαν ότι ο Ιεχωβά ήταν Εκείνος που θα έπρεπε να λατρεύουν γονυπετείς. Οπότε, πώς θα μπορούσαν να ονομάζονται δημιουργήματά Του; Αν ήταν έτσι, δεν θα είχαν ειπωθεί μάταια τα λόγια: «Ο Ιεχωβά είναι ο Δημιουργός» και «Εκείνος δημιούργησε τον άνθρωπο προκειμένου ο άνθρωπος να Τον εκδηλώνει, να Τον δοξάζει και να Τον αντιπροσωπεύει»; Πώς θα μπορούσαν οι άνθρωποι που δεν είχαν καρδιά που να έχει φόβο του Ιεχωβά να γίνουν μαρτυρία για τη δόξα Του; Πώς θα μπορούσαν να γίνουν μια εκδήλωση της δόξας Του; Δεν θα εκμεταλλευόταν τότε ο Σατανάς, ο πονηρός, τα λόγια του Ιεχωβά: «Δημιούργησα τον άνθρωπο κατ’ εικόνα Μου»; Δεν θα γίνονταν τότε αυτά τα λόγια ένα σημάδι ντροπής για τη δημιουργία του ανθρώπου από τον Ιεχωβά; Προκειμένου να ολοκληρώσει εκείνο το στάδιο του έργου, ο Ιεχωβά, αφότου δημιούργησε τον άνθρωπο, μήτε τον δίδαξε μήτε τον καθοδήγησε από την εποχή του Αδάμ έως την εποχή του Νώε. Αντίθετα, μόνο μετά την καταστροφή του κόσμου από τον κατακλυσμό, ξεκίνησε Εκείνος να καθοδηγεί επίσημα τους Ισραηλίτες, οι οποίοι ήταν οι απόγονοι του Νώε και, επίσης, του Αδάμ. Το έργο και οι ομιλίες Του στο Ισραήλ παρείχαν καθοδήγηση σε όλον τον λαό του Ισραήλ καθώς οι άνθρωποι αυτοί ζούσαν τη ζωή τους σε όλη τη γη του Ισραήλ, δείχνοντας, μ’ αυτόν τον τρόπο, στην ανθρωπότητα ότι ο Ιεχωβά δεν ήταν μόνο σε θέση να δώσει πνοή στον άνθρωπο, ώστε να έχει ζωή από Εκείνον και να σηκωθεί από το χώμα ως ένα δημιουργημένο ανθρώπινο ον, αλλά μπορούσε επίσης να κατακάψει την ανθρωπότητα και να καταραστεί την ανθρωπότητα, και με τη ράβδο Του να κυβερνήσει την ανθρωπότητα. Οι άνθρωποι αυτοί είδαν, επίσης, ότι ο Ιεχωβά μπορούσε να καθοδηγήσει τη ζωή του ανθρώπου στη γη και να μιλά και να εργάζεται μεταξύ των ανθρώπων σύμφωνα με τις ώρες της ημέρας και της νύχτας. Το έργο που έκανε αποσκοπούσε μόνο στο να μάθουν τα δημιουργήματά Του ότι ο άνθρωπος προήλθε από χώμα που Εκείνος πήρε στα χέρια Του και, επιπλέον, ότι ο άνθρωπος είχε δημιουργηθεί από Εκείνον. Εκτός αυτού, επιτέλεσε αρχικά το έργο Του στο Ισραήλ ώστε άλλοι λαοί και άλλα έθνη (που, ουσιαστικά, δεν ήταν ξεχωριστά από το Ισραήλ, αλλά, αντ’ αυτού, είχαν διαχωριστεί από τους Ισραηλίτες, ωστόσο παρέμεναν απόγονοι του Αδάμ και της Εύας) να λάβουν το ευαγγέλιο του Ιεχωβά από το Ισραήλ, ώστε όλα τα δημιουργημένα όντα στο σύμπαν να μπορέσουν να έχουν φόβο του Ιεχωβά και να Τον τιμούν ως μέγα. Αν ο Ιεχωβά δεν είχε ξεκινήσει το έργο Του στο Ισραήλ, αλλά αντ’ αυτού, έχοντας δημιουργήσει την ανθρωπότητα, άφηνε απλώς τους ανθρώπους να ζουν ξέγνοιαστες ζωές στη γη, τότε σ’ αυτήν την περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη σωματική φύση του ανθρώπου (φύση σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να γνωρίζει τα πράγματα που δεν μπορεί να δει, δηλαδή δεν θα γνώριζε ότι ο Ιεχωβά ήταν Αυτός που δημιούργησε την ανθρωπότητα, πόσο μάλλον γιατί το έκανε), ο άνθρωπος δεν θα γνώριζε ποτέ ότι ο Ιεχωβά ήταν Αυτός που δημιούργησε την ανθρωπότητα ή ότι Εκείνος είναι ο Κύριος των πάντων. Αν ο Ιεχωβά είχε δημιουργήσει τον άνθρωπο και τον είχε τοποθετήσει στη γη, και απλώς γύριζε την πλάτη Του και έφευγε, αντί να παραμείνει ανάμεσα στην ανθρωπότητα για να της δώσει καθοδήγηση για ένα χρονικό διάστημα, τότε όλη η ανθρωπότητα θα είχε εκμηδενιστεί· ακόμη και οι ουρανοί και η γη και τα πάντα, τα οποία Εκείνος δημιούργησε, και όλη η ανθρωπότητα, θα είχαν εκμηδενιστεί και, επιπλέον, θα είχαν ποδοπατηθεί από τον Σατανά. Σ’ αυτήν την περίπτωση, η επιθυμία του Ιεχωβά ότι «Στη γη, δηλαδή, εν μέσω της δημιουργίας Του, Εκείνος μπορεί να έχει ένα μέρος να σταθεί, έναν άγιο τόπο» θα είχε ματαιωθεί. Κι έτσι, αφού δημιούργησε την ανθρωπότητα, παρέμεινε ανάμεσά στους ανθρώπους για να τους καθοδηγήσει στη ζωή τους, και τους μίλησε όντας ανάμεσά τους —όλα αυτά έγιναν προκειμένου να πραγματοποιήσει την επιθυμία Του και να πραγματοποιήσει το σχέδιό Του. Το έργο που επιτέλεσε στο Ισραήλ αποσκοπούσε μόνο στην πραγματοποίηση του σχεδίου που είχε κάνει προτού δημιουργήσει τα πάντα και, συνεπώς, το γεγονός ότι εργάστηκε πρώτα μεταξύ των Ισραηλιτών και η δημιουργία των πάντων από Εκείνον δεν αντέβαιναν μεταξύ τους, αλλά έγιναν και τα δύο για χάρη της διαχείρισής Του, του έργου Του και της δόξας Του, και έγιναν με σκοπό την εμβάθυνση του νοήματος της δημιουργίας της ανθρωπότητας από Εκείνον. Μετά τον Νώε, καθοδήγησε τη ζωή της ανθρωπότητας στη γη για δύο χιλιάδες χρόνια, βοηθώντας τους ανθρώπους να κατανοήσουν πώς να έχουν φόβο του Ιεχωβά, του Κυρίου των πάντων, πώς να διάγουν τη ζωή τους και πώς να ζουν και, πάνω απ’ όλα, πώς να καταθέτουν μαρτυρία για τον Ιεχωβά, να Του υποτάσσονται και να έχουν φόβο Αυτού, ακόμη και να Τον δοξάζουν με μουσική όπως έκαναν ο Δαβίδ και οι ιερείς του.
Πριν από τα δύο χιλιάδες χρόνια κατά τα οποία ο Ιεχωβά έκανε το έργο Του, ο άνθρωπος δεν γνώριζε τίποτα και σχεδόν ολόκληρη η ανθρωπότητα είχε βυθιστεί στην εξαχρείωση, έως ότου, πριν την καταστροφή του κόσμου από τον κατακλυσμό, αυτοί οι άνθρωποι είχαν φτάσει σε τέτοιο βαθμό ανηθικότητας και διαφθοράς, και δεν είχαν καθόλου τον Ιεχωβά στην καρδιά τους, πόσο μάλλον την οδό Του. Δεν κατανόησαν ποτέ το έργο που θα επιτελούσε ο Ιεχωβά· δεν είχαν καθόλου λογική, πόσο μάλλον γνώση και, σαν μηχανές που ανέπνεαν, είχαν πλήρη άγνοια για τον άνθρωπο, τον Θεό, όλα τα πράγματα, τη ζωή και ούτω καθεξής. Στη γη, έμπλεκαν με πολλούς πειρασμούς, όπως το φίδι, και έλεγαν πολλά πράγματα που ήταν προσβλητικά για τον Ιεχωβά, αλλά επειδή ήταν αδαείς, ο Ιεχωβά ούτε τους παίδευσε ούτε τους πειθάρχησε. Μόνο μετά τον κατακλυσμό, όταν ο Νώε ήταν 601 ετών, εμφανίστηκε επίσημα ο Ιεχωβά στον Νώε και καθοδήγησε εκείνον και την οικογένειά του, οδηγώντας τα πουλιά και τα ζώα που είχαν επιβιώσει από τον κατακλυσμό μαζί με τον Νώε και τους απογόνους του, μέχρι το τέλος της Εποχής του Νόμου, που διήρκησε συνολικά 2.500 χρόνια. Έκανε έργο στο Ισραήλ —δηλαδή, επίσημο έργο— επί 2.000 χρόνια συνολικά, και έργο ταυτόχρονα εντός του Ισραήλ και έξω από αυτό επί 500 χρόνια, που μας κάνουν μαζί 2.500 χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δίδαξε τους Ισραηλίτες ότι για να υπηρετήσουν τον Ιεχωβά, θα έπρεπε να χτίσουν έναν ναό, να βάλουν ιερατικά άμφια και να περπατούν ξυπόλυτοι στον ναό την αυγή, μην τυχόν και τα παπούτσια τους σπιλώσουν τον ναό του Ιεχωβά και σταλεί πάνω τους φωτιά από την κορυφή του ναού και τους κάψει μέχρι θανάτου. Έκαναν τα καθήκοντά τους και υποτάσσονταν στις διευθετήσεις του Ιεχωβά. Προσεύχονταν στον Ιεχωβά στον ναό και, αφότου έλαβαν την αποκάλυψη του Ιεχωβά, αφότου, δηλαδή, είχε μιλήσει ο Ιεχωβά, καθοδήγησαν τα πλήθη και τους δίδαξαν ότι έπρεπε να δείχνουν φόβο του Ιεχωβά —του Θεού τους. Και ο Ιεχωβά τούς είπε ότι θα έπρεπε να χτίσουν έναν ναό και ένα θυσιαστήριο και, τη στιγμή του Ιεχωβά, δηλαδή κατά το εβραϊκό Πάσχα, θα έπρεπε να ετοιμάσουν πρωτότοκα μοσχάρια και αρνιά για να τα βάλουν στο θυσιαστήριο ως θυσίες για να υπηρετήσουν τον Ιεχωβά, έτσι ώστε να τους συγκρατήσει και να βάλει στην καρδιά τους φόβο του Ιεχωβά. Η υπακοή σ’ αυτόν τον νόμο έγινε το μέτρο της αφοσίωσής τους στον Ιεχωβά. Ο Ιεχωβά όρισε, επίσης, γι’ αυτούς την ημέρα του Σαββάτου, την έβδομη ημέρα της δημιουργίας Του. Όρισε ως πρώτη ημέρα την ημέρα μετά το Σάββατο, μία ημέρα για να δοξάζουν τον Ιεχωβά, να Του προσφέρουν θυσίες και να συνθέτουν μουσική γι’ Αυτόν. Την ημέρα εκείνη, ο Ιεχωβά συγκάλεσε όλους τους ιερείς για να χωρίσουν τις θυσίες στο θυσιαστήριο προκειμένου να φάνε οι άνθρωποι, ώστε να απολαύσουν τις θυσίες στο θυσιαστήριο του Ιεχωβά. Και ο Ιεχωβά είπε ότι ήταν ευλογημένοι, ότι μοιράζονταν μία μερίδα μαζί Του και ότι ήταν ο εκλεκτός λαός Του (αυτή ήταν η διαθήκη του Ιεχωβά με τους Ισραηλίτες). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, μέχρι και σήμερα, ο λαός του Ισραήλ εξακολουθεί να λέει ότι ο Ιεχωβά είναι μόνο δικός του Θεός, και όχι ο Θεός των Εθνικών.
Κατά τη διάρκεια της Εποχής του Νόμου, ο Ιεχωβά θέσπισε πολλές εντολές προκειμένου να τις παραδώσει ο Μωυσής στους Ισραηλίτες που τον ακολούθησαν έξω από την Αίγυπτο. Οι εντολές αυτές παραχωρήθηκαν από τον Ιεχωβά στους Ισραηλίτες και δεν είχαν καμία σχέση με τους Αιγυπτίους· είχαν σκοπό να συγκρατήσουν τους Ισραηλίτες, κι Εκείνος χρησιμοποίησε τις εντολές για να θέσει απαιτήσεις από αυτούς. Αν τηρούσαν το Σάββατο, αν τιμούσαν τους γονείς τους, αν προσκυνούσαν είδωλα και ούτω καθεξής —αυτές ήταν οι αρχές βάσει των οποίων κρινόταν αν ήταν αμαρτωλοί ή δίκαιοι. Μεταξύ αυτών, υπήρχαν κάποιοι που επλήγησαν από τη φωτιά του Ιεχωβά, κάποιοι που λιθοβολήθηκαν μέχρι θανάτου και κάποιοι που έλαβαν την ευλογία του Ιεχωβά, και αυτό καθοριζόταν με βάση το αν υπάκουαν σε αυτές τις εντολές ή όχι. Όσοι δεν τηρούσαν το Σάββατο, λιθοβολούνταν μέχρι θανάτου. Όσοι ιερείς δεν τηρούσαν το Σάββατο, πλήττονταν από τη φωτιά του Ιεχωβά. Όσοι δεν τιμούσαν τους γονείς τους, λιθοβολούνταν κι εκείνοι μέχρι θανάτου. Όλα αυτά τα ενέκρινε ο Ιεχωβά. Ο Ιεχωβά θέσπισε τις εντολές και τους νόμους Του ώστε, καθώς καθοδηγούσε τους ανθρώπους στη ζωή τους, εκείνοι θα άκουγαν τον λόγο Του, θα υποτάσσονταν σε αυτόν και δεν θα επαναστατούσαν εναντίον Του. Χρησιμοποίησε τους νόμους αυτούς για να διατηρήσει υπό έλεγχο τη νεογέννητη ανθρώπινη φυλή, ώστε να θέσει τα θεμέλια για το μελλοντικό Του έργο. Κι έτσι, βάσει του έργου που έκανε ο Ιεχωβά, η πρώτη εποχή ονομάστηκε η Εποχή του Νόμου. Παρόλο που ο Ιεχωβά εξέφρασε πολλές ομιλίες και επιτέλεσε μεγάλο έργο, καθοδήγησε τους ανθρώπους μόνο με θετικό τρόπο, διδάσκοντας στους αδαείς αυτούς ανθρώπους πώς να φέρονται, πώς να ζουν και πώς να κατανοούν την οδό του Ιεχωβά. Ως επί το πλείστον, το έργο που επιτέλεσε είχε στόχο να τηρήσουν οι άνθρωποι την οδό Του και να ακολουθήσουν τους νόμους Του. Το έργο επιτελέστηκε σε ανθρώπους που ήταν ελαφρώς διεφθαρμένοι· δεν επεκτάθηκε τόσο ώστε να μεταμορφώσει τη διάθεσή τους ή την πρόοδό τους στη ζωή. Απλώς συγκρατούσε και έλεγχε τους ανθρώπους κάνοντάς τους να τηρούν τους νόμους. Για τους Ισραηλίτες εκείνη την εποχή, ο Ιεχωβά ήταν απλώς ένας Θεός στον ναό, ένας Θεός στους ουρανούς. Ήταν ένας στύλος νεφέλης, ένας στύλος φωτιάς. Το μόνο που απαιτούσε ο Ιεχωβά να κάνουν ήταν να υπακούν σε αυτό που οι άνθρωποι γνωρίζουν σήμερα ως νόμους και εντολές —θα μπορούσε κανείς να πει ακόμη και κανονισμούς— επειδή αυτό που έκανε ο Ιεχωβά δεν είχε σκοπό να τους μεταμορφώσει, αλλά να τους παραχωρήσει περισσότερα πράγματα που ο άνθρωπος όφειλε να έχει, και να τους μεταδώσει προσωπικά αυτά τα πράγματα, επειδή μετά τη δημιουργία του ο άνθρωπος δεν είχε τίποτα που όφειλε να κατέχει. Κι έτσι, ο Ιεχωβά παραχώρησε στους ανθρώπους τα πράγματα που όφειλαν να κατέχουν για τη ζωή τους στη γη, κάνοντας τους ανθρώπους που είχε οδηγήσει να ξεπεράσουν τους προγόνους τους, τον Αδάμ και την Εύα, επειδή αυτά που τους παραχώρησε ο Ιεχωβά ξεπερνούσαν αυτά που είχε παραχωρήσει στον Αδάμ και την Εύα στην αρχή. Όπως και να ’χει, το έργο που έκανε ο Ιεχωβά στο Ισραήλ ήταν μόνο να καθοδηγήσει την ανθρωπότητα και να την κάνει να αναγνωρίσει τον Δημιουργό. Δεν κατέκτησε τους ανθρώπους αυτούς, ούτε τους μεταμόρφωσε· απλώς τους καθοδήγησε. Αυτό είναι το σύνολο του έργου του Ιεχωβά κατά την Εποχή του Νόμου. Είναι το υπόβαθρο, η πραγματική ιστορία, η ουσία του έργου Του σε όλη τη γη του Ισραήλ, καθώς και η αρχή του έργου Του που αριθμεί έξι χιλιάδες έτη —να κρατήσει την ανθρωπότητα υπό τον έλεγχο του Ιεχωβά. Απ’ αυτό δημιουργήθηκε περισσότερο έργο στο σχέδιο διαχείρισής Του που αριθμεί έξι χιλιάδες έτη.
«Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού»
Υποσημειώσεις:
α. Το αρχικό κείμενο δεν περιέχει τη φράση «στους οποίους έπρεπε να υπακούν».